Περί Απομυθοποίησης Εθνικής Ιστορίας


Η δημιουργία και σφυρηλάτηση εθνικής ταυτότητας είναι εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση. Δύσκολα επιτυγχάνεται ακόμα και όταν την αναλαμβάνει ένα κράτος. Συνήθως είναι έργο ιστορικών, όπως έγινε με τον Jules Michelet στη Γαλλία και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο στην Ελλάδα. Το έθνος που ταυτίζεται με ένα κράτος βασίζεται σε μια ιδέα του έθνους ως συλλογικής οντότητας. Αλλά, όπως ολόσωστα λέει ο Ernest Renan (1882), η συλλογική αυτή οντότητα βασίζεται τόσο σε κοινές μνήμες όσο και σε αυτά που επέλεξαν να εκβάλουν από τη μνήμη τους oι άνθρωποι – ή, πιο απλά, σε αυτά που δεν μνημονεύονται από την εθνική ιστορία.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η τελευταία ψεύδεται. Οι παραλείψεις από μια ιστορική αφήγηση μπορεί να θεωρηθούν «εκ του πονηρού», αν αποκρύπτουν κάτι που «χαλάει την εικόνα». Σε εποχή που η σχεδίαση και ολοκλήρωση της εικόνας είναι πολύ σημαντική υπόθεση, ασφαλώς και θα θεωρηθεί απαράδεκτη κάθε προσπάθεια απομυθοποίησης, εκτός βέβαια, από καθαρά επιστημονικές εργασίες.

Ιστορική αλήθεια και επίσημη ιστορία

Σε εποχή, όμως, όπου μια χώρα έχει στερεώσει τη εθνική και κρατική της οντότητα, που δεν αμφισβητείται η επικράτεια της και που προέχει η προσαρμογή σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, μπορεί να δεχθεί ότι η ιστορική αλήθεια δεν καταγράφεται πλήρως ή ακριβώς στην επίσημη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Αυτό, τουλάχιστον στην Ευρώπη, συνεπάγεται μια βαθμιαία κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στις δύο, παράλληλα με τη συνειδητοποίηση ότι η χώρα δεν βρίσκεται πια σε κατάσταση αδυναμίας, ότι η συνύπαρξή της με πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες της εγγυάται σταθερότητα και ασφάλεια έναντι βουλιμιόντων ή μη συνεργάσιμων γειτόνων.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι εκείνα τα στοιχεία της εθνικής ιστορίας που συγκροτούν την ιδέα του έθνους, μπορούν να διατηρηθούν χωρίς να προσβάλλεται η ιστορική αλήθεια. Οι σημερινοί Γάλλοι δεν μαθαίνουν πια στα παιδιά τους την ιστορία τους αρχίζοντας με την περίφημη φράση “ nos ancêtres, les Gaulois ” («οι Γαλάτες πρόγονοί μας»). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς τους που έμαθαν έτσι την ιστορία, πίστευαν κάτι λανθασμένο ή ψευδές. Και έπαψαν να μαθαίνουν έτσι την ιστορία, όχι επειδή βρέθηκε κάποιο ατίθασο πνεύμα, να καταγγείλει το «λάθος» ή το «ψέμα». Ούτε έγινε ριζική αναθεώρηση της εκμάθησης της ιστορίας. Πιο απλά, αυτό έγινε επειδή είχε κατασταλάξει ευρύτερα μια σύγχρονη ιδέα της Γαλλίας, ως χώρας με εξασφαλισμένες συνθήκες συνεργασίας και φιλικών σχέσεων με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και επειδή –παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει – η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία έχει πολύ μεγαλύτερη θεσμική και κοινωνική αυτοπεποίθηση από εκείνη που είχε η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία, η οποία είχε εισαγάγει στη σχολική παιδεία αυτήν την ιδέα μετά το 1881.

Η εθνική ιδέα χθες και σήμερα

Η ελληνική εθνική συνείδηση σχηματίστηκε πριν από την Επανάσταση, και μάλιστα κατά τον Νίκο Σβορώνο, πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Από πολλές απόψεις το Ελληνικό εθνικό κίνημα – η απαίτηση να αποκτήσει δικό του κράτος- ήταν ένα από τα πιο επιτυχημένα στην Ευρώπη. Ασφαλώς περιέχει, όπως κάθε εθνική ιδεολογία μια ιστορική αφήγηση. Αυτή η ιστορική αφήγηση έχει ένα υποκείμενο δράσης, που είναι αυτό που ο Benedict Anderson ονομάζει «φαντασιακή κοινότητα» (“imagined community”). «Φαντασιακή» δεν σημαίνει «ψευδής» ή «ανύπαρκτη». Μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι που συμπίπτει ή δεν συμπίπτει ή συμπίπτει εν μέρει με την πραγματικότητα. Αλλά το σημαντικό είναι ότι δημιουργεί μια πραγματικότητα η ίδια η πίστη σ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιστορική αφήγηση συνθέτει ένα πλέγμα πεποιθήσεων που δομεί την εθνική ιδεολογία. Είναι δεμένο μ’ αυτήν. Η επιστημονική ιστορία διαφέρει. Απαιτεί τεκμηρίωση, αποδεκτή μέθοδο ανάλυσης αιτιών και φυσικά, αλλάζει με κάθε νέα έρευνα, νέα δεδομένα που έρχονται στο φως και νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις.

Μπορεί να αποσυνδεθεί η μελέτη και εκμάθηση της ιστορίας από την εθνική ιδεολογία; Όσο υπάρχουν εθνικά κράτη, αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Αλλά μπορεί, μια σύγχρονη χώρα, να έχει λιγότερο ανάγκη από την παραδοσιακή ιστορία, για τη διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής, ή την εξασφάλιση πολιτικής ομαλότητας και κοινωνικής αρμονίας, με αναγνώριση δικαιωμάτων μεγάλων ομάδων που ανήκουν σε εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες. Η αποδοχή μιας και μόνης ιστορικής αφήγησης ως «ορθόδοξης», ανήκει σε προηγούμενη φάση της νεωτερικότητας, στα πρώιμα έθνη-κράτη και όχι σε εποχή που η παγκοσμιότητα οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων παρέχει κλίμα συνεργατικότητας, και σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στα έθνη.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι απορρίπτεται η παράδοση, η κουλτούρα. Σημαίνει βαθμιαία έξοδο από νοοτροπίες κλειστής κοινωνίας, από το «μαγεμένο» κόσμο της φαντασιακής κοινότητας: όχι την καταγγελία της ως ξεδιάντροπου ψέματος ή το χλευασμό εκείνων που βρίσκουν θαλπωρή στην ατμόσφαιρά της. Μια τέτοια αντιμετώπιση είναι χαρακτηριστική του δημαγωγού, όχι του επιστήμονα. Ο λόγος της επιστήμης είναι ψυχρός, απαιτητικός, διόλου «ερωτικός». Έχει, όμως μια δωρική αυστηρότητα που θέλγει εκείνους που είναι σε θέση να την εκτιμήσουν. Οι άλλοι θα προσελκύονται από τις ρητορικές κορώνες εκείνων που επιδίδονται, όχι στην κριτική, αλλά στην εύκολη καταγγελία.

 

 


Μια όχι και τόσο πολιτική βία

ΤΖΙΝΑ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

Δεν την αποκαλώ «αδικημένη» τη γενιά μου που γεννήθηκε τη δεκαετία του ’80 επειδή είναι. Αλλά επειδή την έκαναν να πιστέψει ότι είναι. Το όνειρο της αντίστασης της έλειψε. Μεγαλώνοντας σε μια χώρα με δημοκρατία που μετρά μόνο λίγες δεκαετίες ζωής, η γενιά αυτή έπαιρνε κάτι από το απόθεμα βίας που κουβαλούσαν οι μεγαλύτεροι της, άκουγε διηγήσεις με ήρωες και αντάρτες και πολεμιστές, με βόμβες και όπλα, ιστορίες ανδρείας και ανυπακοής, με καλούς και κακούς σαν τα γουέστερν που ποτέ δεν είδε, με κακούς αστυνομικούς τους οποίους αν είχε δει ποτέ, θα τους είχε δει μάλλον μόνο στο γήπεδο. Ταυτόχρονα, δέχτηκε και την πιο σκληρή κριτική. Ότι είναι η γενιά του καναπέ.

1.   Το φαινόμενο της βίας στους δρόμους

Έπρεπε να έρθει ο Δεκέμβρης του 2008 για να πάρει το αίμα και την τιμή της πίσω. Να αντιγράψει, χωρίς να το συνειδητοποιεί μάλλον, τις ιστορίες αντίστασης που άκουσε με το τσουβάλι. Ακούστηκαν χίλιες δυο αναλύσεις για το τι συνέβη το Δεκέμβρη του 2008. Αυτό που δεν έχει απαντηθεί ακόμα είναι τελικά, ποιο ήταν το αίτημα των συνεχιζόμενων διαμαρτυριών; Ποιο αίτημα διατυπώθηκε το Δεκέμβρη του 2008 με αφορμή τη δολοφονία του παιδιού;

Τα ΜΜΕ, μετά το πρώτο σοκ προσαρμόστηκαν εκπληκτικά στα νέα δεδομένα.

Οι πιο λαοφιλείς σχολιαστές της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου «αγκάλιασαν» αμέσως την «επανάσταση». Δόξασαν τους νέους που έδωσαν μια γερή τσιμπιά στα τροφαντά πλευρά της κοιμισμένης ελληνικήςκοινωνίας. Τα παιδιά του καναπέ έγιναν οι επαναστάτες και οι γονείς τους έγινε η κακή γενιά του Πολυτεχνείου που  ξεπούλησε τα ιδανικά της. Μια βολική αντιστροφή των ρόλων και μια επαναστατική παρλάτα που μαγειρεύτηκε και πουλήθηκε σε πλούσιες μερίδες και από το πιο βαθιά συστημικό κομμάτι του τύπου.

Ήταν που ένιωσε ξαφνικά ενοχές κι ευθύνη απέναντι στη γενιά αυτή, εν όψει μιας κρίσης που κάποιοι έβλεπαν να έρχεται; Ή μήπως απάντησε με όρους αγοράς, προσαρμοζόμενο για να πουλήσει το νέο τρεντ, τη νέα τάση; Εξάλλου τα ΜΜΕ συνήθως αυτό κάνουν, δεν δημιουργούν τις τάσεις αλλά τις εντοπίζουν και τους δίνουν τη διάσταση και το βάθος που επιθυμούν. Ακόμα κι αν δεν έχουν βάθος.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι εκείνες τις μέρες η επανάσταση κι η ανυπάκοη μπήκαν ξανά στο mainstream διάλογο.

Το ρεύμα του Δεκέμβρη του 2008 δεν είχε συνέχεια, όχι όση θα περιμέναμε βάσει των αναλύσεων. Και μετά ήρθε η κρίση. Και το 2008, η χρονιά που πέθανε ένα παιδί και κάηκε μια πόλη, φαντάζει σαν μια καλύτερη εποχή από τη σημερινή.

Στις 5 Μαΐου του 2010, η πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ συνοδεύτηκε από μια από τις πιο πολυπληθείς πορείες που έχουν γίνει στην Αθήνα τα τελευταία χρονιά, με τον αριθμό των διαδηλωτών να υπολογίζεται μεταξύ 120.000-150.000. Την ίδια μέρα, κατά τη συνηθισμένη ως τότε πρακτική της ΕΣΗΕΑ, απεργούσαμε και οι δημοσιογράφοι. Τη μέρα εκείνη βρέθηκα στην πορεία, παρέα με τους ανταποκριτές ξένου τύπου. Προσπαθώ να θυμηθώ πως ήταν να στέκεσαι μπροστά στο φλεγόμενο κτήριο που στέγαζε το υποκατάστημα της τράπεζας Μαρφίν και δυστυχώς χαίρομαι που όλη η ανάμνηση έχει κάπως θολώσει.

Το Μάιο του 2010 το αίτημα ήταν καθαρό. Θέλαμε να πάμε πίσω στο 2008. Και θα καίγαμε και πάλι την Αθήνα αν χρειαζόταν, έτσι, για να μην έχει κανείς αμφιβολία για τις προθέσεις μας. Λένε ότι στις περιόδους οικονομικής κρίσης, εκτός από τα λεφτά μας, παράλληλα, άλλα πιο γρήγορα, χάνουμε τη λογική και την ευαισθησία μας. Αλήθεια είναι αυτό. Εκείνη τη μέρα του Μάιου, χωρίς να έχουμε ακόμα καταλάβει την ύφεση στην τσέπη μας, φάγαμε ένα γερό τράνταγμα από το αποτέλεσμα της κρίσης στα κοινωνικά αντανακλαστικά μας.

Αυτή τη φορά οι νεκροί δεν είναι σύμβολα του αγώνα. Είναι είτε θύματα, είτε ακόμα και θύτες. Οι περισσότεροι δεν θυμούνται καν τα ονόματα τους ενώ τους θύτες δεν τους έχουμε μάθει ακόμα. Ήταν η Παρασκευή Ζούλια, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου κι ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης. Σύμφωνα με έναν από τους πιο δημοφιλείς μπλόγκερς, ήταν απλά τρεις υπάλληλοι. Γιατί εκτός από το σοκ του ίδιου του γεγονότος και της εικόνας, στην ιστορία του εμπρησμού της Μαρφίν, είχαμε και το σοκ του σχολιασμού του εγκλήματος στα κοινωνικά δίκτυα, τα οπαία το 2010 ήταν πλέον πολύ πιο δημοφιλή στους Έλληνες χρήστες του ίντερνετ. Λίγες ώρες μετά, ο μπλογκερ έγραψε «Τρεις θέσεις εργασίας άδειασαν στη Μαρφιν». Φυσικά, η επίθεση ιδεολογικοποιήθηκε από την κοινή γνώμη, από τους διαμορφωτές της, από τους πολίτικους που μίλησαν γι’ αυτή. Οι άνθρωποι αυτοί συλλαμβάνουν το συναίσθημα του κοινού- δεν το “διαμορφώνουν” απόλυτα, όπως αυτοί θέλουν. Και η στάση μεγάλου μέρους του κοινού φάνηκε αργότερα με τους Αγανακτισμένους της Πλατείας Συντάγματος, αλλά και με τα γεγονότα της Κερατέας.

Σε όλα αυτά, το κοινό στοιχείο είναι μια «αντισυστημική»  στάση, ενάντια στο πολιτικό σύστημα, ενάντια στους θεσμούς, που βρίσκει  στην οργανωμένη ή και ανοργάνωτη  βία την έκφρασή της.

 Ανακεφαλαιώνουμε: από το Δεκέμβρη του 2008 που υποδεχθήκαμε ξανά τη βια στον mainstream δημόσιο διάλογο, έχουμε φτάσει από το αφηρημένο μήνυμα της ανυπακοής σε «κάτι», σε συγκεκριμένα αιτήματα, στο αντιμνημόνιο και στον πόλεμο στο κακό πολιτικό σύστημα. Ένα σχετικά ευμέγεθες δείγμα της κοινωνίας που μπροστά σε κάποιες πιθανότατα πολύ λογικές ανησυχίες για το μέλλον τους και το βιοτικό τους επίπεδο, στράφηκαν αμέσως και με μνημειώδη ευκολία απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς, τους νόμους, το πολίτευμα, την εθνική αντιπροσωπεία και την ίδια την έννοια της πολιτικής, την οποία ταύτιζε σχεδόν απόλυτα με τα πρόσωπα στα οποία έριχνε ευθύνες για τα προβλήματα του. Μια αποδοχή κι ένας εκθειασμός της βίας που δεν μπορεί να οφείλεται στην οικονομική κρίση αλλά έχει χτιστεί σίγουρα χρόνια πριν, το πιθανότερο πάνω στη στρεβλή σχέση μας με ο,τι είναι δημόσιο και θεσμικό.

Αυτή είναι η βία που είναι και η πιο μαζική. Είναι η βία που συναντάμε συχνότερα, που αφορά τους περισσότερους ανθρώπους. Όσο δυναμική κι αν είναι η παρουσία των ριζοσπαστικών ομάδων, των κουκουλοφόρων και της Χρυσής Αυγής, το πραγματικά ισχυρό ρεύμα στην Ελλάδα είναι το παραπάνω, είναι αυτοί που ανέχονται τη βία, που έλκονται ή/και μεταχειρίζονται βίαιο λεξιλόγιο, που χαμογελάνε χαιρέκακα κάθε φορά που προπηλακίζεται ένας πολιτικός. Όμως αυτή η βία των πολλών μπορεί να λέγεται πολιτική βία; Μπορεί να πρέπει να την αποτιμήσουμε πολιτικά, σύμφωνοι, αλλά για τον ίδιο τον διαδηλωτή, τον ίδιο τον αγανακτισμένο, είτε στο δρόμο, είτε στο τουιτερ, η πράξη του, εκείνη τη στιγμή που θα βριστεί ή θα τραμπουκίσει ή θα απειλήσει, είναι μια πράξη πολιτική; Φτάνουν αυτά τα χαρακτηριστικά για να περιγράψουν κάθε αντίδραση και κάθε βίαιη πράξη και κάθε βίαιη λέξη ως πράξη πολιτική;

Η χρήση πολιτικών συμβόλων, έστω και για την αποδόμηση τους, καθιστά και τον τρόπο χρήσης τους πολιτική πράξη και επιλογή;

Το βασικό χαρακτηριστικό μιας πολιτικής πράξης – από σύνταξη κειμένου, ως ακτιβισμό, ως βίαια επίθεση – είναι ότι έχει έναν πολιτικό σκοπό. Σε ότι αφορά τη βία, δεν μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα η βία που χρησιμοποιούν οι πολίτες για να ανατρέψουν τυραννικά καθεστώτα, με τη βία που ασκείται μεσα σε μια αστικη δημοκρατια, όπου δεν υπάρχουν εμπόδια στην πολιτική  έκφραση και οργάνωση.

Καλούμαστε να ξεδιαλύνουμε το μη εκφρασμένο αίτημα, πίσω από τα γεγονότα βίας. Ποιο μπορεί να είναι αυτό το αίτημα – αν λάβουμε υπόψη ότι τα γεγονότα βίας δικαιολογήθηκαν εν μέρει από τα ΜΜΕ και πολλούς πολιτικούς, ακριβώς διότι έχουν επαφή με ευρύτερα στρώματα «νοικοκυραίων» δηλαδή, υπερασπιστών του status quo. Τι ήθελαν; Ποιο ήταν το αίτημά τους; Πολύ απλά, ήθελαν επιστροφή στην προ 2008 εποχή.

2.   Ποιος διαμορφώνει τους διαμορφωτές ;

Πολλές φορές έχω συζητήσει για την παιδευτική δύναμη που έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την ηθική υποχρέωση που δημιουργεί αυτή. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν ευθύνη γι’ αυτά
που μεταδίδουν. Όμως, αυτό που κάνουν, κυρίως από τότε που έκανε την εμφάνισή της η κρίση είναι να δικαιώνουν και να αυξάνουν την οργή του κοινού και να εξασφαλίζουν τη «διευρυμένη αναπαραγωγή» της, μέσα από διαδικασία αμοιβαίας ανατροφοδότησης. Με αυτόν τον τρόπο τα ΜΜΕ αναδεικνύονται ανεύθυνα με τη χειρότερη έννοια της λέξης, εφόσον ασκούν εξουσία χωρίς λογοδοσία, χωρίς έλεγχο. Βέβαια, είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και όχι κοινωφελείς οργανισμοί. Η εξάρτηση από τον τηλεθεατή –ακροατή –αναγνώστη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη σε εποχή κρίσης, όταν οι κυβερνήσεις είναι ασταθείς και η εξάρτηση των ιδιωτικών συμφερόντων ΜΜΕ από το κράτος περιορίζεται λόγω έλλειψης κρατικών διαθεσίμων πόρων. Και η ζήτηση του καταναλωτικού κοινού για «αντισυστημικό» πολιτικό λόγο είναι έκδηλη. Τα ΜΜΕ μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση αυτή με ευχέρεια.

Έχει, επομένως ευθύνη και ο καταναλωτής; Ασφαλώς και έχει! Δεν ενεργούν τα ΜΜΕ ερήμην των προτιμήσεων των καταναλωτών.

Άρα το να πεις ότι ο ο τηλεθεατής ή ο ακροατής δεν φταίει είναι αστείο. Τα δικά του αυτιά χαϊδεύουν άλλωστε. Τα συνθήματα των αγανακτισμένων έγιναν ραδιοφωνικές ατάκες, όχι οι ατάκες συνθήματα.

3. Η Χρυσή Αυγή και τα ΜΜΕ διαμορφωτές ;

Η Χρυσή Αυγή πόνταρε πάνω στη ριζοσπαστικοποίηση ενός διαμαρτυρομένου μέρους της κοινωνίας και ενίσχυσε τον αντισυστημικό της λόγο για να μπορέσει να απευθυνθεί σ’αυτή την απολιτίκ μάζα που μίσησε το σύστημα, χωρίς να έχει κάποιο άλλο υπόψιν της. Προσωπικά, συνδέω την αύξηση της επιρροής της Χρυσής Αυγής με όλο το κλίμα που περιγράφω στο πρώτο μέρος. Δεν δημιουργήθηκε από τα ΜΜΕ, και επομένως δεν εκδιώκεται ούτε αφανίζεται μέσα από την τηλεοπτική απομόνωσή της.  Η Χρυσή Αυγή δεν γιγαντώθηκε μέσα από τις τηλεοράσεις αλλά με την παρουσία της σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Οι εκπρόσωποι της δεν έπεισαν τους ψηφοφόρους τους με τις απόψεις τους για την οικονομία, που είναι το πρώτο ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία αυτή τη στιγμή. Ίσως έπεισαν κάποιους με τις απόψεις τους για την κοινωνία και τους μετανάστες, αλλά δεν είμαι βέβαιη ότι το ποσοστό που τελικά τους έβαλε στη Βουλή στις εκλογές είναι άνθρωποι που πείστηκαν μόνο από το μίσος. Ήθελαν να ψηφίσουν το αντισυστημικό. Το αντιδραστικό.

Η Χ.Α.  χάριζε το στοιχείο «μπρουτάλ» χωρίς πολύ περιτύλιγμα ιδεολογίας. Και ήταν αυτό που αναζητούσε ένα μεγάλο μέρος του κοινού της. Η απόλυτη, απροσχημάτιστη βία που εκφράζει, δεν είναι μόνο ούτε κυρίως το μέσο για να αποκτήσει πολιτική δύναμη, αλλά και το κύριο μήνυμά της. Και υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ζήτηση γι αυτό. Το mainstream πάει στα άκρα, η Χρυσή Αυγή είναι ήδη εκεί και περιμένει

4. Η σωστή ερώτηση

Υπάρχει τρόπος να κάνουμε σωστή διάγνωση σ’ αυτό το σύνθετο και απότομο φαινόμενο της βίας στην πολιτική ζωή. Να προσδπαθήσουμε να το παρατηρήσουμε «απ’ έξω» αντί να το βιώνουμε «από μέσα». Ας δούμε, λοιπόν πώς το βλέπουν τα μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού. Και οι ξένοι ανταποκριτές μιλούν πάντα για «βία στην Ελλάδα», διότι αυτό είναι το πρωτογενές πρόβλημα, όχι η ανάγκη ερμηνευτικού (και ενδεχομένως δικαιολογητικού) του φιλτραρίσματος. Δεν απευθύνονται στο ελληνικό κοινό. «Βία» χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς. Η βία ξεκινάει ως μια α-πολιτική ή προ-πολιτική ανάγκη και στη συνέχεια αποκτά το ένδυμα που της αποδίδουν οι πολιτικοί διαμορφωτές κοινής γνώμης.  Στη συνέχεια, ο κατήφορος της μη λογικά επεξεργασμένης ιδεολογικής παρουσίασης είναι ανοιχτός: βία ενάντια στη «χούντα», στην «ξένη κατοχή», στο «φασισμό» κλπ.

Συνεπώς, όσο και να το ιδεολογικοποιήσεις κι όσο και να ηθικολογήσεις, το ερώτημα που τίθεται εδώ δεν είναι το «δέρνουμε ή δεν δέρνουμε» ή το ποιος δέρνει έχοντας το δίκιο με το μέρος του. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν θέλουμε δημοκρατία ή κάτι άλλο. Δημοκρατία ή βαρβαρότητα. Τόσο απλά. Εξάλλου, πολλές φορές παίρνουμε λάθος απαντήσεις επειδή κάνουμε τις λάθος ερωτήσεις.


Το φαινόμενο της βίας και το Ratio Vincit

Το φαινόμενο της βίας και το Ratio Vincit

Το Ratio Vincit, όπως δηλώνει το όνομά του, πιστεύει στη δύναμη του ορθού λόγου (ή Λόγου με κεφαλαίο Λ). Πολλοί στη χώρα μας τον αμφισβητούν. Πιστεύουμε ότι ο ορθός λόγος, είναι ο οικονομικότερος – και επομένως, προτιμότερος – τρόπος δράσης, διότι μειώνει το κόστος των λαθών που συνεπάγεται η δράση όταν είναι απερίσκεπτη, ή αναλαμβάνεται στην τύχη, η με αφετηρία το συναίσθημα, την παρόρμηση κλπ.

Το Ratio Vincit θεωρεί ότι στην τελική ο Λόγος υπερνικά τα πάντα. Δεν επιβιώνει αυτός που συστηματικά τον αρνείται. Αν λοιπόν, υπερισχύει τελικά, γιατί να μην υπερισχύσει από τώρα; Αν αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, μια συγκεφαλαίωση της διαδικασίας μέσα από την οποία, με αλλεπάλληλες δοκιμές και λάθη, θα έφτανε κανείς σε μια προβλέψιμη λύση ενός προβλήματος, γιατί να μην υιοθετηθεί από τώρα; Με αυτήν την έννοια, αποτελεί μια «αυτοπεριεκτική» αρχή, εφόσον περιέχεται εντός της διαδικασίας η οποία αναδίδει την αρμοδιότητά του.

Με αυτό ως γενική αρχή, ο Λόγος αντιτίθεται στη χρήση βίας, όταν αυτή μπορεί να αποφευχθεί. Πέρα από το ηθικό στοιχείο σ’ αυτή την προτίμηση, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ψυχρά υπολογιστικό: το κόστος είναι πολύ υψηλό και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσον από οποιοδήποτε ατομικό ή συλλογικό φορέα δράσης, όταν όλα τα άλλα μέσα έχουν λογικά αποκλειστεί. Για παράδειγμα, λίγοι είναι εκείνοι που θα αμφισβητήσουν τη λογική σκοπιμότητα της κήρυξης πολέμου στη Γερμανία στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 εκ μέρους της Βρετανίας και της Γαλλίας. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Είχαν εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες ανοχής σε παραβιάσεις συμφωνιών και όλα τα περιθώρια συμβιβασμών με τη χιτλερική Γερμανία.

Υπάρχει, όμως, και η προσφυγή στη βία εξ αρχής. Πολλοί είναι εκείνοι που την χρησιμοποιούν όχι ως έσχατο μέσον, αλλά ως πρώτο και προτιμότερο. Αυτό αποτελεί γι αυτούς και μια ιδεολογική επιλογή, είτε ρητά διατυπωμένη, είτε υπόρρητα παραδεγμένη. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχουμε ζήσει φαινόμενα μαζικής και ατομικής βίας εξαιρετικά οδυνηρά, και πολλές είναι οι αναλύσεις που έγιναν προσπαθώντας να εξηγήσουν τις αιτίες της. Η βασική παραδοχή είναι ότι πίσω από το φαινόμενο «βία» υπάρχουν ψυχολογικά και κοινωνικά αίτια και ότι αυτά έχουν σημασία.

Υπάρχει, όμως, και άλλη προσέγγιση, πιστεύουμε πολύ πιο πρωτότυπη, την οποία προσφέρει η Τζίνα Μοσχολιού σε άρθρο της που δημοσιεύθηκε πριν λίγο καιρό. Ας μην προσπαθούμε να εξηγήσουμε τη βία αναζητώντας  τις πολιτικές και τις κοινωνικές της ρίζες · μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τη βία ως πρωτογενές γεγονός της ζωής μας, ως ανάγκη αμεσότητας δράσης – συνυφασμένης με την «αντισυστημική» στροφή μεγάλου τμήματος της κοινωνίας- για να εξηγήσουμε την ίδια την πολιτική σήμερα : ΜΜΕ, ΧΑ και άλλα πολλά.

Αν η εξήγηση αυτή είναι ορθή, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα κατ’ εξοχήν ανορθολογικό φαινόμενο. Επιλέγουν ορισμένοι, και μάλιστα η επιλογή τους είναι συνειδητή, μεθοδευμένη και ιδεολογική, το πιο επώδυνο έναντι του λιγότερου επώδυνου μέσου, την πιο καταστροφική οδό, για να πετύχουν κάποιο στόχο που κι αυτός δεν είναι προσδιορισμένος με ακρίβεια.

Δημοσιεύουμε το κείμενο, σε συνοπτική μορφή, θεωρώντας ότι είναι πραγματικά άξιο προσοχής. Περιέχει ιδέες διατυπωμένες με σαφήνεια και απλότητα. Συστήνουμε στον αναγνώστη να διαβάσει, αν μπορεί, το αρχικό κείμενο[1].


[1] Τζίνα Μοσχολιού (2013) «Μια βία όχι και τόσο πολιτική». Συλλογικό έργο Η Βία, Αθήνα Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ σ. 121-148.


Η Βιομηχανία Των Υπογραφών Και Οι «Συνήθεις Υπογράφοντες»

Συνηθέστατα η συλλογή υπογραφών συμπίπτει με τις εκλογές, και αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία γι αυτήν τα κομματικά επιτελεία. Γίνεται, όμως και σε περιόδους πολιτικής ρευστότητας, με πρωτοβουλία δυνάμει πολιτικών επιτελείων. Σκοπός είναι η δημιουργία ρεύματος μέσα από την πρόκληση εντυπώσεων. Υπογράφουν ορισμένοι υπέρ δημιουργίας κάποιου φορέα ή στήριξης κάποιας παράταξης ή κάποιας πρωτοβουλίας. Η συλλογή υπογραφών έχει παγιωθεί ως θεσμός χαρακτηριστικός της εποχής της μεταπολίτευσης. Έχει πάρει το χαρακτήρα αληθινής βιομηχανίας. Δεν λείπουν ποτέ από τις λίστες «κοινωνικοί αγωνιστές» παντός είδους, αμφιλεγόμενες ή περιθωριοποιημένες πολιτικές προσωπικότητες, άτομα με αδιευκρίνηστη επαγγελματική ή πνευματική ιδιότητα, και άλλοι πολυπράγμονες παράγοντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι λίστες αυτές δεν περιέχουν ονόματα σημαντικών προσωπικοτήτων από τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών, επιτυχημένων επαγγελματιών καλοπροαίρετων και εχεφρόνων πολιτών εν γένει. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, πληθαίνουν οι τελευταίοι για τον απλό λόγο ότι το υγιές τμήμα της κοινωνίας ζητάει πράγματι κάτι καινούργιο και αξιόπιστο από την πολιτική. Εκείνο που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι συνήθως – όχι πάντα – τέτοιες πρωτοβουλίες αναπτύσσονται στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της όλης ιστορίας. Υποτίθεται ότι οι εκπρόσωποι αυτού του χώρου ενεργούν στο όνομα των πολλών και πιστεύουν στη δημοκρατική (και σοσιαλιστική) αρχή της ισότητας. Τι άλλο είναι, όμως, η υπογραφή κειμένων από γνωστές προσωπικότητες παρά ανακοινώσεις που προέρχονται από μια «φωτισμένη ελίτ» η οποία προβάλλεται ως τέτοια; Η επωνυμία των υπογραφόντων προβάλλεται ως τεκμήριο της ορθότητας της ιδέας που στηρίζουν. Τι άλλο αποτελεί ένα πολιτικό κείμενο που υπογράφεται από «προβεβλημένες» προσωπικότητες από μια υπόδειξη που απευθύνεται «στο λαό;». Μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι ο καθένας προσπαθεί με την πέννα του και την ομιλία του να παρέμβει στα κοινά είτε ατομικά, είτε συλλογικά, όπως γίνεται με ένα «συλλογικό κείμενο». Όμως, το ατομικό κείμενο, ή εκείνο που έχει δημιουργηθεί μέσα από τη συνεργασία δύο ή και περισσοτέρων ατόμων, εκφράζει απόλυτα τη σκέψη εκείνου ή εκείνων που το υπογράφουν. Δεν συμβαίνει το ίδιο με κείμενα που υπογράφονται από πολλούς – συνήθως μετά από μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία με τους συντάκτες τους. Εκφράζουν απλή συναίνεση σε κάτι που οι ίδιοι δεν έχουν δημιουργήσει. Και η επίκληση της συναίνεσής τους γίνεται για να μπορεί να ανακοινωθεί στα μίντια η είδηση ότι 46 ή 108 ή 74 πολίτες που θεωρούνται ως «οι τα πρώτα φέροντες» στην ελληνική κοινωνία τάσσονται υπέρ ή κατά μας πολιτικής, επιδοκιμάζουν ή αποδοκιμάζουν μια στάση ή συστήνουν τη δημιουργία ενός φορέα. Προς το σκοπό αυτό υπογράφουν μια κοινή διακήρυξη. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Συνηθέστατα η διακήρυξη αυτή είναι πολύλογη- για να χωρέσουν «όλες» οι τάσεις και απόψεις, να «στρογγυλευθούν» (δηλαδή, να συγκαλυφθούν) οι διαφορές απόψεων, και να διευρυνθεί το φάσμα των υποστηρικτών της. Το αποτέλεσμα είναι το κείμενο να μη διαβάζεται από τους πολλούς. Ο ενδιαφερόμενος θα ενδιαφερθεί πρωτίστως να δει ποιοι το υπογράφουν. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται επώνυμοι, αλλά και άλλοι που γυρεύουν να γίνουν επώνυμοι «εξ εφαπτομένης». Και εύλογα πολλοί επώνυμοι διστάζουν να βάλουν την υπογραφή τους σε οποιοδήποτε κείμενο, ακόμα κι αν συμφωνούν με το πνεύμα του, εφόσον δεν γνωρίζουν ποιοι συνυπογράφουν. Από τη στιγμή που το κείμενο της διακήρυξης δεν διαβάζεται παρά από ελάχιστους, ενώ τα ονόματα είναι εκείνα που διαβάζονται από όλους και που καθορίζουν το «προφίλ» της πρωτοβουλίας, είναι εύλογο ο στοιχειωδώς προνοητικός επώνυμος να αποφύγει να βάλει την υπογραφή του. Υπάρχουν, ασφαλώς, περιπτώσεις κατά τις οποίες αισθάνεται κανείς ως καθήκον να βάλει την υπογραφή του, μαζί με πολλούς άλλους, σε ένα κείμενο που εκφράζει μια βαθιά του πεποίθηση. Οι περιπτώσεις αυτές, όμως, πρέπει να παραμένουν περιορισμένες. Αλλιώς κινδυνεύει να ευτελισθεί η υπογραφή οποιουδήποτε την σέβεται και δεν επιθυμεί να γίνει μαϊντανός σε οποιαδήποτε προεκλογική σάλτσα με άρωμα «προοδευτικότητας». Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, στη βιομηχανία υπογραφών θα συμπεριλάβει πρωτίστως ορισμένους, συχνά αξιόλογους πολίτες, που έχουν όμως καθιερωθεί ως «οι συνήθεις υπογράφοντες».

ΔΔ


Golden Dawn Hit For Six*

My English-speaking friends have asked me what really happened regarding the Golden Dawn party, the arrest of its leadership on September 28th and what is to follow.

The gist of it lies in two simple and obvious facts.

-Many people in high places felt that enough was enough and that they didn’t have to take any more shit from the Golden Dawn gang.

– The hands of the Government were untied after the murder of an innocent singer six days before and its leadership overcame its wavering attitude –to say the least- and acted swiftly and decisively.

Of course, the action took place at dawn and everyone was taken unawares by the effectiveness and rapidity of the action.

The political effect of the action cannot be overrated. New Democracy, the senior partner in the governing coalition scores some very important points.

-It neutralizes the threat posed a political party that emerged as a shameful and grotesque revival of Nazism in one of the countries that had suffered more than most from it in Europe during the Second World War

-It turns the tables on SYRIZA, the main left-wing party demanding elections and accusing the government of being too soft on Golden Dawn thugs

-It reverses the power relationship in the political spectrum, as it is now the government and not SYRIZA that calls the game

-It restores the good name of Greek democratic traditions at home and abroad.

Most legal and constitutional experts have given their considered judgment, including and especially Nicos Alivizatos, a left-leaning professor of Constitutional Law. Alivizatos thinks that the government acted within its rights and that judgment would soon follow.

Some think that the action could backfire. It could backfire, only if the indictment is based on legal evidence that does not hold water. It appears on most accounts that that is far from being the case, and that it is simply the forlorn hope of those who have politically overplayed their hand so far.

The “Guardian” reporter quotes Mr. Kostas Chrysogonos, who is another professor of Constitutional Law, but also a card-carrying member of SYRIZA. But even he, confined himself to admitting that “it may have been more correct constitutionally to have sought parliament’s approval to lift their political immunity first”. O.K., it may have been.

The good news is that we shall not see pictures like the following which tarnish the very symbols they display.

 

The bad news is a torrent of complaints on the part of sore losers in the political game who were ready to cash-in on the government failure and increasing unease in taking the measures required for restoring national confidence.

On balance, for most people, the good news outweigh the bad news. Besides, there is something inherently comical about sore losers anyway.

D.D.


*:  Cricket expression for the maximum of one shot, scoring six runs. Used for a devastating blow addressed to someone who does not expect it.


Το Άγος Και Η Νομιμότητα

Να δεχθώ ότι υπάρχουν κενά, αμφιβολίες, θεσμικά αμφίρροπα στη δίωξη σύλληψη και κράτηση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής. Είναι, όπως όλοι γνωρίζουν, ένα κόμμα με αντιπροσώπους στη Βουλή, ηγετικά μέλη του οποίου κατηγορούνται για κακουργηματική δράση.

Το κακό είναι, όμως, ότι οι ίδιοι που κατηγορούν την κυβέρνηση για παραβίαση του τύπου του νόμου, ίσως και των συνταγματικών διατάξεων, είναι συχνά οι ίδιοι που την κατηγορούν για ολιγωρία επί παρατεταμένο διάστημα. «Γιατί δεν το έκαναν νωρίτερα;» Αλλά πρέπει να επιλέξουν οι κατήγοροι μεταξύ (α) κακής ενέργειας διότι παραβιάζονται νομικές αρχές  και (β) καλής ενέργειας, αλλά έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα. Τα (α) και (β)  δεν είναι συμβατά μεταξύ τους.

Από τις δύο κατηγορίες, θεωρώ ότι η (β) είναι βάσιμη. Η κυβέρνηση, λόγω γνωστών και ανομολόγητων εκ μέρους της δισταγμών στο εσωτερικό της ΝΔ, δεν ενέργησε από την αρχή με την αποφασιστικότητα που έδειξε τώρα. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. (Δεν καταλαβαίνω τη λογική του «κάλλιο ποτέ παρά αργά»).

Ας πάμε, όμως, στην πρώτη κατηγορία, περί αμφίβολής νομιμότητας. Και ας μεταφερθούμε σε μια ιστορικά σημαντική στιγμή της Ευρωπαϊκής, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας, και αυτή ήταν το 1945-46 στη Νυρεμβέργη. Είχε εξαρχής αμφισβητηθεί η  νομιμότητα της συγκρότησης Διεθνούς ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ Δικαστηρίου από τις τέσσερις νικήτριες δυνάμεις για να δικάσει Γερμανούς κατηγορουμένους μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο .

Η κατηγορία για εγκλήματα «κατά της ανθρωπότητας» ήταν πρωτόφαντη και βασιζόταν σε κανόνες με αναδρομική ισχύ. Οι κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου βάρυναν μόνο Γερμανούς, όχι την πλευρά των Συμμάχων.

Όλα αυτά πρέπει να τα δεχθούμε. Αλλά υπήρχε ανάγκη να επικρατήσει το ΔΙΚΑΙΟ, έστω με αυτές τις επιφυλάξεις. Υπήρχε ανάγκη Νέμεσης για φρικιαστικές πράξεις που του απαιτούσε η ανθρωπότητα από τους Συμμάχους. Και αν ορισμένες κατηγορίες ήταν νομικά πρωτόφαντες ήταν διότι τα εγκλήματα ήταν πρωτόφαντα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ο κοινωνικός Βυθός μιας μεγάλης χώρας απέκτησε απόλυτη εξουσία,  ενθρόνισε ένα γκανγκστερικό καθεστώς και απείλησε με επικράτηση σε παγκόσμια κλίμακα.

Έπρεπε να βρεθεί τρόπος προσαγωγής, λογοδοσίας και κολασμού των υπευθύνων. Αν οι εδώ ρετρό ιδεολογικοί εκπρόσωποί τους αποτελούν μια γελοιογραφική εκδοχή του NSDAP, δεν παύει να είναι μια εξίσου αποκρουστική και εγκληματική επανάληψη του ίδιου έργου. Η αισθητική τους διαφέρει, όσο ο Ρήνος από τον Ιλισό, όσο ο Wagner από τον ήχο σκυλάδικων. Αλλά η ηθική υπόσταση είναι παρόμοια.

Έπρεπε να βρεθεί τρόπος απαλλαγής από αυτό το Άγος. Και βρέθηκε αυτός: νόμιμος, αιφνιδιαστικός, αποφασιστικός. Με τίμημα τους αναπόφευκτους μεμψιμοιρούντες. Ένα τίμημα που οι πλείστοι των σκεπτομένων ατόμων μεταξύ μας δέχονται να πληρώσουν έναντι της απαλλαγής από το Άγος.

Δ.Δ.


Το Μέλλον της Ευρώπης: Πολλαπλές Διαιρετικές Τομές

«Οι κρίσεις προκαλούν μετατοπίσεις και αναδιατυπώνουν, ουσιαστικά, τις συμπεριφορικές παραμέτρους αυτού που θεωρούσαμε οριστικό».

του Κ. Α. Λάβδα

Παρότι το υπόδειγμα των ΗΠΑ έχει – δικαίως – αποτελέσει θεμελιώδες σημείο αναφοράς για τις ομοσπονδίες, η σημασία του για το μέλλον της ΕΕ παραμένει αμφιλεγόμενη. Εν συντομία, η καθιέρωση ενιαίας γλώσσας, η αμοιβαιοποίηση του χρέους των επιμέρους κρατών (όχι «πολιτειών»!) από νωρίς και η (σχεδόν) τελική επίλυση των ανοικτών ζητημάτων μέσα από έναν σκληρό εμφύλιο πόλεμο, καθιστούν το αμερικανικό υπόδειγμα κρίσιμο ως προς τη σημερινή αρχιτεκτονική και την λειτουργία του αλλά εντελώς ιδιαίτερο ως προς τους όρους διαμόρφωσης του. Το ορατό μέλλον της ΕΕ θα κινηθεί μεταξύ πολλών διαφορετικών υποδειγμάτων – κυρίως μεταξύ αυτών του Καναδά και της Ινδίας – με ισχυρά, όμως, νέα και ρηξικέλευθα θεσμικά στοιχεία.

Προς μια υπέρβαση των δυσκολιών

Στο παρόν πλαίσιο δεν υπάρχει ο χώρος για μια διεξοδική συζήτηση του διαφαινόμενου ρόλου των διαφορετικών υποδειγμάτων. Αρκεί να επισημάνουμε ότι κάθε ομοσπονδιακό σύστημα, νέο ή παγιωμένο, παραμένει σε μια συνεχή αναζήτηση ισορροπίας. Μια πρόσφατη εξέλιξη από τη Γερμανία είναι χαρακτηριστική. Προ διμήνου, δυο ομόσπονδα κρατίδια (η Βαυαρία και η Έσση) κατέθεσαν αίτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο να εξεταστούν τα όρια και οι προϋποθέσεις των συνεχών μεταβιβάσεων από τα πλούσια κρατίδια στα έχοντα ανάγκη. Σήμερα, από τα 16 κρατίδια της ομοσπονδιακής Γερμανίας μόλις τρία (τα προαναφερθέντα και η Βάδη-Βυρτεμβέργη) έχουν επωμιστεί το βάρος των δημοσιονομικών προβλημάτων των υπολοίπων. Όσοι παρακολουθούν αντίστοιχα τη διελκυστίνδα των ισορροπιών και αμφισβητήσεων στο πλαίσιο και του αμερικανικού ομοσπονδιακού συστήματος, γνωρίζουν ότι οι κρίσεις προκαλούν μετατοπίσεις και αναδιατυπώνουν, ουσιαστικά, τις συμπεριφορικές παραμέτρους αυτού που θεωρούσαμε οριστικό. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσφατη γερμανική ή η ιστορική αμερικανική ομοσπονδία καταρρέουν, διαλύονται, πνέουν τα λοίσθια και ό,τι άλλο ακούμε με στομφώδη βεβαιότητα για την κλυδωνιζόμενη ΕΕ; Βεβαίως όχι.

Στην ΕΕ, αυτό που σήμερα διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι μια ασυντόνιστη και ασυγχρόνιστη προσπάθεια να ξεπεραστεί η σύγχυση που δημιουργείται από τις διαφορετικές διαστάσεις της ενοποίησης. Διαστάσεις που κινούνται με διαφορετικούς χρόνους και διέπονται από διαφορετικές λογικές. Πέρα από τις κοινότοπες διατυπώσεις (μια νομισματική ένωση χωρίς πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση, ένα πείραμα χωρίς πολιτική πυξίδα, σύγκρουση βορρά – νότου, και τα σχετικά) το ουσιαστικό πρόβλημα της Ευρώπης παραμένει αυτό που οδήγησε, χρόνια πριν, τον Martin Feldstein αλλά και τον Milton Friedman να προβλέψουν πως η νομισματική ένωση θα ενέτεινε τις συγκρούσεις. Το πρόβλημα έχει τρεις βασικές διαστάσεις. Πρώτον, η Ευρώπη πάσχει από διολίσθηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της. Δεύτερον, χαρακτηρίζεται από μια υπερβολικά επιταχυνόμενη τάση αποκέντρωσης της παραγωγής προς την Ασία. Τέλος, η Ευρώπη υφίσταται τις συνέπειες μιας μη βιώσιμης ποικιλίας διαχείρισης των σχέσεων μεταξύ οικονομίας και διακυβέρνησης ή, αν προτιμάτε, μεταξύ διαφορετικών μοντέλων καπιταλισμού. Στο σημείο αυτό, ο ρόλος της Γερμανίας είναι κρίσιμος. Όχι τόσο γιατί η «νέα» Γερμανία επιχειρεί να ηγηθεί (όπως επιμένουν οι κάθε λογής λαϊκιστές) όσο γιατί η χώρα βρίσκεται κυριολεκτικά στο επίκεντρο μιας πολυδιάστατης αντιπαράθεσης, η οποία την διαπερνά.

Μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική για την Ευρώπη;

Από την μια πλευρά, η διαφαινόμενη αγγλογερμανική συνεννόηση με άξονα τα κίνητρα, την προσέλκυση και τον επαναπατρισμό επενδύσεων και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Χωρίς τα οποία η ανταγωνιστικότητα και η ευρωστία της Ευρώπης θα παραμείνουν προβληματικά. Από την άλλη, υπάρχει ο πολιτικός ρόλος της Γερμανίας. Στο πλαίσιο του ρόλου αυτού, η μετασχηματιζόμενη γαλλογερμανική συνεννόηση έχει ως βασικούς άξονες το ευρώ, τον πολιτικό συντονισμό και τη θεσμική αρχιτεκτονική της Ένωσης. Στις 16 Μαΐου, οι δηλώσεις του François Hollande για την ανάγκη οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης στην ΕΕ επιβεβαίωσαν την πυξίδα αυτής της διάστασης αλλά προκάλεσαν και τις αναμενόμενες αντιδράσεις.
Η θεσμική αρχιτεκτονική που χρειάζεται η Ευρώπη είναι υπό διαμόρφωση, μέσα όμως από μια πορεία χωρίς κεντρική καθοδήγηση. Το πρόβλημα – γιατί υπάρχει πρόβλημα – δεν εντοπίζεται στη Γερμανία και τον όποιο ηγεμονισμό της. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο συνδυασμό μιας ασυντόνιστης προσπάθειας αναδιαμόρφωσης της θεσμικής αρχιτεκτονικής με παράλληλη ανάπτυξη – από τα κάτω – δυο απειλητικών τάσεων, του εθνοφασισμού και του αριστεροφασισμού.
Ο εθνοφασισμός απειλεί ευθέως την δημοκρατική πολιτική κουλτούρα ενώ επενδύει στην πλήρη επαναφορά του φαντασιακού σχήματος της εθνικής κυριαρχίας. Αλλά οι εθνικές φωνές δεν θα αποτελέσουν παράγοντα διάρρηξης της ΕΕ, ακριβώς επειδή όλες σχεδόν οι χώρες – και σίγουρα οι σημαντικότερες – διαπερνώνται πλέον στο εσωτερικό τους από τις διαιρετικές τομές των ευρωπαϊκών αντιπαραθέσεων. Από την άλλη πλευρά, ο επίσης αναδυόμενος αριστεροφασισμός συνδυάζει τη χαρακτηριστική περιφρόνηση προς τους θεσμούς με μια εξίσου χαρακτηριστική ευκολία ταύτισης της δικής του προσέγγιγης με την «αλήθεια». Οι πρόσφατες ρήσεις του ψευτοθεωρητικού Ζίζεκ περί γκουλάγκ πρέπει να κατανοηθούν ως κάτι σημαντικότερο από τα φληναφήματα ενός γραφικού. Η αυταρχική δυναμική του αριστεροφασισμού είναι παρούσα στη νότια και τη νοτιοανατολική Ευρώπη και – όπως συμβαίνει με τον εθνοφασισμό – ανθίζει όπου μαραίνεται η επιρροή του πραγματισμού. Άλλωστε η δυναμική του αυταρχισμού – όπως την έχει αναλύσει από χρόνια ένας πολιτικός επιστήμονας οξυδερκής και γι αυτό άγνωστος στους Έλληνες διανοούμενους, ο αείμνηστος Amos Perlmutter – παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία, ανεξαρτήτως της πολιτικής φόρμουλας που χρησιμοποιείται κάθε φορά για να την καταστήσει οικεία.

Ο κύβος του Rubik και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις

Ήδη το 2009 είχα εξηγήσει αναλυτικά (σε κεφάλαιο μου στον εμβληματικό συλλογικό τόμο, Reforming Europe: The Role of the Centre-Right, εκδόσεις Springer) ότι μόνο ένας νέος πραγματισμός, που κρατάει αποστάσεις τόσο από την άκριτη αποδοχή της λειτουργίας των αγορών όσο και από τον διεφθαρμένο και καταχρεωμένο κρατισμό μπορεί να οδηγήσει σε λύσεις ήπιας αλλά συστηματικής προσαρμογής σε περιπτώσεις χωρών όπως η Ελλάδα. Ως γνωστόν, η ατολμία της κυβερνητικής ΝΔ συνδυάστηκε με την άνευ ορίων αντιπολίτευση της Αριστεράς και τον προεκλογικό λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ με αποτέλεσμα η βίαιη προσαρμογή να καταστεί τελικά αναπόφευκτη.


Αλλά το ευρωπαϊκό μέλλον είναι εδώ. Μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013, οι εξελίξεις θα επιταχυνθούν. Παρά τις «προβλέψεις» αρκετών, όλα δείχνουν ότι η τραπεζική ένωση θα προχωρήσει στις αρχές του 2014, ενώ οι προτάσεις της Επιτροπής για αλλαγές στη θεσμική αρχιτεκτονική θα κατατεθούν μέχρι τον Μάιο 2014. Πριν τις βρετανικές εκλογές του 2015, η ΕΕ θα έχει εισέλθει σε μια τροχιά τελικής διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ νομισματικής, οικονομικής και πολιτικής ένωσης. Καθώς το υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό σύστημα είναι η αποθέωση του πλουραλισμού (πολιτικού, διαχειριστικού, εθνικού, εθνοτικού, γλωσσικού, πολιτισμικού) θα χρειαστεί μια πολυδιάστατη αντιμετώπιση. Όπως είχα γράψει αλλού, απαιτείται – σαν τον τρισδιάστατο κύβο – πάζλ που επινοήθηκε το 1974 από τον Ernő Rubik – να ξεπεραστεί η σύγχυση που δημιουργείται από κάθε μια διάσταση που κινείται ανεξάρτητα από τις άλλες και να επικρατήσει μια συνολικότερη προσέγγιση στα κενά, τα προβλήματα και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πεδίον δόξης λαμπρόν, για ουσιαστική συνεννόηση αλλά – φευ – και για πραγματική σύγκρουση. Μόνο που η σύγκρουση δεν θα έχει μόνο – ούτε καν πρωτίστως – εθνικές ταμπέλες, όσο και αν πασχίζουν γι αυτό οι ποικίλες εκδοχές του λαϊκίστικου αυταρχισμού (εθνοφασισμού και αριστεροφασισμού) που αναδύονται στην Ευρώπη.