Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Karl Popper

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Είναι ευτύχημα ότι η ΕΡΤ αφιέρωσε τότε μια ωριαία εκπομπή στη σκέψη και στο έργο του Karl Popper.

Έχει θέση η σκέψη του Karl Popper στη χώρα μας; Είναι η Ελλάδα μια ανοιχτή κοινωνία; Φυσικά, δεν εννοώ αν έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία, απλώς και μόνο, αλλά αν ως πολιτισμός, έχουμε δεχθεί και ενστερνισθεί την ιδέα της κοινωνίας ως forum, όπου η ιδέα της αλήθειας λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή,  και όπου η κριτική σκέψη μπορεί να παραχθεί και να εκφρασθεί απρόσκοπτα. Η εμπειρία της επίσκεψης του Popper στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν το θάνατό του δείχνει ότι οι ιδέες του δεν έχουν διεισδύσει στην πατρίδα μας και ότι είναι ξένες σε σχέση με τα ενδιαφέροντα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ της χώρας μας.

Η πεποίθηση ότι η ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας δεν είχε ριζώσει στην Ελλάδα και ότι υπήρχε ανάγκη να γίνει αυτό οδήγησε μια μικρή ομάδα φίλων, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο υπογράφων, να οργανώσουν έναν κύκλο ομιλιών το 1983. δώσαμε στην άτυπη ομάδα αυτή ένα όνομα:   Όμιλος Κριτικής και Επιστημονικής Σκέψης. Είχαμε επίγνωση ότι δεν ήταν μόνο η πολιτική ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας που απουσίαζε στον τόπο μας, αλλά η ευρύτερη θεώρηση του  Karl Popper, δηλαδή, τον κριτικό ορθολογισμό, του φιλελευθερισμό και τον ανοιχτό και δημόσιο χαρακτήρα της επιστημονικής και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, βέβαια, ότι αυτά ήταν και είναι πολυτέλειες για την Ελλάδα. Όμως, δεν είναι, διότι οι συνεπαγωγές της ανοιχτής κοινωνίας, με την ευρύτερη έννοια, αφορούν όλους μας. Η επαφή με την κριτική σκέψη, έστω ενός αρχικού πυρήνα, μπορεί να μπολιάσει το σύνολο, από τη στιγμή που η αρχική προκείμενη της ποπεριανής σκέψης δεν είναι κοινωνικά απωθητική ή διανοητικά δυσπρόσιτη: «Μπορεί εσύ να έχεις δίκιο, κι εγώ άδικο, αλλά με μια κοινή προσπάθεια μπορούμε να φτάσουμε πιο κοντά στην αλήθεια»[1].

Με πρωτοβουλία του Ομίλου οργανώθηκαν άτυπες εβδομαδιαίες συζητήσεις γύρω από ένα «σεμιναριακό» τραπέζι σε χώρο που μας παραχώρησε το Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών, στην Οδό Χάρητος. Αλλά η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήταν βαριά. Η ιδεολογία αυτή ήταν ένας κακοχωνεμένος μαρξισμός, όπως τον απορροφούσε αβανταδόρικα η δημοσιογραφική προχειρολογία και η «προοδευτική» μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Την εποχή εκείνη, ακόμα και το όνομα του Popper ήταν εκτός «πολιτικής ορθότητας». Τι ρόλο μπορούσε να παίξει η κριτική σκέψη όταν «ο λαός ήταν στην εξουσία»; Τι σημαίνει η φιλοσοφία του Popper, που είναι ο κριτικός ορθολογισμός, από τη στιγμή που δεν εκθειάζεται η ανάγκη «πολιτικοποίησης» της γνώσης; Δεν είχε γράψει ο Popper εναντίον του ολοκληρωτισμού, εναντίον όχι μόνο του Hegel αλλά και του ίδιου του Marx; Δεν ήταν φίλος και συνοδοιπόρος του Hayek, του αντιδραστικού εκείνου μέντορα της φοβερής Margaret Thatcher; Αλλά και στους συντηρητικούς κύκλους, ο Popper ήταν persona non grata αφού καταφέρθηκε κατά του Πλάτωνος, που είναι «εθνικός» μας φιλόσοφος. Δεν υπήρχε, επομένως, πρόσφορο έδαφος για την υποδοχή των ιδεών του Karl Popper.  Κάποια στιγμή, το 1985, ο όμιλος αυτοδιαλύθηκε, λόγω εσωτερικών διαφωνιών, μέσα στο βαρύ κλίμα της περιόδου κατά την οποία ο Αγ. Κουτσόγιωργας είχε πει ότι από τη μια μεριά υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις του φωτός και από την άλλη οι δυνάμεις του σκότους, εννοώντας τις πολιτικές δυνάμεις που ανήκαν στην «εν ευρεία εννοία» Αριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ  και «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις») και τη ΝΔ ως διάδοχο και συνεχιστή της δικτατορίας, με επικεφαλής τον «αρχιαποστάτη» Μητσοτάκη.

Ξεφεύγοντας από τον επαρχιωτισμό της ελληνικής διανοητικής πρόσληψης του Popper, ας θυμηθούμε τι συνέβη στη διεθνή σκηνή,την εποχή εκείνη. Το 1985 είναι το έτος ανάληψης της εξουσίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αρχή της πολιτικής της διαφάνειας και της περεστρόικα, που τελικά θα επιφέρει το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη το 1989-90, το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το 1992 και το μετασχηματισμό όλων των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων πλην του ελληνικού. Σκέφθηκα ότι κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να κληθεί επίσημα ο θαλερός 90χρόνος στην Ελλάδα, προκειμένου να τιμηθεί ως επίτιμος διδάκτωρ από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τότε ήμουν καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και όχι της Αθήνας, αλλά φίλοι μου στο Φιλοσοφικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών με διαβεβαίωσαν ότι θα περνούσαν την πρόταση από τη Γενική Συνέλευση και δεν θα υπήρχε αντίρρηση, εφόσον η τίμηση  του μεγάλου φιλοσόφου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών τιμούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Αυτό  και έγινε με τη συμβολή του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ευάγγελου Μητσόπουλου, ο οποίος και έκανε την προσφώνηση στην τελετή. Είχα, ευτυχώς, την αμέριστη υποστήριξη του τότε πρύτανη και φίλου Πέτρου Γέμτου. Έχοντας επίγνωση των συνηθισμένων καθυστερήσεων, όταν είδα τον Popper το Σεπτέμβριο του 1992, του έκανα την πρόταση και του είπα ότι η καλύτερη περίοδος θα ήταν  ο Μάιος του επομένου έτους. Αυτό μας άφηνε αρκετό περιθώριο χρόνου για την ολοκλήρωση των διαδικασιών για να δρομολογηθεί για να πραγματοποιηθεί επίσκεψη .

Η αντίδραση του φιλοσόφου ήταν χαρακτηριστική. Ενθουσιάστηκε σαν να ήταν παιδί. Μου είπε, όμως, ότι είχε δεχθεί μια πρόσκληση για το Μάιο από το Πανεπιστήμιο της Πράγας. Του πρότεινα τότε, να έρθει τον Οκτώβριο στην Αθήνα. Όμως ο Popper φοβόταν μην πεθάνει πριν προλάβει να τιμηθεί από την Αθήνα, διότι γι αυτόν ο συμβολισμός και η σημασία της δεν είχε όμοιο, παρά το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Πράγας είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο και τον ανέμεναν πώς και πώς. Προτρέχω για να πω ότι τελικά πήγε τον Οκτώβριο και στην Πράγα, μετά την Αθήνα. Η επίσκεψή του αποτέλεσε εθνικό γεγονός για την Τσεχοσλοβακία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Václav Havel τον δέχθηκε και η προσέλευση στο Πανεπιστήμιο για την τελετή της περιένδυσης δεν είχε προηγούμενο.

Θεωρώντας ότι ήταν πολύ μεγάλη τιμή για την Ελλάδα να έρθει ο σημαντικότερος από τους τότε ζώντες φιλοσόφους, αλλά και ότι η «φιλελεύθερη παράταξη» που τότε κυβερνούσε θα  είχε τη διάθεση να «αξιοποιήσει» την επίσκεψη ενός πολύ μεγάλου φιλελεύθερου στοχαστή, προσπάθησα να κάνω ότι ήταν δυνατό ώστε να μην περάσει απαρατήρητη. Έστειλα, μαζί με τις επίσημα τυπωμένες προσκλήσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών προς συναδέλφους καθηγητές, βουλευτές, υπουργούς, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, στο Δήμο της Αθήνας, σε προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών, με τη βοήθεια του Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών ως συνοργανωτή. Σε ορισμένους γνωστούς μου συναδέλφους είχα στείλει και ιδιόχειρο σημείωμα.

Δεν παρέλειψα να απευθυνθώ και στην  Προεδρία της Δημοκρατίας. Σκέφθηκα ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έδινε μισή ώρα από το χρόνο του για να δεχθεί τον επίσημο ξένο, εφόσον κάποιος τον ενημέρωνε για τη σημασία αυτής της επίσκεψης. Αυτός ο «κάποιος» μου ήταν γνωστός και προσιτός και ήταν απόλυτα κατάλληλος για αυτή την αποστολή, ως νομικός σύμβουλος του Προέδρου και πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Πρόκειται για τον καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλο. Με διαβεβαίωσε, αφού τον επισκέφθηκα επί τούτω στο γραφείο του στο Προεδρικό Μέγαρο, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Πρόεδρος να μη δεχθεί τον Karl Popper  o Πρόεδρος και ότι αναλάμβανε ο ίδιος να τον ενημερώσει για τη σημασία της επίσκεψης αυτής.

Ο Karl Popper  έφτασε στις 16 Μάιου και η τελετή έγινε την επομένη. Από τους προσκεκλημένους δεν είχαν έρθει παρά ελάχιστοι συνάδελφοι. Η Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου ήταν μισοάδεια. Τον κράτησε για αρκετή ώρα ο πρύτανης στο γραφείο του για να προστεθούν και μερικοί ακόμη. Από τον πολιτικό κόσμο δεν είχε έρθει κανένας. Μόνο ο Μίμης Ανδρουλάκης είχε έρθει, στον οποίο δεν είχε σταλεί επίσημη πρόσκληση, εφόσον δεν είχε επίσημη ιδιότητα τότε. Πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες και ήρθε από δικό του προσωπικό ενδιαφέρον.

Δεν δόθηκε συνέχεια στις διαβεβαιώσεις του καθηγητή Παυλόπουλου και δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ουδέποτε μου δόθηκε η ελάχιστη εξήγηση αν ενημερώθηκε ή όχι, αν απορρίφθηκε η πρόταση από τον Καραμανλή, ή αν ο σύμβουλός του έκρινε ότι δεν μπορούσε να τον ενοχλεί με επουσιώδη ζητήματα. Ο Karl Popper  τις επόμενες μέρες πέρασε ένα τριήμερο στην αγαπημένη του τοποθεσία που είναι οι Δελφοί και είχα κι εγώ την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του επί θεμάτων γύρω από τη φιλοσοφία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει κάτι τρομερά αρνητικό για το πολιτιστικό τοπίο της σημερινής Ελλάδας. Επιπλέον, εκθέτει ανεπανόρθωτα την πολιτική τάξη και ιδίως την συντηρητική παράταξη, ακόμα και όταν αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη.

Επειδή προσπαθώ να συνδυάσω, στο μέτρο των δυνάμεών μου, την αισιοδοξία μου με τον ορθολογισμό, πιστεύω ότι κάποτε θα αντιληφθούν οι συμπατριώτες μου πόσο ζημιώνουν με το να αγνοούν ή να παρανοούν ή να υποτιμούν τη σκέψη ενός μεγάλου θαυμαστή της αρχαίας τους παράδοσης. Μια παράδοση που «οι τα πρώτα φέροντες»  της κοινωνίας μας δεν ήξεραν να τιμήσουν με την υποδοχή που του επιφύλαξαν. Ο Karl Popper, όμως, την τίμησε. Όσοι παρευρέθηκαν στην τελετή, δεν θα ξεχάσουν τα λόγια του, απευθυνόμενος σε 50 το πολύ άτομα: «Εδώ, στην Αθήνα, αισθάνομαι ότι πατώ σε ιερό έδαφος»! 


[1] “I may be wrong and you may be right, and by an effort we may get nearer to the truth”. Karl Popper (1945) The Open Society and its Enemies.. Vol. II p.225 and (1994) The Myth of the Framework.London: Routledge p. xii.


Όμορφα και αμεσοδημοκρατικά

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

« Στην άμεση δημοκρατία, κερδισμένοι εντέλει δεν βγαίνουν οι πολλοί, αλλά αφ’ ενός οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ισχυροί και ηχηροί, και αφ’ ετέρου οι πιο λαϊκιστές – αρκεί κανείς να δει ποιοι οικονομολόγοι έχουν πέραση στις πλατείες.»

Όμορφα και αμεσοδημοκρατικά.

Να λοιπόν που η πλατεία στηρίζει με ψήφισμά της ανάμεσα στα άλλα και την απεργία της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ! Τι σημαίνει όμως αυτό; Προφανώς, αν οι Αγανακτισμένοι αμεσοδημοκράτες εννοούν αυτά που λένε, το ψήφισμα αυτό δεν αντιπροσωπεύει κανέναν άλλο πέρα από τους ψηφίσαντες, δηλαδή κάποιες εκατοντάδες ή έστω λίγες χιλιάδες άτομα. Αλλά και οι  υπόλοιπες αμεσοδημοκρατικές αποφάσεις των πλατειών δεν εκφράζουν κανέναν πέρα από τους ψηφίσαντες ή υπογράψαντες. Διαφορετικά φτάνουμε στο συμπέρασμα πως ακόμα κι οι αμεσοδημοκράτες κάποιους αντιπροσωπεύουν, κι αυτό το έχουν αποκηρύξει ως εξοβελιστέο.

Το αίτημα για άμεση δημοκρατία – που είναι η κυρίαρχη ερμηνεία του συνθήματος «πραγματική δημοκρατία τώρα!» – δεν γεννήθηκε βεβαίως στο κενό. Ήρθε να καλύψει ένα απολύτως υπαρκτό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης: η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψηφίστηκε για να κάνει άλλα και κάνει τα αντίθετα. Είναι όμως όντως η άμεση δημοκρατία η καλύτερη, ή έστω εφικτή, λύση στα προβλήματά μας; Έχω ως προς αυτό δύο ιστορίες.

Ιστορία Πρώτη

Στα τελευταία χρόνια της χιλιετίας που μας πέρασε, σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο που θεραπεύει τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες επί της λεωφόρου Συγγρού, ακουγόταν ηχηρό το αίτημα για κατάληψη. Μπορεί η κατάληψη να είναι αντισυνταγματική ως μέσο διαμαρτυρίας, όμως αφ’ ενός μια αυθαίρετη ερμηνεία του περί ασύλου άρθρου του Συντάγματος, αφ’ ετέρου οι απαράδεκτοι εκτελεστικοί νόμοι του άρθρου αυτού καθώς και η πρακτική δεκαετιών, είχαν πια δημιουργήσει τα δικά τους δεδομένα. Οι ευαγγελιστές της κατάληψης λοιπόν, θεωρώντας ότι οι νόμοι υπάρχουν για να σπάνε μπροστά στη βούληση της πλειοψηφίας, επικαλέστηκαν κατά τη συνήθειά τους την άμεση δημοκρατία. Συγκλήθηκε γι’ αυτό Γενική Συνέλευση με μόνο θέμα την κατάληψη. Από τους χιλιάδες ενεργούς φοιτητές του εν λόγω πανεπιστημίου συγκεντρώθηκε ο διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός των 1500, οι οποίοι και ψήφισαν κατά πλειοψηφία εναντίον της κατάληψης. Οι επίδοξοι καταληψίες δεν πτοήθηκαν. Συγκάλεσαν νέα Γενική Συνέλευση και μετά κι άλλη, κι ύστερα κι άλλη, με ρυθμό μία Συνέλευση κάθε τρεις ή τέσσερις μέρες. Σημειωτέον δε ότι η κάθε συνέλευση κρατούσε 4 με 5 ώρες και κάθε πρόταση για συμμάζεμα της διαδικασίας απορριπτόταν ως επίθεση στο δικαίωμα για έκφραση. Στο τέλος, οι μετριοπαθέστεροι αντικαταληψίες σιχάθηκαν να παρίστανται σ’ αυτά τα σόου και με τα πολλά η πρόταση για κατάληψη υπερψηφίστηκε.

Ιστορία Δεύτερη

Το ίδιο πανεπιστήμιο, κάποια χρόνια μετά, τελούσε υπό κατάληψη που είχε αποφασιστεί με παρόμοια διαδικασία. Έλα όμως που στο πλαίσιο ενός εργαστηριακού μαθήματος είχε κληθεί – πολύ πριν αρχίσει η κατάληψη – να παρουσιάσει τη δουλειά της μια ερευνήτρια από το εξωτερικό! Το εν λόγω μάθημα γινόταν σε χώρο εκτός του κεντρικού κτηριακού συγκροτήματος του Πανεπιστημίου και οι φοιτητές του μαθήματος, χωρίς να προηγηθεί είναι η αλήθεια ψηφοφορία, ήθελαν να γίνει η παρουσίαση. Όμως, ένα τέταρτο μετά την έναρξή του μαθήματος, εμφανίστηκαν στη αίθουσα πενήντα αμεσοδημοκράτες φοιτητές άλλων τμημάτων παρέα με γνωστό φοιτητοπατέρα καθηγητή – επίσης άλλου τμήματος – και φωνάζοντας συνθήματα ανακοίνωσαν ότι το μάθημα σταματά. Γιατί; «Διότι έτσι έχουν αποφασίσει οι συνάδελφοί σας στη Γενική τους Συνέλευση». Με πρωτοβουλία των φοιτητών που έκαναν μάθημα έγινε εκείνη τη στιγμή ψηφοφορία, που ομόφωνα αποφάσισε το μάθημα να συνεχιστεί. Οι καταληψίες ανένδοτοι! «Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης υπερτερεί και είναι δεσμευτική». Κάποιος άρχισε να επιχειρηματολογεί: «Αφ’ ενός έχουμε την πλειοψηφική απόφαση μιας Γενικής Συνέλευσης για κατάληψη. Εντάξει. Πλειοψηφία όμως υπάρχει κι από κάτω, στους φοιτητές του μαθήματος – και μάλιστα ομόφωνη. Πλειοψηφία υπάρχει και παραδίπλα, στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών όπου οι φοιτητές – για τους δικούς τους λόγους – έδωσαν αθροιστικά ποσοστό 75% σε παρατάξεις που αντιτίθενται στην κατάληψη. Πλειοψηφία υπάρχει κι από πάνω, στους πολίτες αυτής της χώρας που εξέλεξαν τη συγκεκριμένη Κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική με την οποία εσείς διαφωνείτε. Γιατί λοιπόν να δεχθούμε την πλειοψηφία επί του συνόλου που σας βολεύει; Εξάλλου η κατάληψη βάλλει εναντίον των δικαιωμάτων του έστω και ενός φοιτητή που θέλει να απολαύσει το δικαίωμα της χρήσης του δημόσιου αγαθού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Το αντεπιχείρημα; «Η πολιτική είναι παιχνίδι εξουσίας και ο καθένας παλεύει με τα μέσα που διαθέτει για τους στόχους του». Αυτό ακριβώς. Όταν η αμεσοδημοκρατικά εκφραζόμενη αρχή της πλειοψηφίας αναδεικνύεται σε ικανή συνθήκη λήψης αποφάσεων από μόνη της, η βία απέχει ένα μόνο βήμα.

Η άμεση δημοκρατία είναι εφικτή σε μικρές κοινότητες ή ομάδες ατόμων. Κι εκεί υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν σαφείς διαδικαστικοί κανόνες και εγγυήσεις υπέρ των εκάστοτε μειοψηφιών. Ίσως, αν εφαρμοστεί σε μικρή κλίμακα – στις γειτονιές, τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, τα δημοτικά διαμερίσματα, τις μικρές πόλεις – μπορεί να εμπλουτίσει τη δημόσια σφαίρα με υπευθυνότητα και συμμετοχική διάθεση, ιδιαίτερα αν οι μετέχοντες μπορούν να δουν τα αποτελέσματα της διαβούλευσής τους. Θέλει όμως κι εδώ προσοχή: εύκολα μπορεί να ξεφύγει σε ατέρμονες συζητήσεις και πολλοί μπορούν να βρουν καλύτερους τρόπους να περνάνε την ώρα τους, αφήνοντας εντέλει τους φανατισμένους να αποφασίζουν.

Σε κάθε περίπτωση, τα προβλήματα που παρουσιάζει η άμεση δημοκρατία όταν μιλάμε για κοινωνίες εκατομμυρίων ατόμων με περίπλοκα ζητήματα είναι ανυπέρβλητα. Και το χειρότερο απ’ όλα, είναι ακριβώς ότι επιτρέπει, ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι η καθ’ ημάς καθόλου ιδανική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη δυνατότητα οι όποιες ομάδες πίεσης να επιβάλλουν την ατζέντα τους.  Κερδισμένοι εντέλει δεν βγαίνουν οι πολλοί, αλλά αφ’ ενός οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ισχυροί και ηχηροί, και αφ’ ετέρου οι πιο λαϊκιστές – αρκεί κανείς να δει ποιοι οικονομολόγοι έχουν πέραση στις πλατείες.

Αν λοιπόν στόχος είναι η καλύτερη, δικαιότερη, αποτελεσματικότερη διαχείριση των κοινών υποθέσεων και όχι το να βρούμε κάτι να κάνουμε τα βράδια, πρέπει αλλού να αναζητήσουμε τις θεσμικές αλλαγές που χρειάζεται η δημοκρατία μας. Ήτοι στη λογοδοσία, στους μετρήσιμους στόχους, στην ξεκάθαρη παρουσίαση των μέσων που οδηγούν στην επίτευξή τους, στον περιορισμό της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας να την καταχρώνται, στην ουσιαστική προστασία των πολιτών έναντι της βίας της πλειοψηφίας και των ισχυρών ή ηχηρών μειοψηφιών.

Το πρόβλημα με άλλα λόγια δεν είναι το ποιος θα κυβερνά, αλλά το πώς αυτός που θα κυβερνά θα έχει όσο το δυνατόν μικρότερη δυνατότητα να κάνει κακό.

Με άλλα λόγια: Εγκληματικό το «λεφτά υπάρχουν» και εξοργιστικό το ότι η πλειονότητα των πολιτών αφέθηκε να εξαπατηθεί από αυτό. Αυτοκαταστροφική η στάση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά μπροστά στην κρίση. Όμως οι αμεσοδημοκρατικές μπαρούφες του οικονομολόγου κ. Καζάκη, αν ποτέ εφαρμόζονταν, θα είχαν – κι όμως γίνεται! – πολύ πιο τραγικά αποτελέσματα, ή έστω πολύ πιο γρήγορα στην τραγικότητά τους. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, η συντριπτική πλειονότητα των αμεσοδημοκρατών είναι έτοιμοι να αφεθούν να τους εξαπατήσει ο επόμενος δημαγωγός. Αρκεί να τους απευθύνεται από τις πλατείες.