Ο Μεγάλος Μάρξ

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας, ο Karl Heinrich Marx, γεννήθηκε στην πόλη Trier στη Γερμανία στις 5 Μαΐου το 1818 ο Karl Heinrich Marx, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας. Η πρόσφατη επέτειος να δώσω στη δημοσιότητα ένα παλιότερο μου άρθρο πάνω στη σκέψη του, που είχε δημοσιευθεί σε συντομότερη μορφή στο ΒΗΜΑ στις 19 Νοεμβρίου του 2000, με τον τίτλο «Η επικαιρότητα της θεωρίας του Μαρξ». Η αλλαγή του αρχικού τίτλου με είχε αφήσει εμβρόντητο, δεδομένου ότι ο Μαρξ ήταν μεγάλος στοχαστής, πλην όμως η επιστημονική του θεωρία δεν είναι επίκαιρη – όπως δεν είναι εκείνη του Νεύτονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν μεγάλος.  Το αρχικό άρθρο, με τον αρχικό τίτλο και χωρίς τις περικοπές που υπέστη τότε, δημοσίεύεται τώρα.

H προεκλογική του εκστρατεία στις προεδρικές εκλογές του  1992 υιοθέτησε το σύνθημα «It’s the economy, stupid» («προέχει η οικονομία, ανόητε»).  Η επιτηδευμένα απλοϊκή αυτή διατύπωση, θυμίζει μια σημαντική αλήθεια που παραγνωριζόταν πριν την εκφράσει ο Marx με το δικό του τρόπο: την προτεραιότητα της οικονομίας στην κατανόηση των κοινωνικών πραγμάτων.  Η αρχή αυτή παρερμηνεύθηκε από τους επικριτές του Marx  και ακόμα συχνότερα από τους οπαδούς του, που θεώρησαν ότι τα πάντα καθορίζονται από τον οικονομικό παράγοντα «σε τελευταία ανάλυση». Όπως ορθά σημειώνει ο Raymond Aron , δεν υπάρχει «τελευταία ανάλυση» στην ιστορία, διότι δεν υπάρχει ένα έσχατο στάδιο στην αιτιακή αναδρομή προς τα πίσω, όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε ένα ιστορικό φαινόμενο.

 

Πιο συγκεκριμένα , η εξηγητική προτεραιότητα που ο Marx αποδίδει στον οικονομικό παράγοντα εστιάζεται στη σχέση ανάμεσα  σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, όπως είναι ο καπιταλιστικός και πριν από αυτόν ο φεουδαρχικός κλπ. Η θέση του Marx, όπως την εκφράζει αρχικά  στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (1847) και την επαναλαμβάνει αργότερα στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) είναι ότι στην αιτιακή αλυσίδα προέχουν οι παραγωγικές δυνάμεις, στις οποίες σημειώνονται δυναμικές μεταβολές, ιδίως επί καπιταλισμού, οι οποίες ερχόμενες σε αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις που αντιστέκονται στην αλλαγή, προκαλούν επαναστατικές εκρήξεις. Το πολιτικό, ιδεολογικό και πνευματικό «εποικοδόμημα» (ή «υπερδομή») εξαρτάται με τη σειρά του από τη «βάση» (ή  «υποδομή») που αποτελείται από το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων και αντιστοιχεί σ’ αυτό.

To σχήμα αυτό εντοπίζει στις παραγωγικές δυνάμεις την αυτοδυναμική της ανάπτυξης στην ιστορική διαδικασία, εφόσον κάθε διαδοχικός τρόπος παραγωγής – δουλοκτητικός, φεουδαρχικός, καπιταλιστικός – αλλάζει ανάλογα με τις αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις, όπως γράφει ο Marx επανειλημμένα. Όμως, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι αυτή η διαπίστωση αποτελούσε χονδροειδή στρέβλωση της πραγματικότητας. Η ιστορική εμπειρία πόρρω απέχει από το να επιβεβαιώνει ένα τέτοιο σχήμα.

 

Οι δυσκολίες που συναντά το ντετερμινιστικό σχήμα του Marx – και ακόμα χειρότερα, οι εξαμβλωματικές παραμορφώσεις που εισήγαγαν οι ζηλωτές του Μαρξισμού στη σταλινική περίοδο, αντιμετωπίστηκαν τα τελευταία χρόνια με διάφορους τρόπους από ορισμένους θεωρητικούς.

Οι στρουκτουραλιστές Μαρξιστές απέρριψαν τη σχέση «βάσης/εποικοδομήματος», θυσιάζοντας την εξηγητική δύναμη του σχήματος. Από την άλλη μεριά, νεότερες φονξιοναλιστικές εξηγήσεις, όπως του G. A. Cohen (1978) και άλλων εκπροσώπων του αναλυτικού Μαρξισμού, διατηρούν το σχήμα «βάσης/εποικοδομήματος» αναστρέφοντας την αιτιακή σχέση: οι σχέσεις παραγωγής εξηγούνται από τα αποτελέσματά τους στις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες μεγιστοποιούνται υπό αυτές τις σχέσεις, ενώ το νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα σε μια κοινωνία σταθεροποιεί τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Όμως, όπως έδειξαν στις μελέτες τους ο Ted Honderich (1982) και ο  David Conway (1987) , η αναστροφή αυτού του σχήματος καταλήγει σε μια τελεολογία η οποία είναι καταστροφική για το σύστημα του Marx.

Αλλού πρέπει να αναζητηθεί η δύναμη της θεωρίας του Marx και όχι στο ντετερμινιστικό σχήμα του «ιστορικού υλισμού». Και αυτή βρίσκεται αναμφίβολα στην εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού παράγοντα, αρκεί η προσέγγιση αυτή να γίνεται με προσοχή: με την προσοχή που διέκρινε τον Marx-επιστήμονα, τον μεγάλο και για πολλούς άγνωστο Marx και όχι με την ορμή του Marx-προφήτη, που ενέπνευσε πολύ περισσότερους για το καλύτερο και κυρίως για το χειρότερο. Και το κατόρθωμα του Marx-επιστήμονα, όπως επισημαίνει ο Joseph Schumpeter, δεν είναι το κατηγορητήριο που απευθύνει στο κεφάλαιο, αλλά η ανάλυση της λογικής του.

Ο Marx ορίζει τον καπιταλισμό κοινωνιολογικά: θεσμική οργάνωση του ιδιωτικού ελέγχου των μέσων παραγωγής. Όμως, η εξήγηση του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγής είναι οικονομική. Και αντιλαμβάνεται ο Marx τη στενή σχέση ανάμεσα στην λογική και την οικονομία και τη τεράστια εξελικτική σημασία της διάδρασης ανάμεσα στις δύο. Ο ανορθολογισμός ενδίδει αμεσότερα στον ορθολογισμό, όταν έχουμε να κάνουμε με οικονομικές πραγματικότητες. Και αυτό ουδέποτε ίσχυσε περισσότερο από ό,τι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και πάλι ορθά συνέλαβε ο Marx.

Μέσα από αυτό το ευρύτερο πρίσμα, μπορούμε να δούμε την εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου στην ιστορία που πρεσβεύει ο Marx ως τελική υπερίσχυση της οικονομικής λογικής, για να καταλήξει σε ένα πάγιο σχήμα, ένα τρόπο παραγωγής. Εκείνο που ισχύει λογικά, θα υπερισχύσει και στην οικονομία, «τελικά». Ο Marx αναλύει τη λογική του συστήματος. Η εξελικτική του σκέψη ανιχνεύει και τη λογική της ιστορικής διαδικασίας που ανατρέπει τα συστήματα, αλλά  υιοθετεί το «διαλεκτικό» σχήμα του Hegel, με αποτέλεσμα να μην τονίζει το βασικό – που προσπάθησε ώς ένα σημείο να τονίσει ο Engels σε ορισμένα από τα τελευταία του γραπτά- και αυτό είναι ότι η ανάπτυξη της ορθολογικότητας στον άνθρωπο δρα ανατροφοδοτικά στις οικονομικές του δραστηριότητες.

 

Με όλα τα αναπόφευκτα λάθη, ο Marx διείδε καθαρά αυτήν την αλήθεια. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου», αντίθετα από τους «μεταμοντέρνους» συνεχιστές της Μαρξιστικής παράδοσης που αδιαφορούν για τη γνώση,  μιλούσε για την ανάγκη προσεκτικής μελέτης και τόνιζε το 1872,   ότι ο δρόμος της επιστήμης είναι δύσβατος και μόνο όσοι τον διαβούν ώς το τέλος μπορούν να αντικρύσουν τις φωτεινές κορυφές της. Από την άλλη μεριά,  έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα του Marx όσοι Μαρξιστές καταφέρονται κατά του καπιταλισμού ενώ παραμερίζουν εντελώς την ανάγκη να μελετήσουν την οικονομική του λογική. Αρκούνται σε ηθικές καταγγελίες του «νεοφιλελευθερισμού» , της παγκοσμιοποίησης και της αλλοτρίωσης. Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνονται πόσο συντηρητικός είναι ο ρόλος που έχουν επιλέξει, εφόσον με αυτόν τον τρόπο δεν πετυχαίνουν τίποτα εκτός από το να επιβεβαιώνουν τον ρόλο τους ως μέλη ενός ιδεολογικού ιερατείου η δύναμη του οποίου έχει πλέον παρέλθει. Θεωρούν ότι εκείνο που προέχει είναι να δαιμονοποιηθεί η αστική τάξη, να καταδικασθεί η ατομική ιδιοκτησία και να καταπολεμηθεί η λογοκρατούμενη και αλλοτριωμένη κοινωνία – στην οποία επιπροσθέτως τις αποδίδουν ανθρωπόμορφες λειτουργίες, προθέσεις και επιδιώξεις. Λησμονούν ότι ενός πράγματος εστι χρεία, που δίδαξε πρώτος ο Marx: It’s the economy, stupid!


Αριστερός Συντηρητισμός

Γ.  Αρχόντας

Μια κριτική στο άρθρο του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά «Νέα ήθη: έξω χαραμοφάηδες, επίορκοι και λοιποί “ύποπτοι”».

Έχοντας στο παρελθόν την τύχη να έχω τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά καθηγητή έστω και μόνο για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και παραγωγικό εξάμηνο, αισθάνομαι την ανάγκη να ασκήσω ανοιχτή κριτική στο περιεχόμενο και το πνεύμα του πρόσφατου άρθρου του που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 23 Μαρτίου 2013  – ιδίως μάλιστα εφόσον οι θέσεις που εκφράζει εκεί είναι απολύτως χαρακτηριστικές μιας ευρύτερης, εξαιρετικά δημοφιλούς στάσης.Ο Τσουκαλάς ξεκινά λέγοντας ότι η «μεταρρυθμιστική ευχολογία» είναι συχνά κοινότοπη – επίθετο που του επιτρέπει να ξεπεράσει τον σκόπελο της ευθείας απάντησης στο κρίσιμο ερώτημα: ανεξάρτητα από τις όποιες προτάσεις κατατίθενται σχετικά, το ίδιο το μεταρρυθμιστικό αίτημα καθαυτό, είναι ή όχι εύλογο, επίκαιρο, επιτακτικό;Βεβαίως, στην συνέχεια η απάντηση δίνεται, έστω και πλαγίως. Ο δημόσιος τομέας κατά τον Τσουκαλά είναι «πάσχων» εντός-εισαγωγικών. Ή μάλλον: μόνο εντός εισαγωγικών. Και τα εισαγωγικά δεν σταματούν εδώ. Ο αναγνώστης τα συναντά 22 φορές σε 8 παραγράφους – 23 αν μετρήσουμε και τον τίτλο. Είναι προφανές ότι ο Τσουκαλάς διαφωνεί με την έννοια που οι φιλομεταρρυθμιστές δίνουν στις λέξεις – όμως ο ίδιος δεν τις αποκαθιστά. Μάλλον, θεωρεί την σωστή τους εννοιολόγηση αυτονόητη για τον αναγνώστη…Για τον Τσουκαλά λοιπόν, η συζήτηση περί εξυγίανσης του Δημοσίου είναι μάλλον άτοπη. Γράφει:

«Ακόμα κι αν ακούγονται ευλογοφανείς οι κοινότοπες αυτές γενικολογίες μπορεί να είναι υποβολιμαίες και αποπροσανατολιστικές. Ο αποφαντικά μεταρρυθμιστικός λόγος τείνει πάντα να λέει τη μισή μόνο αλήθεια παρακάμπτοντας τις αντιφάσεις που κατ’ ανάγκην ενυπάρχουν σε όλα τα αξιακά και πολιτικά διακυβεύματα. Από τη στιγμή που γίνεται δεκτό πως, για να είναι δυνατόν να λειτουργεί αποτελεσματικά και ορθολογικά ο πάσχων δημόσιος τομέας, θα πρέπει να προσλαμβάνεται και να λειτουργεί ακριβώς όπως και ο υγιής ιδιωτικός, δεν υπάρχουν πλέον αξιακά διλήμματα και ο φαύλος κύκλος τετραγωνίζεται. Η μόνη εγγύηση για την καλή λειτουργία του κράτους είναι να ακολουθεί πιστά τα αγοραία πρότυπα.»

Το μεταρρυθμιστικό αίτημα είναι συνεπώς απλώς μια πρόφαση προκειμένου να εισαχθούν αγοραία πρότυπα στην λειτουργία του κράτους! Και το τίμημα, το εξής:

«Θα πρέπει ταυτόχρονα να υπονομευθούν ή και να αποδυναμωθούν οι συμβολικές και πολιτικές σκοπιμότητας (sic) που σφράγιζαν την ιδέα του δημόσιου τομέα και του δημόσιου συμφέροντος με την ιστορική τους ιδιαιτερότητα. Οι κρατικοί μηχανισμοί καλούνται να λειτουργούν με μόνα κριτήρια την παραγωγική τους αποτελεσματικότητα και τη (μετρήσιμη) «ποσότητα» του παραγόμενου «έργου».»

Ποια είναι λοιπόν κατά τον Τσουκαλά η «ιστορική ιδιαιτερότητα», ποιες είναι οι «συμβολικές και πολιτικές σκοπιμότητες»; Η εξής μία: η εξαίρεση του κράτους από ποσοτικά κριτήρια. Γράφει παρακάτω πως, υπό την αγοραία αντίληψη:

«Η ποιότητα υποκλίνεται στην ποσότητα, η δίκαιη, κριτική και επιεικής στάθμιση αντιφατικών καταστάσεων υποτάσσεται στον αυτοματισμό της παραγωγικής μεγιστοποίησης […] Οι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί είναι απλοί παραγωγοί χρήσιμων υπηρεσιών, ενώ οι πολίτες που τις «χρησιμοποιούν» δεν είναι παρά ορθολογικοί «χρήστες».»

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το παραπάνω απόσπασμα. Ο ένας είναι πως η μέχρι σήμερα παραγόμενη ποιότητα στο Δημόσιο θα υποκλιθεί στον στόχο της ποσότητας. Ο άλλος είναι πως ακόμα κι αν ποιότητα σήμερα δεν παράγεται – ή δεν παράγεται σε ικανοποιητικό βαθμό – ακριβώς επειδή η επιδίωξη ποσοτικών αποτελεσμάτων είναι στόχος ασύμβατος με την επίτευξή της ποιότητας (ισχυρισμός που παρουσιάζεται ως περίπου αυταπόδεικτός!), η τελευταία χάνεται οριστικά ακόμα και ως δυνατότητα. Πάντως, τα προηγούμενα εισαγωγικά στον «πάσχοντα» δημόσιο τομέα, μάλλον γέρνουν την ερμηνευτική ζυγαριά προς το συμπέρασμα πως ο Τσουκαλάς όντως πιστεύει ότι το Δημόσιο σήμερα παράγει ποιότητα!

Και γιατί, κατά τον Τσουκαλά, επιδιώκεται η ποσοτικοποίηση; Για να

«εμφανιστεί ως αναγκαία η κατάργηση της ιστορικής μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων […] Στο μέτρο που ο παράδεισος είναι αντιπαραγωγικός, είναι, μας λένε, απολύτως λογικό και δίκαιο η «αναγκαία» εργασιακή κόλαση να πλήττει όλους υπό ίσους όρους.» Παράδεισος λοιπόν το Δημόσιο, από τον οποίο οι ποσοτικόπληκτοι μεταρρυθμιστές θέλουν να εξορίσουν όσους έχουν την τύχη να τον απολαμβάνουν σήμερα!
Ακολουθεί ένας μάλλον χοντροκομμένος strawman:
«Η μονιμότητα πρέπει λοιπόν να καταργηθεί παντού, η εργασιακή ανασφάλεια να γενικευθεί, η αυθαιρεσία του εργοδότη να θεσμοποιηθεί και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από την εργασιακή πειθαρχία να πατάσσεται αμείλικτα. Ως βλαπτικοί λοιπόν, όλοι οι μη χρήσιμοι είναι αναλώσιμοι. Όπως έλεγε ο Χέρμπερτ Σπένσερ, θα πεθάνουν και είναι καλό να πεθάνουν.»

Όσοι λοιπόν ζητούν να εισαχθούν ποσοτικά κριτήρια στο Δημόσιο (βλέπε: κριτήρια εν γένει), είναι κοινωνικοί δαρβινιστές που θέλουν να πεθαίνουν οι μη χρήσιμοι!

Παρακάτω, συνεχίζει:

«Η καταστατική αυτή προτεραιότητα της αγοραίας αποτελεσματικότητας συνιστά ρήξη με μιαν ολόκληρη παράδοση. Να θυμηθούμε πως μέχρι πρόσφατα οι ισχύουσες διατάξεις του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα θεωρούνταν απολύτως επαρκείς για να απαλλάσσουν το σύστημα από τους «επίορκους» και τους «αργόμισθους».»
Ακόμα μια έμμεση απάντηση για το αν το Δημόσιο είναι πάσχον ή «πάσχον»: Για τον Τσουκαλά οι ισχύουσες διατάξεις του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα είναι απολύτως επαρκείς! Καμία ανάγκη δεν υπάρχει για την αναθεώρησή τους. Άλλωστε,
«οι  ολιγάριθμοι ψευδοτυφλοί της Ζακύνθου παραδόθηκαν στη δημόσια χλεύη με μόνο στόχο να υπονομευθεί το σύστημα υγείας»!

Και βεβαίως, το άρθρο κλείνει με την απαραίτητη, πλην όμως, απολύτως άσχετη με το θέμα κατακλείδα που όλους μας ενώνει:

«Να θυμηθούμε ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ο πρόεδρος Μπους εγκαινίασε μετά βαΐων και κλάδων μια νέα κατηγορία αποδιοπομπαίων, τους «ύποπτους». Απλές «ενδείξεις» ότι μπορεί κάποιος να ενέχεται σε αντισυστημικές ενέργειες αρκούσαν για να εγκλειστεί επ’ αόριστον στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο».»

Όποιος ζητά εξυγίανση του Δημοσίου, κριτήρια αξιολόγησης και λογοδοσίας είναι περίπου ιδεολογικός συνοδοιπόρος του βασανιστή Μπους και οραματίζεται νέα κολαστήρια τύπου Γκουαντάναμο για τους Δημόσιους Υπαλλήλους οι οποίοι αντιστεκόμενοι φυλάνε για λογαριασμό όλων μας τις Θερμοπύλες του εργασιακού παραδείσου, των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και συμβολισμών του κράτους, μιας ολόκληρης παράδοσης.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα ήταν μάλλον παράδοξο ένας διαπρεπής Αριστερός στοχαστής να εκφράζει θέσεις τόσο καταφανώς συντηρητικές, αν αυτό δεν είχε γίνει πλέον ο κανόνας σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τον εγχώριο δημόσιο διάλογο.

Δυστυχώς όμως, η στάση του Τσουκαλά είναι χαρακτηριστική του ιδιότυπου ελληνικού Αριστερού συντηρητισμού: Δεν είναι κατά των ποσοτικών κριτηρίων, της κατάργησης της μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων, των απολύσεων: είναι κατά της αξιολόγησης εν γένει, κατά της λογοδοσίας ως αρχής, κατά της μεταρρύθμισης συνολικά. Τα πράγματα, κατά τον Τσουκαλά, έχουν καλώς – και η προσπάθεια αλλαγής τους, αν δεν είναι πρόφαση για την συνειδητή πρόκληση ζημίας, τουλάχιστον θα έχει αρνητικά αποτελέσματα. Ο Hirschman μάλλον θα εκπλησσόταν αν μάθαινε ότι ο δημόσιος λόγος Ευρωπαίων σοσιαλιστών μπορεί τόσο εύκολα να ταξινομηθεί στην τυπολογία της Ρητορικής της Αντίδρασης που συνέταξε.

Δυστυχώς, η παράδοση της ιδιαιτερότητας που θέλει να διαφυλάξει ο αγαπητός και σεβαστός μου καθηγητής υπερβαίνει τα εργασιακά ήθη του Δημοσίου: αφορά τα ήθη του εν Ελλάδι δημόσιου διαλόγου, τον αποκλεισμό θεμάτων από την δυνατότητα κριτικής ως δήθεν κεκτημένων ή στοιχείων της ιδιοσυστασίας μας, την χρήση ρητορικών τεχνασμάτων στη θέση των επιχειρημάτων, την εξομοίωση των φορέων της αντίπαλης άποψης με τους συλλογικούς μας δαίμονες. Πρόκειται για μια παράδοση προς την οποία – το ομολογώ κι ας θεωρηθώ συνοδοιπόρος του Μπους – δεν τρέφω καμία συμπάθεια.

Για όλα αυτά, η μεταρρύθμιση τόσο στο Δημόσιο, όσο και στον δημόσιο διάλογο είναι, contra Tsoukalam, απολύτως αναγκαία.

Βλέπε ακόμη το πολύ ενδιαφέρον σχετικό άρθρο του Παναγιώτη Καρκατσούλη «Όχι άλλη «μεταρρύθμιση» – Μεταρρύθμιση τώρα!» εδώ


ΔΝΤ Και Ελλάδα

 Γ.  Αρχόντας

English: GFDL picture of F.A. Hayek to replace...

 Released by the Mises Institute. (Photo credit: Wikipedia)

Τι σημαίνει το λάθος στους πολλαπλασιαστές του ΔΝΤ.

Μεγάλη αναταραχή προκάλεσε η ομολογία στελεχών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι το πρόγραμμα για την Ελλάδα έπεσε έξω ως προς τον «δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή» ή, με απλά λόγια, ως προς το ακριβές μέγεθος των συνεπειών των μέτρων λιτότητας στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Κάποιοι μάλιστα έσπευσαν να ερμηνεύσουν αυτές τις δηλώσεις ως απόδειξη της συνολικής αποτυχίας της πολιτικής λιτότητας. Είναι όμως όντως έτσι;

Α. Η υποχρεωτική ανεπάρκεια της μακροοικονομικής προσέγγισης.

Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτοί οι περιβόητοι πολλαπλασιαστές.

Πάνω-κάτω, είναι αυτό που λέει το όνομά τους: σε μια συνάρτηση που συνδέει διάφορες παραμέτρους – μεταβλητές, οι πολλαπλασιαστές (οι συντελεστές στα καθαρά μαθηματικά) προσδιορίζουν το βάρος της επίδρασης της μίας παραμέτρου επί της άλλης· κάτι σαν το χ = 2ψ. Ο συντελεστής, ή πολλαπλασιαστής 2 μας δείχνει ότι το χ αυξάνεται με διπλάσιο ρυθμό από το ψ. Αν το ψ είναι 1, τότε το χ γίνεται 2. Αν το ψ είναι 2, τότε το χ γίνεται 4 και ούτω καθεξής.

Τώρα, οι οικονομικές συναρτήσεις διαφέρουν από τις καθαρά μαθηματικές ως προς το εξής: στόχος τους είναι η αναπαράσταση ενός περίπλοκου φαινομένου – του οικονομικού –  και η πρόβλεψη της εξέλιξής του. Η περιπλοκότητα της οικονομίας έγκειται στο ότι οι επιμέρους εκφάνσεις της είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δισεκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι δρουν βάσει των ατελών πληροφοριών που διαθέτουν επιδιώκοντας τους υποκειμενικούς τους σκοπούς – κι όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα, κάθε δράση ανατροφοδοτεί το σύστημα, δηλαδή επηρεάζει, έστω και κατ’ ελάχιστο, τα μελλοντικά αποτελέσματα.

Αυτό που επιχειρούν να κάνουν οι οικονομολόγοι που ασχολούνται με έννοιες όπως ο πολλαπλασιαστής, είναι να δημιουργήσουν ένα λειτουργικό μοντέλο αυτής της περιπλοκότητας το οποίο θα επιτρέπει την εξαγωγή βάσιμων προβλέψεων. Επιλέγουν λοιπόν κάποιες παραμέτρους από το σύνολο των δισεκατομμυρίων μεταβλητών, σταθμίζουν με δοκιμές και λάθη την μία έναντι της άλλης, και συντάσσουν συναρτήσεις που, όπως ισχυρίζονται, τους επιτρέπουν να διατυπώνουν προβλέψεις[1]. Ως προς αυτό, το ΔΝΤ με τον πχ Βαρουφάκη ή τον Λαπαβίτσα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα: ακολουθούν όλοι την ίδια μακροοικονομική μεθοδολογία.

Από ένα περίπλοκο φαινόμενο λοιπόν, επιλέγονται κάποιες παράμετροι, σταθμίζονται μεταξύ τους και έτσι δημιουργείται ένα απλούστερο μοντέλο υποτίθεται αντίστοιχο: αν κάτι συμβαίνει στο μοντέλο, υποτίθεται ότι το ίδιο θα συμβεί και στην πραγματικότητα. Είναι προφανές όμως ότι, ακόμα και με τις παραδοχές όσων ασπάζονται την μεθοδολογική επάρκεια αυτής της προσέγγισης (υπόθεση κατά της οποίας υπάρχουν πολλές και ισχυρές ενστάσεις[2]), απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να συνεχίσει το μοντέλο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα,είναι η τελευταία να μην αλλάζει ριζικά, να διατηρείται δηλαδή μια ορισμένη κανονικότητα στη λειτουργία της, που εξασφαλίζει ότι η αντιστοιχία της αρχικής παραμετροποίησης συνεχίζει να ισχύει.

Αυτό εξ ορισμού δεν συμβαίνει υπό συνθήκες κρίσης. Ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους οι μεταβλητές αλλάζει και μάλιστα κατά πολύ. Για παράδειγμα, ενώ υπό κανονικές συνθήκες η πληρωμή των τελών κυκλοφορίας θεωρείται σχεδόν βέβαιη, από ένα σημείο και μετά, πολλοί ιδιοκτήτες ΙΧ αποφασίζουν ότι τους συμφέρει περισσότερο να καταθέσουν τις πινακίδες τους. Ενώ υπό κανονικές συνθήκες το πετρέλαιο θέρμανσης θεωρείται ότι έχει μια σχετικά μη ελαστική ζήτηση, από ένα σημείο και μετά πολλοί καταφεύγουν σε εναλλακτικές όπως το ξύλο, το ρεύμα ή τα μπουφάν και τις κουβέρτες. Τέτοιες αλλαγές είναι εξαιρετικά δύσκολο να παραμετροποιηθούν, πόσο μάλλον να προβλεφθούν.

Ο Friedrich Hayek, μεταξύ άλλων στο άρθρο του “The Primacy of the Abstract” [3], τονίζει ότι η αναγκαία αφαίρεση από την περίπλοκη πραγματικότητα κάποιων από τις λειτουργούσες παραμέτρους προκειμένου να δημιουργηθεί ένα απλούστερο μοντέλο, συνεπάγεται αναγκαστικά ότι η πρόβλεψη βάσει των μοντέλων αυτών είναι τουλάχιστον επισφαλής. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της περιπλοκότητας του οικονομικού φαινομένου, υποστηρίζει ο Hayek, οι προβλέψεις μπορούν να είναι μόνο γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα, να αποφαίνονται μοναχά επί των γενικών τάσεων.

Γι’ αυτό λοιπόν, κάθε είδους μακροοικονομική πρόβλεψη – του ΔΝΤ όπως και του Βαρουφάκη – είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πέσει έξω, ιδίως από την στιγμή που η πραγματικότητα την οποία υποτίθεται ότι αναπαριστούν τα μοντέλα της αλλάξει ριζικά, όπως εξ ορισμού συμβαίνει στις κρίσεις.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, σε εποχές κρίσεων οι θεσμοί και κυρίως οι σχέσεις των θεσμών με τους πολίτες αλλάζουν απρόβλεπτα (συχνά μάλιστα δεν λειτουργούν καθόλου), με αποτέλεσμα αυτό που έχει προβλεφθεί με βάση την «κανονική» λειτουργία κάποιου θεσμού να μην πραγματοποιείται. Αυτό το μη καθαρά οικονομετρικό δεδομένο, επηρεάζει προφανώς σε μεγάλο βαθμό τα οικονομικά αποτελέσματα.

Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, όπως χαρακτηριστικά τονίζει πλειστάκις ο Hayek, ένας οικονομολόγος που είναι μόνο οικονομολόγος, δεν είναι καλός οικονομολόγος: όταν κανείς σχεδιάζει οικονομικά προγράμματα ή όταν κάνει σχετικές προβλέψεις, πρέπει να λαμβάνει υπόψη και μη οικονομικά μεγέθη (από τους θεσμούς, μέχρι την πολιτική βιωσιμότητα και την διεθνή συγκυρία), ακόμα και αν αυτά δεν είναι εύκολο, ή είναι εντελώς αδύνατο, να παραμετροποιηθούν αριθμητικά.

Β. Τα επώδυνα μέτρα δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

Συνεπάγεται όμως αυτό ότι τα επώδυνα μέτρα θα μπορούσαν να αποφευχθούν; Αναμφίβολα όχι.

Η κρίση που ζούμε είναι η συνέπεια μιας μακράς περιόδου στρέβλωσης της εθνικής οικονομίας – μιας μακράς περιόδου μη βιώσιμων επενδύσεων του κεφαλαίου (χρημάτων, πρώτων υλών, γνώσεων, ανθρώπινου δυναμικού κτλ).

Τις τελευταίες δεκαετίες, η πρόσβαση σε αφύσικα φτηνό χρήμα αρχικά μέσω πληθωρισμού και στη συνέχεια μέσω δανεισμού που έγινε ακόμα πιο εύκολος μετά και την συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη, κατέστησε εφικτές και επικερδείς επενδύσεις που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν βιώσιμες. Σκεφτείτε για παράδειγμα τις πάμπολλες μπουτίκ ανά οικοδομικό τετράγωνο που πλέον έχουν κλείσει, ή τα μαγαζιά με «είδη δώρων». Το επίπεδο κατανάλωσης, χάρη στην οποία λειτουργούσαν αυτά τα μαγαζιά, εξαρτιόταν από την διαρκή (και διαρκώς αυξανόμενη) διαθεσιμότητα φτηνού χρήματος. Ομοίως, από τα δανεικά χρηματοδοτούταν το Δημόσιο, η οικοδομή (άλλη «ραχοκοκαλιά της οικονομίας»), ο αγροτικός κόσμος κτλ.

Το deficit spending όμως, οι δημόσιες δαπάνες από δανεικά που δημιουργούν έλλειμμα, δεν μπορούν να κρατούν για πάντα. Κάποτε η φούσκα σπάει και τότε όλες αυτές οι λάθος επενδύσεις, που υπό κανονικές συνθήκες είτε δεν θα γίνονταν, είτε θα αποτύγχαναν μία-μία και σε περιβάλλον που θα απορροφούσε τις συνέπειες αυτών των επιμέρους αποτυχιών, έσκασαν όλες μαζί με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Συνεπώς, όποια λύση και αν προκρινόταν για το ελληνικό πρόβλημα – Μνημόνιο, παύση πληρωμών, επιστροφή στη δραχμή, ακόμα και το εκτεταμένο τύπωμα ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –η παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας θα έπρεπε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναγκαστικά να αλλάξει. Κι αυτό σημαίνει ότι σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα πολλοί άνθρωποι θα έχαναν τη δουλειά τους, πολλοί θα έχαναν τα χρήματα που είχαν επενδύσει, η κατανάλωση θα μειωνόταν, οι κοινωνικές συνέπειες θα ήταν βαριές και αισθητές.

Συμπερασματικά: Η επώδυνη διόρθωση των στρεβλώσεων είναι σε κάθε περίπτωση αναπόφευκτη. Και οι συγκεκριμένες προβλέψεις ως προς τις επιμέρους συνέπειες του οποιουδήποτε  προγράμματος αντιμετώπισης της κρίσης είναι αναγκαστικά επισφαλείς, τουλάχιστον στο βαθμό που αφορούν ακριβή μεγέθη. Η μόνη δυνατή πρόβλεψη αφορά τις γενικές τάσεις.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αν το «Μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί», αλλά το πώς το πρόγραμμα θα προσαρμοστεί, ή μάλλον πώς θα προσαρμόζεται διαρκώς, στις αναπόφευκτες μεθοδολογικά αστοχίες της κάθε μακροοικονομικής προσέγγισης. Το πεδίο αναμέτρησης των διαφόρων προτάσεων είναι ο συνδυασμός της διάρκειας, της έντασης και της κατανομής των συνεπειών της διόρθωσης – όχι η αναγκαστικά επώδυνη διόρθωση καθ’ αυτή. Μαγικές λύσεις, δυστυχώς, δεν υπάρχουν.

 


[1] Αναγκαστικά η προσπάθειά τους αυτή υπόκειται στους μεθοδολογικούς περιορισμούς που θέτει το πρόβλημα της “εφαρμοστικότητας της καμπύλης” (curve fitting problem): επιλέγονται διάφορα στοιχεία που χρησιμεύουν ως παράμετροι σε μία συνάρτηση, και επιλέγεται και η ίδια η συνάρτηση – εκείνη που βάσει των στοιχείων παρουσιάζει πειστικότερη εφαρμογή για να γίνει ορθή πρόβλεψη.

[2] Βλέπε χαρακτηριστικά Hayek (1937) Economics and Knowledge, και (1943) The Facts of The Social Sciences στο Hayek (1948) Individualism and Economic Order (σς. 33-76). Chicago University Press.

[3] Hayek (1969) The Primacy of the Abstract στο Hayek (1978) New Studies in Philosophy, Politics, Economics and the History of Ideas (σς. 35-49). London: Routledge


H Mιζέρια Tου Συνδικαλισμού

Δ. Δημητράκος

Το αν είναι ή δεν είναι  αντιπροσωπευτικά της κοινωνίας τα συνδικάτα εξαρτάται ασφαλώς από τη δύναμη που έχουν μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Και είναι γεγονός ότι ο συνδικαλισμός σήμερα δεν έχει τη δύναμη που είχε κάποτε στις βιομηχανικές κοινωνίες.  Έχει υποχωρήσει σε όλες σχεδόν τις βιομηχανικές χώρες και κυρίως στη Γαλλία, όπου το ποσοστό των συνδικαλισμένων επί του συνόλου των εργαζομένων έπεσε από το 25% που ήταν πριν τριάντα χρόνια, σε κάτω του 10% σήμερα.  Αλλά και στη Βρετανία, όπου ο συνδικαλισμός ήταν μαζικότερος έχει υποχωρήσει στα μισά από την εποχή της Margaret Thatcher. Ακόμη περισσότερο έχει μειωθεί η ένταση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων έχει μειωθεί στις ανεπτυγμένες χώρες, προς θλίψη των νοσταλγών εκείνων των καιρών.

Μια σημαντική αιτία της μείωσης της δύναμης των συνδικάτων είναι, ασφαλώς, η ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών στις σύγχρονες οικονομίες, πράγμα που δυσκολεύει πολύ τη στρατολόγηση συνδικαλιστών. Σημαντικός παράγοντας στην αποδυνάμωση του συνδικαλισμού είναι και η μείωση της απασχόλησης ανειδίκευτης εργασίας, που αποτελούσε παραδοσιακά τη ραχοκοκαλιά του συνδικαλιστικού κινήματος.

Μια άλλη αιτία της αποδυνάμωσης του συνδικαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα συνδέεται με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Η μαρξιστική θεωρία ως οδηγός στην πολιτική των αριστερών κομμάτων ατόνησε, ενώ μαζί εγκαταλήφθηκε και η χρήση του συνδικαλισμού ως οργάνου της επανάστασης και παράλληλα, της αντίληψης σύμφωνα με την οποία μια κοινωνική τάξη εκφράζει την κοινωνία ολόκληρη και ότι τα συμφέροντά της αντιπροσωπεύονται από ένα συνδικαλιστικό (ή κομματικό) φορέα. Υπήρχε, βέβαια, εποχή που οι επαγγελματικές ενώσεις εκπροσωπούσαν, κατά κάποιο τρόπο, την  κοινωνία ολόκληρη. Ήταν η εποχή των μεσαιωνικών συντεχνιών, οι οποίες δέσποζαν στην κλειστή οικονομία της εποχής εκείνης.

Σήμερα, όμως, ζούμε στην εποχή των ανοιχτών οικονομιών. Σ’ αυτές το συνδικάτο έχει ένα πεζό και πρακτικό ρόλο. Είναι ένα συλλογικό όργανο διαπραγμάτευσης, που μπορεί να πετύχει καλύτερους όρους για μέλη του. Υπό αυτήν την έποψη, ο μαζικός συνδικαλισμός δεν είναι αποτελεσματικός. Η δυνατότητα «εξωπορισμού» (outsourcing) του κεφαλαίου, με την εξαιρετικά κινητική δυνατότητα που του προσφέρει η παγκοσμιοποίηση, αποδυναμώνει αισθητά τη δύναμη πίεσης που μπορεί να έχει οποιοδήποτε σωματείο εργαζομένων. Γι αυτό και τα σύγχρονα, δυναμικά συνδικάτα δεν είναι «αγωνιστικά»,όπως σημειώνει ο Pierre Rosanvallon, καθηγητής στο Collège de France. Σήμερα, στην  κοινωνία της πληροφορίας, η ενημέρωση γίνεται ατομικά, και οι διαπραγματεύσεις μέσα από ένα πληροφοριακό δίκτυο που συνεχώς ανανεώνεται. Τέτοιο δίκτυο χειρίζεται ο «νέος συνδικαλισμός»: δυναμικότερος, αποτελεσματικότερος, πιο ευέλικτος από τον «παλιό συνδικαλισμό». Ο τελευταίος έχει παρέλθει και ο homo syndicalisticus έχει πεθάνει. Το ότι επιβιώνει στη χώρα μας είναι μια ζωντανή απόδειξη της μετά θάνατον ζωής.

 

 


Απεργίες Και Προσοδοθηρία

Μια ταπεινή πρόταση για ένα προσοδοθηρικό αντικίνητρο

Δημήτρης Δημητράκος

Για άλλη μια φορά ακινητοποιούνται τα πάντα με την απεργία στις συγκοινωνίες. Κάθε συνδικάτο, εδώ και πολλά χρόνια, έχει τη δυνατότητα να εκβιάζει την εκάστοτε κυβέρνηση κρατώντας σε ομηρία το κοινό.  Συνηθέστατα η κυβέρνηση δεν υποκύπτει, αλλά η εθνική ζημία είναι τεράστια.   Και συνηθέστατα οι απεργίες αυτές αφορούν το δημόσιο και όχι τον ιδιωτικό τομέα. Είναι, επιπλέον γνωστό, ότι οι απεργοί δεν χάνουν μεροκάματα, χρησιμοποιώντας διάφορα τερτίπια – δηλώνοντας άρρωστοι (πρόσφατα στο Μετρό), ή βαφτίζοντας την απεργία τους «στάση εργασίας» (δικαστές) κλπ. Η επιτυχία τους βασίζεται στη μονιμότητά τους και στη συμπυκνωμένη εκβιαστική τους  ισχύ σε ορισμένους τομείς. Η «δύναμη βλάβης» που έχουν είναι τεράστια και τη χρησιμοποιούν αδίστακτα για να διαφεντέψουν τα προνόμια τους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ζητείται από πολλούς η άρση της μονιμότητάς τους. Η πρόταση, όμως, αυτή είναι ανέφικτη, διότι κανένα κόμμα στην εξουσία δεν θα τολμούσε να την εφαρμόσει. Επί πλέον, μια σύγχρονη χώρα χρειάζεται ένα σώμα υπευθύνων κρατικών λειτουργών με το προνόμιο της μονιμότητας – τουλάχιστον στα ανώτερα κλιμάκια. Το προνόμιο της μονιμότητας ­ πέρα από την απολαβή ενός ικανοποιητικού μισθού,­ είναι το αντάλλαγμα που χορηγεί η πολιτεία για να μη χάσει τα πολύτιμα στελέχη της στην αγορά εργασίας.

Για να χρησιμοποιήσουμε τεχνική γλώσσα, τα προνόμια που απολαμβάνει ένας δημόσιος υπάλληλος αντιπροσωπεύουν το «κόστος ευκαιρίας» που πρέπει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Αν όμως πληρωθεί περισσότερο από αυτό το «κόστος ευκαιρίας», το πλεόνασμα αποτελεί μορφή οικονομικής προσόδου, δηλαδή μιας πληρωμής πάνω και πέρα από αυτό που χρειάζεται ως κίνητρο για ένα οικονομικό υποκείμενο για να προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες. Και κάθε μορφή οικονομικής προσόδου με αυτή την έννοια είναι αδικαιολόγητη: ­ από τα υπερκέρδη ενός μονοπωλίου ως την προνομιούχο μονιμότητα ενός κλητήρα.

Διορισμοί και προνόμια

Η προσοδοθηρία μικρής ή μεγάλης κλίμακας παίρνει πολλές και διάφορες μορφές στην Ελλάδα: χαριστικές συμβάσεις, υπερκέρδη, αργομισθίες, παρασιτικούς διορισμούς στο Δημόσιο, καθώς και επιδοτήσεις πάσης φύσεως. Το προσοδοφόρο προνόμιο όμως είναι ακριβώς εκείνο που είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητο. Σήμερα αντιστρέφονται οι όροι. Οι πληρωμές και οι διορισμοί όχι μόνο δεν γίνονται κατ’ αξίαν, αλλά θεωρείται επιτυχία ­ και το κυριότερο, θεωρείται θεμιτή η αναζήτηση μιας τέτοιας «επιτυχίας» ­ όταν γίνονται πέρα και πάνω από την αξία ή την καταλληλότητα του ωφελουμένου [1].

Είναι σε όλους γνωστό ότι η ύπατη φιλοδοξία  της πλειονότητας των νέων ήταν μέχρι σήμερα – και συνεχίζεται να είναι- να καταστεί κρατικοδίαιτος διά βίου, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Δημόσιο. Η προσοδοθηρία του έχει εμφυσηθεί από την οικογενειακή του ανατροφή.

Η επικράτηση όμως του προσοδοθηρικού ήθους ­ και η εισβολή στο Δημόσιο ευρύτατων ομάδων που διακατέχονται από αυτό το ήθος, έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτών που αναρωτιούνται πού θα πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση, η οποία μεταξύ άλλων εκτρέφει και την απεργιακή επιτρεπτικότητα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ. Η επιτρεπτικότητα αυτή συνίσταται στην ανοχή που δείχνει η πολιτεία στις απεργιακές κινητοποιήσεις προκειμένου περί κρατικών υπαλλήλων[2]. Η ελληνική οικονομία υφίσταται πάμπολλες ζημιές από απεργίες στον κρατικό τομέα, όπου ο απεργός δεν κινδυνεύει με απόλυση αλλά ούτε καν περικοπές μισθού στη διάρκεια της απεργίας.

 Ένα προσδοθηρικό αντικίνητρο

Η απεργία στο δημόσιο είναι μια βίαιη και συμπυκνωμένη μορφή προσοδοθηρίας, με την έννοια ότι μέσα από αυτή επιζητείται η διατήρηση ή η επέκταση ενός οικονομικού προνομίου (ή ενός προνομίου που είναι μεταφράσιμο σε οικονομικούς όρους). Η πίεση που ασκείται είναι καθαρά πολιτική, διότι η κυβέρνηση προσμετρά το συνολικό κόστος επίλυσης του προβλήματος και το πολιτικό κόστος μη ικανοποίησης του απεργιακού αιτήματος ογκούται υπέρμετρα όταν οι κινητοποιήσεις αυτές… ακινητοποιούν την κοινωνία φράζοντας δρόμους, κάνοντας κατάληψη σε κτίρια κτλ. Και επειδή πάσσαλος πασσάλω εκρούεται θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο… προσοδοθηρικό αντικίνητρο στις απεργίες.

Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η χορήγηση ενός ειδικού πριμ, υπολογισμένου με βάση το ετήσιο κόστος των απεργιών στην ελληνική οικονομία. Αν το κράτος εκχωρήσει ένα κλάσμα αυτού του κόστους, ας πούμε 20%, η κοινωνία θα έχει κέρδος, πληρώνοντας σχετικά φθηνά για ένα «δημόσιο αγαθό» ή μάλλον θα εξαγοράζει σε αρκετά καλή τιμή το κόστος ενός «δημόσιου κακού».

Το πριμ αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή συλλογικού επιδόματος εργασιακής παρουσίας ,  που θα χάριζε το κράτος σε εκείνους τους εργαζομένους που θα έχουν συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ημερών εργασίας ως το τέλος του έτους. Δεν το «δικαιούνται» αυτό το επίδομα. Δεν είναι μέρος του μισθού τους. Δεν τους το χρωστάει κανείς. Δίδεται χαριστικά σε εκείνους που ευδοκίμως υπηρέτησαν για αυτό το διάστημα. Δεν δίνεται σε εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο, που μπορεί να είναι και δική τους επιλογή η οποία δεν αποκλείεται και να τους τιμά, αποποιούνται αυτό το επίδομα, συμμετέχοντας σε μια δίκαιη ίσως και ηρωική απεργία. Στην περίπτωση αυτή δεν συμμετέχουν στη μοιρασιά του συλλογικού αυτού επιδόματος. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των απεργών τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μερίδα του επιδόματος που θα εισπράξει ο μη απεργός.  

Και είναι αρκετά δύσκολο, αλλά συγχρόνως αξιέπαινο και ηρωικό, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες νοοτροπίες, να θελήσει κανείς να παραιτηθεί ενός επιδόματος, που όχι μόνο δεν θα εισπράξει αν απεργήσει, αλλά θα πάρει άλλος στη θέση του και εις βάρος του.  Ο μη απεργός γίνεται «προσοδοθήρας» ωφελημάτων που θα αντλήσει από τις θυσίες των άλλων, δηλαδή, των απεργών. Υπό το σημερινό καθεστώς, ο απεργός στο δημόσιο επιβραβεύεται ως «λαθρεπιβάτης» (free rider), όπως ονομάζεται στη σύγχρονη οικονομία αυτός που απολαμβάνει ένα αγαθό χωρίς να πληρώνει. Με το μέτρο αυτό, ο free rider θα είναι ο μη απεργός, εισπράττοντας το πριμ μη αγωνιζόμενος.

Το μέτρο αυτό σώζει και την τιμή των απεργών στο δημόσιο οι οποίοι αντιμετωπίζονται σήμερα ως «τζάμπα μάγκες», εφόσον δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτε. Από τη στιγμή που, χωρίς να χάσουν τίποτε από τον μισθό τους ή την ίδια τους τη θέση στο δημόσιο, τους δίδεται η ευκαιρία να αποποιηθούν εθελοντικά ένα πλεονέκτημα «για την τιμή των όπλων», κανένας δεν θα μπορεί να τους ψέξει για «τζάμπα μαγκιά». Ισα – ίσα, η αποποίηση αυτή θα τους τιμά. Θα αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία της μαγκιάς τους. Αυτή μπορούν να την αποδείξουν άλλωστε… απεργώντας κατά του μέτρου αυτού, αν και εφόσον υιοθετηθεί[3].


[1] Γι αυτό και οι διαμαρτυρίες που εκφράζονται για τους μη αξιοκρατικούς διορισμούς π.χ. σε ΔΕΚΟ, είναι μάταιες, από τη στιγμή που η επικρατούσα κουλτούρα και τα τρέχοντα ήθη επιβραβεύουν την αναξιοκρατία: όσο λιγότερη η πραγματική καταλληλότητα  κάποιου διορισμένου, τόσο μεγαλύτερη η «αξία» του ως μάγκα, καταφερτζή, κλπ.

[2] Όπως είναι γνωστό, απεργίες στον ιδιωτικό τομέα, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται.

[3] Θα είναι ηθικά δύσκολο για αυτούς τους συνδικαλιστές να αποδυθούν σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις» για …να μην πάρουν ορισμένοι από αυτούς ένα επίδομα!


Η Πολιτική Χωρίς Αυταπάτες

Γιώργος Αρχόντας

James M. Buchanan (1919 -2013).

Η είδηση του πρόσφατου θανάτου του James Buchanan (βραβείο Νόμπελ Οικονομικών 1986) είναι μάλλον βέβαιο πως θα περάσει σχετικά απαρατήρητη στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, το έργο του είναι ποιοτικά, αλλά και ποσοτικά τεράστιο[1]. Άλλωστε, το έργο του εκλιπόντος, το οποίο εντάσσεται στα πεδία της Θεωρίας της Δημόσιας Επιλογής, των Δημόσιων Οικονομικών και των Συνταγματικών Οικονομικών (πεδίο που ουσιαστικά ο ίδιος εγκαινίασε), παραμένει σε ό,τι αφορά τη χώρα μας ουσιαστικά ανεξερεύνητο, όχι μόνο για το ευρύ κοινό, αλλά εν πολλοίς ακόμη και μεταξύ των Ελλήνων οικονομολόγων και εν γένει κοινωνικών επιστημόνων Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μελέτη του μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην εξήγηση εξαιρετικά σημαντικών πτυχών της ελληνικής παθογένειας που εντέλει οδήγησαν στην παρούσα κρίση, όσο και να προειδοποιήσει έναντι διαχρονικά δημοφιλών, αλλά και διαχρονικά επικίνδυνων, πολιτικών προτάσεων[2]..

Ο Buchanan, μαζί με τον συχνό του συνεργάτη Gordon Tullock, συνέβαλε όσο λίγοι στην απομάγευση της πολιτικής μέσα από την ρεαλιστική οριοθέτηση των πραγματικών της δυνατοτήτων και τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων για την υλοποίησή τους. Σε όσους, οικονομολόγους και μη, πρότειναν κατά καιρούς «εύκολες και απλές λύσεις» για τη διόρθωση των εν κοινωνία δεινών από την πολιτική, ο Buchanan τόνιζε ότι οι προτάσεις πολιτικής δεν μπορεί να γίνονται ως εάν να απευθύνονταν σε έναν πανάγαθο, πεφωτισμένο ηγεμόνα. Αντιθέτως, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τη δομή των θεσμών, των ατομικών συμφερόντων και των κινήτρων, εντός της οποίας λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις.

Τα άτομα κατά τον Buchanan επιλέγουν μεταξύ εναλλακτικών, τόσο στο πεδίο της οικονομίας, όσο και στο πεδίο της πολιτικής· και επιδιώκουν και στα δύο αυτά πεδία να προσποριστούν αγαθά, υλικά ή άυλα, στα οποία αποδίδουν αξία. Το ότι οι επιμέρους ατομικές δράσεις μπορούν να συντονιστούν αρμονικά μεταξύ τους δεν είναι αυτονόητο ούτε στην οικονομία, ούτε στην πολιτική. Εξαρτάται από το εκάστοτε θεσμικό πλαίσιο, που προσδιορίζει το εύρος, αλλά και τα μέσα των θεμιτών διεκδικήσεων.

Απέναντι στην κεϋνσιανή υπεραισιοδοξία, που ευαγγελίζεται ότι οι κρατικές δαπάνες για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την τόνωση της κατανάλωσης είναι η λύση στις εκάστοτε οικονομικές υφέσεις, ο Buchanan, όπως και οι διανοητικά συγγενείς του εκπρόσωποι της Αυστριακής Οικονομικής Σχολής, υπήρξε εξαιρετικά επιφυλακτικός και έντονα κριτικός. Οι προειδοποιήσεις του εμπειρικά επιβεβαιώθηκαν: οι δομές που δημιουργούνται από τα κεϋνσιανά προγράμματα, τόσο στην πλευρά της διαχείρισης των κρατικών πόρων, όσο και στην πλευρά της απορρόφησής τους, διεκδικούν και εντέλει πετυχαίνουν την διαρκή τους γιγάντωση, δημιουργώντας φαύλους κύκλους που οδηγούν σε κρίσεις και υφέσεις. Ακόμη χειρότερα, επιβεβαιώθηκε η προειδοποίησή του ότι, χωρίς ένα κατάλληλο περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο, οι γενιές του σήμερα θα διεκδικήσουν και θα πετύχουν τον προσπορισμό αγαθών εις βάρος των μελλοντικών γενεών, με πολιτικές χρηματοδότησης των δαπανών μέσω του ελλείμματος[3].

Η ανάλυση του Buchanan δεν προϋποθέτει υποκείμενα δράσης αγαθά ή φαύλα, αλλά απλώς ανθρώπους που επιδιώκουν τις ατομικές στους στοχεύσεις στο πλαίσιο των υφιστάμενων θεσμικών περιορισμών. Ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει διαφθορά, η λογική της κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε χιονοστιβάδες που δύσκολα ανακόπτονται. Οι πολιτικοί επιδιώκουν την εκλογή ή την επανεκλογή τους. Οι φορείς της διοίκησης διεκδικούν την διαρκή αύξηση των προϋπολογισμών των τομέων δράσης για τους οποίους είναι υπεύθυνοι – και άρα της σημασίας των ίδιων. Οι ευνοούμενοι από τις κρατικές παροχές ζητούν τη συνέχιση και τη  διαρκή τους αύξηση, αίτημα στο οποίο ενώνουν τη φωνή τους και όσοι δεν ευνοούνται στην εκάστοτε συγκεκριμένη στιγμή, αλλά το επιθυμούν. Όταν αυτοί οι πόλοι βρουν διαδρόμους επικοινωνίας – και η διαπραγμάτευση της ψήφου είναι ο απλούστερος απ’ αυτούς – ο καταστροφικός δρόμος της προσοδοθηρίας έχει ήδη ανοιχτεί[4].

Ο Buchanan δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει ότι οι πολιτικές προτάσεις πρέπει να έπονται της κατανόησης των σχέσεων μεταξύ του ατόμου και του κράτους· ότι το πλαίσιο λήψης των πολιτικών αποφάσεων και εφαρμογής των πολιτικών είναι πολύ σημαντικότερο από τις ίδιες τις επιμέρους προτάσεις. Σ’ αυτό το πεδίο, το συνταγματικό με την ευρεία έννοια, είναι που πρέπει να επικεντρώνονται οι προτάσεις μεταρρύθμισης που αποσκοπούν στο να καταστήσουν συμβατά μεταξύ τους τα σχέδια των ατόμων που απαρτίζουν μια κοινωνία[5].  Η σχέση των παραγράφων που προηγήθηκαν με την ελληνική πραγματικότητα είναι μάλλον προφανής.

Με μόλις ένα βιβλίο του Buchanan μεταφρασμένο στα ελληνικά[6], είναι μάλλον άτοπη η ευχή να γίνει ο θάνατός του η αφορμή ενός ευρέος και παραγωγικού διαλόγου για το έργο του. Όμως, δεδομένου του πόσο πιεστικά αναγκαίο είναι να ενσωματωθούν τα πορίσματά του στο μεταρρυθμιστικό αίτημα για την Ελλάδα μετά την κρίση, πρόκειται για μια ευχή που αξίζει να συμβάλει κανείς για την πραγματοποίησή της.

 


[1] Το συνολικό έργο του μεγάλου οικονομολόγου έκδόθηκε σε 19 τόμους, σε επιμέλεια των συνεργατών του Geoffrey Brennan, Hartmut Kliemt Robert D. Tollison (1999) The Collected Works of James M. Buchanan. Indianapolis: Liberty Fund.

[2] Βλ. Ένα μεγάλο μέρος του έργου του James Buchanan είναι προσβάσιμο εδώ: http://www.econlib.org/library/Buchanan/buchCContents.html

[3]Βλ.. James M. Buchanan  & Richard E. Wagner (1977) Democracy in Deficit. The Political Legacy of Lord Keynes. San Diego, Ca. : Academic Press.

[4]Η προσοδοθηρία μπορεί να οριστεί ως η χρήση πόρων με σκοπό την χωρίς ανταπόδοση μεταβίβαση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών από ορισμένα πρόσωπα προς τον προσοδοθήρα, με βάση κάποια απόφαση, η οποία προέρχεται από μια ακολουθούμενη πολιτική. Ο όρος «προσοδοθηρία» (rent seeking) πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την Anne Krueger, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον  Gordon Tullock Βλ. A.O. Krueger (1974) ‘The Political Economy of the Rent-Seeking Society’. Στο American Economic Review, 64, σ. 291- 303 και Gordon Tullock (1993)  Rent  Seeking. Cambridge: Edward Elgar. O James Buchanan έχει κάνει μια σημαντική ανάλυση της της έννοιας της προσοδοθηρίας σε αντιδιαστολή προς εκείνη του κέρδους. Βλ.   James Μ. Buchanan (1980) ‘Rent Seeking and Profit Seeking’  .   James Μ. Buchanan, Robert D. Tollison, and Gordon Tullock (Eds) Toward a Theory of the Rent-Seeking Society. College Station: A&M University Press, pp. 3-15.

[5] James M. Buchanan  & Gordon Tullock  (1962, 1996) The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy.  Ann Arbor: University of Michigan Press.

[6] Το έργο των James Buchanan και Gordon Tullock The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy (1958), κυκλοφορεί στα ελληνικά ως Ο λογισμός της συναίνεσης: Τα λογικά θεμέλια της συνταγματικής δημοκρατίας, σε μετάφραση του Ιορδάνη Παπαδόπουλου και επιμέλεια της σειράς Ηλία Κατσούλη από τις εκδόσεις Παπαζήση (Αθήνα, 1999).


Ευνοιοκρατία: τι είναι και πως λειτουργεί

Δ.  Δημητράκος

Ευνοιοκρατία, όπως ο καθένας ξέρει, είναι η μεροληπτική προτίμηση των «ημετέρων» από μια κυβέρνηση, η ρουσφετολογική /αναξιοκρατική απονομή δημόσιας θέσης. Αλλά στο παρελθόν αυτή η πρακτική ήταν οριακή. Ο εκάστοτε υπουργός ή πρωθυπουργός είχε ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας να τοποθετήσει μερικά από «τα δικά μας παιδιά» και να προωθήσει ορισμένους έμπιστους δικούς του ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά. Και πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτό ήταν και είναι αναπόφευκτο στην πολιτική. Η ευνοιοκρατία, όμως, γίνεται σύστημα εξουσίας όταν (i) ο αριθμός των ευνοιοκρατικώς διοριζομένων ξεπερνά μια κρίσιμη μάζα  (ii) η απόκτηση πολιτικής εύνοιας είναι απαράβατος όρος για να πετύχει κανείς ό,τιδήποτε  και  (iii) όταν το πολιτικό σύστημα θεσμικά προβλέπει θεσμικά παρασιτικές θέσεις και υπηρεσίες για να εξασφαλίζονται ευνοιοκρατικές ανάγκες.

Φτάνουμε, δηλαδή, στο σημείο, όχι μόνο να δημιουργούνται ad hoc θέσεις και υπηρεσίες για να βολεύονται «ημέτεροι», αλλά και να προβλέπονται θεσμικά, διότι χωρίς αυτές δεν μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα. Θυμάμαι ότι σε κουβέντα που είχα προ πολλών ετών με γνωστό μου που μόλις είχε αναλάβει το Υπουργείο Παιδείας, μου είχε πει ότι πρώτο μέλημά του ήταν να «γεμίσει» τις 40 (ή 50, δεν θυμάμαι καλά) θέσεις που του έδιναν : συμβούλους, γραμματείς, κλητήρες και άλλους παρατρεχάμενους, εκπροσώπους σε διεθνή ή ευρωπαϊκά όργανα κλπ. Τα πόστα αυτά είναι κατά το πλείστον, παρασιτικά, φυσικά. Έπρεπε να πληρωθούν, αλλιώς θα τα «έχανε»!

Υπό καθεστώς ευνοιοκρατίας, η πλήρωση των θέσεων δεν γίνεται με αφετηρία την ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλου προσώπου για μια ορισμένη υπηρεσία, αλλά την επιλογή πόστου για πρόσωπο που είναι στη λίστα, στη νομενκλατούρα. Και φυσικά, υπάρχουν και ορισμένα  υψηλά «πόστα-ψυγεία»: κάποια υψηλά αμειβόμενη θέση, κατά προτίμηση στο εξωτερικό, όπου ο ευνοούμενος μπορεί να πάει για ένα διάστημα, που την δέχεται ως consolationprize από τη στιγμή που δεν υπουργοποιείται, αλλά δεν εκδιώκεται. Μπορεί να γίνει ευρωβουλευτής ή πρέσβης «εκ προσωπικοτήτων», όπως κάποτε είχε στείλει ο Α. Γ. Παπανδρέου στη …Βενεζουέλα κάποιο «δικό του» που τα είχε κάνει θάλασσα ως πρέσβης στις Βρυξέλλες. Τάχα οι ανάγκες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απαιτούσαν «ειδικούς χειρισμούς» στη Βενεζουέλα την εποχή εκείνη, που μόνο κάποιος έμπιστος του πρωθυπουργού μπορούσε να χειριστεί. Αυτή η θέση είχε καλυφθεί ειδικά γι αυτήν την περίπτωση το 1984, όπως και η θέση του πρέσβη στο Λονδίνο την ίδια εποχή, από πρόσωπο κοντά στον Α.Γ.Π. και ξένο προς τη διπλωματική υπηρεσία. Το ίδιο συνέβη – και συμβαίνει κάθε τόσο με τη θέση πρέσβη στην Unesco. Χώρια από το γεγονός ότι δεν παρίσταται ανάγκη να υπάρχει πολυπληθής αντιπροσωπεία της Ελλάδας εκεί, και μάλιστα θέση πρέσβη, (με πανάκριβη κατοικία στη διάθεσή του), η αποστολή αυτή πολύ σπάνια καλύπτεται από πρόσωπο που προέρχεται από το διπλωματικό σώμα. Συνηθέστατα δίδεται ευνοιοκρατικά σε πρόσωπο που δεν μπόρεσε το κυβερνών κόμμα να βολέψει αλλού. Του παρέχεται, έτσι, μια υψηλά αμειβόμενη αργομισθία στο Παρίσι – μέρος στο οποίο περνάει καλύτερα από ότι θα περνούσε ως νομάρχης  Κιλκίς.

Αυτές οι θέσεις καταλαμβάνονται με ευνοιοκρατική παρέμβαση, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να καλύπτονται από τις υπηρεσίες που θεσμικά προβλέπονται, από το Υπουργείο Εξωτερικών, κατά κύριο λόγο. Υπάρχουν και άλλες που έχουν δημιουργηθεί επί τούτω, ως «θέσεις ψυγεία», που δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης, παρά μόνο το βόλεμα των εκάστοτε «ημετέρων».

Μία από αυτές είναι η μόνιμη Ελληνική αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ (Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), στο Παρίσι, βέβαια. Στη θέση αυτή τοποθετείται πάντα μέλος της νομενκλατούρας που δεν μπορεί να πάρει (ή του έχει αφαιρεθεί) η θέση του/της υπουργού και πρέπει να του/της δώσουν «κάτι». Η Ελλάδα είναι μια πολύ μικρή χώρα και  ο ΟΟΣΑ είναι οργανισμός πλουσίων χωρών που δεν έχει ρυθμιστικό ρόλο, αλλά μάλλον βοηθητικό στο επίπεδο πληροφόρησης και συνεννόησης μεταξύ των 34 μελών του. Δηλαδή, η σχέση οφέλους/κόστους διατήρησης μιας πολυδάπανης αντιπροσωπίας εκεί, όπου η επιρροή της Ελλάδας είναι ελάχιστη έως μηδενική, θα έπρεπε προ πολλού να είχε πείσει τους διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής να είχε κλείσει αυτό το μαγαζί. Βεβαίως, μια τέτοια απόφαση θα προσέκρουε σε μια γενικότερη τάση μεγαλομανίας που  αποπνέει η Ελληνική παρουσία στο εξωτερικό: η ιδέα ότι κάθε ακριβοπληρωμένη θέση και υπηρεσία στο εξωτερικό επιτελεί σπουδαίο έργο, από το οποίο η Ελλάδα αποκομίζει υποτιθέμενα μεγάλα οφέλη, στο πλαίσιο μιας politiquedegrandeur που εγκαινίασε ο Charles De Gaulle στην προ πεντηκονταετίας Γαλλία…   Κυρίως, όμως, η απόφαση κατάργησης ή, έστω, περιορισμού, τέτοιων θέσεων και υπηρεσιών, βρίσκει εμπόδιο στο δομικό ρόλο που παίζει στη λειτουργία του παράλογου και παρακμιακού πολιτικού συστήματος που τις δημιουργεί και τις διατηρεί. Είναι το σύστημα που στηρίζεται στην εύνοια, παράγει και αναπαράγει την ευνοιοκρατία και κοντά σ’ αυτήν, την αδιαφάνεια και τη διαφθορά.