Λαϊκισμός και Τεχνοκράτες

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

https://i1.wp.com/www.star.gr/PublishingImages/2012/11/011112091208_8417.jpgΠολλοί είναι εκείνοι που έχουν ενθουσιασθεί με τον Γιάννη Στουρνάρα και έχουν δημιουργήσει και σελίδα στο Facebook υπέρ του για να γίνει μόνιμος Υπουργός Οικονομικών. Θυμίζω ότι ανάλογα είχαν λεχθεί και για τον Λουκά Παπαδήμο όταν ήταν Πρωθυπουργός. Δεν αρνούμαι ότι και οι δύο χειρίστηκαν επιτυχώς ορισμένα θέματα. Αλλά υπάρχει πάντα παρ’ ημίν η αναζήτηση «σωτήρα».

Πολύ παλιά, θυμίζω στους παλιότερους, το ζήσαμε αυτό με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν αναφέρομαι στο λαϊκισμό που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, αλλά στην ανάγκη που αισθάνονται, ακόμα και άνθρωποι άνω του μέσου όρου εκπαίδευσης, να θεωρήσουν ότι η λύση στα συγκεκριμένα τους προβλήματα εκφράζεται ανθρωπομορφικά με μια προσωπικότητα.

Ο παραλογισμός αυτός γίνεται ανάγλυφος όταν συνδέεται με τεχνοκράτες, και όχι με λαϊκιστές. Ο τεχνοκράτης, όμως, τι κάνει; Εφαρμόζει αρχές και προγράμματα που βασίζονται στην πείρα του, στις ειδικές γνώσεις του και στον κοινό νου, χωρίς (σχεδόν) να κάνει πολιτικούς υπολογισμούς (ρουσφέτια, λήψη υπόψη του πολιτικού κόστους, υποχώρηση σε πιέσεις κλπ.). Δεν είναι θαυματοποιός. Δεν είναι ο αποθεωμένος ήρωας του λαϊκισμού.

Αλλά εμείς, συνηθισμένοι στην ανθρωπομορφική προβολή των προσδοκιών και των φαντασιώσεων μας, ερχόμαστε κάθε τόσο να ζητήσουμε από κάποιο σπουδαίο άνδρα που να είναι «τα πάντα πληρών». Δεν γίνεται αντιληπτό ότι η επιτυχία μέτρων που εφαρμόζει ο τεχνοκράτης οφείλεται μόνο στην απουσία (ή μάλλον στη μερική αποδυνάμωση) των πιέσεων εκ μέρους πολιτικών τους οποίους εμείς τοποθετήσαμε εκεί, ακριβώς για να κάνουν αυτό: να πιέζουν, και ενδεχομένως να επιβάλλουν πολιτικές που θα ευνοήσουν ορισμένους εις βάρος άλλων. Οι λύσεις που δίνει είναι συχνά «αβγά του Κολόμβου» και όχι μεγαλοφυή δημιουργήματα. Ο δικός μας εθισμός σε καταστρεπτικές πολιτικές μας ωθεί να τις βλέπουμε ωσάν να είναι θαύματα.


Οι φιλελεύθερες δυνάμεις στην Ελλάδα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Λίγες μέρες πριν την ημέρα των εκλογών, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την απογοήτευσή μου για την πολυδιάσπαση του φιλελεύθερου χώρου. Για λόγους που ασφαλώς θα γνωρίζουν οι ηγεσίες τους καλύτερα από μένα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε καμιά συμφωνία συνεργασίας, πλην εκείνης μεταξύ Δράσης και Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Δεν υπάρχει κανένας που να μην ξέρει και να μην καταλαβαίνει ότι η πιθανότητα να μην εκπροσωπηθεί κανένα από τα τρία κόμματα φιλελεύθερης κατεύθυνσης είναι πάνω από 50%, ενώ αν ήταν ενωμένα η πιθανότητα να έχουν αυτή την εκπροσώπηση θα ήταν αρκετά μεγάλη.  Πολύς είναι ο κόσμος που απογοητεύεται ακόμα περισσότερο, όταν σκεφθεί ότι δεν τους χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά μάλλον διαφορετικοί πολιτικοί υπολογισμοί των ηγεσιών τους.

Από μια άποψη, η έλλειψη ευελιξίας σχετίζεται άμεσα με την εμμονή των πολιτευτών του σε αρχές, αλλά και τη διάθεση αυτονομίας που διακρίνει την πολιτικής τους πρακτική. Οι φιλελεύθεροι έχουν ως αίτημα την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού και σειρά μεταρρυθμίσεων με τις οποίες είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Κύριο γνώρισμά τους είναι η απουσία λαϊκισμού, και μάλιστα η ολομέτωπη σύγκρουση με αυτόν, τον οποίο καταλογίζουν ορθά σε όλα τα άλλα κόμματα. Οι  προτάσεις τους, είναι κατά το πλείστον ρεαλιστικκές και μόνο υπολογισμοί «πολιτικού κόστους» εμποδίζει άλλα κόμματα να τις εφαρμόσουν.  Επιπλέον, το στελεχικό τους δυναμικό διακρίνεται για την ανώτερη ηθική και διανοητική ποιότητά του.

Αυτά είναι πράγματα γνωστά και για τα οποία δίκαια μπορεί κανείς να υπερηφανεύεται που ανήκει σ’ αυτό το χώρο.  Υπάρχει όντως εξόφθαλμη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο φιλελεύθερο πολιτικό χώρο και οποιοδήποτε άλλο. Και εκεί εντοπίζεται η ελκυστική δύναμη αυτής της παράταξης. Δυστυχώς, όμως, αποτελεί συγχρόνως την κύρια της αδυναμία. Έχει τη δική μου υποστήριξη και εκείνη πολλών άλλων σαν και μένα. Δεν είναι λίγοι. Δυστυχώς δεν είναι αρκετοί. Θα σας κάνω μια ομολογία. Νομίζω ότι ήταν το 1999 που ο Στέφανος Μάνος ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους», γνωστούς και ως «Ταύρους». Είχα πάει τότε στο Intercontinental όπου είχε γίνει η πανηγυρική ιδρυτική συνέλευση. Γύρω μου ήταν γνωστές και άγνωστες, πολιτισμένες φυσιογνωμίες, που έλαμπαν από χαρά βλέποντας πως επιτέλους βρέθηκε ένα κόμμα που εξέφραζε το πιο πολιτισμένο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν κάτι καινούργιο, με το οποίο, όχι μόνο συμφωνούσαμε πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά επιπλέον ταίριαζε στην αισθητική μας. Βεβαίως, χάρηκα, αλλά μέσα μου εισχώρησε μια υποψία: μήπως αυτό το συμπαθέστατο εκκλησίασμα, όχι μόνο μας αντιπροσωπεύει ποιοτικά, αλλά αποτελεί και αθροιστικά το σώμα των υποστηρικτών αυτών των  ιδεών;

Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα.

Με φοβίζουν οι συναθροίσεις με αποκλειστικά ευγενικά πρόσωπα. Θα βοηθήσουν βρίσκοντας άλλα εξ ίσου ευγενικά, ανιδιοτελή, άμεμπτα πρόσωπα. Αυτά έχουν ένα αριθμητικό όριο, δυστυχώς. Πολύ θα ήθελα να είχε, αυτό το όριο, μεγάλα περιθώρια επέκτασής του. Πολύ θα ήθελα, δηλαδή, να είχε η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, περισσότερους ελεύθερα σκεπτόμενους, ακέραιους και στοιχειωδώς ορθολογικούς πολίτες. Αλλά δεν τους έχει και κάτω από τις  παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να τους αποκτήσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

 Το γράφω αυτό, όχι για να αποθαρρύνω τους φιλελεύθερους ψηφοφόρους, αλλά για να τονίσω την ανάγκη να είμαστε ρεαλιστές. Αλλά και για ένα πρόσθετο λόγο. Οι φιλελεύθεροι θα μπορούν να αυξήσουν την πολιτική τους παρουσία ανεξάρτητα από το αν πετύχουν ή όχι να εκπροσωπηθούν στη Βουλή. Και κυρίως έχουν να δώσουν ένα μάθημα πολιτικής ευπρέπειας, που αύριο θα αποδώσει καρπούς.

Καλό είναι, όμως, να μην έχουμε αυταπάτες, διότι αυτές συχνά πληρώνονται ακριβά . Δεν έβλαψε κανέναν να βαστάει μικρό καλάθι στις προσδοκίες του, εφόσον ξέρει να τις διαχωρίζει από τους οραματισμούς του, που μπορούν να είναι ουρανόμηκες.