Απεργίες Και Προσοδοθηρία

Μια ταπεινή πρόταση για ένα προσοδοθηρικό αντικίνητρο

Δημήτρης Δημητράκος

Για άλλη μια φορά ακινητοποιούνται τα πάντα με την απεργία στις συγκοινωνίες. Κάθε συνδικάτο, εδώ και πολλά χρόνια, έχει τη δυνατότητα να εκβιάζει την εκάστοτε κυβέρνηση κρατώντας σε ομηρία το κοινό.  Συνηθέστατα η κυβέρνηση δεν υποκύπτει, αλλά η εθνική ζημία είναι τεράστια.   Και συνηθέστατα οι απεργίες αυτές αφορούν το δημόσιο και όχι τον ιδιωτικό τομέα. Είναι, επιπλέον γνωστό, ότι οι απεργοί δεν χάνουν μεροκάματα, χρησιμοποιώντας διάφορα τερτίπια – δηλώνοντας άρρωστοι (πρόσφατα στο Μετρό), ή βαφτίζοντας την απεργία τους «στάση εργασίας» (δικαστές) κλπ. Η επιτυχία τους βασίζεται στη μονιμότητά τους και στη συμπυκνωμένη εκβιαστική τους  ισχύ σε ορισμένους τομείς. Η «δύναμη βλάβης» που έχουν είναι τεράστια και τη χρησιμοποιούν αδίστακτα για να διαφεντέψουν τα προνόμια τους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ζητείται από πολλούς η άρση της μονιμότητάς τους. Η πρόταση, όμως, αυτή είναι ανέφικτη, διότι κανένα κόμμα στην εξουσία δεν θα τολμούσε να την εφαρμόσει. Επί πλέον, μια σύγχρονη χώρα χρειάζεται ένα σώμα υπευθύνων κρατικών λειτουργών με το προνόμιο της μονιμότητας – τουλάχιστον στα ανώτερα κλιμάκια. Το προνόμιο της μονιμότητας ­ πέρα από την απολαβή ενός ικανοποιητικού μισθού,­ είναι το αντάλλαγμα που χορηγεί η πολιτεία για να μη χάσει τα πολύτιμα στελέχη της στην αγορά εργασίας.

Για να χρησιμοποιήσουμε τεχνική γλώσσα, τα προνόμια που απολαμβάνει ένας δημόσιος υπάλληλος αντιπροσωπεύουν το «κόστος ευκαιρίας» που πρέπει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Αν όμως πληρωθεί περισσότερο από αυτό το «κόστος ευκαιρίας», το πλεόνασμα αποτελεί μορφή οικονομικής προσόδου, δηλαδή μιας πληρωμής πάνω και πέρα από αυτό που χρειάζεται ως κίνητρο για ένα οικονομικό υποκείμενο για να προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες. Και κάθε μορφή οικονομικής προσόδου με αυτή την έννοια είναι αδικαιολόγητη: ­ από τα υπερκέρδη ενός μονοπωλίου ως την προνομιούχο μονιμότητα ενός κλητήρα.

Διορισμοί και προνόμια

Η προσοδοθηρία μικρής ή μεγάλης κλίμακας παίρνει πολλές και διάφορες μορφές στην Ελλάδα: χαριστικές συμβάσεις, υπερκέρδη, αργομισθίες, παρασιτικούς διορισμούς στο Δημόσιο, καθώς και επιδοτήσεις πάσης φύσεως. Το προσοδοφόρο προνόμιο όμως είναι ακριβώς εκείνο που είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητο. Σήμερα αντιστρέφονται οι όροι. Οι πληρωμές και οι διορισμοί όχι μόνο δεν γίνονται κατ’ αξίαν, αλλά θεωρείται επιτυχία ­ και το κυριότερο, θεωρείται θεμιτή η αναζήτηση μιας τέτοιας «επιτυχίας» ­ όταν γίνονται πέρα και πάνω από την αξία ή την καταλληλότητα του ωφελουμένου [1].

Είναι σε όλους γνωστό ότι η ύπατη φιλοδοξία  της πλειονότητας των νέων ήταν μέχρι σήμερα – και συνεχίζεται να είναι- να καταστεί κρατικοδίαιτος διά βίου, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Δημόσιο. Η προσοδοθηρία του έχει εμφυσηθεί από την οικογενειακή του ανατροφή.

Η επικράτηση όμως του προσοδοθηρικού ήθους ­ και η εισβολή στο Δημόσιο ευρύτατων ομάδων που διακατέχονται από αυτό το ήθος, έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτών που αναρωτιούνται πού θα πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση, η οποία μεταξύ άλλων εκτρέφει και την απεργιακή επιτρεπτικότητα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ. Η επιτρεπτικότητα αυτή συνίσταται στην ανοχή που δείχνει η πολιτεία στις απεργιακές κινητοποιήσεις προκειμένου περί κρατικών υπαλλήλων[2]. Η ελληνική οικονομία υφίσταται πάμπολλες ζημιές από απεργίες στον κρατικό τομέα, όπου ο απεργός δεν κινδυνεύει με απόλυση αλλά ούτε καν περικοπές μισθού στη διάρκεια της απεργίας.

 Ένα προσδοθηρικό αντικίνητρο

Η απεργία στο δημόσιο είναι μια βίαιη και συμπυκνωμένη μορφή προσοδοθηρίας, με την έννοια ότι μέσα από αυτή επιζητείται η διατήρηση ή η επέκταση ενός οικονομικού προνομίου (ή ενός προνομίου που είναι μεταφράσιμο σε οικονομικούς όρους). Η πίεση που ασκείται είναι καθαρά πολιτική, διότι η κυβέρνηση προσμετρά το συνολικό κόστος επίλυσης του προβλήματος και το πολιτικό κόστος μη ικανοποίησης του απεργιακού αιτήματος ογκούται υπέρμετρα όταν οι κινητοποιήσεις αυτές… ακινητοποιούν την κοινωνία φράζοντας δρόμους, κάνοντας κατάληψη σε κτίρια κτλ. Και επειδή πάσσαλος πασσάλω εκρούεται θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο… προσοδοθηρικό αντικίνητρο στις απεργίες.

Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η χορήγηση ενός ειδικού πριμ, υπολογισμένου με βάση το ετήσιο κόστος των απεργιών στην ελληνική οικονομία. Αν το κράτος εκχωρήσει ένα κλάσμα αυτού του κόστους, ας πούμε 20%, η κοινωνία θα έχει κέρδος, πληρώνοντας σχετικά φθηνά για ένα «δημόσιο αγαθό» ή μάλλον θα εξαγοράζει σε αρκετά καλή τιμή το κόστος ενός «δημόσιου κακού».

Το πριμ αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή συλλογικού επιδόματος εργασιακής παρουσίας ,  που θα χάριζε το κράτος σε εκείνους τους εργαζομένους που θα έχουν συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ημερών εργασίας ως το τέλος του έτους. Δεν το «δικαιούνται» αυτό το επίδομα. Δεν είναι μέρος του μισθού τους. Δεν τους το χρωστάει κανείς. Δίδεται χαριστικά σε εκείνους που ευδοκίμως υπηρέτησαν για αυτό το διάστημα. Δεν δίνεται σε εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο, που μπορεί να είναι και δική τους επιλογή η οποία δεν αποκλείεται και να τους τιμά, αποποιούνται αυτό το επίδομα, συμμετέχοντας σε μια δίκαιη ίσως και ηρωική απεργία. Στην περίπτωση αυτή δεν συμμετέχουν στη μοιρασιά του συλλογικού αυτού επιδόματος. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των απεργών τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μερίδα του επιδόματος που θα εισπράξει ο μη απεργός.  

Και είναι αρκετά δύσκολο, αλλά συγχρόνως αξιέπαινο και ηρωικό, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες νοοτροπίες, να θελήσει κανείς να παραιτηθεί ενός επιδόματος, που όχι μόνο δεν θα εισπράξει αν απεργήσει, αλλά θα πάρει άλλος στη θέση του και εις βάρος του.  Ο μη απεργός γίνεται «προσοδοθήρας» ωφελημάτων που θα αντλήσει από τις θυσίες των άλλων, δηλαδή, των απεργών. Υπό το σημερινό καθεστώς, ο απεργός στο δημόσιο επιβραβεύεται ως «λαθρεπιβάτης» (free rider), όπως ονομάζεται στη σύγχρονη οικονομία αυτός που απολαμβάνει ένα αγαθό χωρίς να πληρώνει. Με το μέτρο αυτό, ο free rider θα είναι ο μη απεργός, εισπράττοντας το πριμ μη αγωνιζόμενος.

Το μέτρο αυτό σώζει και την τιμή των απεργών στο δημόσιο οι οποίοι αντιμετωπίζονται σήμερα ως «τζάμπα μάγκες», εφόσον δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτε. Από τη στιγμή που, χωρίς να χάσουν τίποτε από τον μισθό τους ή την ίδια τους τη θέση στο δημόσιο, τους δίδεται η ευκαιρία να αποποιηθούν εθελοντικά ένα πλεονέκτημα «για την τιμή των όπλων», κανένας δεν θα μπορεί να τους ψέξει για «τζάμπα μαγκιά». Ισα – ίσα, η αποποίηση αυτή θα τους τιμά. Θα αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία της μαγκιάς τους. Αυτή μπορούν να την αποδείξουν άλλωστε… απεργώντας κατά του μέτρου αυτού, αν και εφόσον υιοθετηθεί[3].


[1] Γι αυτό και οι διαμαρτυρίες που εκφράζονται για τους μη αξιοκρατικούς διορισμούς π.χ. σε ΔΕΚΟ, είναι μάταιες, από τη στιγμή που η επικρατούσα κουλτούρα και τα τρέχοντα ήθη επιβραβεύουν την αναξιοκρατία: όσο λιγότερη η πραγματική καταλληλότητα  κάποιου διορισμένου, τόσο μεγαλύτερη η «αξία» του ως μάγκα, καταφερτζή, κλπ.

[2] Όπως είναι γνωστό, απεργίες στον ιδιωτικό τομέα, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται.

[3] Θα είναι ηθικά δύσκολο για αυτούς τους συνδικαλιστές να αποδυθούν σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις» για …να μην πάρουν ορισμένοι από αυτούς ένα επίδομα!


Προσοδοθηρία Και Φόροι Υπέρ Τρίτων

Δ.Δημητράκος

Ελάχιστοι στη χώρα μας αντιλαμβάνονται ότι φόροι υπέρ τρίτων είναι καθαρή περίπτωση επαίσχυντης προσοδοθηρίαςgetting something for nothing, δηλαδή παρασιτισμού. Είναι η απόκτηση πόρων από τη στιγμή που πληρώνει κάποιος άλλος. Κι αυτός πληρώνει υποχρεωτικά επειδή η εξουσία έτσι αποφασίζει. Η κοινωνική ομάδα – το οργανωμένο συμφέρον, συντεχνιακό, επιχειρηματικό, τοπικό κλπ– που έχει τη μεγαλύτερη δυνατότητα πολιτικής πίεσης κατορθώνει να επιβάλλει κάποια μορφή «χαριστικού» επιδόματος, χαρτοσήμου, κλπ. που χρεώνεται ο «τρίτος» – δηλαδή, οι «άλλοι» , δηλαδή, εμείς δικέ μου, έτσι;

Το ότι το μέτρο αυτό είναι άδικο και αντιπαραγωγικό, το βλέπει ο καθένας. Όπως ο καθένας επίσης αντιλαμβάνεται  ότι αποτελεί βολικό μέτρο για την πελατεία του κάθε κόμματος. Υπάρχει, όμως, και άλλος λόγος που κάνει την προσοδοθηρία, και ιδιαίτερα όταν παίρνει τη μορφή τους φόρου υπέρ τρίτων, ιδιαίτερα αντιπαραγωγική. Ο λόγος αυτός συνίσταται στο τεράστιο κόστος συναλλαγών που συνεπάγεται. Θεωρητικά μια μεταβίβαση πληρωμών από τον Α στον Β δεν μειώνει τη συνολική αξία του ποσού. Λάθος! Η σκέψη αυτή δεν λαμβάνει υπόψη  την τεράστια γραφειοκρατική σπατάλη για να πραγματοποιηθούν οι εισπράξεις φόρων υπέρ τρίτων. Η μεταβίβαση πληρωμών θα έπρεπε θεωρητικά να κατέληγε σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος: όσα χάνει ο Α τα παίρνει ο Β. Αλλά καταλήγει σε παίγνιο αρνητικού αθροίσματος : για να κερδίσει ο Α μια αξία Ξ, ο Β πρέπει να  χάσει Ξ++.

Στην ΕΕ αυτό είναι γνωστό από καιρό. Και υπάρχει νομοθεσία και σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδίκαζε την Ελλάδα γι αυτό, ήδη από το 2002.  Το ΒΗΜΑ το είχε αποκαλύψει σε εκτενές άρθρο του τότε, υπογεγραμμένο από τον Ι.Κ.Σιωμόπουλο.

Η εφημερίδα είχε πλήρη κατάλογο κατά υπουργείο όλων των φόρων υπέρ τρίτων – δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες – που έπρεπε να καταργηθούν, σύμφωνα με την απόφαση. Δεν έγινε τίποτε. Η Ελλάδα μπορούσε να αγνοεί τέτοιες αποφάσεις για τον εξής απλό λόγο. Το πρόστιμο που εκαλείτο να πληρώσει παίρνει τη μορφή αφαίρεσης ποσού από τα πακέτα στήριξης. Δεν βγαίνει από τις τσέπες των υπουργών που αρνούνται να τις εφαρμόσουν. Οπότε, ο πολιτικός κάνει τον εξής λογαριασμό: «Αν δεν την εφαρμόσω, πολιτικό κόστος μηδενικό, οικονομικό κόστος – για μένα μηδενικό, για τους «άλλους»   – ούτε που θα το καταλάβουν. Αν, πάλι την εφαρμόσω, οικονομικό κόστος για την Ελλάδα μηδενικό –καλά, τώρα – πολιτικό κόστος για μένα, τεράστιο, διότι οι ομάδες που ωφελούνται θα μας μαυρίσουν». Τόσο απλά. Μα, θα μου πείτε, με τα χρόνια, δεν συσσωρεύεται το χρέος, η ζημία από την αντιπαραγωγική προσοδοθηρία; Η απάντηση είναι ότι ασφαλώς και γίνεται αυτό. Αλλά  αυτό θα γινόταν ΑΡΓΟΤΕΡΑ. Άλλοι θα κληθούν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.

Το ΑΡΓΟΤΕΡΑ ήρθε. Η τρόικα δεν ζητά τίποτε περισσότερο από αυτό που έπρεπε να κάνει η Ελλάδα ήδη πριν δέκα χρόνια και περισσότερα ακόμη, προς το δικό της συμφέρον και δεν το έκανε, όχι διότι ο «λαός» της δεν το ήθελε, αλλά διότι ορισμένα οργανωμένα συμφέροντα, στο όνομα του «λαού» απέσπασαν προνόμια τα οποία δεν θέλουν να χάσουν. Αξίζει να διαβαστεί το σχετικό ρεπορτάζ του Ντίνου Σιωμόπουλου – που ακολουθεί θεματολογικά και επαγγελματικά τα ίχνη του Ι.Κ. Σιωμόπουλου

 

Όσο δεν γίνεται αντιληπτή η πολύ απλή αυτή αλήθεια, ότι η προσοδοθηρία – και η αποκρουστικότατη έκφρασή της που είναι οι φόροι υπέρ τρίτων – ΣΚΟΤΩΝΕΙ την οικονομία και την κοινωνία, τόσο θα τα ρίχνει η αδαής κοινή γνώμη στην τρόικα, στο «Δ΄ Ράιχ» και σε δεν ξέρω ποιες «σκοτεινές δυνάμεις» που απεργάζονται το κακό μας.


Το Άγος Της Προσοδοθηρίας

Δημήτρης Δημητράκος


Αξίζει να διαβαστεί το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη «Το έλλειμμα ανταγωνισμού στην αγορά» στην Καθημερινή της 30-9-12. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα :

 «Μπορεί μάλιστα να περίμεναν [σ.σ. τα μέλη της τρόικας] ότι μειώνοντας τα εισοδήματα θα έπεφταν και οι τιμές· έτσι γίνεται σε όλο τον κόσμο, αυτό λέει και η οικονομική λογική. Αμ, δε! Σε μια χώρα που έχουν καταστρατηγηθεί όλοι οι νόμοι, θα την γλίτωνε ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης; Υπάρχουν, απίθανες -και συνήθως μεταμεσονύκτιες- διατάξεις που φτιάχνονται επίτηδες με στρυφνούς νομικούς όρους και παραπομπές σε παλαιότερους νόμους, έτσι ώστε νόμιμα να εξυπηρετούνται πελατειακά συμφέροντα. Και τα πελατειακά συμφέροντα του πολιτικού συστήματος δεν είναι μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι ή οι ταξιτζήδες. Είναι και οι επιχειρήσεις που διά νόμων λυμαίνονται μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά κάποιες αγορές, απολαμβάνοντας υψηλά κέρδη». 

 

Έτσι λειτουργεί η προσοδοθηρία : με την τακτική των (μεταμεσονυκτίων) τροπολογιών, οι οποίες έχουν εύστοχα ονομαστεί «ντροπολογίες». Πρόκειται για πρόσθετες παραγράφους που «τρυπώνουν» σε ένα νομοσχέδιο, με σκοπό να ευνοηθεί κάποια ομάδα συμφερόντων. Τα συμφέροντα αυτά μπορεί να είναι επιχειρηματικά, συντεχνιακά, επαγγελματικά κάθε είδους. Είναι κατά κύριο λόγο πελατειακά. Και οι εμβόλιμες διατάξεις που τα ευνοούν χαρακτηρίζονται σεμνότυφα ως  «ευεργετικές». Κάποιοι, , δηλαδή, ωφελούνται εις βάρος των υπολοίπων, πράγμα που σκοπίμως αποσιωπάται με τη χρήση του επιθέτου «ευεργετικός». Κάποιοι πληρώνουν για αυτή την ευεργεσία και αυτοί δεν είναι οι πολιτικοί που εισηγούνται και ψηφίζουν τις διατάξεις αυτές.  Οι πολιτικοί ευεργετούν με τα λεφτά των άλλων. Πληρώνουν οι ανυπεράσπιστοι, δηλαδή, οι φορολογούμενοι.

 

Οι «ευεργετικές» αυτές διατάξεις στρεβλώνουν την αγορά και βλάπτουν πολλαπλώς το κοινωνικό σύνολο. Δίνουν την ευκαιρία να εισπράξουν κάποιοι περισσότερα από όσα θα λάμβαναν αν δεν υπήρχε η πολιτική εύνοια.  Αυτή αποκτάται με κάποιο κόστος. Το κόστος αυτό, όμως, είναι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, μικρότερο από πού θα αντιστοιχούσε στην προσπάθεια βελτίωσης της παραγωγικότητας μιας επιχείρησης. Συνεπώς, ο προσοδοθήρας, σε αντίθεση με τον  υγιή επιχειρηματία, έχει περισσότερα να κερδίσει επενδύοντας σε πολιτική εύνοια από το να επενδύσει σε εξοπλισμό ή σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Αποσκοπεί όχι στο κέρδος – που είναι υγιές κίνητρο σε μια οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά στην πρόσοδο, δηλαδή, εισόδημα το οποίο εισπράττεται εκτός παραγωγής, που είναι έξω ή πέρα από την πραγματοποιημένη εργασία ή την επιχειρηματικότητα.

Είναι τόσο κακό αυτό; Ναι, είναι! Διότι βασίζεται σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις που δημιουργούνται τεχνητά και το όφελος του επιχειρηματία είναι εις βάρος άλλων. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για μη επιχειρηματικούς κλάδους, όπως είναι τα συνδικάτα, διάφορες επαγγελματικές ομάδες και γενικότερα όσοι είναι σε θέση να αποσπούν «ευεργετικές» διατάξεις με απεργίες ή διασάλευση της τάξης.  Η «ευεργεσία» παρέχεται εκεί με γνώμονα τη «δύναμη βλάβης» που διαθέτουν οι ομάδες αυτές, και όχι την παραγωγικότητά τους. Αυτό θα παρασύρει τον υγιή επιχειρηματία, αλλά και τον έντιμο επαγγελματία και μισθωτό, στο να επιδοθεί κι αυτός στην θήρα πολιτικής εύνοιας. Επί τέσσερις δεκαετίες η ευγενής αυτή τέχνη έχει αποφέρει καρπούς σε ορισμένους και έχει περιορίσει και τελικώς παραλύσει τους περισσότερους. Και οι περισσότεροι, κάθε φορά, μη αντιλαμβανόμενοι ότι μέσω της παντοδυναμίας του Δοβλετιού παράγεται και ενδυναμώνεται η προσοδοθηρία, εκτρέφουν το τον κρατισμό, ελπίζοντας ότι θα αποκτήσουν μέρος της προσόδου.

Εκεί βρίσκεται η πέτρα του σκανδάλου. Στην προσοδοθηρία. Πετυχαίνεται με «νόμιμους» τρόπους – όπως είναι οι τροπολογίες στη Βουλή – ή με παράνομες πρακτικές, όπως είναι η δωροδοκία και άλλες μορφές δημόσιας διαφθοράς. Είναι τρόποι απόκτησης (εξαγοράς) πολιτικής εύνοιας. Φυσικά και στρεβλώνεται η αγορά και υποφέρει ο καταναλωτής ως εκ τούτου, πέρα από τις πρόσθετες ηθικές ζημίες που επιφέρουν οι πρακτικές αυτές. Οι τιμές των προϊόντων που φτάνουν στην κατανάλωση καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και το τεράστιο κόστος συναλλαγής (το περίφημο transaction cost  του Ronald Coase), δηλαδή, το κόστος σε χρήμα, σε χρόνο, σε κόπο που συνεπάγεται η θήρευση της πολιτικής εύνοιας. Το κόστος αυτό μετακυλίεται, στον καταναλωτή. Πολύ πιο σημαντική απώλεια, όμως, είναι η γενικότερη στρέβλωση της οικονομίας από το τεχνητά διατηρούμενα υψηλό κόστος παραγωγής σε ορισμένους τομείς και το τεράστιο περιθώριο κέρδους (διάβαζε προσόδου) που πραγματοποιείται, επίσης εξασφαλισμένο τεχνητά, με πολιτική παρέμβαση.

Φυσικά, το πιο προσοδοθηρικό επάγγελμα, το πιο κλειστό και ανεξέλεγκτο, είναι εκείνο που ρυθμίζει τα άλλα επίσης προσοδοθηρικά και κλειστά επαγγέλματα και δεν αμφισβητείται ποτέ το μονοπώλιο που δικαιωματικά κατέχει: το επάγγελμα αυτό, είναι, βέβαια, εκείνου του πολιτικού. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι και ο πολιτικός εξαρτάται από την εύνοια των ψηφοφόρων του. Και επομένως είναι κι αυτός προσοδοθήρας, με κάποια έννοια. Η απάντηση είναι ότι ασφαλώς και είναι προσοδοθήρας αν είναι λαϊκιστής. Προσμένει να αποκτήσει πολιτικό όφελος παρέχοντας ρουσφετολογικές υποσχέσεις, δηλαδή, προσφέροντας προσοδοθηρικές ευκαιρίες στους ψηφοφόρους του ή δίνοντας την εντύπωση ότι κάποιοι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «μη προνομιούχοι» θα εισέλθουν, μέσω της πολιτικής που θα εφαρμόσει, στο κλαμπ των προνομιούχων. Με αυτόν τον τρόπο συνδέονται με τον πιο εξευτελιστικό και ατιμωτικό τρόπο ο κρατισμός, ο λαϊκισμός και η προσοδοθηρία μεταξύ τους . Και φυσικά, το μπουκέτο αυτό συνδέεται άρρηκτα με το παρόν κατάντημα της χώρας.