Η Πολιτική Χωρίς Αυταπάτες

Γιώργος Αρχόντας

James M. Buchanan (1919 -2013).

Η είδηση του πρόσφατου θανάτου του James Buchanan (βραβείο Νόμπελ Οικονομικών 1986) είναι μάλλον βέβαιο πως θα περάσει σχετικά απαρατήρητη στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, το έργο του είναι ποιοτικά, αλλά και ποσοτικά τεράστιο[1]. Άλλωστε, το έργο του εκλιπόντος, το οποίο εντάσσεται στα πεδία της Θεωρίας της Δημόσιας Επιλογής, των Δημόσιων Οικονομικών και των Συνταγματικών Οικονομικών (πεδίο που ουσιαστικά ο ίδιος εγκαινίασε), παραμένει σε ό,τι αφορά τη χώρα μας ουσιαστικά ανεξερεύνητο, όχι μόνο για το ευρύ κοινό, αλλά εν πολλοίς ακόμη και μεταξύ των Ελλήνων οικονομολόγων και εν γένει κοινωνικών επιστημόνων Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μελέτη του μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην εξήγηση εξαιρετικά σημαντικών πτυχών της ελληνικής παθογένειας που εντέλει οδήγησαν στην παρούσα κρίση, όσο και να προειδοποιήσει έναντι διαχρονικά δημοφιλών, αλλά και διαχρονικά επικίνδυνων, πολιτικών προτάσεων[2]..

Ο Buchanan, μαζί με τον συχνό του συνεργάτη Gordon Tullock, συνέβαλε όσο λίγοι στην απομάγευση της πολιτικής μέσα από την ρεαλιστική οριοθέτηση των πραγματικών της δυνατοτήτων και τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων για την υλοποίησή τους. Σε όσους, οικονομολόγους και μη, πρότειναν κατά καιρούς «εύκολες και απλές λύσεις» για τη διόρθωση των εν κοινωνία δεινών από την πολιτική, ο Buchanan τόνιζε ότι οι προτάσεις πολιτικής δεν μπορεί να γίνονται ως εάν να απευθύνονταν σε έναν πανάγαθο, πεφωτισμένο ηγεμόνα. Αντιθέτως, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τη δομή των θεσμών, των ατομικών συμφερόντων και των κινήτρων, εντός της οποίας λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις.

Τα άτομα κατά τον Buchanan επιλέγουν μεταξύ εναλλακτικών, τόσο στο πεδίο της οικονομίας, όσο και στο πεδίο της πολιτικής· και επιδιώκουν και στα δύο αυτά πεδία να προσποριστούν αγαθά, υλικά ή άυλα, στα οποία αποδίδουν αξία. Το ότι οι επιμέρους ατομικές δράσεις μπορούν να συντονιστούν αρμονικά μεταξύ τους δεν είναι αυτονόητο ούτε στην οικονομία, ούτε στην πολιτική. Εξαρτάται από το εκάστοτε θεσμικό πλαίσιο, που προσδιορίζει το εύρος, αλλά και τα μέσα των θεμιτών διεκδικήσεων.

Απέναντι στην κεϋνσιανή υπεραισιοδοξία, που ευαγγελίζεται ότι οι κρατικές δαπάνες για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την τόνωση της κατανάλωσης είναι η λύση στις εκάστοτε οικονομικές υφέσεις, ο Buchanan, όπως και οι διανοητικά συγγενείς του εκπρόσωποι της Αυστριακής Οικονομικής Σχολής, υπήρξε εξαιρετικά επιφυλακτικός και έντονα κριτικός. Οι προειδοποιήσεις του εμπειρικά επιβεβαιώθηκαν: οι δομές που δημιουργούνται από τα κεϋνσιανά προγράμματα, τόσο στην πλευρά της διαχείρισης των κρατικών πόρων, όσο και στην πλευρά της απορρόφησής τους, διεκδικούν και εντέλει πετυχαίνουν την διαρκή τους γιγάντωση, δημιουργώντας φαύλους κύκλους που οδηγούν σε κρίσεις και υφέσεις. Ακόμη χειρότερα, επιβεβαιώθηκε η προειδοποίησή του ότι, χωρίς ένα κατάλληλο περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο, οι γενιές του σήμερα θα διεκδικήσουν και θα πετύχουν τον προσπορισμό αγαθών εις βάρος των μελλοντικών γενεών, με πολιτικές χρηματοδότησης των δαπανών μέσω του ελλείμματος[3].

Η ανάλυση του Buchanan δεν προϋποθέτει υποκείμενα δράσης αγαθά ή φαύλα, αλλά απλώς ανθρώπους που επιδιώκουν τις ατομικές στους στοχεύσεις στο πλαίσιο των υφιστάμενων θεσμικών περιορισμών. Ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει διαφθορά, η λογική της κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε χιονοστιβάδες που δύσκολα ανακόπτονται. Οι πολιτικοί επιδιώκουν την εκλογή ή την επανεκλογή τους. Οι φορείς της διοίκησης διεκδικούν την διαρκή αύξηση των προϋπολογισμών των τομέων δράσης για τους οποίους είναι υπεύθυνοι – και άρα της σημασίας των ίδιων. Οι ευνοούμενοι από τις κρατικές παροχές ζητούν τη συνέχιση και τη  διαρκή τους αύξηση, αίτημα στο οποίο ενώνουν τη φωνή τους και όσοι δεν ευνοούνται στην εκάστοτε συγκεκριμένη στιγμή, αλλά το επιθυμούν. Όταν αυτοί οι πόλοι βρουν διαδρόμους επικοινωνίας – και η διαπραγμάτευση της ψήφου είναι ο απλούστερος απ’ αυτούς – ο καταστροφικός δρόμος της προσοδοθηρίας έχει ήδη ανοιχτεί[4].

Ο Buchanan δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει ότι οι πολιτικές προτάσεις πρέπει να έπονται της κατανόησης των σχέσεων μεταξύ του ατόμου και του κράτους· ότι το πλαίσιο λήψης των πολιτικών αποφάσεων και εφαρμογής των πολιτικών είναι πολύ σημαντικότερο από τις ίδιες τις επιμέρους προτάσεις. Σ’ αυτό το πεδίο, το συνταγματικό με την ευρεία έννοια, είναι που πρέπει να επικεντρώνονται οι προτάσεις μεταρρύθμισης που αποσκοπούν στο να καταστήσουν συμβατά μεταξύ τους τα σχέδια των ατόμων που απαρτίζουν μια κοινωνία[5].  Η σχέση των παραγράφων που προηγήθηκαν με την ελληνική πραγματικότητα είναι μάλλον προφανής.

Με μόλις ένα βιβλίο του Buchanan μεταφρασμένο στα ελληνικά[6], είναι μάλλον άτοπη η ευχή να γίνει ο θάνατός του η αφορμή ενός ευρέος και παραγωγικού διαλόγου για το έργο του. Όμως, δεδομένου του πόσο πιεστικά αναγκαίο είναι να ενσωματωθούν τα πορίσματά του στο μεταρρυθμιστικό αίτημα για την Ελλάδα μετά την κρίση, πρόκειται για μια ευχή που αξίζει να συμβάλει κανείς για την πραγματοποίησή της.

 


[1] Το συνολικό έργο του μεγάλου οικονομολόγου έκδόθηκε σε 19 τόμους, σε επιμέλεια των συνεργατών του Geoffrey Brennan, Hartmut Kliemt Robert D. Tollison (1999) The Collected Works of James M. Buchanan. Indianapolis: Liberty Fund.

[2] Βλ. Ένα μεγάλο μέρος του έργου του James Buchanan είναι προσβάσιμο εδώ: http://www.econlib.org/library/Buchanan/buchCContents.html

[3]Βλ.. James M. Buchanan  & Richard E. Wagner (1977) Democracy in Deficit. The Political Legacy of Lord Keynes. San Diego, Ca. : Academic Press.

[4]Η προσοδοθηρία μπορεί να οριστεί ως η χρήση πόρων με σκοπό την χωρίς ανταπόδοση μεταβίβαση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών από ορισμένα πρόσωπα προς τον προσοδοθήρα, με βάση κάποια απόφαση, η οποία προέρχεται από μια ακολουθούμενη πολιτική. Ο όρος «προσοδοθηρία» (rent seeking) πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την Anne Krueger, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον  Gordon Tullock Βλ. A.O. Krueger (1974) ‘The Political Economy of the Rent-Seeking Society’. Στο American Economic Review, 64, σ. 291- 303 και Gordon Tullock (1993)  Rent  Seeking. Cambridge: Edward Elgar. O James Buchanan έχει κάνει μια σημαντική ανάλυση της της έννοιας της προσοδοθηρίας σε αντιδιαστολή προς εκείνη του κέρδους. Βλ.   James Μ. Buchanan (1980) ‘Rent Seeking and Profit Seeking’  .   James Μ. Buchanan, Robert D. Tollison, and Gordon Tullock (Eds) Toward a Theory of the Rent-Seeking Society. College Station: A&M University Press, pp. 3-15.

[5] James M. Buchanan  & Gordon Tullock  (1962, 1996) The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy.  Ann Arbor: University of Michigan Press.

[6] Το έργο των James Buchanan και Gordon Tullock The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy (1958), κυκλοφορεί στα ελληνικά ως Ο λογισμός της συναίνεσης: Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας, σε μετάφραση του Ιορδάνη Παπαδόπουλου και επιμέλεια της σειράς Ηλία Κατσούλη από τις εκδόσεις Παπαζήση (Αθήνα, 1999).

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s