Το Άγος Της Προσοδοθηρίας

Δημήτρης Δημητράκος


Αξίζει να διαβαστεί το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη «Το έλλειμμα ανταγωνισμού στην αγορά» στην Καθημερινή της 30-9-12. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα :

 «Μπορεί μάλιστα να περίμεναν [σ.σ. τα μέλη της τρόικας] ότι μειώνοντας τα εισοδήματα θα έπεφταν και οι τιμές· έτσι γίνεται σε όλο τον κόσμο, αυτό λέει και η οικονομική λογική. Αμ, δε! Σε μια χώρα που έχουν καταστρατηγηθεί όλοι οι νόμοι, θα την γλίτωνε ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης; Υπάρχουν, απίθανες -και συνήθως μεταμεσονύκτιες- διατάξεις που φτιάχνονται επίτηδες με στρυφνούς νομικούς όρους και παραπομπές σε παλαιότερους νόμους, έτσι ώστε νόμιμα να εξυπηρετούνται πελατειακά συμφέροντα. Και τα πελατειακά συμφέροντα του πολιτικού συστήματος δεν είναι μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι ή οι ταξιτζήδες. Είναι και οι επιχειρήσεις που διά νόμων λυμαίνονται μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά κάποιες αγορές, απολαμβάνοντας υψηλά κέρδη». 

 

Έτσι λειτουργεί η προσοδοθηρία : με την τακτική των (μεταμεσονυκτίων) τροπολογιών, οι οποίες έχουν εύστοχα ονομαστεί «ντροπολογίες». Πρόκειται για πρόσθετες παραγράφους που «τρυπώνουν» σε ένα νομοσχέδιο, με σκοπό να ευνοηθεί κάποια ομάδα συμφερόντων. Τα συμφέροντα αυτά μπορεί να είναι επιχειρηματικά, συντεχνιακά, επαγγελματικά κάθε είδους. Είναι κατά κύριο λόγο πελατειακά. Και οι εμβόλιμες διατάξεις που τα ευνοούν χαρακτηρίζονται σεμνότυφα ως  «ευεργετικές». Κάποιοι, , δηλαδή, ωφελούνται εις βάρος των υπολοίπων, πράγμα που σκοπίμως αποσιωπάται με τη χρήση του επιθέτου «ευεργετικός». Κάποιοι πληρώνουν για αυτή την ευεργεσία και αυτοί δεν είναι οι πολιτικοί που εισηγούνται και ψηφίζουν τις διατάξεις αυτές.  Οι πολιτικοί ευεργετούν με τα λεφτά των άλλων. Πληρώνουν οι ανυπεράσπιστοι, δηλαδή, οι φορολογούμενοι.

 

Οι «ευεργετικές» αυτές διατάξεις στρεβλώνουν την αγορά και βλάπτουν πολλαπλώς το κοινωνικό σύνολο. Δίνουν την ευκαιρία να εισπράξουν κάποιοι περισσότερα από όσα θα λάμβαναν αν δεν υπήρχε η πολιτική εύνοια.  Αυτή αποκτάται με κάποιο κόστος. Το κόστος αυτό, όμως, είναι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, μικρότερο από πού θα αντιστοιχούσε στην προσπάθεια βελτίωσης της παραγωγικότητας μιας επιχείρησης. Συνεπώς, ο προσοδοθήρας, σε αντίθεση με τον  υγιή επιχειρηματία, έχει περισσότερα να κερδίσει επενδύοντας σε πολιτική εύνοια από το να επενδύσει σε εξοπλισμό ή σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Αποσκοπεί όχι στο κέρδος – που είναι υγιές κίνητρο σε μια οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά στην πρόσοδο, δηλαδή, εισόδημα το οποίο εισπράττεται εκτός παραγωγής, που είναι έξω ή πέρα από την πραγματοποιημένη εργασία ή την επιχειρηματικότητα.

Είναι τόσο κακό αυτό; Ναι, είναι! Διότι βασίζεται σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις που δημιουργούνται τεχνητά και το όφελος του επιχειρηματία είναι εις βάρος άλλων. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για μη επιχειρηματικούς κλάδους, όπως είναι τα συνδικάτα, διάφορες επαγγελματικές ομάδες και γενικότερα όσοι είναι σε θέση να αποσπούν «ευεργετικές» διατάξεις με απεργίες ή διασάλευση της τάξης.  Η «ευεργεσία» παρέχεται εκεί με γνώμονα τη «δύναμη βλάβης» που διαθέτουν οι ομάδες αυτές, και όχι την παραγωγικότητά τους. Αυτό θα παρασύρει τον υγιή επιχειρηματία, αλλά και τον έντιμο επαγγελματία και μισθωτό, στο να επιδοθεί κι αυτός στην θήρα πολιτικής εύνοιας. Επί τέσσερις δεκαετίες η ευγενής αυτή τέχνη έχει αποφέρει καρπούς σε ορισμένους και έχει περιορίσει και τελικώς παραλύσει τους περισσότερους. Και οι περισσότεροι, κάθε φορά, μη αντιλαμβανόμενοι ότι μέσω της παντοδυναμίας του Δοβλετιού παράγεται και ενδυναμώνεται η προσοδοθηρία, εκτρέφουν το τον κρατισμό, ελπίζοντας ότι θα αποκτήσουν μέρος της προσόδου.

Εκεί βρίσκεται η πέτρα του σκανδάλου. Στην προσοδοθηρία. Πετυχαίνεται με «νόμιμους» τρόπους – όπως είναι οι τροπολογίες στη Βουλή – ή με παράνομες πρακτικές, όπως είναι η δωροδοκία και άλλες μορφές δημόσιας διαφθοράς. Είναι τρόποι απόκτησης (εξαγοράς) πολιτικής εύνοιας. Φυσικά και στρεβλώνεται η αγορά και υποφέρει ο καταναλωτής ως εκ τούτου, πέρα από τις πρόσθετες ηθικές ζημίες που επιφέρουν οι πρακτικές αυτές. Οι τιμές των προϊόντων που φτάνουν στην κατανάλωση καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και το τεράστιο κόστος συναλλαγής (το περίφημο transaction cost  του Ronald Coase), δηλαδή, το κόστος σε χρήμα, σε χρόνο, σε κόπο που συνεπάγεται η θήρευση της πολιτικής εύνοιας. Το κόστος αυτό μετακυλίεται, στον καταναλωτή. Πολύ πιο σημαντική απώλεια, όμως, είναι η γενικότερη στρέβλωση της οικονομίας από το τεχνητά διατηρούμενα υψηλό κόστος παραγωγής σε ορισμένους τομείς και το τεράστιο περιθώριο κέρδους (διάβαζε προσόδου) που πραγματοποιείται, επίσης εξασφαλισμένο τεχνητά, με πολιτική παρέμβαση.

Φυσικά, το πιο προσοδοθηρικό επάγγελμα, το πιο κλειστό και ανεξέλεγκτο, είναι εκείνο που ρυθμίζει τα άλλα επίσης προσοδοθηρικά και κλειστά επαγγέλματα και δεν αμφισβητείται ποτέ το μονοπώλιο που δικαιωματικά κατέχει: το επάγγελμα αυτό, είναι, βέβαια, εκείνου του πολιτικού. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι και ο πολιτικός εξαρτάται από την εύνοια των ψηφοφόρων του. Και επομένως είναι κι αυτός προσοδοθήρας, με κάποια έννοια. Η απάντηση είναι ότι ασφαλώς και είναι προσοδοθήρας αν είναι λαϊκιστής. Προσμένει να αποκτήσει πολιτικό όφελος παρέχοντας ρουσφετολογικές υποσχέσεις, δηλαδή, προσφέροντας προσοδοθηρικές ευκαιρίες στους ψηφοφόρους του ή δίνοντας την εντύπωση ότι κάποιοι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «μη προνομιούχοι» θα εισέλθουν, μέσω της πολιτικής που θα εφαρμόσει, στο κλαμπ των προνομιούχων. Με αυτόν τον τρόπο συνδέονται με τον πιο εξευτελιστικό και ατιμωτικό τρόπο ο κρατισμός, ο λαϊκισμός και η προσοδοθηρία μεταξύ τους . Και φυσικά, το μπουκέτο αυτό συνδέεται άρρηκτα με το παρόν κατάντημα της χώρας.

 


Ο κρυμένος Ιμάμης της Ελληνικής δημοκρατίας

Το ΠαρασύνταγμαΑν πάει κανείς πίσω στην πρόσφατη ιστορία, στην εποχή 1965-66, γινόταν λόγος για μια πολιτική πρακτική που κυριαρχούσε, η οποία  δεν ήταν συνταγματική, αλλά «παρασυνταγματική». Συνίστατο στη σιωπηρή αναγνώριση ενός «δικαιώματος» του ρυθμιστή του πολιτεύματος να έχει λόγο στα θέματα άμυνας και στρατού. Το παρασύνταγμα αυτό φορούσε επιπροσθέτως και ένα ολόκληρο πλέγμα διατάξεων και νομοθετημάτων που αποτελούσαν τη νομική, πλην όμως μη συνταγματική, θωράκιση του αντικομμουνιστικού κράτους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο στήθηκε το παρακράτος και οι παραφυάδες του που οδήγησαν στη δικτατορία. Η γενιά μου έχει σημαδευθεί από την ανάμνηση αυτής της εποχής και τις απειλές για τη δημοκρατία μέσα από παραχωρλησεις που νοθεύουν το νόημα και το γράμμα του Συντάγματος.

 

Ο Κρυμμένος Ιμάμης


Πίσω από την αρχή του παρασυντάγματος βρίσκεται η ανάγκη ύπαρξης μιας εξουσίας που δεν υπόκειται σε έλεγχο, δεν λογοδοτεί σε κανέναν και αποτελεί μια παράλληλη εξουσία με άγραφο δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις της επίσημης κυβέρνησης. Η αρχή αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι η διαχείριση των δημοσίων δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, αλλά στους φύλακες μιας «ανώτερης νομιμότητας» την οποία εκφράζει κάποιο πρόσωπο ή κάποια ομάδα.

Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης μπορεί υπό ορισμένους όρους να λειτουργεί αποτελεσματικά, δεν έχει όμως καμία σχέση με τη δημοκρατία, εφόσον η τελευταία σημαίνει πριν απ’ όλα ελεγξιμότητα της εξουσίας και αποκλείει τη λειτουργία παραεξουσιών. Εξομοιώνεται μάλλον με το πολιτικό σύστημα που επικρατεί στο Ιράν, όπου η θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ λειτουργεί παράλληλα με την κοσμική εξουσία και αντίθετα μ’ αυτή δεν λογοδοτεί σε κανέναν, παρά μόνο στον Κρυμμένο Ιμάμη, ο οποίος εξαφανίστηκε πριν από 1.100 χρόνια και που μόνο ορισμένοι επίλεκτοι έχουν πρόσβαση σ’ αυτόν και ερμηνεύουν ορθά τη βούλησή του. Εκεί όπου λειτουργεί οποιαδήποτε μορφή παρασυντάγματος επικρατεί ένας ατομικός ή συλλογικός Κρυμμένος Ιμάμης, τον οποίο όλοι σέβονται για ανεξήγητους λόγους ενώ κανένας δεν διαμφισβητεί το κύρος ή τη νομιμότητά του ή τους εμφανιζομένους ως εκφραστές του. Τέτοιος Κρυφός Ιμάμης επικρατεί σήμερα στην ελληνική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται παρασυνταγματικά από τους πολιτικούς και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης η νομιμότητα ορισμένων παρανομιών, ελέω «δημοκρατικής» επιτρεπτικότητας.

Οι εκάστοτε παρανομούντες καταληψίες σχολείων, δρόμων, δημοσίων κτιρίων κτλ. εκφράζουν, υποτίθεται, μια ανώτερη νομιμότητα που είναι συνυφασμένη με το πνεύμα της δημοκρατίας σε όλο του το αγωνιστικό σφρίγος. Η κατάφωρη αυτοδικία στην οποία προβαίνουν με τον τρόπο αυτόν ορισμένες κοινωνικές ομάδες που αυτοανακηρύσσονται ιδιαίτερα «ριγμένες», κατά την κοινή έκφραση, παραθεωρείται εντελώς από τους σχολιαστές των επαναλαμβανομένων επεισοδίων, οι οποίοι σχολιάζουν τα δίκαια ή τα άδικα αιτήματά τους, περιγράφουν τα συμβάντα και προαναγγέλλουν τις προγραμματισμένες παράνομες καταλήψεις των επομένων ημερών. Σπανιότατα αναφέρονται στο πραγματικό σκάνδαλο, που είναι η επιλογή της παράνομης δραστηριότητας για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους, και ουδέποτε γίνεται λόγος για την ανοχή που δείχνουν η πολιτεία και η κοινή γνώμη σ’ αυτή την παρανομία. Η Αστυνομία παρεμβαίνει υπέρ των καταληψιών που παρακωλύουν παράνομα την κυκλοφορία και εναντίον των οδηγών οχημάτων ΙΧ, φορτηγών ή ταξί, που προσπαθούν να ασκήσουν το νόμιμο δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία.

Η έννοια της νομιμότητας σχετικοποιείται με την αναγνώριση του μεταδικτατορικού παρασυντάγματος που ασυναίσθητα τοποθετήσαμε και ανεχθήκαμε στη θέση του παλαιού παρασυντάγματος των ανακτόρων. Αν οι «δημοκρατικές» πρωτοβουλίες των καταληψιών αντίκεινται στους κείμενους νόμους, τόσο το χειρότερο για τους κείμενους νόμους. Οι πρωτοβουλίες αυτές εκφράζουν την παρασυνταγματική νομιμότητα που είναι ανώτερη της συνταγματικής, η οποία βρίσκει την πιο σθεναρή έκφρασή της στον γνώριμο ρυθμικό κρωγμό: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Για κάποιον ανεπίγνωστο  λόγο, εκφραστές της «ανώτερης» δημοκρατικής βούλησης θεωρούνται από το νέο παρασύνταγμα ορισμένες κοινωνικές ομάδες που έχουν το «ελεύθερο» να παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας παρασυνταγματικής νομιμότητας αναιρεί οποιαδήποτε δυνατότητα εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανόρθωσης. Οποιαδήποτε απόπειρα μεταρρύθμισης ματαιώνεται εφόσον θα κινηθούν εναντίον της οι υπερασπιστές του στάτους κβο. Η εκάστοτε νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση είναι αιχμάλωτη εφόσον βρίσκεται υπό την αίρεση ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ακριβώς όπως ήταν παλαιότερα υπό βασιλική αίρεση.

Μπορούν και πρέπει να ασκούν βέτο οι κοινωνικές αυτές ομάδες στις αποφάσεις μιας νόμιμης κυβέρνησης, όπως οι αγιατολάχ μπορούν να ασκήσουν βέτο στο όνομα του Κρυμμένου Ιμάμη; Ολοι θα συμφωνήσουν ότι η δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με τον Κρυμμένο Ιμάμη, είτε αυτός είναι ο μονάρχης είτε οποιοσδήποτε άγραφος κανόνας που αναγνωρίζει παράλληλες και αδιαφανείς εξουσίες.

Βέβαια η κάθε κυβέρνηση – πλην της σημερινής- δεν ενδίδει τόσο εύκολα στις αξιώσεις των συντεχνιακών συμφερόντων όταν εκβιάζουν παραχωρήσεις με παράνομα μέσα. Το πολιτικό κόστος όμως της καταστολής των καταλήψεων με μέσα εξίσου βίαια με αυτά που μετέρχονται οι καταληψίες είναι, όπως φαίνεται, υπέρμετρο για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Και αυτό συμβαίνει διότι η κοινωνία αναγνωρίζει το παρασύνταγμα: την υπερκείμενη «νομιμότητα» των παρανομιών που διαπράττουν ορισμένες ομάδες υπεράνω δημοκρατικής κριτικής. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για παθητική κοινωνική ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα αυτή είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Ολες οι ομάδες δεν έχουν ίσα δικαιώματα παρανομίας. Δεν θα ήταν ανεκτή η κατάληψη του υπουργείου Οικονομικών από μικρούς και μεγάλους φοροφυγάδες διότι θίγονται τα συμφέροντά τους, ούτε η κατάληψη δρόμων από ιδιωτικούς γιατρούς που θα ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για το ΕΣΥ. Οι κοινωνικές αυτές κατηγορίες δεν εγγίζονται από τη χάρη του Κρυμμένου Ιμάμη που γονιμοποιεί το παρασύνταγμα και νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες. Η παρασυνταγματική κάλυψη αφορά τις πράξεις των «μη προνομιούχων» που αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τον φυσικό κορμό της δημοκρατίας. Η ιστορική εμπειρία,όμως, δείχνει ότι η υποχώρηση σε ανεύθυνες και μη λογοδοτούσες αρχές με το αιτιολογικό ότι ενεργούν στο όνομα της δημοκρατίας και της προόδου στρέφεται τελικά κατά της δημοκρατίας και κατά της προόδου.