Ο κρυμένος Ιμάμης της Ελληνικής δημοκρατίας

Το ΠαρασύνταγμαΑν πάει κανείς πίσω στην πρόσφατη ιστορία, στην εποχή 1965-66, γινόταν λόγος για μια πολιτική πρακτική που κυριαρχούσε, η οποία  δεν ήταν συνταγματική, αλλά «παρασυνταγματική». Συνίστατο στη σιωπηρή αναγνώριση ενός «δικαιώματος» του ρυθμιστή του πολιτεύματος να έχει λόγο στα θέματα άμυνας και στρατού. Το παρασύνταγμα αυτό φορούσε επιπροσθέτως και ένα ολόκληρο πλέγμα διατάξεων και νομοθετημάτων που αποτελούσαν τη νομική, πλην όμως μη συνταγματική, θωράκιση του αντικομμουνιστικού κράτους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο στήθηκε το παρακράτος και οι παραφυάδες του που οδήγησαν στη δικτατορία. Η γενιά μου έχει σημαδευθεί από την ανάμνηση αυτής της εποχής και τις απειλές για τη δημοκρατία μέσα από παραχωρλησεις που νοθεύουν το νόημα και το γράμμα του Συντάγματος.

 

Ο Κρυμμένος Ιμάμης


Πίσω από την αρχή του παρασυντάγματος βρίσκεται η ανάγκη ύπαρξης μιας εξουσίας που δεν υπόκειται σε έλεγχο, δεν λογοδοτεί σε κανέναν και αποτελεί μια παράλληλη εξουσία με άγραφο δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις της επίσημης κυβέρνησης. Η αρχή αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι η διαχείριση των δημοσίων δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, αλλά στους φύλακες μιας «ανώτερης νομιμότητας» την οποία εκφράζει κάποιο πρόσωπο ή κάποια ομάδα.

Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης μπορεί υπό ορισμένους όρους να λειτουργεί αποτελεσματικά, δεν έχει όμως καμία σχέση με τη δημοκρατία, εφόσον η τελευταία σημαίνει πριν απ’ όλα ελεγξιμότητα της εξουσίας και αποκλείει τη λειτουργία παραεξουσιών. Εξομοιώνεται μάλλον με το πολιτικό σύστημα που επικρατεί στο Ιράν, όπου η θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ λειτουργεί παράλληλα με την κοσμική εξουσία και αντίθετα μ’ αυτή δεν λογοδοτεί σε κανέναν, παρά μόνο στον Κρυμμένο Ιμάμη, ο οποίος εξαφανίστηκε πριν από 1.100 χρόνια και που μόνο ορισμένοι επίλεκτοι έχουν πρόσβαση σ’ αυτόν και ερμηνεύουν ορθά τη βούλησή του. Εκεί όπου λειτουργεί οποιαδήποτε μορφή παρασυντάγματος επικρατεί ένας ατομικός ή συλλογικός Κρυμμένος Ιμάμης, τον οποίο όλοι σέβονται για ανεξήγητους λόγους ενώ κανένας δεν διαμφισβητεί το κύρος ή τη νομιμότητά του ή τους εμφανιζομένους ως εκφραστές του. Τέτοιος Κρυφός Ιμάμης επικρατεί σήμερα στην ελληνική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται παρασυνταγματικά από τους πολιτικούς και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης η νομιμότητα ορισμένων παρανομιών, ελέω «δημοκρατικής» επιτρεπτικότητας.

Οι εκάστοτε παρανομούντες καταληψίες σχολείων, δρόμων, δημοσίων κτιρίων κτλ. εκφράζουν, υποτίθεται, μια ανώτερη νομιμότητα που είναι συνυφασμένη με το πνεύμα της δημοκρατίας σε όλο του το αγωνιστικό σφρίγος. Η κατάφωρη αυτοδικία στην οποία προβαίνουν με τον τρόπο αυτόν ορισμένες κοινωνικές ομάδες που αυτοανακηρύσσονται ιδιαίτερα «ριγμένες», κατά την κοινή έκφραση, παραθεωρείται εντελώς από τους σχολιαστές των επαναλαμβανομένων επεισοδίων, οι οποίοι σχολιάζουν τα δίκαια ή τα άδικα αιτήματά τους, περιγράφουν τα συμβάντα και προαναγγέλλουν τις προγραμματισμένες παράνομες καταλήψεις των επομένων ημερών. Σπανιότατα αναφέρονται στο πραγματικό σκάνδαλο, που είναι η επιλογή της παράνομης δραστηριότητας για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους, και ουδέποτε γίνεται λόγος για την ανοχή που δείχνουν η πολιτεία και η κοινή γνώμη σ’ αυτή την παρανομία. Η Αστυνομία παρεμβαίνει υπέρ των καταληψιών που παρακωλύουν παράνομα την κυκλοφορία και εναντίον των οδηγών οχημάτων ΙΧ, φορτηγών ή ταξί, που προσπαθούν να ασκήσουν το νόμιμο δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία.

Η έννοια της νομιμότητας σχετικοποιείται με την αναγνώριση του μεταδικτατορικού παρασυντάγματος που ασυναίσθητα τοποθετήσαμε και ανεχθήκαμε στη θέση του παλαιού παρασυντάγματος των ανακτόρων. Αν οι «δημοκρατικές» πρωτοβουλίες των καταληψιών αντίκεινται στους κείμενους νόμους, τόσο το χειρότερο για τους κείμενους νόμους. Οι πρωτοβουλίες αυτές εκφράζουν την παρασυνταγματική νομιμότητα που είναι ανώτερη της συνταγματικής, η οποία βρίσκει την πιο σθεναρή έκφρασή της στον γνώριμο ρυθμικό κρωγμό: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Για κάποιον ανεπίγνωστο  λόγο, εκφραστές της «ανώτερης» δημοκρατικής βούλησης θεωρούνται από το νέο παρασύνταγμα ορισμένες κοινωνικές ομάδες που έχουν το «ελεύθερο» να παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας παρασυνταγματικής νομιμότητας αναιρεί οποιαδήποτε δυνατότητα εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανόρθωσης. Οποιαδήποτε απόπειρα μεταρρύθμισης ματαιώνεται εφόσον θα κινηθούν εναντίον της οι υπερασπιστές του στάτους κβο. Η εκάστοτε νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση είναι αιχμάλωτη εφόσον βρίσκεται υπό την αίρεση ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ακριβώς όπως ήταν παλαιότερα υπό βασιλική αίρεση.

Μπορούν και πρέπει να ασκούν βέτο οι κοινωνικές αυτές ομάδες στις αποφάσεις μιας νόμιμης κυβέρνησης, όπως οι αγιατολάχ μπορούν να ασκήσουν βέτο στο όνομα του Κρυμμένου Ιμάμη; Ολοι θα συμφωνήσουν ότι η δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με τον Κρυμμένο Ιμάμη, είτε αυτός είναι ο μονάρχης είτε οποιοσδήποτε άγραφος κανόνας που αναγνωρίζει παράλληλες και αδιαφανείς εξουσίες.

Βέβαια η κάθε κυβέρνηση – πλην της σημερινής- δεν ενδίδει τόσο εύκολα στις αξιώσεις των συντεχνιακών συμφερόντων όταν εκβιάζουν παραχωρήσεις με παράνομα μέσα. Το πολιτικό κόστος όμως της καταστολής των καταλήψεων με μέσα εξίσου βίαια με αυτά που μετέρχονται οι καταληψίες είναι, όπως φαίνεται, υπέρμετρο για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Και αυτό συμβαίνει διότι η κοινωνία αναγνωρίζει το παρασύνταγμα: την υπερκείμενη «νομιμότητα» των παρανομιών που διαπράττουν ορισμένες ομάδες υπεράνω δημοκρατικής κριτικής. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για παθητική κοινωνική ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα αυτή είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Ολες οι ομάδες δεν έχουν ίσα δικαιώματα παρανομίας. Δεν θα ήταν ανεκτή η κατάληψη του υπουργείου Οικονομικών από μικρούς και μεγάλους φοροφυγάδες διότι θίγονται τα συμφέροντά τους, ούτε η κατάληψη δρόμων από ιδιωτικούς γιατρούς που θα ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για το ΕΣΥ. Οι κοινωνικές αυτές κατηγορίες δεν εγγίζονται από τη χάρη του Κρυμμένου Ιμάμη που γονιμοποιεί το παρασύνταγμα και νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες. Η παρασυνταγματική κάλυψη αφορά τις πράξεις των «μη προνομιούχων» που αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τον φυσικό κορμό της δημοκρατίας. Η ιστορική εμπειρία,όμως, δείχνει ότι η υποχώρηση σε ανεύθυνες και μη λογοδοτούσες αρχές με το αιτιολογικό ότι ενεργούν στο όνομα της δημοκρατίας και της προόδου στρέφεται τελικά κατά της δημοκρατίας και κατά της προόδου.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s