Η πανδημία της διαφθοράς

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πόσες φορές δεν έχει ακούσει ο καθένας μας ότι η διαφθορά έχει γενικευθεί στο δημόσιο, ότι όλοι «τα πιάνουν» και ότι αυτός ο τόπος «δεν σώζεται»; Η χώρα μας φαίνεται να εισέρχεται ραγδαία σ’ αυτό που είναι διεθνώς γνωστό ως «παγίδα της διαφθοράς» (corruption trap) : η διαφθορά αυτό-αναπαράγεται καταβροχθίζοντας ακόμα και τα μέσα καταπολέμησής της και μεταδίδεται πολλαπλασιαστικά από τον έναν στον άλλον, όπως συμβαίνει με τις πανδημικές νόσους.

Πριν δούμε αν αυτή η τάση είναι αναστρέψιμη, είναι ανάγκη να γίνει σωστά η διάγνωση. Και αυτή δεν γίνεται μέσω ηθικής καταδίκης της διαφθοράς. Παρατηρώντας τη διαφθορά εκτός πεδίου ηθικής, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι θεωρητικά αβλαβής, ότι δεν είναι παρά μια «μέθοδος δημόσιας επιλογής». Είναι μια αντίδραση, σχεδόν φυσιολογική στη γενικότερη αποτυχία του κράτους – φαινόμενο παγκόσμιο, πλέον -και μια διέξοδος σ’ αυτήν. Σλυμφωνα με αυτήν την άποψη, η διαφθορά δεν είναι και τόσο επιλήψιμη. Λειτουργεί όπως «ο κλέψας του κλέψαντος» και «ο διαφθαρείς του διαφθαρέντος», οι οποίοι μετακυλύουν την κλοπή και τη διαφθορά στον επόμενο. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η διαφθορά είναι ένας τρόπος συναλλαγής που δεν βλάπτει, εφόσον το σημαντικό είναι να «τζιράρει» το χρήμα και να γίνονται «δουλειές».

Η ιδέα αυτή είναι, βέβαια κυνική και βάναυση, ιδίως αν σκεφθεί κανείς ότι θύματα της διαφθοράς είναι κυρίως οι ανυπεράσπιστοι στην κοινωνία, δηλαδή οι φτωχοί και οι άνεργοι. Όμως είναι και κάτι χειρότερο από κυνική και βάναυση. Είναι λανθασμένη. Διότι η γενικευμένη διαφθορά αποτελεί μείζον αναπτυξιακό πρόβλημα από τη στιγμή που αυξάνει το συνολικό κόστος συναλλαγών: κόστος σε χρήμα, σε χρόνο, σε επιχειρηματικό κίνδυνο κλπ.. Για τον ξένο επενδυτή, αυτό το κόστος είναι συχνά απαγορευτικό. Διότι ο υγιής επιχειρηματίας δεν μπορεί και δεν θέλει να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με νοθευμένους όρους, όπου επικρατεί όχι αυτός που είναι ο πιο αποδοτικός, αλλά ο επιτήδειος σε παίγνια διαπλοκής και διαφθοράς. Γι αυτό και δεν πραγματοποιούνται παρά ελάχιστες ξένες επενδύσεις σε χώρες με υψηλό δείκτη διαφθοράς. Και γι αυτό ο γνωστός φαύλος κύκλος της υπανάπτυξης συνενώνεται αρμονικά με το φαύλο κύκλο της διαφθοράς. Γι αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι χώρες που η Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International) κατατάσσει ανάμεσα στις πρώτες σε απουσία διαφθοράς συμπίπτουν με εκείνες που άλλες διεθνείς οργανώσεις στις μετρήσεις τους εκτιμούν πρώτες στην ευημερία, την οικονομική καθώς και την πολιτική ελευθερία. Αντίστοιχα, οι πρώτες στη διαφθορά είναι τελευταίες στους δείκτες ανάπτυξης και ελευθερίας. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το πρόβλημα της διαφθοράς έχει αποκτήσει μέγιστη σημασία διεθνώς.

Μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν μελετήσει τρόπους καταπολέμησής της. Πηγή της είναι ο κρατισμός, δηλαδή ο πολλαπλασιασμός εστιών και ευκαιριών χρηματισμού κρατικών λειτουργών. Όσο περισσότερη οικονομική ελευθερία, τόσο λιγότερες μίζες πέφτουν και τόσο μικρότερος ο κρατικός «λουφές» μοιράζεται με παράνομα ή νομιμοφανή μέσα.

Σ’ αυτό παίζει σημαντικό ρόλο η προσοδοθηρία, δηλαδή η προσπάθεια απόκτησης ωφελημάτων (μικρών ή μεγάλων) μέσα από κρατική παρέμβαση. Η προσοδοθηρία είναι η συμπεριφορά που αυξάνει την ευημερία ορισμένων ατόμων μειώνοντας εκείνη άλλων. Αποτελεί με την έννοια αυτή παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Η επιζητούμενη πρόσοδος εξασφαλίζεται μέσα από την πολιτική, από τη στιγμή που το κράτος είναι εκείνο που δημιουργεί την ευκαιρία τέτοιας προσόδου, επιβάλλοντας συνθήκες τεχνητής ανεπάρκειας σε κάτι. Τότε οι άνθρωποι θα επενδύσουν χρήμα και προσπάθεια στην απόκτηση δυνατότητας προνομιακού οφέλους.

Ο έννοια της προσδοθηρίας καλύπτει φαινόμενα εξαιρετικά γνώριμα στη χώρα μας, από το «ρουσφετάκι» για μια αργομισθία μέχρι την «φωτογραφική» διάταξη μέσω τροπολογίας νόμου που χαρίζεται σε κάποια κατεστημένα συμφέροντα. Και φυσικά, η προσδοθηρία γεννά τη διαφθορά. Η διαφθορά κρατικών λειτουργών (δηλαδή, πολιτικών ή δημοσίων υπαλλήλων) είναι προσοδοθηρική και σχετίζεται άμεσα με την πληθώρα κανονισμών, διατάξεων και νόμων του κράτους επί των οποίων ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια στην ερμηνεία και εφαρμογή.Η προσοδοθηρία είναι συνυφασμένη μ’ αυτό που κάποτε αποκαλούσαμε ευνοιοκρατία. Ο προσοδοθήρας δεν δαπανά σε υλικό ή σε ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά σε μίζες και σε πολιτική επιρροή. «Επενδύει» σε εύνοια. Δεν τον ενδιαφέρει το υγιές επιχειρηματικό κέρδος (που τόσο έχει κακολογηθεί), αλλά η πρόσοδος πέραν του κέρδους. Και μόνο μέσω της κρατικής εύνοιας, και σε πιο προχωρημένο στάδιο, μέσω της διαπλοκής μπορεί να εξασφαλίσει την τελευταία. Το επόμενο βήμα είναι η δωροδοκία και η δημιουργία κυκλωμάτων διαφθοράς μέσα στους μηχανισμούς του κράτους.

Ο εντοπισμός της αιτίας της διαφθοράς στον κρατισμό και το εξώγαμο τέκνο του που είναι η προσοδοθηρία, δεν σημαίνει ότι αυτή μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο μέσα από τη μείωση του ρόλου και του μεγέθους του κράτους. Η μείωση αυτή δεν επέρχεται από τη μια μέρα στην άλλη. Επέρχεται μέσα από μια αργή και επίπονη διαδικασία. Η καταπολέμηση της διαφθοράς, όμως, επείγει. Και ο περιορισμός του κράτους είναι πολιτικά αποδεκτός όταν συνδυασθεί με την ανάγκη καταπολέμησης της διαφθοράς. Προς το σκοπό αυτό, είναι πάντα αναγκαίο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ελέγχου, χωρίς όμως, με αυτά να αυξάνεται η γραφειοκρατία και επομένως να δημιουργούνται νέες εστίες διαφθοράς.Συχνά λέγεται ότι η κοινωνία πολιτών, δηλαδή, ότι δεν ανήκει στο κράτος, οι οργανώσεις αλλά και οι επιχειρήσεις που παράγουν κοινωνικό και οικονομικό έργο, μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα που δεν μπορεί να λύσει το κράτος – ή μπορεί να συμβάλει επικουρικά στο τελευταίο για την επίλυσή τους. Μία συμβολή θα ήταν η ελεύθερη δήλωση επί τιμή – και η δημοσιοποίησή της – από όποια εταιρεία το αποφασίσει ότι δεν προβαίνει στην προσφορά «δώρων». Αποτελεί διεθνή πρακτική ορισμένων «επάρατων» πολυεθνικών, όπως η ΒΡ. Η δήλωση αυτή προβάλλεται παντού όπως παλιά η επιγραφή «βερεσές δεν γίνεται» με αποτέλεσμα να αποτρέπεται προκαταβολικά κάθε αίτημα προς αυτή την κατεύθυνση. Η δήλωση αυτή συνεπάγεται ότι η εταιρεία και οι διευθύνοντες σύμβουλοί της είναι ανοιχτοί σε κάθε έλεγχο που θα τους ζητηθεί για να εξασφαλίζεται η διαφάνεια. Φυσικά, σε τέτοια περίπτωση, τέτοιες εταιρείες θα πρέπει να προτιμώνται κατ’ αρχήν από άλλες που δεν έχουν ίσα τεκμήρια εντιμότητας, αν συμφωνεί κανείς ότι όσον αφορά τα δημόσια πράγματα οι έντιμες πρακτικές πρέπει σαν τη γυναίκα του Καίσαρα, να είναι και να φαίνεται έντιμη.

Η εθελοντική αυτή προβολή της άρνησης της δωροδοκίας, εκτός του ότι μπορεί να «κόψει το βήχα» σε ορισμένους υποψήφιους δωρολήπτες, δημιουργεί και ένα κλίμα στο οποίο συμμετέχει το κοινωνικό σύνολο και όχι μόνο η πολιτική ηγεσία με δηλώσεις αποφασιστικότητας. Η τελευταία είναι σημαντική, αρκεί να μη μένει σε λόγια ή να περιορίζεται σε ημίμετρα. Διότι ακριβώς τα ημίμετρα είναι που πολλαπλασιάζουν τη διαφθορά, όπως η Λερναία Ύδρα πολλαπλασίαζε τις κεφαλές της με κάθε αποκοπή μιας από αυτές.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι είναι αποφασισμένος να πατάξει τη διαφθορά. Δεν έχει κανένας λόγο να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια της πρόθεσής του. Με τη διαφορά ότι αυτό είναι αδύνατον να γίνει αν δεν υπάρχει το κατάλληλο κλίμα. Και αυτήν τη στιγμή, δυστυχώς, κυριαρχεί το αντίθετο – το οποίο μπορεί και να καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό, από κατεστημένα συμφέροντα: ένα κλίμα δυσπιστίας και απαισιοδοξίας που εκτρέφει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική ηγεσία και τους θεσμούς. Σ’ αυτό η Ελλάδα δεν είναι μοναδική. Η διεθνής εμπειρία δείχνει υψηλούς συντελεστές συσχετισμού μεταξύ έλλειψης εμπιστοσύνης του κοινού προς την πολιτική και το κράτος από τη μια μεριά και υψηλούς δείκτες διαφθοράς από την άλλη. Για την καταπολέμηση της διαφθοράς χρειάζεται κάτι περισσότερο από δήλωση αποφασιστικότητας εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, ακόμα και κάτι περισσότερο από τη διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος. Χρειάζεται η οικοδόμηση μιας «ηθικής υποδομής» (ethics infrastructure). Αν κράτος και κοινωνία πολιτών ενστερνισθούν αυτήν την ανάγκη, αν θεσπισθούν μέτρα που να δείχνουν πώς μετουσιώνεται σε πράξη αυτή η στάση, τότε απομονώνεται η διαφθορά και η μητέρα της που είναι η προσοδοθηρία και μαζί οι επίδοξοι «ήρωές» τους, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον κρατικό τομέα.

Σε μεγάλο βαθμό, οι τελευταίες εκλογές εκφράζουν την διαμαρτυρία για τη νοσηρότητα της διαφθοράς, αλλά και την παρασιτική λειτουργία της προσοδοθηρίας. Θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από την αρχή αυτή η έφεση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος με την δημιουργία συνθηκών «ηθικής υποδομής» στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να γίνει με πίστη στη «βουλησιαρχικής παντοδυναμίας της πολιτικής», για να χρησιμοποιήσω μια διατύπωση που ανήκει στον Αντώνη Παπαγιαννίδη.

Όμως, στο κράτος και στην πολιτική του ηγεσία ανήκει η πρωτοβουλία για μεταρρύθμιση. Ιδίως όταν απαιτείται από αυτήν να έχει ριζικό αν όχι σαρωτικό χαρακτήρα, ώστε να δώσει το κατάλληλο μήνυμα στην κοινή γνώμη: ότι η πολιτική βούληση είναι υπαρκτή, συγκεκριμένη και ρωμαλέα. Γιατί και από πλευράς του κράτους να μη γίνει αυτό που μπορεί μάλλον εύκολα να πραγματοποιήσει μια υγιής επιχείρηση: να προσφερθεί οικειοθελώς ο πολιτικός σε εξονυχιστικό δημόσιο έλεγχο, όχι μόνο «πόθεν έσχε», αλλά σχετικά με οποιαδήποτε δραστηριότητα αφορά το δημόσιο συμφέρον.

Η δημιουργία ενός σώματος κατά τεκμήριο αδιάφθορων κρατικών λειτουργών θα αποτελούσε μια συμπαγή βάση για την απομόνωση της διαφθοράς ευρύτερα στο δημόσιο. Θα μπορούσε να συνδυασθεί με άλλα πρόσθετα μέτρα που θωρακίζουν την ηθική υποδομή μιας χώρας, όπως είναι η ήδη υφιστάμενη πολιτική δέσμευση και αποφασιστικότητα για εξυγίανση της ηθικής υποδομής στο δημόσιο, η ύπαρξη αποτελεσματικού νομικού πλαισίου στη διοίκηση, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση μηχανισμών υπευθυνότητας, δηλαδή ύπαρξη αποτελεσματικών ελέγχων, υποχρέωση λογοδότησης σε επιφορτισμένα όργανα που περιλαμβάνουν διοικητικά όργανα αλλά και πολιτικά (κοινοβουλευτικές επιτροπές). Ίσως αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Περιλαμβάνει κάθε τι που καθιστά την αήθη συμπεριφορά του κρατικού λειτουργού επικίνδυνη και δυσχερή για τον ίδιο και ταυτοχρόνως εύκολα ελέγξιμη.

Η κυβέρνηση αυτή δεσμεύτηκε για την επανίδρυση του κράτους. Η διατύπωση αυτή (και όχι απλώς μεταρρύθμιση του κράτους) είναι εξαιρετικά επιτυχημένη. Πιστεύω ότι αν στηρίχθηκε από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παράλληλη και σχετική απαίτηση για αυτήν την δημιουργία ηθικής υποδομής και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αν το κράτος είναι κύρια εστία της διαφθοράς, αυτή μπορεί να καταπολεμηθεί μειώνοντας τα κρατικά κέντρα αποφάσεων, αλλά και αναμορφώνοντας εκ θεμελίων το ίδιο το κράτος, κοντολογίς επανιδρύοντάς το. Αλλά, όπως φαίνεται έχουμε λησμονήσει την περίφημη «επανίδρυση του κράτους». Ή μήπως θεωρούμε ότι έχει …ολοκληρωθεί;

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s