Ο Μεγάλος Μάρξ

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας, ο Karl Heinrich Marx, γεννήθηκε στην πόλη Trier στη Γερμανία στις 5 Μαΐου το 1818 ο Karl Heinrich Marx, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας. Η πρόσφατη επέτειος να δώσω στη δημοσιότητα ένα παλιότερο μου άρθρο πάνω στη σκέψη του, που είχε δημοσιευθεί σε συντομότερη μορφή στο ΒΗΜΑ στις 19 Νοεμβρίου του 2000, με τον τίτλο «Η επικαιρότητα της θεωρίας του Μαρξ». Η αλλαγή του αρχικού τίτλου με είχε αφήσει εμβρόντητο, δεδομένου ότι ο Μαρξ ήταν μεγάλος στοχαστής, πλην όμως η επιστημονική του θεωρία δεν είναι επίκαιρη – όπως δεν είναι εκείνη του Νεύτονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν μεγάλος.  Το αρχικό άρθρο, με τον αρχικό τίτλο και χωρίς τις περικοπές που υπέστη τότε, δημοσίεύεται τώρα.

H προεκλογική του εκστρατεία στις προεδρικές εκλογές του  1992 υιοθέτησε το σύνθημα «It’s the economy, stupid» («προέχει η οικονομία, ανόητε»).  Η επιτηδευμένα απλοϊκή αυτή διατύπωση, θυμίζει μια σημαντική αλήθεια που παραγνωριζόταν πριν την εκφράσει ο Marx με το δικό του τρόπο: την προτεραιότητα της οικονομίας στην κατανόηση των κοινωνικών πραγμάτων.  Η αρχή αυτή παρερμηνεύθηκε από τους επικριτές του Marx  και ακόμα συχνότερα από τους οπαδούς του, που θεώρησαν ότι τα πάντα καθορίζονται από τον οικονομικό παράγοντα «σε τελευταία ανάλυση». Όπως ορθά σημειώνει ο Raymond Aron , δεν υπάρχει «τελευταία ανάλυση» στην ιστορία, διότι δεν υπάρχει ένα έσχατο στάδιο στην αιτιακή αναδρομή προς τα πίσω, όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε ένα ιστορικό φαινόμενο.

 

Πιο συγκεκριμένα , η εξηγητική προτεραιότητα που ο Marx αποδίδει στον οικονομικό παράγοντα εστιάζεται στη σχέση ανάμεσα  σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, όπως είναι ο καπιταλιστικός και πριν από αυτόν ο φεουδαρχικός κλπ. Η θέση του Marx, όπως την εκφράζει αρχικά  στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (1847) και την επαναλαμβάνει αργότερα στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) είναι ότι στην αιτιακή αλυσίδα προέχουν οι παραγωγικές δυνάμεις, στις οποίες σημειώνονται δυναμικές μεταβολές, ιδίως επί καπιταλισμού, οι οποίες ερχόμενες σε αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις που αντιστέκονται στην αλλαγή, προκαλούν επαναστατικές εκρήξεις. Το πολιτικό, ιδεολογικό και πνευματικό «εποικοδόμημα» (ή «υπερδομή») εξαρτάται με τη σειρά του από τη «βάση» (ή  «υποδομή») που αποτελείται από το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων και αντιστοιχεί σ’ αυτό.

To σχήμα αυτό εντοπίζει στις παραγωγικές δυνάμεις την αυτοδυναμική της ανάπτυξης στην ιστορική διαδικασία, εφόσον κάθε διαδοχικός τρόπος παραγωγής – δουλοκτητικός, φεουδαρχικός, καπιταλιστικός – αλλάζει ανάλογα με τις αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις, όπως γράφει ο Marx επανειλημμένα. Όμως, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι αυτή η διαπίστωση αποτελούσε χονδροειδή στρέβλωση της πραγματικότητας. Η ιστορική εμπειρία πόρρω απέχει από το να επιβεβαιώνει ένα τέτοιο σχήμα.

 

Οι δυσκολίες που συναντά το ντετερμινιστικό σχήμα του Marx – και ακόμα χειρότερα, οι εξαμβλωματικές παραμορφώσεις που εισήγαγαν οι ζηλωτές του Μαρξισμού στη σταλινική περίοδο, αντιμετωπίστηκαν τα τελευταία χρόνια με διάφορους τρόπους από ορισμένους θεωρητικούς.

Οι στρουκτουραλιστές Μαρξιστές απέρριψαν τη σχέση «βάσης/εποικοδομήματος», θυσιάζοντας την εξηγητική δύναμη του σχήματος. Από την άλλη μεριά, νεότερες φονξιοναλιστικές εξηγήσεις, όπως του G. A. Cohen (1978) και άλλων εκπροσώπων του αναλυτικού Μαρξισμού, διατηρούν το σχήμα «βάσης/εποικοδομήματος» αναστρέφοντας την αιτιακή σχέση: οι σχέσεις παραγωγής εξηγούνται από τα αποτελέσματά τους στις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες μεγιστοποιούνται υπό αυτές τις σχέσεις, ενώ το νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα σε μια κοινωνία σταθεροποιεί τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Όμως, όπως έδειξαν στις μελέτες τους ο Ted Honderich (1982) και ο  David Conway (1987) , η αναστροφή αυτού του σχήματος καταλήγει σε μια τελεολογία η οποία είναι καταστροφική για το σύστημα του Marx.

Αλλού πρέπει να αναζητηθεί η δύναμη της θεωρίας του Marx και όχι στο ντετερμινιστικό σχήμα του «ιστορικού υλισμού». Και αυτή βρίσκεται αναμφίβολα στην εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού παράγοντα, αρκεί η προσέγγιση αυτή να γίνεται με προσοχή: με την προσοχή που διέκρινε τον Marx-επιστήμονα, τον μεγάλο και για πολλούς άγνωστο Marx και όχι με την ορμή του Marx-προφήτη, που ενέπνευσε πολύ περισσότερους για το καλύτερο και κυρίως για το χειρότερο. Και το κατόρθωμα του Marx-επιστήμονα, όπως επισημαίνει ο Joseph Schumpeter, δεν είναι το κατηγορητήριο που απευθύνει στο κεφάλαιο, αλλά η ανάλυση της λογικής του.

Ο Marx ορίζει τον καπιταλισμό κοινωνιολογικά: θεσμική οργάνωση του ιδιωτικού ελέγχου των μέσων παραγωγής. Όμως, η εξήγηση του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγής είναι οικονομική. Και αντιλαμβάνεται ο Marx τη στενή σχέση ανάμεσα στην λογική και την οικονομία και τη τεράστια εξελικτική σημασία της διάδρασης ανάμεσα στις δύο. Ο ανορθολογισμός ενδίδει αμεσότερα στον ορθολογισμό, όταν έχουμε να κάνουμε με οικονομικές πραγματικότητες. Και αυτό ουδέποτε ίσχυσε περισσότερο από ό,τι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και πάλι ορθά συνέλαβε ο Marx.

Μέσα από αυτό το ευρύτερο πρίσμα, μπορούμε να δούμε την εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου στην ιστορία που πρεσβεύει ο Marx ως τελική υπερίσχυση της οικονομικής λογικής, για να καταλήξει σε ένα πάγιο σχήμα, ένα τρόπο παραγωγής. Εκείνο που ισχύει λογικά, θα υπερισχύσει και στην οικονομία, «τελικά». Ο Marx αναλύει τη λογική του συστήματος. Η εξελικτική του σκέψη ανιχνεύει και τη λογική της ιστορικής διαδικασίας που ανατρέπει τα συστήματα, αλλά  υιοθετεί το «διαλεκτικό» σχήμα του Hegel, με αποτέλεσμα να μην τονίζει το βασικό – που προσπάθησε ώς ένα σημείο να τονίσει ο Engels σε ορισμένα από τα τελευταία του γραπτά- και αυτό είναι ότι η ανάπτυξη της ορθολογικότητας στον άνθρωπο δρα ανατροφοδοτικά στις οικονομικές του δραστηριότητες.

 

Με όλα τα αναπόφευκτα λάθη, ο Marx διείδε καθαρά αυτήν την αλήθεια. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου», αντίθετα από τους «μεταμοντέρνους» συνεχιστές της Μαρξιστικής παράδοσης που αδιαφορούν για τη γνώση,  μιλούσε για την ανάγκη προσεκτικής μελέτης και τόνιζε το 1872,   ότι ο δρόμος της επιστήμης είναι δύσβατος και μόνο όσοι τον διαβούν ώς το τέλος μπορούν να αντικρύσουν τις φωτεινές κορυφές της. Από την άλλη μεριά,  έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα του Marx όσοι Μαρξιστές καταφέρονται κατά του καπιταλισμού ενώ παραμερίζουν εντελώς την ανάγκη να μελετήσουν την οικονομική του λογική. Αρκούνται σε ηθικές καταγγελίες του «νεοφιλελευθερισμού» , της παγκοσμιοποίησης και της αλλοτρίωσης. Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνονται πόσο συντηρητικός είναι ο ρόλος που έχουν επιλέξει, εφόσον με αυτόν τον τρόπο δεν πετυχαίνουν τίποτα εκτός από το να επιβεβαιώνουν τον ρόλο τους ως μέλη ενός ιδεολογικού ιερατείου η δύναμη του οποίου έχει πλέον παρέλθει. Θεωρούν ότι εκείνο που προέχει είναι να δαιμονοποιηθεί η αστική τάξη, να καταδικασθεί η ατομική ιδιοκτησία και να καταπολεμηθεί η λογοκρατούμενη και αλλοτριωμένη κοινωνία – στην οποία επιπροσθέτως τις αποδίδουν ανθρωπόμορφες λειτουργίες, προθέσεις και επιδιώξεις. Λησμονούν ότι ενός πράγματος εστι χρεία, που δίδαξε πρώτος ο Marx: It’s the economy, stupid!

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s