Τα όρια της Πολυπολιτισμικότητας

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ


Mέσα στα πολλά καινούργια που έφερε η τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα είναι και η πολυπολιτισμικότητα ως αίτημα ή ως περιγραφή μιας κατάστασης. Η πολυπολιτισμικότητα (που θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί με τον όρο «πολιτισμική πολυμέρεια» αντί του πολυσύλλαβου γλωσσοδέτη που έχει επικρατήσει) σημαίνει συνύπαρξη διαφόρων πολιτισμικών στοιχείων σε μια κοινωνία που είναι σύμφυτη με την ιδέα της ανεκτικότητας, η οποία σημαίνει ότι τα μέλη μιας κοινωνίας δέχονται να συμβιώσουν με άλλα χωρίς αναγκαστικά να υιοθετούν τις ιδέες τους ή τις συνήθειές τους.

Δικαιώματα και ανεκτικότητα

Ανεκτικότητα με τη στοιχειώδη έννοια υπήρχε σε πολυεθνικές αυτοκρατορίες όπως ήταν η Οθωμανική ή των Αψβούργων. Στα αυταρχικά αυτά καθεστώτα όμως δεν είχαν θέση τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και ενώ κάτω από επίσης αυταρχικά καθεστώτα, όπως ήταν η απόλυτη μοναρχία στη Δύση από τις αρχές του 16ου αιώνα και έπειτα, μπόρεσε και αναπτύχθηκε μια κοινωνία πολιτών, καθώς επίσης και η ιδέα των ατομικών δικαιωμάτων, στην Ανατολή αυτό δεν ίσχυσε: υπήρχε ανεκτικότητα και πολυπολιτισμικότητα, όχι όμως ισονομία ή δικαιώματα, που είναι το σύγχρονο ζητούμενο.

Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι μόνο θεσμική. Μεταφέρει το βάρος της στον πολιτισμό που κουβαλάει ο μετανάστης, που προέρχεται από μη ανεκτικές κοινωνίες. Μεταφέρει συνήθειες που προέρχονται από τον τρόπο ζωής της κοιτίδας του στο νέο χώρο παραμονής που έχει επιλέξει. Όταν αυτές είναι ασύμβατες τα εκεί ήθη και έθιμα, διεκδικεί την άσκηση  «πολιτισμικών δικαιωμάτων».

Πρέπει να ενσκήψουμε σ’ αυτήν την έννοια, η οποία, όπως θα υποστηρίξω, είναι αντιφατική και παράλογη. Όταν μιλάμε για δικαίωμα κάποιου, σημαίνει ταυτόχρονα την υποχρέωση κάποιου άλλου να μην το παραβιάσει. Αν υφίσταται ένα δικαίωμα στη ζωή, αυτό μεταφράζεται σε απαγόρευση της αφαίρεσης ζωής. Αν υφίσταται ένα «πολιτιστικό δικαίωμα» μιας μειονότητας στο να μαθαίνουν π.χ. τα παιδιά που ανήκουν σ’ αυτήν τη μειονοτική γλώσσα είναι σεβαστό ως ατομική επιλογή. Δεν θα πρέπει να μεταφράζεται σε υποχρέωση που η ηγεσία μιας τέτοιας μειονότητας μπορεί να επιβάλλει στα μέλη της. Σε σύγχρονα δυτικά κράτη τέτοια ανοχή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, διότι προσκρούει στην άσκηση του θεμελιακού δικαιώματος στην ελευθερία. Γι αυτό και δεν είναι ανεκτή η ανισομεταχείρηση των γυναικών με πρόσχημα ότι αυτό απαιτεί μια μειονοτική κουλτούρα. Δεν είναι, έτσι ανεκτή η ανδρική πολυγαμία, η δουλοκτησία γυναικών (έστω και …εθελοντική), η κλειτοριδεκτομή, κλπ., με τον ίδιο τρόπο που απαγορεύονται πολλές άλλες πρακτικές που είναι ασύμβατες με το θεσμικό πλαίσιο των δυτικών δημοκρατιών.

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «πολιτιστικό πλαίσιο» εναντίον άλλου, όπου ο καθένας σέβεται και αποδέχεται τον άλλο μαζί με το «δικαίωμα» στη διαφορετικότητα. Οι πολιτισμοί δεν είναι συμμετρικά διαφορετικοί και καθολικά ισότιμοι. Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η ανεκτικότητα – και κυρίως η κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων – διαμορφώνει και μια κουλτούρα συμβατή με την ευεργετική ανεκτικότητα και που εκτείνεται στο σεβασμό, στην αναγνώριση της ετερότητας και της πολιτισμικής πολυφωνίας ως αξίας. Αυτή η στάση δεν έχει ανταπόκριση σε πολιτισμούς μη ανεκτικότητας. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αυτή η ανταπόκριση. Εδώ, μάλιστα, βρίσκεται το λάθος εκείνων που ζητούν να η ανεκτικότητα να παρέχεται «επ’ αμοιβαιότητι». [1]

 

Δικαιώματα, πολιτιστική ταυτότητα και πολυπολιτισμικότητα

Η ανεκτικότητα είναι συνυφασμένη με τους θεσμούς της δημοκρατίας και δεν παρέχεται με ανταλλάγματα. Επομένως, δεν ζητείται από ανελεύθερα ή αυταρχικά καθεστώτα ίση μεταχείριση με αυτήν που έχουν οι δικοί τους υπήκοοι σε δυτικές δημοκρατίες. Ζητείται, όμως, ομοιότητα στη συμπεριφορά  με τους αυτόχθονες, όσον αφορά τη στάση απέναντι στους θεσμούς: τους νόμους και τα συναλλακτικά ήθη. Ευλόγως κι εκείνοι ζητούν ισότητα στη μεταχείριση, αλλά και δυνατότητα διατήρησης της πολιτιστικής τους ταυτότητας, που μάλιστα προβάλλεται ως δικαίωμα. Και ναι μεν δικαίωμα με την πλήρη έννοια δεν μπορεί να είναι, διότι, όπως λέει ο αμερικανός φιλόσοφος του δικαίου Ronald Dworkin, τα δικαιώματα είναι «ατού» (trumps)  που κυριαρχούν έναντι οποιασδήποτε άλλης σκοπιμότητας ή απαίτησης[2].  Η απολυτότητα του ατομικού δικαιώματος σημαίνει ότι δεν μπορεί να αναγνωρισθεί η νομιμότητα ενός «συλλογικού» που η ηγεσία μιας μειονότητας θα επιβάλλει στα μέλη της. Δεν μπορεί να παραβιασθεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης- δηλαδή ατομικής ελευθερία – μιας κοπέλας με την επιβολή ενός γάμου από τους γονείς της με το αιτιολογικό ότι αυτό επιβάλλει το εθιμικό δίκαιο της κοινότητας στην οποία ανήκει και οπισθογραφείται από τον εξουσιοδοτημένο ηγέτη («μουφτή», «μανιτού» ή άλλου είδους «εθνάρχη»). Είναι, όμως, επιθυμητή η δυνατότητα πολυπολιτισμικής έκφρασης και διαβίωσης; Είναι θεμιτό το αίτημα διατήρησης ξεχωριστών πολιτιστικών ταυτοτήτων μέσα στο ενιαίο πολιτισμικό πλαίσιο που προσφέρει το εθνικό κράτος; Η απάντηση είναι καταφατική. Αλλά πρέπει να λυθούν ορισμένα προβλήματα, από τη στιγμή που η συγκρότηση εθνικών κρατών βασίστηκε ιστορικά στην επικράτηση μιας εθνικής ομάδας που στη συνέχεια  αφομοίωσε ή εξεδίωξε ή  και εξόντωσε  σ’ αυτή τη διαδικασία. Η κυριαρχία του εθνικισμού τους τελευταίους δύο αιώνες, η αρχή του οποίου συνοψίζεται στη δημιουργία εθνικά μονοσύστατου κράτους, δεν ανέχεται «υπολείμματα», όπως θεωρεί τα πολιτισμικά εκείνα στοιχεία που δεν αφομοιώθηκαν πλήρως με το κυρίαρχο έθνος στο πλαίσιο του σύγχρονου εθνικού κράτους ή που διατήρησαν ορισμένες ιδιαιτερότητες, γλωσσικές ή πολιτισμικές, παράλληλα με την ταύτισή τους με το έθνος-κράτος στο οποίο ανήκουν.

Η προσπάθεια εθνικής ομοιογενοποίησης πέτυχε, όχι όμως πλήρως. Έδωσε μια εθνικώς ενιαία, όχι όμως αμιγή, βάση στα περισσότερα από τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις στην Ανατολική Ευρώπη, όπου αυτή η ενότητα δεν επιτεύχθηκε ποτέ, επιβλήθηκε όμως κατ’ επίφασιν μέσα από αυταρχικότατες κρατικές δομές, η κατάρρευση των οποίων οδήγησε στην έξαρση των φυλετικών παθών και σε επιχειρήσεις «εθνοκάθαρσης».

Αυτό μας φέρνει κατευθείαν στη γένεση του προβλήματος της πολυπολιτισμικότητας στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η ιδέα αυτή γεννήθηκε πρόσφατα, όταν στις δυτικές δημοκρατίες χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην πρώην Σοβιετική Ενωση προβλήματα καταπίεσης εθνικών μειονοτήτων που έφθαναν ως τη διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στη Βοσνία, στο Κόσοβο και στην Τσετσενία. Η αρχή της πολυπολιτισμικότητας υιοθετήθηκε τότε ως όρος συνύπαρξης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών παραδόσεων. Η αρχή αυτή όμως πρέπει να συνοδεύεται από την αναγνώριση δικαιωμάτων, δηλαδή ακριβώς εκείνου του στοιχείου που απουσίαζε σε προδημοκρατικές, πολυεθνικές κρατικές οντότητες.

 

Περί εθνικής ταυτότητας και «συλλογικών δικαιωμάτων»

Αυτό το ζήτημα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας τίθεται και στις δυτικές δημοκρατίες, ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Στις χώρες αυτές, πέρα από τις παραδοσιακές γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, έχουν προστεθεί αρκετά εκατομμύρια μετανάστες αφρικανικής και ασιατικής προέλευσης, κυρίως στη Γαλλία και στη Γερμανία. Η αναγνώριση της αρχής της πολυπολιτισμικότητας σημαίνει ανεκτικότητα και για μια πολιτισμική παράδοση που είναι εντελώς διαφορετική από τη δυτική. Τίθεται επομένως το ζήτημα των «πολιτισμικών δικαιωμάτων» όχι πλέον ως ατομικών αλλά ως συλλογικών δικαιωμάτων. Και εκεί είναι που εστιάζεται η θεωρητική προβληματική στο πλαίσιο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Σύμφωνα με μια άποψη, αυτά τα δικαιώματα πρέπει να αναγνωριστούν ως συλλογικά και όχι ως απλώς ατομικά. Η αιτίαση αυτή συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός έθνους ή μιας εθνότητας, η οποία κινδυνεύει να χαθεί στο αφομοιωτικό χωνευτήρι που επιβάλλει το εθνικό κράτος στις διάφορες μειονότητες. Στο αίτημα για αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων προβάλλεται μια εθνοκεντρική αντίρρηση από τους υπέρμαχους της αδιαίρετης εθνικής υπόστασης του εθνικού κράτους.

Οι σύγχρονοι αυτοί «ιακωβίνοι», που επέμεναν στην ύπαρξη της «μιας και αδιαίρετης δημοκρατίας», δικαιολογώντας με τον τρόπο αυτόν τον αυταρχικό συγκεντρωτισμό που είχαν επιβάλει στη Γαλλία μετά το 1792, φοβούνται διάσπαση του εθνικού κράτους αν αναγνωριστούν τέτοια δικαιώματα, ακόμη και ως ατομικά.

Πίσω από αυτή τη στάση υποβόσκει ο φόβος ότι το εθνικό κράτος θα διαλυθεί αν παραδεχθεί την ύπαρξη μειονοτήτων και τους αναγνωρίσει ορισμένα δικαιώματα πολιτισμικής ή γλωσσικής έκφρασης. Αυτός ο φόβος όμως είναι ανυπόστατος από τη στιγμή που γίνει αντιληπτό ότι πολυπολιτισμικότητα δεν σημαίνει διάλυση αλλά ότι, αντιθέτως, η αναγνώριση της αρχής αυτής σημαίνει πως είναι πολιτισμικά πολυμερής η υπόσταση του εθνικού κράτους. Ακόμη και ξεχωριστές εθνότητες (όχι έθνη) μπορεί να αναγνωρίσει στο πλαίσιό του, χωρίς κίνδυνο διάλυσης ή εξωτερικών πιέσεων: απεναντίας, μια τέτοια αναγνώριση καθιστά άσκοπο και μάταιο το αίτημα πολιτικής (και όχι απλώς πολιτισμικής) αυτονομίας ή και ανεξαρτησίας. Διότι διαχωρίζεται έτσι εντελώς η πολιτισμική ιδιαιτερότητα και αυτονομία, από την αναγωγή μιας εθνοτικής ομάδας σε κρατική οντότητα.

Από την άλλη μεριά, η αναγνώριση συλλογικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κρατικής ενότητας μπορεί να λύνει το πρόβλημα της ανάγκης αυτοπροσδιορισμού διαφόρων κοινωνικών ομάδων που υφίστανται καταπίεση, δημιουργεί όμως ένα σοβαρότατο πρόβλημα στις σύγχρονες δημοκρατίες, αν αναγνωριστεί ως υπεράνω των ατομικών δικαιωμάτων. Τέτοια προβλήματα προκύπτουν στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας μέσα σε ένα σύγχρονο εθνικό κράτος· αναγνωρίζεται το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα» σε κοινότητες που δεν συμμερίζονται τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τα ατομικά δικαιώματα με τα οποία αυτή είναι συνυφασμένη. Το δικαίωμα κάθε ατόμου στη δωρεάν σχολική «α-θρησκευτική» παιδεία που αναγνωρίζει η Γαλλία δεν αναγνωρίζεται για τα κορίτσια από την ηγεσία της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας στη χώρα αυτή. Και είναι απαράδεκτο σε μια σύγχρονη δημοκρατία να μην μπορούν να ασκήσουν ορισμένοι πολίτες τα ατομικά τους δικαιώματα μόνο και μόνο επειδή έχουν γεννηθεί σε μια καθορισμένη πολιτισμική κοινότητα η οποία αναγνωρίζεται ως συλλογική προσωπικότητα και ως κράτος εν κράτει, με δικό της πλαίσιο κυριαρχίας, με πρόσχημα την πολυπολιτισμικότητα.

Στο δίλημμα αυτό υπάρχει ­ όπως συμβαίνει συχνά ­ μια φιλελεύθερη, δημοκρατική λύση, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση της αρχής της πολυπολιτισμικότητας και του αυτοπροσδιορισμού που να λειτουργεί ως ατομικό δικαίωμα. Τελικά, συγκεκριμένα άτομα αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετόνοι, Τσέχοι, Καθολικοί, Κεφαλλονίτες κτλ., αλλά και ως κομμουνιστές, αεκτζήδες, νεοημερολογίτες, κυνηγοί, συνδικαλιστές ή αφισιονάδος ραπ.  Από την εποχή του Διαφωτισμού και έπειτα δεν αναγνωρίζεται καμία αρχή που να καθοδηγεί το άτομο στις επιλογές του αυτοπροσδιορισμού του ή στην ιεράρχησή τους.

Η σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία είναι πλουραλιστική και ακηδεμόνευτη. Και ο πολίτης διατηρεί το ατομικό του δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο πλαίσιο του κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ελευθερία που απολαμβάνει. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό ότι με δικαιολογία την ταύτισή του με μια κουλτούρα που επιτρέπει τη δουλοκτησία ή την ανθρωποφαγία, πρέπει να του επιτραπεί, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, να στερεί την ελευθερία και τη ζωή των άλλων. Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων αιτιάσεων είναι αυτός που χρησιμοποίησε ο Charles James Napier (1782-1853) όταν του είπαν στην Ινδία ότι έπρεπε να σεβαστεί την ινδική συνήθεια να καίγεται στην πυρά η χήρα μαζί με το νεκρό σύζυγό της.Το έθος αυτό έπρεπε να συνυπάρξει με το αντίστοιχο βρετανικό έθος να καταδικάζονται σε θάνατο οι άντρες που καίνε γυναίκες. «Έχετε, λέτε, το έθιμο να καίτε τις χήρες. Άριστα. Κι εμείς έχουμε ένα έθιμο. Όταν άντρες καίνε μια γυναίκα ζωντανή, τοποθετούμε μια θηλιά γύρω από το λαιμό τους και τους κρεμάμε. Στήστε το ικρίωμα για την πυρά κι εμείς από δίπλα θα στήσουμε το ικρίωμα με την κρεμάλα. Ακολουθήστε το έθιμό σας, κι εμείς το δικό μας ». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Napier  έχει χαρακτηρισθεί πρόσφατα ως impeccably multicultural – άψογα πολυπολιτισμικός.[3]  Δεν είπε ποτέ ότι ο δικός του πολιτισμός ήταν ανώτερος. Υποστήριξε την αρχή της συνύπαρξης πολιτισμών μέσα σε ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο. Δεν βλέπω ποιο εμπόδιο υπάρχει στην αποδοχή της αρχής της πολυπολιτισμικότητας με την πλήρη αυτή έννοια, από οποιαδήποτε δυτική κοινωνία, εκτός από ένα: την έλλειψη πολιτιστικής αυτοπεποίθησης. Όποιος πάσχει από αυτήν δεν μπορεί ούτε καν να συζητάει υπέρ ή κατά της πολυπολιτισμικότητας.

Συνηθέστατα την επικαλείται, κυρίως για να εκφράσει πλαγίως την πίστη του στην ανυπαρξία ή τη μηδαμινότητα του δικού του πολιτισμού.


[1] Υπήρξε προ ετών το γελοίο αίτημα πολιτικού ανδρός να ζητήσει η Ελλάδα από την Τουρκία ανταλλάγματα (!) αν κτίσει μουσουλμανικό τέμενος στην Αττική. Δεδομένου ότι οι μουσουλμάνοι του Λεκανοπεδίου δεν είναι στην πλειονότητά τους τούρκοι, ίσως, όπως ελέχθη τότε προσφυώς, καλύτερα θα ήταν να απευθυνόμασταν στο Ιράν, που έχει πετρέλαιο να μας δώσει ως αντάλλαγμα.

[2] Dworkin, R., 1984, “Rights as Trumps”, στο:. Jeremy Waldron, , (1984), (ed.), Theories of Rights,Oxford:OxfordUniversity Press σ. 153–67

[3] Mark Steyn (2011) America Alone: The End of the World as We Know ItSteyn Regnery Publishing, Inc

Advertisements

3 Σχόλια on “Τα όρια της Πολυπολιτισμικότητας”

  1. Ο/Η Dr shafiq λέει:

    This motive of building a multicultural society is highly pristine ethos of the aloft civilization , but what can be done about those cherishing fascist islamic fundamentalist ideology and despite being in minority , having even an iota respect for the hosting cultural values and adamantly trying to force , whatever way possible to impose the so called halal medieval Bedouin codes over other cultural values especially the hosting societies to adopt to their so called halal culture ? I think for the scholars of social and psychological sciences new venues of research should be taken up to contain this islamic fascist ridicule .

  2. Ο/Η Ratio Vincit λέει:

    I think that an open multicultural society does not require people to have common values except live and let live. But this means that one has -whatever his or her values- to abide by this rule. If he or she doesn’t, there must be enforcement rules and exit options. It is the only condition set by multiculturalism. Multiculturalism accepts groups that reject multiculturalism, but not groups or individuals who impose by force their ideas to those who do not share them.

    • Ο/Η Dr shafiq λέει:

      Thank you Ratio Vincit for the prompt sane reply to my comments . I absolutely agree with your point and of-course this is the beauty of multiculturalism , where all cultures merge together and none is claimed above other , but here we ironically observe a very de-tasteful scenario when looking upon the majority immigrant muslim communities in the west.
      the moment they land on the western soil they become more hard on preserving their culture , religious values ,which sense drive them into nasty fundamentalist zombies .
      I myself is ,a refugee from Pakistan ,and it make me very much frustrated over the ever deepening mental plight of my compatriots living in the west .


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s