Το 1821 και εμείς

Δ. ΓΟΥΣΕΤΗΣ

1821 - ΣΚΑΪΣτο βιβλίο του γνωστού φιλόσοφου Έρνεστ Γκέλλνερ «Conditions of Liberty» (ελληνική μετάφραση: «Η κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της», Παπαζήσης), υπάρχει η εξής σύντομη περιγραφή των μουσουλμανικών χωρών: «Εκεί η κοινωνία [δεν κυβερνιέται από τους πολίτες]. Κυβερνιέται από κυκλώματα, οιονεί φυλές, συμμαχίες σφυρηλατημένες σύμφωνα με τη συγγένεια ή/και τις ανταλλασσόμενες εκδουλεύσεις [δηλαδή ρουσφέτια] ή/και την κοινή θρησκευτική προέλευση και την κοινή θεσμική εμπειρία. Ωστόσο, εξακολουθεί σε γενικές γραμμές να βασίζεται, κυρίως, στην προσωπική εμπιστοσύνη, παρά στις επίσημες σχέσεις, που επικρατούν σε μία καθορισμένη γραφειοκρατική δομή. Το περίεργο, όμως, είναι ότι σε τούτες τις κοινωνίες, το σύστημα αυτό δεν προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια και είναι ευρέως αποδεκτό ως φυσιολογικό. Εκείνο που κάνει εντύπωση στους μελετητές είναι ο παράξενος συνδυασμός της [αυστηρής] θρησκευτικής ηθικής και των κυνικών πελατειακών σχέσεων».

 

Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, πολλοί θα σηκώσουν τους ώμους με αδιαφορία, θεωρώντας ότι δεν μας αφορά. Όμως οι οξυδερκέστεροι και όσοι ασχολήθηκαν λίγο με τη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι αυτή η περιγραφή μας ταιριάζει «γάντι». Όπως και οι μουσουλμανικές, είμαστε μια κοινωνία καθυστερημένη, που ο Γκέλλνερ αποκαλεί «κατακερματισμένη» (segmentary). Θα αναφερθώ σε τέσσερις εκδηλώσεις του κατακερματισμού μας:

 

Η οικογένεια. Τα πάντα δίνουμε για την οικογένεια, αλλά έξω απ’ αυτήν δε μας νοιάζει τίποτα. Θυσιαζόμαστε οικονομικά να έχουμε πολυτελές σπίτι ή διαμέρισμα, αλλά αδιαφορούμε πλήρως για το πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Είμαστε γνωστοί για την μέχρι υστερίας υπερπροστασία των παιδιών μας, αλλά είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε αιμοδότες και σε δωρητές σώματος.

 

Ο τοπικισμός. Η φράση «έχει μπάρμπα στην Κορώνη» προσιδιάζει εντελώς και αποκλειστικά στη χώρα μας. Σε ποια άλλη χώρα υπάρχει Σύλλογος των επαρχιωτών από κάθε σχεδόν πόλη ή χωριό που διαβιούν στην πρωτεύουσα; Φανταστήκατε Σύλλογο των Λιβερπουλιανών Λονδίνου ή των Σικαγιωτών Νέας Υόρκης; Αυτού του είδους η τοπικιστική «αλληλεγγύη» διαθέτει και βουλευτές που είναι οι κυρίως έμποροι των πελατειακών σχέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες ενδιαφέρονται μόνο για το τοπικό συμφέρον τους, αδιαφορώντας πλήρως για τη γενική εξυπηρέτηση και ευημερία.

 

Οι συντεχνίες. Η πρώτη, πρωτόγονη, επαγγελματική οργάνωση ήταν οι συντεχνίες. Το αφεντικό και ο εργάτης στην ίδια συντεχνία, ώστε να προωθήσουν μαζί τα συμφέροντα του επαγγέλματος, συνήθως ενάντια στα συμφέροντα των άλλων επαγγελμάτων. Στις προηγμένες χώρες οι συντεχνίες αντικαταστάθηκαν με ενώσεις σε ταξική βάση, τα συνδικάτα. Τα συνδικάτα υπεράσπιζαν και υπερασπίζουν τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών τους, όχι σε τυφλή αντιπαράθεση με άλλα συνδικάτα, όπως γίνεται με τις συντεχνίες (π.χ. εκβιαστικές απεργίες), αλλά με γνώμονα τα ουσιαστικά συμφέροντα των μελών τους, που συμβαδίζουν με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας.

 

Η ανασφάλεια. Είμαστε κοινωνία ανασφαλής και γι’ αυτό κλειστή. Είμαστε καχύποπτοι προς τον πλησίον μας, προς τον έμπορο που συναλλασσόμαστε (μήπως μας κλέβει), προς τους συμμάχους μας (ιμπεριαλιστές), προς τους Ευρωπαίους εταίρους μας (αιρετικοί), προς όλους χωρίς εξαίρεση τους γειτόνους μας (μας επιβουλεύονται).

*

 

Ποια είναι η ρίζα όλης αυτής της καθυστέρησης; Η σειρά «1821» που προβλήθηκε στο κανάλι ΣΚΑΪ, μας δίνει μια ιδέα. Μαθαίνουμε την κατάρρευση των μύθων που πλάστηκαν γύρω από την εθνική παλιγγενεσία, τόσο των δεξιών, όσο και των αριστερών. Των δεξιών μύθων για απέραντη σκλαβιά και πόνο 400 ετών κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, για την Αγία Λαύρα και το λάβαρό της, για την αντίσταση του Γρηγορίου Ε΄ και της εκκλησίας (που αφόρισε την επανάσταση!), για το κρυφό σχολειό. Των μαρξογενών μύθων, που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψουν κάποια αστική τάξη και κάποιες λαϊκές δυνάμεις που ηγούνταν του αγώνα. Ανακάλυψε τις τελευταίες στους κλέφτες, που δήθεν ήσαν οργανικό τμήμα του λαού και υπερασπιστές του και όχι ληστές έτοιμοι να διαγουμίσουν όποιο καραβάνι τους γυάλιζε, τουρκικό ή ελληνικό αδιακρίτως. Ανακάλυψε πως όταν οι κλέφτες προσκυνούσαν, ήσαν δήθεν θύματα ισχυρών κοτζαμπάσηδων ή πολιτικών, με ξένη μάλιστα υποστήριξη (νάτος και ο ιμπεριαλισμός!), όπως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ή του Ιωάννη Κωλέττη και όχι άνθρωποι που το προσκύνημα ήταν μέσα στην κουλτούρα τους, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να πάρουν το ζηλευτό τίτλο του αμειβόμενου αρματωλού. Ανακάλυψε τους μεγαλεμπόρους που -για να ταιριάζει στα όσα διαπίστωσε ο Μαρξ στη δυτική Ευρώπη- βαφτίστηκαν «επαναστατική δύναμη» ελλείψει άλλης αστικής τάξης.

 

Μάθαμε τις ρίζες της σημερινής ταυτότητάς: ήδη από το 1.300 οι δυτικές κοινωνίες αναπτύσσουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, ενώ η καθ’ ημάς ανατολή παραμένει καθηλωμένη στην αναμονή της θείας επέμβασης και χάρης. Το σχίσμα και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, βοήθησε στο μίσος που αναπτύχθηκε για τους δυτικούς. Και όταν ο Μωάμεθ ο κατακτητής βρισκόταν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ο Νοταράς αποφαίνονταν: «κάλιο τουρκικόν φακιόλιον παρά παπική τιάρα». Συνεπώς, η τουρκοκρατία ήταν επιλογή και όχι η υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Αυτό προκύπτει εξάλλου από την παρατήρηση των κατοίκων των νησιών του Ιονίου: δεν γνώρισαν οθωμανική κυριαρχία, όμως είναι όμοιοι με τους υπόλοιπους Έλληνες!

 

Μάθαμε ότι η κοινωνία του ’21 ήταν κοινωνία ανομική και ότι οι νόμοι της οικογένειας ήσαν υπέρτεροι των νόμων του κράτους. Το δε πρώτο Σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας, το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), συντάχτηκε χωρίς τους οπλαρχηγούς, που αποφάσισαν να μποϋκοτάρουν την εθνοσυνέλευση. Καμία πρόνοια δεν περιείχε το Σύνταγμα σχετικά με τις προσπάθειες των προκρίτων και των αρματωλών για επέκταση της εξουσίας τους. Τα ζητήματα αυτά τα άφησε στην τύχη τους και η τύχη τους ήταν ο εμφύλιος. Φτιάχτηκε αντιγράφοντας ευρωπαϊκά συντάγματα (κυρίως το γαλλικό), για να ξεγελάσει τους κουτόφραγκους, από τους οποίους είχε ανάγκη πρώτον την αναγνώριση του νέου κράτους και δεύτερον -τι άλλο;- δανεικά (Finley). Τα πέτυχε και τα δυο.

 

Μάθαμε να αμφισβητούμε αυτούς που μαϊμουδίζουν τις θεωρίες της Δύσης και προσπαθούν να τις μεταφέρουν μηχανιστικά στην Ελλάδα. Μάθαμε δηλαδή ότι ο αγώνας του 1821 δεν είχε χαρακτήρα ούτε αστικής επανάστασης, ούτε προλεταριακής. Το κύριο χαρακτηριστικό του δεν ήταν ταξικό. Επρόκειτο για μια σύγκρουση με τους Οθωμανούς, αλλά συγχρόνως για μια σύγκρουση μεταξύ των επαναστατημένων, με στόχο το πλιάτσικο ή -για τους άκληρους- ένα κλήρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συμπεριφορά του καπετάνιου Γώγου Μπακόλα στη μάχη του Πέτα. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αιτία της πτώσης του Μεσολογγίου.

 

Όλα αυτά εθεωρούντο περίπου φυσιολογικά, αφού ήσαν η προέκταση της προεπαναστατικής ζωής. Βασικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η άλλη αντίληψη, της ίδρυσης μιας κεντρικής εξουσίας και ενός σύγχρονου νεωτερικού κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, δεν υποστηριζόταν από την αστική τάξη, διότι αστική τάξη δεν υπήρχε. Την εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ένας πολιτικός εντελώς ανιδιοτελής. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο πολιτικός συκοφαντήθηκε όσο λίγοι.

 

Τα παραπάνω ψέματα διαμόρφωσαν την εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα και οι παραπάνω αλήθειες τη σύγχρονη κατακερματισμένη κοινωνία μας. Ο αριστερός διανοητής Φίλιππος Ηλιού αποφαίνεται ότι «η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που είχαν τεθεί στις αρχές το δέκατου ένατου αιώνα, με την πρώιμη εξαγγελία της αστικής επανάστασης, και τα οποία δεν ήταν σε θέση να λύσει».

 

Αστική τάξη δεν υπήρξε ούτε στη συνέχεια της ιστορίας μας, ούτε και σήμερα. Απλούστατα, διότι δεν υπάρχει παραγωγή, που είναι το αντικείμενο της αστικής τάξης. Και η κυβέρνηση -όλες οι κυβερνήσεις- δεν είναι υπηρέτης του «μεγάλου κεφαλαίου», όπως θέλει ο Μαρξ για τη δυτική Ευρώπη. Είναι υπηρέτης του κράτους μεσίτη ή αλλιώς μεσολαβητή μεταξύ των τμημάτων της κατακερματισμένης κοινωνίας. Για παράδειγμα, το κράτος αρνείται να επιβάλει την τάξη στους ποικίλους καταληψίες κτιρίων και οδών. Αντ’ αυτού μεσιτεύει: διαπραγματεύεται με τους παράνομους, για να βρεθεί τρόπος συνύπαρξης και να λειτουργήσει η χώρα. Αυτό όμως σημαίνει πολιτική διακρίσεων απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες. Συνεχίζεται η παράδοση του κλεφταρματωλισμού.

 

Το πραγματικό διακύβευμα, η πραγματική αμφισβήτηση στην Ελλάδα δεν είναι η αμφισβήτηση ούτε του «κεφαλαίου», ούτε του «κατεστημένου», ούτε του «ιμπεριαλισμού». Είναι η αμφισβήτηση της «καθ’ ημάς Ανατολής» και η ένταξη στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Είναι, δηλαδή η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός. Εκσυγχρονιστικές δυνάμεις υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αλλά είναι μειοψηφικές και γι’ αυτό ηττώνται. Ίσως αυτή η κρίση δώσει την ευκαιρία να αναδειχτούν και, ως άλλοι Μαυροκορδάτοι, να μας οδηγήσουν σε μια ευνομούμενη, σύγχρονη δυτική κοινωνία. Αλλιώς, η μόνη πιθανότητα εκσυγχρονισμού είναι η -τόσο απίθανη για την ώρα- ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η παραχώρηση δηλαδή και των υπόλοιπων εθνικών εξουσιών στους κουτόφραγκους των Βρυξελλών.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s