Ο Λαϊκισμός και τα Όρια του

Screenshot_1

 

Τα προβλήματα που συσσωρεύονται εδώ, στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής είναι τεράστια – όχι μόνο για μας, αλλά και για τον κόσμο και η επίλυσή τους δεν εξαρτάται από την εφαρμογή μιας απλής φόρμουλας. Πολύ συχνά νομίζεται ότι ο Γόρδιος Δεσμός «λύνεται» με τον τρόπο που επέλεξε ο Αλέξανδρος. Τις περισσότερες φορές δεν λύνεται καθόλου ή λύνεται με την υπομονητική μέθοδο των δοκιμών και λαθών (trial and error), με τη διπλωματία «μικρών βημάτων», με τις αλλεπάλληλες και συχνά άγονες συζητήσεις, με προσπάθειες που συχνά αποτυγχάνουν  αλλά πετυχαίνουν πολλές, μικρές βελτιώσεις του κόσμου μας. Η πρόοδος δεν είναι το αποτέλεσμα θεαματικών γεγονότων , αλλά κυρίως μικρών αλλαγών. Αυτό οφείλεται στο ότι σε τελική ανάλυση υπερισχύει ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ο ανθρώπινος Λόγος: μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν η παρουσία λαϊκιστικών κινημάτων είναι απειλητική ή και κυρίαρχη: περιπτώσεις Trump, Orban, Τσίπρα, Le Pen, Podemos. Eκφράσεις πολιτικού τσαμπουκά, που εμπνέουν πολλούς, αλλά το «προσδόκιμο» διάρκειας τους είναι περιορισμένο. Τα κινήματα αυτά εκτρέφονται από το ότι παραμένουν άλυτα ορισμένα βασικά προβλήματα πολλών κοινωνικών ομάδων και την απατηλή ιδέα ότι μπορούν να λυθούν με μια «μονοκονδυλιά» από πολιτικές δυνάμεις που διαθέτουν την κατάλληλη «βούληση».  Συχνά, μέσα στο πρόγραμμα τέτοιων κινημάτων είναι η επιστροφή σε μαζικές μορφές κλειστής κοινωνίας, που εξασφαλίζουν την ενότητα μέσα από δεσμούς ιδεολογικής ή θρησκευτικής ακεραιοφροσύνης.

Ακόμα και όταν αυτό επιτυγχάνεται, η κοινωνία που στο μεταξύ αναπτύσσεται, διαμορφώνει απαιτήσεις οι οποίες δεν ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα την απειλή ή την πραγματοποίηση ενδόρρηξης του συστήματος (π.χ. Αν. Ευρώπη 1989-92) ή  την βήμα-προς-βήμα μετάλλαξη, αν το κοινοβουλευτικό σύστημα προσφέρει αυτή την ευκαιρία, όπως συνέβη στη Βενεζουέλα, αλλά και στο Ιράν.

Οι πρόσφατες εκλογές εκεί ενίσχυσαν τον μεταρρυθμιστή Χασάν Ροχανί, ο οποίος πήρε και τις 30 έδρες στην Τεχεράνη. Ακόμα και το συντηρητικότερο τμήμα της περσικής κοινής γνώμης επιθυμεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Σήμερα γίνονται παντού γνωστοί και επιθυμητοί οι καρποί της ανάπτυξης- και πόσο μάλλον στο Ιράν που είναι μια σημαντική αναδυόμενη οικονομία, η οποία έχει πληρώσει ακριβά το τίμημα της απομόνωσής της και του πυρηνικού τσαμπουκά που θέλησε να επιδείξει επί σειρά ετών.

Πολιτικό τσαμπουκά, βεβαίως, πουλάει και ο Donald Trump. Δεν διαφέρει σε βαθμό άγνοιας και αφέλειας από τον λαϊκίστικο πολιτικό λόγο που απαντάται σε όλη την Ευρώπη σήμερα · που κυριαρχεί στα μπαράκια του Λονδίνου, του Μονάχου ή του Γκρατς, στα καφενεία της Αθήνας ή άλλης βαλκανικής πόλης. Είναι ο πολιτικός λόγος που συνίσταται στην προσφορά απλών λύσεων σε σύνθετα προβλήματα, της λύσης Γόρδιων Δεσμών με τον ελβετικό σουγιά που κατέχει ο επίδοξος λύτης. Και φυσικά, πείθει τους αδαείς και παραμυθιάζει τους πολιτικά αναλφάβητους, κερδίζοντας όλο νέο έδαφος: η μαζική πολιτική βλακεία έχει τη δική της αυτοδυναμική. Με τη διαφορά ότι έχει ένα όριο κι αυτή.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, το όριο αυτό είναι η εμπιστοσύνη στους αμερικανικούς θεσμούς που έχει, σε τελευταία ανάλυση ο ψηφοφόρος. Μπορεί να μένει ανικανοποίητος από τη λειτουργία τους – πράγμα που εξηγεί το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο του λαϊκισμού στην αμερικανική ιστορία. Αλλά ο φόβος αφανισμού τους από ανεξέλεγκτες αντιθεσμικές δυνάμεις συσπειρώνει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων προς αποτροπή αυτού του φαινομένου. Με αυτή την έννοια, το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης διαθέτει άτυπους μεν, αποτελεσματικούς δε, σταθεροποιητικούς ρυθμιστές που το προστατεύουν από θεσμική εκτροπή η οποία μπορεί να προέλθει από θερμοκέφαλους αν πάρουν το πηδάλιο της εξουσίας στα χέρια τους. Το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι αρκετά διαιρεμένο ως προς τον Trump, ενώ το προβάδισμα της Clinton  έναντι του λαϊκιστή Sanders είναι δεδομένο.

Αν θέλουμε να δούμε, όμως, τα όρια του λαϊκισμού, δεν αρκεί να σταθούμε στα τελευταία γεγονότα για να ανακαλύψουμε γενικές «τάσεις». Πρέπει να ανακαλύψουμε τα φυσικά του όρια. Και αυτά βρίσκονται στο ότι, υπό συνθήκες παγκοσμίωσης της πληροφορίας, αλλά και των απαιτήσεων των ανθρώπων, η ικανοποίηση που προσφέρει ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, ακόμα και στο φανατικότερο θιασώτη του, είναι μικρή και βραχύβια. Και έχει μεγάλο κόστος για αυτόν. Η εθνική περιχαράκωση, η ξενοφοβία, ο κρατισμός, ικανοποιούν τον λαϊκιστή, αλλά αργά ή γρήγορα – και μάλλον γρήγορα, τις μέρες μας – πληρώνει το λογαριασμό: φτώχια, αυταρχισμός, ανασφάλεια, απομόνωση.

Η αχίλλειος πτέρνα του λαϊκισμού βρίσκεται στην ταχύτητα της πληροφόρησης σήμερα. Αυτή δίνει την δυνατότητα σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων στον κόσμο να μαθαίνουν ταχύτατα από λάθη εκτίμησης που έχουν ή που θα μπορούσαν να είχαν διαπράξει. Δεν είναι, επομένως, μόνο το γεγονός ότι είναι βραχύβια η ικανοποίηση που νιώθει ο λαϊκιστής από την επικράτηση των πολιτικών με λαϊκίστική ατζέντα· είναι η επίγνωση, πλέον, ότι το κόστος αυτής της ατζέντας είναι βαρύτερο από ό,τι φαίνεται αρχικά. Άμα αυτό γίνεται αντιληπτό αρκετά γρήγορα, ο λαϊκισμός ως πολιτική δύναμη αποτυγχάνει και δεν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση – περίπτωση Farage και πιθανότατα Trump.

Μπορεί, όμως, να νικήσει και να αναλάβει τη διακυβέρνηση · όμως, γρήγορα απογοητεύει και αναγκαστικά βρίσκει τρόπους υποχώρησης, μη μπορώντας να επιβάλει ένα καθεστώς τύπου Κιμ Τζόνγκ-Ουν. Διότι πόσο καιρό μπορεί κανείς να τρέχει χαμογελαστός καβάλα σε μια τίγρη; Ιδίως αν η πείνα της τίγρης αυξάνεται λεπτό προς λεπτό;


Ισλάμ: Η Πλάνη Της Επαγωγής

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Όλοι σφάλλουμε πιστεύοντας στη «σιγουριά» που μας προσφέρει ο επαγωγικός συλλογισμός: η γενίκευση από το μερικό στο γενικό, και από την ιδέα ότι στο μέλλον θα γίνουν τα πράγματα όπως στο παρελθόν. Π.χ., αν μέχρι τώρα όλοι οι παρατηρημένοι κύκνοι ήταν άσπροι, αυτό σημαίνει ότι όλοι  οι κύκνοι είναι άσπροι. Λάθος, βέβαια, εφόσον υπάρχουν και μαύροι.

Είναι πολύ εύκολο και ανθρώπινο να πιστέψει κανείς στην υπερφυσική, μυστηριώδη, θεϊκή προστασία του, αν πηγαίνει από νίκη σε νίκη. Οι Βυζαντινοί πίστεψαν μετά από επανειλημμένες σωτηρίες της Κωνσταντινούπολης από πολιορκίες και επιδρομές, ότι ήταν θεοφύλακτη. Παραλογισμός; Τρέλα; Όχι. Απλή επαγωγική πλάνη. Επαγωγική χρήση της Ιστορίας για να προβλεφθεί το μέλλον.

Τώρα ας κοιτάξουμε την ιστορική εμπειρία του Ισλάμ. Μεταξύ 622 και 750 μ.Χ. οι αρχικά ελάχιστοι οπαδοί του Προφήτη είχαν εξαπλωθεί μαζί με την Νέα Πίστη που εξάγγειλαν, από τη Μέκκα και τη Μεδίνα, στο σύνολο της Αραβικής Χερσονήσου, είχαν κατακτήσει τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Ανατολία, την Περσία, τη ΒΔ Ινδία, την Αίγυπτο, όλη τη Β. Αφρική, όλη την Ιβυρική Χερσόνησο και μέρος της Ν. Γαλλίας. Πώς να μην πιστέψουν βαθιά στην ιστορική και μεταφυσική αναγκαιότητα της παγκόσμιας εξάπλωσής τους;

Map of expansion of Caliphate

Επέκταση του Χαλιφάτου 622-755 μ.Χ.

Η επαγωγική αυτή σκέψη είχε επανειλημμένες επιβεβαιώσεις και αργότερα, εφόσον το Ισλάμ κατέκτησε τη  Μαλαισία, την Ινδονησία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία, μέχρι και μέρος της σημερινής Κίνας…  Αλλά σταμάτησε κάποια στιγμή. Οι αιτίες μαζικών προσχωρήσεων σε ένα θρήσκευμα είναι εξαιρετικά σύνθετες. Δεν αρκεί η παρατήρηση μιας γενικής «τάσης», ενός «ρεύματος» που παρασύρει τα πάντα. Αλλά αυτός που πηγαίνει με το ρεύμα ή που εντυπωσιάζεται από αυτό,  καταλαμβάνεται από ισχυρό συναίσθημα στέρησης και αγανάκτησης όταν βλέπει να ματαιώνονται οι προσδοκίες του. Και όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται ιστορικό βίωμα και ενσωματώνεται μέσα στην ίδια την Πίστη που φιλοδοξεί να εξαπλωθεί με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει φονική έκφραση .

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι οφείλονται στο σφάλμα της επαγωγής. Αλλά νομίζω ότι ο ιστορικός επαγωγισμός συνδέεται με ορισμένες εκδοχές του ισλαμισμού. Η ιστορική επαγωγή είναι πηγή επιβεβαίωσης της αλήθειας του μηνύματος του Ισλάμ, όπως το λέει και η λέξη: ΥΠΟΤΑΓΗ στο θέλημα του Θεού. Η «αλήθεια» αυτού του μηνύματος επιβεβαιωνόταν με κάθε διαδοχική νίκη μέχρι την  στιγμή που …διαψεύσθηκε στο Poitiers  το 732. Η επέκταση, όμως, συνεχίστηκε, με νίκες και ήττες, και κάποτε η ανακοπή φάνηκε να μονιμοποιείται. Ο σύγχρονος Ισλαμισμός είναι μια εξέγερση κατά της ανακοπής αυτής, μια προσπάθεια να επιτευχθεί η ιστορική ρεβάνς κατά εκείνων που εμπόδισαν την ισλαμική εξάπλωση.

Η πίστη είναι πίστη, δεν υπάρχει επιχείρημα για την καθαρή και εξ ορισμού μη λογικά στηριγμένη fides. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται σε ένα υποτιθέμενα βέβαιο, πρόδηλο επαναλαμβανόμενο ιστορικό πάτερν. Αυτό το πάτερν είναι σχηματισμένο επαγωγικά. Και είναι, ως εκ τούτου βασισμένο σε ένα σφάλμα.

Και το σφάλμα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ…


ΜΕΤΑ 26 ΕΤΗ

Συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η πτώση αυτή σηματοδότησε το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και ευρύτερα στον κόσμο ολόκληρο. Το τείχος αυτό ανεγέρθηκε τον Αύγουστο του 1961 και είχε ζωή 28 ετών, δηλαδή μια γενιά μεγάλωσε μ’ αυτό ως βίωμα. Αναφέρομαι ειδικά στον κόσμο των διανοουμένων του Δυτικού κόσμου και όχι σ’ αυτό που βίωσαν άμεσα τα εκατομμύρια ανθρώπων υπό το πέλμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Για τους εδώ «προοδευτικούς» το Τείχος συμβόλιζε μια κατάσταση, που καλώς ή κακώς ήταν παγιωμένη – κάτι μόνιμο, σίγουρο, μια δεδομένη σταθερά. Αντιμετωπιζόταν, όμως, εντελώς διαφορετικά από τους ορθόδοξους κομμουνιστές και τους ανένταχτους αριστερούς, συνοδοιπόρους κλπ.

Το Τείχος δεν δημιουργούσε κανένα ηθικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για τους ορθόδοξους κομμουνιστές στη Δύση. Μπορεί να μην καμάρωναν γι’ αυτό, αλλά το θεωρούσαν αναγκαία προστασία των κατοίκων του Ανατολικού (ή «Δημοκρατικού , όπως το ονόμαζαν) Βερολίνου από την ύπουλη καπιταλιστική διείσδυση. Θεωρούσαν ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ήταν ένα αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για να φτάσει η ανθρωπότητα στον κομμουνισμό – αυτή την ύψιστη βαθμίδα της εξέλιξής της. Αυτοί έμειναν αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους ακόμα και μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Συνεχίζουν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Φταίει, βέβαια …ο εχθρός – ο ιμπεριαλισμός, ο ρεβιζιονισμός, και άλλα συνήθως αναφερόμενα φίδια.

Οι άνθρωποι αυτοί επί είκοσι έξι χρόνια ζούνε στο εσωτερικό μιας ιδεολογικής φαντασίωσης που δεν διαψεύδεται με τίποτα. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ οχυρώθηκε, ύψωσε νέο προστατευτικό ιδεολογικό Τείχος επαναφέροντας το σταλινισμό επισήμως μετά το 1992. Τη στιγμή που άλλα κομμουνιστικά κόμματα αυτοκαταργήθηκαν ή μεταλλάχτηκαν, οι Έλληνες κομμουνιστές κλείστηκαν ερμητικά στο καβούκι τους. Ταιριάζει γι’ αυτούς η ρήση του Ταλλεϋράνδου (1746-1838) για τους βασιλόφρονες της εποχής του: «δεν κατάλαβαν και δεν λησμόνησαν τίποτε». Και οι εδώ κομμουνιστές. Δεν καταλαβαίνουν την αλλαγή που συντελέστηκε με τη πτώση του Τείχους, και δεν θέλουν να ξεχάσουν τίποτα από την επαναστατική μυθολογία του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, οι εδώ κομμουνιστές έχουν κάτι το γραφικό. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχεδόν ή κάπως …συμπαθείς (εντός πλήθους εισαγωγικών), όπως οι παλαιοημερολογίτες ή οι πιστοί στη γεωκεντρική αστρονομία.

Υπάρχει όμως και η άλλη μερίδα της «προοδευτικής» κοινής γνώμης που δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπαθής με κανένα μέτρο. Αναφέρομαι στους «συνοδοιπόρους», τους «ανένταχτους προοδευτικούς», τους «παρ’ όλα αυτά αριστερούς». Αυτοί ήταν πρώτοι στην καταγγελία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο άντεχε, αλλά λυπούνται για το τέλος του. Ως μη δογματικοί κομμουνιστές, ως άχραντες και αμόλυντες σοσιαλιστικές ψυχές, προβάλλουν το δικό τους μοντέλο που είναι αγνό, ωραίο, αντικαπιταλιστικό και σοσιαλιστικό χωρίς γκουλάγκ, χωρίς Τείχος και αστυνομικό κράτος. Μάλιστα η φρίκη που τους προκαλούσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αναδείκνυε, κατά κάποιο τρόπο, την αξία του δικού τους οράματος. Το Τείχος τους βόλευε, μ’ άλλα λόγια. Επιπλέον το Τείχος – και το κομμουνιστικό σύστημα ως μόνιμο μοντέλο – τους έδινε μια βάση πραγματικότητας. Ο σοσιαλισμός, με ελλείψεις έστω, ήταν εφικτός. Το πρόταγμά τους ήταν, επομένως, πραγματοποιήσιμο: όταν θα κληθούν να το θέσουν σε εφαρμογή, δεν θα έχει «στρεβλώσεις». Θα εξαφανιστούν τα βάρβαρα και απάνθρωπα στοιχεία που οι ίδιοι καταγγέλλουν στο μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και στο μεταξύ, βολεύονταν μια χαρά με τα καλά του καπιταλισμού και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» ως μόνιμη κατάσταση.

Η «μόνιμη κατάσταση» ανατράπηκε από …τον εαυτό της, πράγμα εξόχως εξοργιστικό για την «προοδευτικούρα» – δηλαδή, την κατεστημένη νομενκλατούρα της αριστερής διανόησης. Ακολούθησε ένα βραχύχρονο μετασοβιετικό πένθος. Το διαδέχθηκε μια παρατεταμένη περίοδος ιερεμιάδων για την ανθρωπότητα και θρηνωδιών για το μέλλον της. Ο «προοδευτικός» διανοούμενος έγινε απαισιόδοξος. Περισσότερο ακόμα: η πολιτιστική απαισιοδοξία, ο Kulturpessimismus έγινε το σημάδι γνήσιας αριστεροφροσύνης, αλλά και πνευματικής βαθύτητας. Έπρεπε να βρεθεί νέος πολιτικός λόγος, και εξήγηση για τη μεγάλη κατάρρευση που σηματοδότησε η πτώση του Τείχους. Και αυτός βρέθηκε, χωρίς μεγάλο κόπο ή βαθιά ανάλυση: είναι ο (νέο)φιλελευθερισμός. Ο πραγματικός ένοχος είναι αυτός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν το 1989 ο αριστερός πολιτικός λόγος αναφερόταν στον σοσιαλισμό και στον ιμπεριαλισμό και όχι στο (νέο)φιλελευθερισμό. Μετά το 1989 συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς να γίνεται αναφορά στο υπόδειγμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει τον επάρατο καπιταλισμό, οι επιθέσεις εντείνονται κατά του αλάλητου και αιμοσταγούς (νέο)φιλελευθερισμού.

Όμως και αυτό το «αφήγημα» συναντά τα όρια του. Και τα όρια αυτά ορίζονται από γενιές, όχι τόσο ιδέες. Γεγονός είναι πως το Τείχος έθρεψε μια γενιά που κατά ένα μέρος έφριξε και κατά άλλο μέρος βολεύτηκε πολιτικά μ’ αυτό. Είναι, όμως, επίσης γεγονός ότι η επόμενη γενιά μεγάλωσε χωρίς αυτό το Τείχος και τους συμβολισμούς του. Ο κομμουνισμός ως σύστημα ιδεών, ως σύμβολο ή ως φόβητρο, βρίσκεται πίσω στις δικές μας μνήμες, αλλά δεν αφορά την τωρινή γενιά, ή τουλάχιστον το υγιές τμήμα της. Ο κομμουνισμός υπήρξε ανελεύθερο και εγκληματικό πολιτικό σύστημα – αυτή είναι ετυμηγορία της ιστορίας εκατό σχεδόν χρόνια μετά την επικράτησή του στη Ρωσία το 1917. Ο κομμουνισμός, όμως, αποτελεί επιπλέον ένα μοντέλο σήμερα αποτελεί ένα μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης που είναι εντελώς άσχετο με τα σημερινά προβλήματα, με τη σύγχρονη ζωή. Και να υπήρχε καθεστώς που να εμπνεόταν από τα σύμβολά του, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Και να ξαναχτίζανε το Τείχος, θα χρησίμευε ως …τουριστική ατραξιόν. Το Τείχος –και μαζί του ο κομμουνισμός- δεν υπάρχει διότι πιστεύει κανείς σ’ αυτά που αντιπροσωπεύει. Όπως δεν υπάρχει και ο Απόλλων ή η Ίσις.


Έχει πάντα δίκιο ο λαός;

Δ. Δημητράκος

ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ Ο ΛΑΟΣ;

Αποτελεί τετριμμένη αλήθεια ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία ο λαός θεωρείται ότι έχει πάντα δίκιο στην ετυμηγορία του

Λέω ότι είναι τετριμμένη αυτή η αλήθεια με την έννοια ότι ισχύει ταυτολογικά: σε μια εκλογική αναμέτρηση η βούληση του εκλογικού σώματος εκφράζεται κυρίαρχα με τους θεσμικά προβλεπόμενους τρόπους. Είναι τόσο αληθές αυτό όσο το ότι το μήκος μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από την ορθή μέτρησή της. Είναι επίσης αναγνωρισμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Φυσικά κι έχει πάντα δίκιο εκφράζοντας την ικανοποίηση ή την απαρέσκεια του για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που του προσφέρεται. Σημαίνει ότι ή έκφραση αυτή καταγράφεται ως έχει : δεν επιδέχεται «διόρθωση». Συχνά, όμως, παρεξηγείται το νόημα αυτής της αρχής με αποτέλεσμα να οδηγείται κανείς στην πλάνη. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την πλάνη αυτή ουσιοκρατική και συγχρόνως ολιστική και ανθρωπομορφική.

 

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

 

Η ρίζα της σύγχυσης

Η ουσιοκρατική πλάνη συνίσταται στην πίστη στην ύπαρξη κάποιας «ουσίας» που καθορίζει τις ιδιότητες ενός όντος. Δεν μπορεί παρά έχει αυτές τις ιδιότητες, διότι συνυφαίνονται με αυτή του την «ουσία». Μπορούμε να πούμε ότι «κάθε αντικείμενο Α έχει αναγκαία την ιδιότητα χ». Το χ είναι μέρος της «ουσίας» του Α. Αν, όμως εξ αρχής το Α ορίζεται ως έχον την ιδιότητα χ, τότε η διαπίστωση ότι κάθε Α έχει την ιδιότητα χ, είναι μεν ορθή, αλλά έχει μηδενικό πληροφοριακό περιεχόμενο. Δεν ανακαλύπτουμε μετά από έρευνα ότι το Α έχει την ιδιότητα χ, αλλά η ιδιότητα αυτή περιέχεται στον λεκτικό ορισμό του Α. Κάθε εργένης είναι ανύπαντρος: όχι διότι έγινε εμπειρική έρευνα σε ένα δείγμα 1000 εργένηδων και βρέθηκε ότι και οι 1000 ήταν ανύπαντροι, και στη συνέχεια σε 1000 παντρεμένους και δεν βρέθηκε ούτε ένας εργένης, αλλά διότι από την αρχή ορίσαμε τον εργένη ως τον ανύπαντρο άντρα.

Πολλές φορές η «ουσία» που επικαλείται ο ουσιοκράτης για να εξηγήσει κάτι έχει πάλι τον ορισμό του ως βάση, όμως λιγότερο φανερά από το παράδειγμα με τον εργένη.  Ο ουσιοκράτης, πολύ απλά, συγχέει τις ιδιότητες της γλώσσας με εκείνες του κόσμου, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Bertrand Russell , εφόσον αυτό που χρησιμεύει για να ορίσουμε αυτό στο οποίο αναφερόμαστε εκλαμβάνεται ως «γνώρισμα» που ορίζεται από τον ίδιο τον εμπειρικό κόσμο.

Αυτό συνδέεται με την πλάνη γνωστή ως “No true Scotsman fallacy” την οποία διατύπωσε ο  Antony Flew. Ένας Σκοτσέζος λέει υπερήφανα, διαβάζοντας για μια εγκληματική πράξη Άγγλου:   «Κανένας Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Την επόμενη μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ότι κάποιος συμπατριώτης του διέπραξε ακριβώς το ίδιο. Κανένα πρόβλημα για τη γενίκευση της προηγούμενης μέρας. Την επαναλαμβάνει ελαφρώς τροποποιημένη: «Κανένας γνήσιος Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Αν το διέπραξε, σημαίνει ότι δεν είναι γνήσιος Σκοτσέζος. Όμως, έχει συμπεριλάβει την ανικανότητα στο έγκλημα στον αρχικό ορισμό του Σκοτσέζου. Έχει εκ των προτέρων ανοσοποιηθεί κατά της διάψευσης η πρότασή του. Είναι, όμως, κενή πληροφοριακού περιεχομένου.

 

Η υποστασιοποίηση του «λαού»

Ας έρθουμε στην ιδέα ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο και να δούμε πώς η ουσιοκρατική πλάνη συνδέεται μαζί της. Το ότι ο λαός δεν σφάλλει στην ετυμηγορία του είναι, όπως είπα, ταυτολογικά ορθό. Καλείται να εκφράσει με ένα θεσμικά προβλεπόμενο τρόπο (εκλογές όπου ισχύει συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα) την προτίμησή του το εκλογικό σώμα, το οποίο συνίσταται από πολυάριθμα άτομα και που για λόγους συντομίας έκφρασης δίνουμε το όνομα «λαός».

Αυτός ο λαός, όπως τον ορίσαμε, εκφράζεται με τα θεσμικά μέτρα που προβλέπονται για αυτό. Η ετυμηγορία του είναι «ορθή» με την έννοια ότι εκλαμβάνεται για αυτό που είναι, όποια και αν είναι αυτή. Δεν σφάλλει, όπως και η πραγματικότητα δεν σφάλλει, όπως η φύση και τα γεγονότα δεν σφάλλουν. Εμείς, οι παρατηρητές και αναλυτές της φύσης και των γεγονότων μπορούμε να πέσουμε έξω στις εκτιμήσεις και τις κρίσεις μας. Η μη σφαλερότητα δεν είναι μέρος της «ουσίας» του λαού. Η μη σφαλερότητα που του αποδίδεται έχει την έννοια ότι ο σχολιαστής και ο ερευνητής δεν καλείται να κρίνει αν σωστά ή λανθασμένα εκφράστηκε ο λαός, αλλά να αναλύσει και να εξηγήσει την εκλογική συμπεριφορά, τις συνθήκες που υπαγόρευσαν ορισμένες συμπεριφορές, το σύστημα μέσω του οποίου οι επιλογές αυτές μεταφράζονται σε βουλευτικές έδρες κλπ.  

Φυσικά και σε μια τέτοια ανάλυση δεν τίθεται θέμα συλλογικής ευθύνης του εκλογικού σώματος για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Άλλωστε η ευθύνη είναι μια ηθική κατηγορία, και ως τέτοια ανήκει στην ατομική συνείδηση, όχι σε ομάδες, ή κατηγορίες σκέψης τις οποίες συμβατικά ονοματίζουμε, και  εντελώς εσφαλμένα τους αποδίδουμε οντολογική υπόσταση.

Όμως, αυτοί που αναπαυδήτως επαναλαμβάνουν το κλισέ περί της αλάνθαστης ετυμηγορίας του λαού – μη αντιλαμβανόμενοι τον κοινότοπο και ταυτολογικό χαρακτήρα της δήλωσής τους πηγαίνουν πιο πέρα. Λένε ότι η ετυμηγορία του λαού είναι σοφή, ότι ο λαός είναι σοφός. Η θεσμικά αναγνωρισμένη κυριαρχία του λαού –και επομένως η ετυμηγορία του – δεν τους αρκεί. Ο λαός είναι σοφός και κυρίαρχος συγχρόνως. Του αποδίδονται με τον τρόπο αυτό, ιδιότητες που μόνο στο Θεό αποδίδονται.

Με αφετηρία μια ταυτολογική αλήθεια – την οποία εκλαμβάνει ως σημαντική – προχωράει σε μια εξαγγελία η οποία είναι αυθαίρετη, πομφολυγώδης, και ολιστική. Μέσα από αυτήν ο λαός υποστασιοποιείται ανθρωπομορφικά. Αποδίδεται σ’ αυτόν μια συλλογική προσωπικότητα η οποία δρα, βούλεται, σκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει πάνω στα πολιτικά πράγματα με απόλυτη αρμοδιότητα. Η τελευταία δεν του αποδίδεται απλώς συμβατικά, αλλά ουσιαστικά. Η κρίση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας δεν θεωρείται μόνο «τύποις» αλλά και «ουσία» αλάνθαστη. Έχει, υποτίθεται, ορθολογική εξήγηση, κάθε εκλογικό αποτέλεσμα ως σοφά μελετημένη κρίση που σχηματίζει ο νους αυτής της συλλογικής προσωπικότητας. Αυξάνει ή μειώνει κατά περίπτωση τη δύναμη ενός κόμματος, τόσο όσο πραγματικά πρέπει.  

Δηλαδή, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί του λαού ως συλλογικής προσωπικότητας, κάθε ψηφοφόρος εκφράζει υποκειμενικά την προτίμησή του, ψηφίζει σύμφωνα με το συμφέρον του, την κρίση του, τις αξίες του, το θυμικό του, αλλά δεν είναι παρά ένα «μόριο» ενός όλου το οποίο λειτουργεί με άλλες νομοτέλειες και που ακολουθεί τη δική του «λογική». Η τελευταία ταιριάζει στις ανάγκες και τη βούληση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας.

Η όλη ιδέα είναι ολιστική και ανθρωπομορφική. Εκλαμβάνει τον λαό ως μια οντότητα, ως σύνολο που είναι ενιαίο παρά τις διαφοροποιήσεις των μερών μεταξύ τους. Παραθεωρεί το γεγονός ότι ο «λαός» δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνουμε σε ένα σύνολο που συμβατικά θεωρείται ενιαία ολότητα. Δεν είναι μια οντότητα που υφίσταται ανεξάρτητα από την σύμβαση να ονοματιστεί έτσι. Δεν υπάρχει κάποιος συλλογικός νους που σκέπτεται, βούλεται, αποφασίζει, εκφράζει προτιμήσεις, αποδοκιμασία, εύνοια ή απαρέσκεια. Συγκεκριμένα άτομα διαμορφώνουν σκέψεις και προβαίνουν σε αποφάσεις που τις εκφράζουν με τις ψήφους τους η συγκταρίθμηση των οποίων εκλαμβάνεται ως ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Συντομογραφικά χρησιμοποιείται η έκφραση «λαϊκή ετυμηγορία» στη θέση αυτής της περιγραφής.

Στην ίδια ανθρωπομορφική πλάνη περιπίπτουν και όσοι υποστηρίζουν ότι ο λαός «παραπλανήθηκε» στην ψήφο του, ή ότι  «φέρει ευθύνες» για αυτήν. Λειτουργεί η υπόρρητη παραδοχή ότι ο λαός έχει μια προσωπικότητα στην οποία μπορούν να αποδοθούν ευθύνες. Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο «λαός» δεν υφίσταται ως συλλογικό υποκείμενο. Είναι απλά ένα όνομα, μια νοητική κατασκευή που χρησιμεύει στην εξήγηση της λειτουργίας θεσμών. Με μια έννοια είναι το όνομα ενός θεσμού. Δεν φέρει ευθύνες, επειδή οι θεσμοί, οι αφηρημένες ιδέες ή τα σύνολα, δεν είναι φορείς ευθυνών. Ευθύνες έχουν άτομα. Και ο λαός είναι εξ ορισμού ανεύθυνος. Δεν «σφάλλει» : όχι διότι είναι πάνσοφος ή πανάρετος, αλλά διότι τα αποτελέσματα των επιλογών του, θετικά ή αρνητικά, τα απολαμβάνει ή τα υφίσταται ο ίδιος.

Μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι ως ιδεατό σύνολο δεν σφάλλει ο λαός. Ως άθροισμα συγκεκριμένων ατόμων ούτε σφάλλει, ούτε δικαιώνεται. Αλλά τα πολυάριθμα αυτά άτομα συχνά αντιλαμβάνονται, το καθένα ξεχωριστά- και συνήθως μετεκλογικά – αν διέπραξαν σφάλματα ή όχι.

Αν και επίσης συχνά δεν το αντιλαμβάνονται ή δεν το παραδέχονται.


Η Έκτη Φάλαγγα και ο Λαϊκισμός

Δ. Δημητράκος

Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση – και όχι μόνο η Ελλάδα- βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κρίση σήμερα. Απόρροια αυτής της κρίσης είναι ο λαϊκισμός, δηλαδή η αγνόηση αυτού που ισχύει θεσμικά και οικονομικά, εφόσον δεν το θέλει, δεν το ξέρει ή δεν το αντιλαμβάνεται «ο λαός». Και ο λαϊκισμός δεν έχει αριστερό ή δεξιό πρόσημο, όπως ορθά κρίνεται από το Economist – μάλλον το εγκυρότερο περιοδικό οικονομικής και πολιτικής ενημέρωσης και ανάλυσης παγκοσμίως.

Ο λαϊκισμός ευδοκιμεί εκεί όπου οι λύσεις σε άμεσα προβλήματα που βιώνει ο πολύς κόσμος είναι σύνθετες, απαιτούν χρόνο για να καρποφορήσουν, και οι προεκτάσεις των προβλημάτων δεν είναι άμεσα ορατές. Εκεί ο λαϊκισμός προσφέρει εύκολες και άμεσα κατανοητές συνταγές: λεφτά υπάρχουν -αλλά κάποιοι τα κρύβουν – πλουτοπαραγωγικές πηγές υπάρχουν, αλλά ξένα συμφέροντα εμποδίζουν την εκμετάλλευσή τους, δουλειές υπάρχουν, αλλά τις δίνουν στους ξένους – οι οποίοι «ρίχνουν» και τα μεροκάματα – λύσεις υπάρχουν αν υπήρχε «πολιτική βούληση» να ξεπεράσει τα θεσμικά εμπόδια, τα οποία έχουν τοποθετηθεί από το «σύστημα» κλπ.

Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη είναι μια απειλή:  Ο Nigel Farage με το UKIP στη Βρετανία, η Marine Le Pen με το Front National στη Γαλλία, ο Pablo Iglesias στην Ισπανία με το  Podemos, στην Ιταλία το Movimento 5 Stelle του Beppe Grillo, και ανάλογα σε Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και αλλού. Η απειλή συνίσταται όχι μόνο στην εφαρμογή δημαγωγικών πολιτικών με διανοητικά εύπεπτα συνθήματα (υπέρ της αναδιανομής του πλούτου ή της έξωσης των μεταναστών), αλλά  και σε θεσμικές ανατροπές με στόχο πάντα τη συντριβή του κατεστημένου.

Είναι φυσικό να ενισχύονται αυτά τα κινήματα από μεγάλες μάζες, όταν τα παραδοσιακά κόμματα δεν αντεπεξέρχονται σε σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Και δεν αντεπεξέρχονται, κυρίως διότι ο ιδεολογικός τους εξοπλισμός, αλλά και η ρουτίνα της πρακτικής τους, δεν επαρκούν πλέον. Γι’ αυτόν το λόγο, σε πολλούς τα κινήματα των λαϊκιστικών κομμάτων αναδίδουν μια απατηλή γεύση ανανεωτικού σφρίγους.

Κινδυνεύουν οι θεσμοί ή η ένταξη μιας χώρας-μέλους της ΕΕ από τέτοια κινήματα ; Υπάρχουν δυνάμεις που να έχουν συμφέροντα στη συνταγματική εκτροπή  μιας δημοκρατίας ή στην εκθεμελίωση της ΕΕ; Υπάρχουν εξωτερικοί κίνδυνοι από «σκοτεινές δυνάμεις»; Υπάρχουν κέντρα που συνωμοτούν κατά της δημοκρατίας, των λαών, της Ευρώπης και των θεσμών της.

Δεν νομίζω να υπάρχουν. Και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει Πέμπτη Φάλαγγα – κρυφοί και υποχθόνιοι εχθροί που υπονομεύουν τη σταθερότητα, και επιζητούν την εκτροπή με απώτερο σκοπό την εξολόθρευση του κατεστημένου. Υπάρχει λαϊκή οργή, όμως. Και η λαϊκή οργή δεν είναι διαχειρίσιμη από τα παραδοσιακά κόμματα. Αυτή αποτελεί το έδαφος που εκτρέφει τον λαϊκισμό.

Αξίζουν την συμπάθεια μας όλοι οι άνθρωποι που έχουν χτυπηθεί από πραγματική φτώχια με την κρίση. Πολλοί από αυτούς έχουν εξαθλιωθεί ή έχουν ωθηθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Με αυτήν την έννοια, δεν πρέπει να ως «φταίχτες» ή ως «άφρονες» οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι είναι κατά κάποιο τρόπο οι «φυσικοί» οπαδοί «αντισυστημικών», δηλαδή καθαρά λαϊκιστικών κομμάτων.

Από την άλλη μεριά, δεν νομίζω να αξίζουν τη συμπάθεια μας εκείνοι οι αστοί –  συνήθως συντηρητικής ιδεολογίας – που περιφέρουν την εθελοτυφλία τους ως «εξυπνάδα», που παραιτούνται του ορθολογισμού τους και της κριτικής τους ιδιότητας, χωρίς να έχουν τη δικαιολογία της απόλυτης εξαθλίωσης ή/και της απαιδευσίας.

Αυτοί είναι οι υπονομευτές της ανοιχτής κοινωνίας στην Ελλάδα, οι οποίοι στοχεύουν στην ολική καταστροφή, με προοπτική την μεγάλη αναγέννηση. Ζητούν την τιμωρία, ακόμα και τη διάλυση,  των κομμάτων που άσκησαν εξουσία μέχρι τώρα, ανεξάρτητα από τις συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου. Το παν για αυτούς είναι η και η καταστροφική απόληξη μιας τάξης πραγμάτων που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ισορροπία της.

Αυτοί αποτελούν την Έκτη Φάλαγγα που στρέφεται κατά της δημοκρατίας και της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ.

Αναγνωρίζω ότι πολλοί από αυτούς έχουν πράγματι πληγεί και αδικηθεί από τα κυβερνητικά μέτρα. Συμμερίζομαι την αγανάκτησή τους για τον παρασιτισμό και την φαυλότητα του συστήματος της μεταπολίτευσης, τις παλινωδίες της κυβερνητικής πολιτικής τις οικονομικές της επιθέσεις επί δικαίων και αδίκων. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους άνεργους, και τους κάτω του ανεκτού ορίου φτώχιας. Δεν δικαιολογείται, επομένως, η εκδικητικότητα που επιδεικνύουν και που  κυριαρχεί στον πολιτικό τους λόγο, ματαιώνοντας τη λειτουργία της λογικής τους.

Ο εκδικητικός τους παραλογισμός των ζηλωτών της Έκτης Φάλαγγας εμφανίζεται ως πολιτική σωφροσύνη, ως προϊόν έγκυρης ενημέρωσης και ορθής αποτίμησης της κατάστασης. Επιπλέον, παρουσιάζουν τις προβλέψεις τους όχι μόνο ως βέβαιες, αλλά και ως ευκταίες και ποθητές. Εξαγγέλλουν προφητείες που θα ήθελαν να είναι αυτο-εκπληρούμενες.

Δεν εκπληρώνονται, όμως, από τη στιγμή που δεν είναι οι ίδιοι αξιόπιστοι. Πρόκειται για καταστροφικούς  ανορθολογιστές, που παριστάνουν τους ορθολογικούς ρεαλιστές και ευαγγελίζονται την πολιτική του χειρότερου: ας επικρατήσει το χειρότερο για να θριαμβεύσει τελικά το καλύτερο. Επιπλέον, καθίστανται οι εξ αντικειμένου υπέρμαχοι του λαϊκισμού. Επομένως, ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είναι πλήρως ανίκανοι να αντιληφθούν τι πρεσβεύουν και προωθούν ∙ ή δημιουργούν προκαταβολικά μια «υποθήκη» κλείνοντας το μάτι στους λαϊκιστές. Δυστυχώς για τους εργάτες της Έκτης Φάλαγγας, τα δύο αυτά ενδεχόμενα δεν είναι  αλληλο-αποκλειόμενα. Όπως οι ιδιότητες της ανοησίας και της ιδιοτέλειας δεν είναι αλληλο-αποκλειόμενες.