Οι φιλελεύθερες δυνάμεις στην Ελλάδα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Λίγες μέρες πριν την ημέρα των εκλογών, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την απογοήτευσή μου για την πολυδιάσπαση του φιλελεύθερου χώρου. Για λόγους που ασφαλώς θα γνωρίζουν οι ηγεσίες τους καλύτερα από μένα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε καμιά συμφωνία συνεργασίας, πλην εκείνης μεταξύ Δράσης και Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Δεν υπάρχει κανένας που να μην ξέρει και να μην καταλαβαίνει ότι η πιθανότητα να μην εκπροσωπηθεί κανένα από τα τρία κόμματα φιλελεύθερης κατεύθυνσης είναι πάνω από 50%, ενώ αν ήταν ενωμένα η πιθανότητα να έχουν αυτή την εκπροσώπηση θα ήταν αρκετά μεγάλη.  Πολύς είναι ο κόσμος που απογοητεύεται ακόμα περισσότερο, όταν σκεφθεί ότι δεν τους χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά μάλλον διαφορετικοί πολιτικοί υπολογισμοί των ηγεσιών τους.

Από μια άποψη, η έλλειψη ευελιξίας σχετίζεται άμεσα με την εμμονή των πολιτευτών του σε αρχές, αλλά και τη διάθεση αυτονομίας που διακρίνει την πολιτικής τους πρακτική. Οι φιλελεύθεροι έχουν ως αίτημα την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού και σειρά μεταρρυθμίσεων με τις οποίες είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Κύριο γνώρισμά τους είναι η απουσία λαϊκισμού, και μάλιστα η ολομέτωπη σύγκρουση με αυτόν, τον οποίο καταλογίζουν ορθά σε όλα τα άλλα κόμματα. Οι  προτάσεις τους, είναι κατά το πλείστον ρεαλιστικκές και μόνο υπολογισμοί «πολιτικού κόστους» εμποδίζει άλλα κόμματα να τις εφαρμόσουν.  Επιπλέον, το στελεχικό τους δυναμικό διακρίνεται για την ανώτερη ηθική και διανοητική ποιότητά του.

Αυτά είναι πράγματα γνωστά και για τα οποία δίκαια μπορεί κανείς να υπερηφανεύεται που ανήκει σ’ αυτό το χώρο.  Υπάρχει όντως εξόφθαλμη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο φιλελεύθερο πολιτικό χώρο και οποιοδήποτε άλλο. Και εκεί εντοπίζεται η ελκυστική δύναμη αυτής της παράταξης. Δυστυχώς, όμως, αποτελεί συγχρόνως την κύρια της αδυναμία. Έχει τη δική μου υποστήριξη και εκείνη πολλών άλλων σαν και μένα. Δεν είναι λίγοι. Δυστυχώς δεν είναι αρκετοί. Θα σας κάνω μια ομολογία. Νομίζω ότι ήταν το 1999 που ο Στέφανος Μάνος ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους», γνωστούς και ως «Ταύρους». Είχα πάει τότε στο Intercontinental όπου είχε γίνει η πανηγυρική ιδρυτική συνέλευση. Γύρω μου ήταν γνωστές και άγνωστες, πολιτισμένες φυσιογνωμίες, που έλαμπαν από χαρά βλέποντας πως επιτέλους βρέθηκε ένα κόμμα που εξέφραζε το πιο πολιτισμένο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν κάτι καινούργιο, με το οποίο, όχι μόνο συμφωνούσαμε πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά επιπλέον ταίριαζε στην αισθητική μας. Βεβαίως, χάρηκα, αλλά μέσα μου εισχώρησε μια υποψία: μήπως αυτό το συμπαθέστατο εκκλησίασμα, όχι μόνο μας αντιπροσωπεύει ποιοτικά, αλλά αποτελεί και αθροιστικά το σώμα των υποστηρικτών αυτών των  ιδεών;

Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα.

Με φοβίζουν οι συναθροίσεις με αποκλειστικά ευγενικά πρόσωπα. Θα βοηθήσουν βρίσκοντας άλλα εξ ίσου ευγενικά, ανιδιοτελή, άμεμπτα πρόσωπα. Αυτά έχουν ένα αριθμητικό όριο, δυστυχώς. Πολύ θα ήθελα να είχε, αυτό το όριο, μεγάλα περιθώρια επέκτασής του. Πολύ θα ήθελα, δηλαδή, να είχε η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, περισσότερους ελεύθερα σκεπτόμενους, ακέραιους και στοιχειωδώς ορθολογικούς πολίτες. Αλλά δεν τους έχει και κάτω από τις  παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να τους αποκτήσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

 Το γράφω αυτό, όχι για να αποθαρρύνω τους φιλελεύθερους ψηφοφόρους, αλλά για να τονίσω την ανάγκη να είμαστε ρεαλιστές. Αλλά και για ένα πρόσθετο λόγο. Οι φιλελεύθεροι θα μπορούν να αυξήσουν την πολιτική τους παρουσία ανεξάρτητα από το αν πετύχουν ή όχι να εκπροσωπηθούν στη Βουλή. Και κυρίως έχουν να δώσουν ένα μάθημα πολιτικής ευπρέπειας, που αύριο θα αποδώσει καρπούς.

Καλό είναι, όμως, να μην έχουμε αυταπάτες, διότι αυτές συχνά πληρώνονται ακριβά . Δεν έβλαψε κανέναν να βαστάει μικρό καλάθι στις προσδοκίες του, εφόσον ξέρει να τις διαχωρίζει από τους οραματισμούς του, που μπορούν να είναι ουρανόμηκες.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ («ΝΕΟ»)ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ;

Ο φιλελευθερισμός δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η ελευθερία είναι ριζωμένη στην παράδοση και στις νοοτροπίες των Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1865 έχει θεσπισθεί ως εθνικός μας ύμνος ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού, όπως δεν είναι τυχαίο ούτε κοινό ότι η ιδέα της ελευθερίας είναι παρούσα υπό τη μια ή την άλλη μορφή  στα ονόματα τεσσάρων αθηναϊκών εφημερίδων. Και όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας αποστρέφεται τον φιλελευθερισμό ή τον «νεοφιλελευθερισμό» όπως το αποκαλούν οι αντίπαλοί του.

Αυτή η χρήση του προθέματος «νέο-» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση η οποία έχει της ρίζες της στον Locke και στον Mill. Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση του όρου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα.

Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς  στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους   ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας που ταυτίζονται με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση της φιλελεύθερης ιδέας, είτε στο όνομα παραδοσιακών είτε στο όνομα προοδευτικών αρχών.  Ο λόγος γι αυτό είναι απλός. Οι κάθε είδους κολεκτιβιστές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ελευθερία και κρίση του ατόμου. Διαστρέφουν ή καταπολεμούν ανοιχτά το μήνυμα του  Διαφωτισμού, που είναι η χειραφέτηση του ώριμου ανθρώπου από τον πατερναλισμό εξουσιαστικών κηδεμόνων. Και χρησιμοποιώντας ως φόβητρο τον ανταγωνισμό, την ελευθερία των αγορών και τους κινδύνους για την απασχόληση, ενισχύουν τη φυσιολογική αγοραφοβία του κοινού και το αίσθημα ανασφάλειας που γεννά ο νέος παγκοσμιοποιημένος  χώρος  που αναδύεται  σήμερα.

Η ιδέα της ελευθερίας συνδέθηκε με το δημοκρατικό κίνημα για περιορισμό της κεντρικής εξουσίας . Αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο την κατάργηση των προνομίων της αριστοκρατίας και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Έτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη ανοιχτή  κοινωνία που συνδέεται με τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, το δυναμισμό και την παγκοσμιότητα της οικονομίας και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Σε ένα τέτοιο ανοιχτό σύστημα, οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι νομοκατεστημένεςς, αλλά ανοιχτές. Δεν υπάρχουν «ταξικά προνόμια», υπάρχουν μόνο διαφοροποιημένες και εναλλασσόμενες εισοδηματικές δυνατότητες.  Ανισότητες δημιουργούνται αναπόφευκτα, εφόσον οι συναλλαγές είναι ελεύθερες. Η ανάγκη κρατικής μέριμνας υφίσταται, όχι για να εξαφανίσει τις ανισότητες αστυνομεύοντας την παραγωγή και διανομή του πλούτου, αλλά για να παρέχει ένα δίκτυο ασφαλείας που χρειάζονται όσοι βρίσκονται εκτός μηχανισμών αγοράς. Και αυτοί πάντα θα υφίστανται, γι αυτό και πάντα θα υπάρχει ανάγκη αναδιανεμητικής διαδικασίας. Αυτό, όμως, είναι εντελώς ξεχωριστό θέμα από τον εξισωτισμό ως κοινωνικό χρέος.

Η μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο φιλελευθερισμό δεν είναι η ξεπερασμένη ιδέα του εξισωτισμού που συνδέεται με την έφεση ανακατανομής και την εξουσιαστική ακράτεια των υπέρμαχων του κρατισμού, αλλά με την ανάγκη αντιμετώπισης του φόβου της ανασφάλειας από τον οποίο διακατέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Η αρχή του ζην επικινδύνως δεν υιοθετείται εύκολα από τον μέσο λογικό άνθρωπο, ακόμα  και σε κοινωνίες όπου επικρατεί ο τυχοδιωκτισμός. Επομένως, ο φιλελεύθερος πολιτικός λόγος οφείλει να τονίσει το γεγονός ότι η ασφάλεια είναι ένα αγαθό που μπορεί να προσφέρει είτε ο ιδιωτικός είτε ο δημόσιος τομέας, αφήνοντας στον πολίτη τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλαπλές προσφορές στην αγορά.

Συγχρόνως, η μεγάλη δύναμη  της φιλελεύθερης ιδέας έγκειται σε ένα διπλό πλεονέκτημα που έχει έναντι των αντιπάλων της. Το πρώτο συνίσταται στο ότι είναι αυτό-εφαρμόσιμη και αδιαμεσολάβητη, ενώ η εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης αρχής απαιτεί την εξεύρεση κατάλληλων και έμπιστων φορέων που θα την επιβάλλουν. Το δεύτερο έχει να κάνει με τα ορατά πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα της εφαρμογής της. Στα ανελεύθερα καθεστώτα δεσπόζει η οικονομική αθλιότητα, ενώ η ευημερία εξασφαλίζεται στα ελεύθερα καθεστώτα με ελεύθερες οικονομίες. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για το οποίο ο φιλελευθερισμός, κατακτά έδαφος, όσο και αν δαιμονοποιείται  από τους αντιπάλους του.