Πως μπορεί να καταπολεμηθεί η προσοδοθηρία

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ισως αποτελεί κοινοτοπία το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν προνομιούχο τάξη, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις χώρες. Κύριό τους προνόμιο είναι η μονιμότητα που κατέχουν. Το προνόμιο αυτό δεν είναι αδικαιολόγητο, θεωρητικά τουλάχιστον. Ενας κρατικός λειτουργός, με τις γνώσεις που κατέχει στον τομέα του, την πείρα που έχει συσσωρεύσει και κυρίως το αδέκαστο ήθος του, είναι απαραίτητος για την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής. Το προνόμιο της μονιμότητας ­ πέρα από την απολαβή ενός ικανοποιητικού μισθού ­ είναι το αντάλλαγμα που χορηγεί η πολιτεία για να μη χάσει τα πολύτιμα στελέχη της στην αγορά εργασίας.

Για να χρησιμοποιήσουμε τεχνική γλώσσα, τα προνόμια των δημόσιων υπαλλήλων αντιπροσωπεύουν το «κόστος ευκαιρίας» που πρέπει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρoυν. Αν όμως πληρωθεί περισσότερο από αυτό το «κόστος ευκαιρίας», το πλεόνασμα αποτελεί μορφή οικονομικής προσόδου, δηλαδή μιας πληρωμής πάνω και πέρα από αυτό που χρειάζεται ως κίνητρο για ένα οικονομικό υποκείμενο για να προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες. Και κάθε μορφή οικονομικής προσόδου με αυτή την έννοια είναι αδικαιολόγητη ­ από τα υπερκέρδη ενός μονοπωλίου ως την προνομιούχο μονιμότητα ενός κλητήρα. Αν και τα δύο είναι περιζήτητα, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η προσοδοθηρία (rent seeking)[1] είναι η «φυσική ροπή», κατά κάποιο τρόπο, κάθε οικονομικού υποκειμένου. Στη χώρα μας, όμως, η ροπή αυτή είναι συγχρόνως εθνική κατάρα.

 

Διορισμοί και προνόμια

Η προσοδοθηρία μικρής ή μεγάλης κλίμακας παίρνει πολλές και διάφορες μορφές στην Ελλάδα: χαριστικές συμβάσεις, υπερκέρδη, αργομισθίες, παρασιτικούς διορισμούς στο Δημόσιο, καθώς και επιδοτήσεις πάσης φύσεως. Πολλά παραδείγματα προσοδοθηρικής συμπεριφοράςείναι εξαιρετικά γνώριμα στο ελληνικό κοινό. Ένα από αυτά είναι η πίεση που ασκούν οργανωμένα συμφέροντα, συντεχνιακά, επαγγελματικά, αλλά και άλλα αδιαφανή και υπόγεια προς την πολιτική ηγεσία της χώρας για παροχές ή για φοροαπαλλαγές ή για οποιαδήποτε «ευνοϊκή ρύθμιση» που να μεταφράζεται σε αύξηση επιβάρυνσης των φορολογουμένων. Επίσης, προσοδοθηρικό είναι κάθε αίτημα για «ειδική μεταχείριση» ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών, που σημαίνει περιορισμό στις προσφερόμενες υπηρεσίες (ή στην ποιότητά τους) για τους μη ευνοούμενους, όπως είναι το στρίμωγμα που υφίσταται το προσωπικό, αλλά και οι ομαλώς εισαχθέντες φοιτητές σε ένα πανεπιστήμιο, όταν μια «ευεργετική διάταξη» για μια ορισμένη κατηγορία του πληθυσμού, επιβάλλει μέσω μετεγγραφής την πρόσθετη εισαγωγή φοιτητών ή την δωρεάν νοσοκομειακή περίθαλψη ασθενών ορισμένων κοινωνικών ομάδων κλπ. Γενικά, όταν οι πολιτικοί μιλούν για «ρύθμιση» , την οποία συνηθέστατα αποκαλούν «ευνοϊκή» για κάποια κατηγορία του πληθυσμού, το κόστος δεν το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, αλλά οι «άλλοι», δηλαδή οι φορολογούμενοι. Οι τελευταίοι, όμως, ακριβλως επειδή είναι  ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, δεν συναποτελούν ενιαία κοινωνική κατηγορία και μέχρι να ξεσπάσει η κρίση, δεν είχαν καν αντιληφθεί οι ίδιοι ότι … υπήρχαν.

Για τους παραπάνω λόγους, στον τόπο μας η προσοδοθηρία ανάγεται σε αρχή δράσης, ως νόμιμο δικαίωμα με κάποια έννοια. Το προσοδοφόρο προνόμιο όμως είναι ακριβώς εκείνο που είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητο. Σήμερα αντιστρέφονται οι όροι. Οι πληρωμές και οι διορισμοί όχι μόνο δεν γίνονται κατ’ αξίαν, αλλά θεωρείται επιτυχία ­ και το κυριότερο, θεωρείται θεμιτή η αναζήτηση μιας τέτοιας «επιτυχίας» ­ όταν γίνονται πέρα και πάνω από την αξία ή την καταλληλότητα του ωφελουμένου.

Ετσι, αντί να είναι ο κρατικός λειτουργός περιζήτητος και να πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για να συγκρατηθεί στο Δημόσιο εντός του οποίου λειτουργεί ως πολύτιμο στέλεχος, σε αρκετές περιπτώσεις κατέχει θέση που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της υπηρεσίας ή χωρίς ο ίδιος να κατέχει τα κατάλληλα προσόντα για αυτή τη θέση. Σε αυτή την περίπτωση δεν κινδυνεύει το Δημόσιο να τον «χάσει», αν αυτός απορροφηθεί στον ιδιωτικό τομέα. Αντίθετα, στην αγορά εργασίας δημιουργείται μια αφόρητη πίεση για τέτοιες δημόσιες θέσεις, ακριβώς διότι είναι προνομιούχες. Γι’ αυτό και η ύπατη φιλοδοξία του κάθε φερέλπιδα σπουδαστή είναι να καταστεί κρατικοδίαιτος διά βίου, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Δημόσιο. Η προσοδοθηρία του έχει εμφυσηθεί από την οικογενειακή του ανατροφή και έλκει την καταγωγή της από τον περασμένο αιώνα όταν ο Ροΐδης κατήγγειλε την «πτυχιούχο αγέλη ανορθογράφων θεσιθηρών».

 

Το κόστος για την οικονομία

Το ήθος του δημόσιου υπαλλήλου, τουλάχιστον κατά το πρότυπο που διαμόρφωσε η ευρωπαϊκή παράδοση των τελευταίων δύο αιώνων και διατύπωσε θεωρητικά ο Μax Weber, βρίσκεται στους αντίποδες αυτής της στάσης. Κανένας κρατικός λειτουργός που σέβεται τον εαυτό του δεν θα δεχόταν να απολαμβάνει προνόμια και να εισπράττει μισθούς που να μη βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις υπηρεσίες που προσφέρει. Από τη θέση του μάλιστα καταπολεμά την προσοδοθηρία ή τουλάχιστον την ελέγχει. Η επικράτηση όμως του «προσοδοθηρικού ήθους» ­ ­ και η εισβολή στο δημόσιο ευρύτατων ομάδων που διακατέχονται από αυτό το ήθος έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτών που αναρωτιούνται πού θα πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση, η οποία μεταξύ άλλων εκτρέφει και την απεργιακή επιτρεπτικότητα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ. Η επιτρεπτικότητα αυτή συνίσταται στην ανοχή που δείχνει η πολιτεία στις απεργιακές κινητοποιήσεις προκειμένου περί κρατικών υπαλλήλων. Απεργίες στον ιδιωτικό τομέα σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Η ελληνική οικονομία υφίσταται πάμπολλες ζημιές από απεργίες στον κρατικό τομέα, όπου ο απεργός δεν κινδυνεύει με απόλυση αλλά ούτε καν περικοπές μισθού στη διάρκεια της απεργίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί προτείνουν την άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων ή την απαγόρευση της απεργίας. Δηλαδή, ο δημόσιος υπάλληλος παραιτείται του δικαιώματος να απεργεί. Αυτό το ­ μέτρο ισχύει στη Γερμανία, για παράδειγμα. Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσω με τα δύο αυτά μέτρα. Κατά πρώτο λόγο, η άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων σημαίνει ότι το κράτος μένει χωρίς σοβαρούς κρατικούς λειτουργούς. Αν πάλι απαγορευθούν οι απεργίες, οι απεργοί μπορούν να βρουν άλλους άτυπους τρόπους κινητοποιήσεων με τους οποίους θα κρατούν την πολιτεία και την κοινωνία σε ομηρεία, χωρίς τυπικά να απεργούν.

 

Ένα προσοδοθηρικό μέτρο κατά της προσοδοθηρίας

Το ζητούμενο δεν είναι η άρση της μονιμότητας ούτε η απαγόρευση της απεργίας αλλά η καταπολέμηση της προσοδοθηρίας στο Δημόσιο. Και η απεργία είναι μια βίαιη και συμπυκνωμένη μορφή προσοδοθηρίας, με την έννοια ότι μέσα από αυτή επιζητείται η διατήρηση ή η επέκταση ενός οικονομικού προνομίου (ή ενός προνομίου που είναι μεταφράσιμο σε οικονομικούς όρους). Αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που τα συνδικάτα αποτελούν μορφή μονοπωλίου, με κοινωνική και κρατική ανοχή. Η πίεση που ασκείται είναι καθαρά πολιτική, διότι η κυβέρνηση προσμετρά το συνολικό «κόστος» επίλυσης του προβλήματος. Το κόστος αυτό είναι οικονομικό και πολιτικό. Το τελευταίο διογκώνεται  υπέρμετρα όσον αφορά τα αιτήματα απεργών που δεν ικανοποιούνται. Ως εκ τούτου οι τελευταίοι προβαίνουν σε κινητοποιήσεις, οι οποίες … ακινητοποιούν την κοινωνία φράζοντας δρόμους, πραγματοποιώντας καταλήψεις  κτλ.

Όμως,  πάσσαλος πασσάλω εκρούεται. Η προσοδοθηρία μπορεί να καταπολεμηθεί με προσοδοθρικά μέσα. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο… προσοδοθηρικό αντικίνητρο στις απεργίες στο δημόσιο;

Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η χορήγηση ενός ειδικού πριμ, υπολογισμένου με βάση το ετήσιο κόστος των απεργιών στην ελληνική οικονομία. Αν το κράτος εκχωρήσει ένα κλάσμα αυτού του κόστους, ας πούμε 50%, η κοινωνία θα έχει «κέρδος», πληρώνοντας σχετικά φθηνά για ένα «δημόσιο αγαθό» ή μάλλον θα εξαγοράζει σε αρκετά καλή τιμή το κόστος ενός «δημόσιου κακού». Το πριμ αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή συλλογικού επιδόματος εργασιακής παρουσίας (!) που θα χάριζε το κράτος σε εκείνους τους εργαζομένους που θα έχουν συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ημερών εργασίας ως το τέλος του έτους. (Ασφαλώς θα μπορούσε να βρεθεί κάποια ονομασία λιγότερο προκλητικό από τα επιδόματα «καυσοξύλων», «εργένη», «έξκαιρης προσέλευσης»). Δεν το δικαιούνται αυτό το επίδομα οι εργαζόμενοι στο δημόσιο. Δεν είναι μέρος του μισθού τους. Δεν τους το χρωστάει κανείς. Δίδεται χαριστικά σε εκείνους που ευδοκίμως υπηρέτησαν για αυτό το διάστημα. Δεν δίνεται σε εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο, που μπορεί να είναι και δική τους επιλογή η οποία δεν αποκλείεται και να τους τιμά, αποποιούνται αυτό το επίδομα συμμετέχοντας σε μια δίκαιη ίσως και ηρωική απεργία. Στην περίπτωση αυτή δεν συμμετέχουν στη μοιρασιά του συλλογικού αυτού επιδόματος. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των απεργών τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μερίδα του επιδόματος που θα εισπράξει ο μη απεργός.

Το ηθικό στήριγμα μιας τέτοιας πρότασης ­­ βρίσκεται στο ότι οι απεργοί στο δημόσιο αντιμετωπίζονται σήμερα ως «τζάμπα μάγκες» κατά την έκφραση που έγινε της μόδας, επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτε. Από τη στιγμή που, χωρίς να χάσουν τίποτε από τον μισθό τους ή την ίδια τους τη θέση στο δημόσιο, τους δίδεται η ευκαιρία να αποποιηθούν εθελοντικά ένα πλεονέκτημα «για την τιμή των όπλων», κανένας δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τους συνδικαλιστές στο δημόσιο για «τζάμπα μαγκιά». Ισα ίσα, η αποποίηση αυτή θα τους τιμά. Θα αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία της μαγκιάς τους. Αυτήν μπορούν να την αποδείξουν άλλωστε… απεργώντας κατά του μέτρου αυτού, αν και εφόσον υιοθετηθεί.

 

Ενας φάρος στην Ευρώπη

 

Το προτεινόμενο μέτρο, μ’ άλλα λόγια, έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι η εφαρμογή του δίνει την ευκαιρία στους απεργούς να αγωνιστούν για την τιμή των όπλων. Βέβαια, παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι δημιουργεί οφέλη υπέρ τρίτων που δεν τα αξίζουν. Ο μη απεργός επιβραβεύεται εις βάρος του απεργού που θυσιάζεται για το «κοινό καλό» Ας μην ξεχνάμε ότι οι απεργοί στο δημόσιο τομέα πάντα επικαλούνται το γενικό καλό και είναι, βέβαια, ειλικρινείς. Ποιος θα αμφισβητήσει την ειλικρίνεια του κ. Νίκου Φωτόπουλου, όταν δήλωσε γηθοσύνως ότι ο αγώνας της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ κατά της  αποκρατικοποίησης είναι υπέρ των καταναλωτών, διότι θα πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα. Ασφαλώς αυτή η δήλωση θα κίνησε τον αρχηγό του ΛΑΟΣ, ως υπερασπιστλή των λαϊκών συμφερόντων να δηλώασει στις 4 Μαίου 2011 την απόλυτη σύμπνοια του με τους σκοπόυς και τον αγώνα του κ. Φωτόπουλου. Βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=399102

Σε αυτό το προσοδοθηρικό παιχνίδι χάνει ο καθένας ακριβώς αυτό που κερδίζει ο άλλος. Και αυτό είναι δυνατόν να φθείρει το συνδικαλιστικό κίνημα στο Δημόσιο και να οδηγήσει στην πτώση της αγωνιστικότητας εν γένει, στην οποία η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τα πρωτεία σε μια Ευρώπη όπου η φλόγα αυτή έχει σβήσει προ πολλού.

Η ελληνική κοινωνία όμως καλά κρατεί. Δεν έχει κανένα λόγο να χάσει το προνόμιο αυτό που κατέχει η Ελλάδα στην Ευρώπη, εντός της οποίας αποτελεί φάρο αγωνιστικότητας στον δημόσιο τομέα. Απορρίπτει επομένως τους καπιταλιστικούς μύθους περί σύνδεσης της αμοιβής με την παραγωγικότητα και δίνει τη μάχη της εναντίον του δήθεν εκσυγχρονισμού με την ένταξη στην ΟΝΕ αψηφώντας τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών. Σε αυτό τον δρόμο είμαστε ταγμένοι και πρέπει να κρατηθούμε σε αυτή την πορεία μας αταλάντευτα.


[1] Η πρσοδοθηρία μπορεί να ορισθεί ως εξής: Η χρήση πόρων με σκοπό την χωρίς ανταπόδοση μεταβίβαση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών από ορισμένα πρόσωπα προς τον προσοδοθήρα με βάση κάποια «ευνοϊκή» απόφαση που προέρχεται από μια ακολουθούμενη πολιτική. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την Anne Krueger, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον  Gordon Tullock. Βλ. A.O. Krueger (1974) ‘The Political Economy of the Rent-Seeking Society’. Στο American Economic Review, 64, σ. 291- 303 και Gordon Tullock (1993)  Rent Seeking. Cambridge: Edward Elgar.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s