Να κάνουμε την πλατεία Ταχρίρ, πλατεία Συντάγματος!


Η Ελλάδα περνάει μια παρατεταμένη κρίση που είναι οικονομική, πολιτική, αλλά και κοινωνική. Μία κρίση που ασφαλώς εγγίζει και τους θεσμούς και το Σύνταγμα – πράγμα που εξηγεί και την πρόσφατη κινητικότητα γύρω από αυτό. Η κρίση που περνάμε είναι ταυτόχρονα απειλή, αλλά και ευκαιρία για τη δημιουργία νέας συνταγματικής πραγματικότητας : είτε με αναθεώρηση του παρόντος Συντάγματος – που συζητείται ευρύτατα σήμερα – είτε χωρίς, αλλά με αλλαγή στάσης που να εξασφαλίζει τη νομοκρατία (rule of law). Αυτό είναι το ζητούμενο, αν θέλουμε να παραμείνουμε, όχι απλώς στη ζώνη του ευρώ και στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, αλλά στο χώρο των ανοιχτών κοινωνιών.  
Συχνά – και δικαιολογημένα – κατηγορείται η παρούσα κυβέρνηση ότι δεν δείχνει επαρκή βούληση, ότι φέρεται σαν να μην γνωρίζει τι θέλει. Το ζήτημα είναι να μπορέσουμε και εμείς οι υπόλοιποι να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε. Σε τελευταία ανάλυση το δίλημμα είναι θεσμικό αλλά και ιστορικό συνάμα, με την έννοια του προορισμού της ιστορικής μας πορείας.  Θέλουμε να έχουμε Ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τον οποίο επιλέξαμε εδώ και δύο αιώνες ή, αν αυτό αντίκειται στις δυνατότητές μας, να περιπέσουμε, αναγκαστικά στο «παράδειγμα» που αποτελεί η Αίγυπτος ή άλλα αντίστοιχα «παραδείγματα», κηδεμονευόμενων ή αναρχούμενων κρατών. : Πλατεία Συντάγματος ή Πλατεία Ταχρίρ; Το σημαντικό άρθρο του Γιώργου Αρχόντα δείχνει το ρόλο του Συντάγματος σε μια σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία
Δ. Δ..
 

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Στη προηγούμενη δημοσίευσή μου, συνέδεσα τη βία με την ανομία, την έλλειψη νομοκρατίας και την προσοδοθηρία. Ανάμεσα στα λίγα σχόλια που δέχθηκα ήταν και μια προτροπή να δω αλλιώς το θέμα, στην ιστορική του διάσταση, ως αποτέλεσμα της αποτυχίας να συγκροτηθεί στην Ελλάδα ένα νεωτερικό κράτος σε μια κοινωνία με προνεωτερικούς άτυπους κανόνες.

Δεν διαφωνώ με τη διάγνωση, η οποία άλλωστε είναι απολύτως συμβατή με τα όσα έγραψα. Όμως ο στόχος μου δεν ήταν και δεν είναι η ιστορικο-κοινωνιολογική ανάλυση – που συχνά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε σκέψη αλλαγής είναι μάταιη στον άδικο τούτο κόσμο – αλλά η προσπάθεια ιχνηλάτησης συγκεκριμένων προτάσεων για την αντιμετώπιση του περίπλοκου προβλήματος που αντιμετωπίζουμε. Και ως προς αυτό επιμένω ότι η λύση περιλαμβάνει και προϋποθέτει την επιβολή της νομοκρατίας – δίκαιων κανόνων που εφαρμόζονται καθολικά, χωρίς εξαιρέσεις και παραθυράκια.

Τι δέον γενέσθαι λοιπόν; Πρώτον, οι νόμοι να τηρούνται. Παραφράζοντας τη γνωστή όσο και ξύλινη αποστροφή, καμία ανοχή στην παρανομία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και βεβαίως καμία ανοχή σε φορείς της εξουσίας, εκλεγμένους ή διορισμένους που πιστεύουν ότι έχουν την ευχέρεια είτε «κοινωνικού ρεαλισμού στην εφαρμογή του νόμου» όπως διακήρυξε με στόμφο ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης, είτε, κατά το παράδειγμα του ανεκδιήγητου συναδέλφου του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, πότε να διατάζουν τα όργανα του νόμου να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην παρανομία, πότε να ανέχονται βαναυσότητες και πότε, όταν σφίγγουν τα πράγματα, να μιλούν για δημοκρατικά ελλείμματα.

Δεύτερον, οι νόμοι που αποδεδειγμένα είναι άδικοι, ή δεν μπορούν στην πράξη να εφαρμοστούν, προφανώς να αλλάζουν – κατά τις διαδικασίες όμως που προβλέπει το Σύνταγμα. Και βεβαίως να αλλάξει και το ίδιο το Σύνταγμα, ένα κείμενο πλέον χωρίς ειρμό και εσωτερική λογική, παραφορτωμένο και απαξιωμένο στην πράξη.

Απαξιωμένο όχι μόνο από τις λογικές και τις πρακτικές που αναφέρω παραπάνω, αλλά και από τη μακρόχρονη κακοποίησή του – από την ψήφο Αλευρά[1] , μέχρι την πρόσφατη στάση του νυν Πρωθυπουργού στην τελευταία αναθεώρηση[2], μέχρι το ισοζύγιο όλων των αναθεωρήσεων της μεταπολίτευσης, μέχρι ακόμα και την τελείως αστήριχτη σε οποιοδήποτε επιχείρημα περί δικαίου πρόβλεψη για την απαγόρευση ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ στο Σύνταγμα του 1975.

Σήμερα δεν υπάρχει – και εύλογα – ιδιαίτερη εμπιστοσύνη από πλευράς των πολιτών ότι ο εκάστοτε φορέας της εξουσίας ενδιαφέρεται να τηρήσει το Σύνταγμα, ούτε όμως και η πεποίθηση πως το Σύνταγμα, έτσι όπως είναι, ακόμα και αν τηρούνταν απαρεγκλίτως θα εξυπηρετούσε το συλλογικό καλό, στο οποίο θα επιχειρήσω να δώσω έναν ορισμό στη συνέχεια.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάσαμε στο σημείο να κολλάμε τη ρετσινιά του «αντισυνταγματικού» (κατά το «αντιλαϊκό» και το «νεοφιλελεύθερο») σε οτιδήποτε δεν μας αρέσει – μέχρι και την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ή τον υποβιβασμό του Ηρακλή – τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα του τι λέει το Σύνταγμα. Αρκεί η επίκληση στο πνεύμα του στην οποία, όπως φαίνεται, έχει κατά παράδοξο τρόπο πρόσβαση ο οποιοσδήποτε κατά δήλωσή του διακατέχεται από «δημοκρατικές ευαισθησίες». Μάλιστα, πολλοί χρησιμοποιούν την ταμπέλα της «αντισυνταγματικότητας», ενώ το ίδιο εύκολα υποτάσσουν το Σύνταγμα στις σκοπιμότητές τους κλείνοντας εθνικές οδούς, καταλαμβάνοντας δημόσια κτήρια και τα τοιαύτα. Ή ακόμα μερικοί, ακόμα και από τα έδρανα της Βουλής, διακηρύττουν ότι δεν τους δεσμεύει το «αστικό Σύνταγμα».

Απέναντι λοιπόν σε τυφλές διεκδικήσεις και σε καλέσματα για οργή και ξεσηκωμούς ενάντια σε δεν-ξέρω-γω-τι για να βγάλουμε το άχτι μας, ορίστε κάτι συγκεκριμένο. Ένα αίτημα για νομοκρατία, για νομιμότητα και δικαιοσύνη, για τη δημιουργία του κοινωνικού αγαθού που μόνο το Σύνταγμα, των φιλελεύθερων δημοκρατιών εννοείται, μπορεί να εγγυηθεί. Και ιδού το τι εννοώ ως συλλογικό καλό.

Πρώτα απ’ όλα, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει μια δραματική μείωση του κόστους συναλλαγής. Το γεγονός ότι μπορούμε το αργότερο κάθε τέσσερα χρόνια να αλλάζουμε Κυβερνήσεις μετρώντας ψήφους και όχι νεκρούς, καθώς και το ότι αυτή η διαδικασία είναι αδιαπραγμάτευτη, είναι μια τεράστια εξοικονόμηση δυνάμεων, που ο καθένας μπορεί να θέσει στην υπηρεσία των όποιων στόχων του. Εξοικονόμηση προσωπική μεν, που όμως αθροιζόμενη, υπό το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, παράγει οφέλη για τους πολλούς.

Άλλωστε, η συνταγματική διάκριση των εξουσιών αλλά και ο περιορισμός της ευχέρειας των εκάστοτε φορέων της εξουσίας να μοιράζουν πόρους στους δικούς τους, μετατρέπει κι άλλο ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος – και μόνο το ότι οι εκλογείς θα ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους κάνει ρουσφέτια, θα τους κάνει να χρησιμοποιήσουν άλλα κριτήρια επιλογής υποψηφίων. Κι αυτό δεν μπορώ να σκεφτώ υπό ποιο σύστημα αξιολόγησης θα μπορούσε να είναι αρνητικό.

Δεύτερον, το Σύνταγμα ιδανικά παρέχει διασφαλίσεις έναντι των ατελειών της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας. Η προστασία των δικαιωμάτων έναντι των όποιων πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, είναι ένα αγαθό που πρέπει επειγόντως να ξαναγαπήσουμε. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι στη χώρα όπου Υπουργοί Παιδείας το παίζουν έξυπνοι λέγοντας πως «οι καταλήψεις σχολείων δεν είναι νόμιμες γιατί δεν τις κάνουν οι πλειοψηφίες», μάλλον δεν καταλαβαίνουμε την αξία του.

Τρίτον, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι μια τέτοια πολύτιμη αρχή, όταν όμως διατυπώνεται με τρόπο εύλογο και εφαρμόσιμο. Η πρόβλεψη του Γερμανικού Συντάγματος που απαγορεύει τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς οι οποίοι δημιουργούν χρέος που, όπως αποδείχθηκε στην Ελλάδα, πληρώνουν έντοκα οι επόμενες γενιές, θα μας ήταν όμως ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως για τη δική μου γενιά και όσες ακολουθούν.

Τέταρτον, και κατ’ εμέ το σημαντικότερο μαζί με την αποφυγή της βίας για την εναλλαγή στην εξουσία, το Σύνταγμα ιδανικά ενσωματώνει τα διδάγματα από τη συνειδητοποίηση της καταστατικής μας άγνοιας. Χρειαζόμαστε την κατοχύρωση της ατομικής ελευθερίας κυρίως γιατί είναι γνωσιολογικά αδύνατο να σχεδιάσουμε το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας. Χρειαζόμαστε πολλές ταυτόχρονες και ανταγωνιστικές δοκιμές και λάθη, ώστε να προκύπτει αυτό που όταν το δούμε, θα το θέλουμε. Χρειαζόμαστε μετακανόνες για να αλλάζουμε όταν χρειάζεται συντεταγμένα τους κανόνες μας, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τις απρόθετες συνέπειες που θα έχει η εφαρμογή των σχεδιασμάτων μας.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, μια πολιτική κοινωνία μπορεί να εξυπηρετήσει και θετικούς στόχους, οι οποίοι έχουν κι αυτοί τη θέση τους στο Σύνταγμα, όπως την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλα τα μέλη της, αρκεί η επίτευξη των στόχων αυτών να μη δίνει ευχέρεια στους φορείς της εξουσίας για συναλλαγές και παίγνια μηδενικού αθροίσματος.

Ανακεφαλαιώνοντας: εφαρμογή των νόμων, Σύνταγμα απλό και ξεκάθαρο, με στόχευση την κατάργηση των παιγνίων μηδενικών αθροισμάτων που μας τυραννούν, την ελαχιστοποίηση του κόστους της κοινωνικής συναλλαγής και την κατοχύρωση έναντι των κινδύνων της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας, αλλά και της επιβουλής των ισχυρών μειοψηφιών. Δημιουργία του κοινωνικού αγαθού, με τη συνεπειοκρατική προσέγγιση της εξασφάλισης των όρων παραγωγής προστιθέμενης κοινωνικής αξίας, που τόσο μας λείπει.

Θα μου πείτε: πώς θα γίνει αυτό; Κι όμως, τώρα είναι η ευκαιρία. Ο φαύλος κύκλος των free-riders έχει για αντικειμενικούς λόγους (βλέπε έλλειψη χρημάτων) σπάσει. Στην τραγωδία των κοινών πόρων που περιέγραψε πρώτος ο Hardin[3] έπεσε αυλαία λόγω της καταστροφής τους. Τώρα, που το παράδειγμα κατάρρευσε, είναι η ώρα των επιχειρημάτων. Ιδού λοιπόν πεδίο δράσης, αν όχι λαμπρό, τουλάχιστον αναγκαίο. Η σχετική συζήτηση έχει ήδη πάρει φωτιά. Το καταδεικνύει η πρόσφατη παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου, η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου, η προτροπή της ΣΠΙΘΑΣ του Μίκη Θεοδωράκη προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναλάβει δράση γιατί το «Σύνταγμα παραβιάζεται».

Αν όντως η κοινωνική επιστήμη των τελευταίων 50 χρόνων έχει δίκιο και οι περισσότεροι είναι όντως διατεθειμένοι να τηρούν τους νόμους αν και οι περισσότεροι γύρω τους έκαναν το ίδιο, ιδού η σπανιότατη ευκαιρία να φανεί με ποια συγκεκριμένα βήματα, με ποιους κανόνες, με ποιους νόμους, με ποιο Σύνταγμα, κάτι τέτοιο μπορεί και να’ ναι εφικτό.


  • [1] Στην πολιτική και συνταγματική κρίση που δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 1985, με την παραίτηση του Προέδρου Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή και την πρόταση του ΠΑΣΟΚ του ονόματος του Χρήστου Σαρτζετάκη χρησιμοποιήθηκαν η αμφίβολης εγκυρότητας ψήφος του εκτελούντα τότε χρέη ΠτΔ και χρωματιστά ψηφοδέλτια σε ημιδιάφανους φακέλους για την εξασφάλιση πλειοψηφίας και κομματικής πειθαρχίας αντίστοιχα.
  • [2] Ο Γ.Α. Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2006,  υπαναχώρησε από δημόσια διακηρυγμένες θέσεις του, όπως για την υπερψήφιση της αναθεώρησης του άρθρου 16 περί ιδιωτικών πανεπιστημίων, προκειμένου να εξυπηρετήσει μικροκομματικούς στόχους της τότε συγκυρίας .
  • [3] Garrett Hardin (1915 -2003). Περιέγραψε στο άρθρο του με τίτλο “The Tragedy of the Commons” (Science, Vol. 162, No. 3859 (December 13, 1968), pp. 1243-1248), το οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ , το δίλημμα που ανακύπτει όταν πολλά άτομα που δρουν ανεξάρτητα επιδιώκοντας ορθολογικά το συμφέρον τους καταλήγουν να καταστρέψουν μια κοινή δεξαμενή ενός περιορισμένου πόρου, παρά το γεγονός ότι κανέναν δε συμφέρει μια τέτοια εξέλιξη. Για μια αισιόδοξη απάντηση στο δίλημμα του Hardin, βλέπε το έργο της πρόσφατα βραβευθείσας με το Νόμπελ Οικονομίας Elinor Ostrom και ιδίως το δημοσιευμένο στα ελληνικά Η διαχείριση των κοινών πόρων, Καστανιώτης: 2002
Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s