Η αγενής τύφλωσις

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Από το 1897 μέχρι το 2011.

Μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη ιστορική μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου έχει τον περίεργο τίτλο  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’[1].  Αφορά η έκφραση το χαρακτηρισμό της εθνικής μας πολιτικήςστα τέλη του 19ου αιώνα, όπως τον αποτύπωνε η εφημερίδα Σάλπιγξ, η οποία θεωρούσε ότι οι επάρατοι ξένοι όφειλαν να μας προφυλάξουν από την αδιέξοδη εξωτερική μας πολιτική, εφόσον τα κίνητρά της ήσαν ευγενή[2]. Ο δεληγιαννισμός, δηλαδή ο λαϊκισμός στη χειρότερη του μορφή ευθύνεται για την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αλλά πρέπει να εννοήσουμε ευρύτερα τον δεληγιαννισμό, από την πολιτική του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης δεν πήγαινε πίσω σε δημοκοπία και πατριωτικές εξάρσεις χωρίς αντίκρισμα.

Παρόμοια και χειρότερη ήταν η εθνική καταστροφή του 1922.  Βέβαια,  δεν θα υποστηρίξω  ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει διάρκεια σε νοοτροπίες και πολιτικές πρακτικές που φέρνουν παραπλήσια αποτελέσματα, τηρουμένων των αναλογιών. ‎ Ο δεληγιαννισμός, ο αντιβενιζελισμός, ο αυριανισμός, η αποθέωση του λαϊκισμού εν γένει δημιουργούν συχνά ένα μπλοκ δυνάμεων ενάντια στην κοινή λογική. Ο Κώστας Μητσοτάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι «οι λαοί δεν αυτοκτονούν»[3]. Ορισμένες φορές, όμως, υφίστανται μεγάλες καταστροφές, στις οποίες οδηγούνται από  ανεύθυνες και αδιέξοδες πολιτικές.

Η ανευθυνότητα αυτή, που τη συνδέουμε με το λαϊκισμό, δεν συνίσταται μόνο στη δημαγωγία. Συνίσταται στην έλλειψη λογοδοσίας, θεσμική ή πολιτισμική. Και συνδέεται με την  αντίληψη της πολιτικής ως δυνατότητας εκμετάλλευσης της δυνατότητας  που της παρέχει η πολιτική κουλτούρα για φθηνή – ενίοτε πάμφθηνη– δημαγωγία, ακριβώς διότι δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει, δεν υπάρχουν κανόνες υποχρεωτικής λογοδοσίας. Η διασφάλιση της λογοδοτικότητας, για να αποδώσουμε στα ελληνικά την έννοια accountability, είναι όχι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά και χρηστής διοίκησης[4]. Ο λαϊκιστής, λοιπόν, είναι δεξιοτέχνης στη δημοκοπία, υπό συνθήκες λογοδοτικού ελλείμματος.  Αντί να λογοδοτεί στους πολίτες, χαϊδεύει τα αφτιά τους, όταν η πολιτική κουλτούρα θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού και αποκλείει ή υποβαθμίζει την υπεύθυνη επιχειρηματολογία. Στον πολιτικό ανταγωνισμό, προσφέρεται η δυνατότητα πλειοδοσίας αιτιάσεων και στόχων, ενώ ο τυχόν έλεγχός της είναι «επικοινωνιακά» αδόκιμος: επιφέρει πολιτικό κόστος. (Ειρήσθω εν παρόδω, η μονότονα επαναλαμβανόμενη δήλωση πολιτικών ότι θα αψηφήσουν το πολιτικό κόστος σε αποφάσεις που θα πάρουν αποτελεί  λαϊκίστικο bravado, που σκοπό έχει την άντληση πολιτικού οφέλους, από μια δήθεν αδιαπραγμάτευτη στάση).

Με τέτοια πολιτική κουλτούρα, εύλογο είναι να ευδοκιμεί ο τύπος του πολιτικού που επιβιώνει και προκόβει αναπαράγοντας την ίδια αυτή κουλτούρα. Ουαί και αλλοίμονο σε εκείνον που δεν προσαρμόζεται ή – χειρότερα – εναντιώνεται σ’ αυτήν. Η παραγωγή και αναπαραγωγή αυτής της πολιτικής κουλτούρας οδηγεί σε ένα τέρμα που είναι αδιέξοδο. Καλώς ή κακώς, όταν εμφανισθεί αυτό το αδιέξοδο, δεν είναι πάντα διασφαλισμένη για τον πολιτικό η πτώση στα μαλακά[5]. Το 1922, μάλιστα, η πτώση ήταν τραγικά σκληρή για ορισμένους από τους ιθύνοντες. Παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να πει κανείς ότι ήταν «ευγενής τύφλωσις». Το 2011 δεν ξέρουμε ακόμα πού μας οδηγεί. Αλλά αν υπήρξε τύφλωση του κοινού, δεν ήταν τόσο αθώα. Το κοινό εθίστηκε στο καθεστώς δημοσιονομικής ασωτείας που επέβαλαν ή επέτρεψαν οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και που εξελίχθηκε σε κυριολεκτική κραιπάλη. Πέρα από τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η ασυδοσία αυτή εξέθρεψε δυνάμεις που σήμερα αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση, όταν πλήττονται «κεκτημένα» τους.

Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός της κραιπάλης, οι δυνάμεις της αγενούς τυφλώσεως – συμμαχία ανάμεσα στον πολιτικό καιροσκοπισμό, νταϊλίδικο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον παραληρηματικό εθνικισμό, πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι μπορούν να αντλήσουν κάποια ωφελήματα πουλώντας τρέλα. Και σαν το Δηλιγιάννη το 1897, κάπου μέσα στο μυαλό τους (ή τη θολούρα που το υποκαθιστά) κάποιος άλλος από αυτούς θα πληρώσει το λογαριασμό.  Ο τελευταίος, όμως, είναι μεγάλος και διογκώνεται με τη στάση αυτή.

Όσο γι αυτούς που είναι σε θέση να αντιληφθούν τι γίνεται, είναι σαν πολλούς σώφρονες Πέρσες τους οποίους έσερνε  ο Ξέρξης στον όλεθρο, που έλεγαν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς ότανέχει πλήρη αντίληψη μιας κατάστασης, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη για να δράσει: «χθίστη δ δύνη στ τν ν νθρώποισι ατη, πολλ φρονέοντα μηδενς κρατέειν»[6].


  • [1] Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος (1998, 2003)  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’… Εξωτερική πολιτική και ‘εθνικά θέματα’ από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Αθήνα : Βιβλιόραμα
  • [2] ό.π. σ. 161
  • [3] Το είπε και πρόσφατα σε ομιλία του στις 19 Μαΐου 2011, στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου (2011) Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα;  Αθήνα: Παπαζήσης
  • [4] Όπως τονίζεται στην κλασική μελέτη του Giovanni Sartori (1987) The Theory of Democracy Revisited.  Chatham, N.J.: Chatham House σ. 233-34.
  • [5] Λέγεται ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτή η διαπίστωση είναι ορθή, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Αλλιώς, η δημοκρατία στην Ελλάδα γνώρισε κάμποσα αδιέξοδα: το 1909, το 1915, το 1922, το 1936, το 1967…
  • [6] Ηροδότου ΙΣΤΟΡΙΑ 9, 15.
Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s