Λαϊκισμός και Τεχνοκράτες

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

https://i0.wp.com/www.star.gr/PublishingImages/2012/11/011112091208_8417.jpgΠολλοί είναι εκείνοι που έχουν ενθουσιασθεί με τον Γιάννη Στουρνάρα και έχουν δημιουργήσει και σελίδα στο Facebook υπέρ του για να γίνει μόνιμος Υπουργός Οικονομικών. Θυμίζω ότι ανάλογα είχαν λεχθεί και για τον Λουκά Παπαδήμο όταν ήταν Πρωθυπουργός. Δεν αρνούμαι ότι και οι δύο χειρίστηκαν επιτυχώς ορισμένα θέματα. Αλλά υπάρχει πάντα παρ’ ημίν η αναζήτηση «σωτήρα».

Πολύ παλιά, θυμίζω στους παλιότερους, το ζήσαμε αυτό με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν αναφέρομαι στο λαϊκισμό που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, αλλά στην ανάγκη που αισθάνονται, ακόμα και άνθρωποι άνω του μέσου όρου εκπαίδευσης, να θεωρήσουν ότι η λύση στα συγκεκριμένα τους προβλήματα εκφράζεται ανθρωπομορφικά με μια προσωπικότητα.

Ο παραλογισμός αυτός γίνεται ανάγλυφος όταν συνδέεται με τεχνοκράτες, και όχι με λαϊκιστές. Ο τεχνοκράτης, όμως, τι κάνει; Εφαρμόζει αρχές και προγράμματα που βασίζονται στην πείρα του, στις ειδικές γνώσεις του και στον κοινό νου, χωρίς (σχεδόν) να κάνει πολιτικούς υπολογισμούς (ρουσφέτια, λήψη υπόψη του πολιτικού κόστους, υποχώρηση σε πιέσεις κλπ.). Δεν είναι θαυματοποιός. Δεν είναι ο αποθεωμένος ήρωας του λαϊκισμού.

Αλλά εμείς, συνηθισμένοι στην ανθρωπομορφική προβολή των προσδοκιών και των φαντασιώσεων μας, ερχόμαστε κάθε τόσο να ζητήσουμε από κάποιο σπουδαίο άνδρα που να είναι «τα πάντα πληρών». Δεν γίνεται αντιληπτό ότι η επιτυχία μέτρων που εφαρμόζει ο τεχνοκράτης οφείλεται μόνο στην απουσία (ή μάλλον στη μερική αποδυνάμωση) των πιέσεων εκ μέρους πολιτικών τους οποίους εμείς τοποθετήσαμε εκεί, ακριβώς για να κάνουν αυτό: να πιέζουν, και ενδεχομένως να επιβάλλουν πολιτικές που θα ευνοήσουν ορισμένους εις βάρος άλλων. Οι λύσεις που δίνει είναι συχνά «αβγά του Κολόμβου» και όχι μεγαλοφυή δημιουργήματα. Ο δικός μας εθισμός σε καταστρεπτικές πολιτικές μας ωθεί να τις βλέπουμε ωσάν να είναι θαύματα.

Advertisements

The Greek Predicament and the Birth of Fact

D. Dimitrakos

This note is written mainly for the benefit (if that is the appropriate term in this case) of  all my friends abroad who know and care about Greece’s woes. The situation is and will be increasingly difficult, both now and after the election of June 17th. Matters are bound to come to a head the following day (uncannily ‘Waterloo Day’) when SYRIZA, the leading left-wing party, will be called to form a government in the likely case it wins. Yet even if it does not win, it will still play first fiddle in opposing the policies of reform that the new government introduces. Needless to add that such opposition will not manifest itself solely in Parliament, but mainly in the streets.

The strategy of SYRIZA has been to render the country ungovernable. It has advanced in this direction with impressive efficacy. Strikes, demonstrations, occupation of public places, violent confrontations with the police, arson and sabotage, have been the order of the day for months. To crown it all, new racist and extreme nationalist parties, the ‘Golden Dawn’ and the ‘Independent Greeks’ make their loud appearance, having snatched 17% of the vote in the last elections. The country has lost its head.

 Greece has, moreover, succeeded in alienating sympathy for her, mainly by the gross incompetence, proven dishonesty and grotesque arrogance of its officials, both at high and low levels of authority. As if that were not enough, racism rears its ugly head in a country sunk in fiscal profligacy and rampant corruption, where rent-seeking and living off transfer payments are admitted as the norm, yet basking in myths of an alleged cultural superiority vis à vis its European neighbours and practically everyone else. The head of SYRIZA Alexis Tsipras has lately shown to be in line with this view by asserting that he perceives the Acropolis from his window, whereas Chancellor Merkel perceives the Reichstag.

In these circumstances, a great amount of people push credulity to its furthest limits. Reality recedes and myth takes over. Sovereign debt, they maintain, will not have to be paid, since it was not of our making. Some unidentifiable foreign interests have worked out this accursed ‘Memorandum’ and imposed it on us – so the myth goes – with the express purpose of ruining us and then buy us out on the cheap. This is one of the many conspiracy theories that eager far Left or far Right supporters  readily adopt. Yet conspiracy theories are more widely accepted as they appeal to popular imagination and capture the minds of the gullible. Conspiracy theories possess a seemingly high explanatory power and are immunized against criticism, since the causes ascribed are by definition hidden. Above all, conspiracy theories explain nearly everything WITHOUT TAXING THE INTELLECT. This constitutes an enormous advantage compared to other explanations which require a lot of homework, that is, understanding the facts and use of reason to find solutions to problems.

In the mean time reality asserts itself. Facts are stubborn things, as Lenin used to say. More and more numerous Greeks may find escape in illusion – ‘the world is my dream’ – but facts are facts and no reform of the state means wallowing in oceans of debt, no investment and increasing anomie in society, while  self-confidence  leads us  headlong to perdition like all the Gadarene swine rolled into one.

It is far from obvious that other countries will run to the rescue, since they got other fish to fry – namely Spain, possibly Italy, and the whole of the EU economy being at sixes and sevens. Greeks will have to go it alone, for once. One wonder if it is THE END. It will be certainly the end of many of our comforts, in including and especially our comforting myths. Many are so discomfited by this prospect that are ready to ‘write sorrow on the bosom of the earth’. Yet the forced landing after a long flight in the sky of make-belief can have salutary effects. Sanity prevails in the end, even at high cost. A passage from the classical work of a great economist will be particularly instructing in this matter:

Suppose that some “primitive” man uses that most elementary of all machines, already appreciated by our gorilla cousins, a stick, and that this stick breaks in his hand. If he tries to remedy the damage by reciting a magic formula… in the expectation that if he repeats this exactly nine times the two fragments will unite again—then he is within the precincts of pre-rational thought. If he gropes for the best way to join the fragments or to procure another stick, he is being rational in our sense. Both attitudes are possible of course. But it stands to reason that in this and most other economic actions the failure of a magic formula to work will be much more obvious than could be any failure of a formula that was to make our man victorious in combat or lucky in love or to lift a load of guilt from his conscience. This is due to the inexorable definiteness and, in most cases, the quantitative character that distinguish the economic from other spheres of human action, perhaps also to the unemotional drabness of the unending rhythm of economic wants and satisfactions. Once hammered in, the rational habit spreads under the pedagogic influence of favorable experiences to the other spheres and there also opens eyes for that amazing thing, the Fact.”

  – Joseph A. Schumpeter (1942, 1950) Capitalism, Socialism and Democracy. New York: Harper p. 123.


Οι φιλελεύθερες δυνάμεις στην Ελλάδα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Λίγες μέρες πριν την ημέρα των εκλογών, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την απογοήτευσή μου για την πολυδιάσπαση του φιλελεύθερου χώρου. Για λόγους που ασφαλώς θα γνωρίζουν οι ηγεσίες τους καλύτερα από μένα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε καμιά συμφωνία συνεργασίας, πλην εκείνης μεταξύ Δράσης και Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Δεν υπάρχει κανένας που να μην ξέρει και να μην καταλαβαίνει ότι η πιθανότητα να μην εκπροσωπηθεί κανένα από τα τρία κόμματα φιλελεύθερης κατεύθυνσης είναι πάνω από 50%, ενώ αν ήταν ενωμένα η πιθανότητα να έχουν αυτή την εκπροσώπηση θα ήταν αρκετά μεγάλη.  Πολύς είναι ο κόσμος που απογοητεύεται ακόμα περισσότερο, όταν σκεφθεί ότι δεν τους χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά μάλλον διαφορετικοί πολιτικοί υπολογισμοί των ηγεσιών τους.

Από μια άποψη, η έλλειψη ευελιξίας σχετίζεται άμεσα με την εμμονή των πολιτευτών του σε αρχές, αλλά και τη διάθεση αυτονομίας που διακρίνει την πολιτικής τους πρακτική. Οι φιλελεύθεροι έχουν ως αίτημα την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού και σειρά μεταρρυθμίσεων με τις οποίες είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Κύριο γνώρισμά τους είναι η απουσία λαϊκισμού, και μάλιστα η ολομέτωπη σύγκρουση με αυτόν, τον οποίο καταλογίζουν ορθά σε όλα τα άλλα κόμματα. Οι  προτάσεις τους, είναι κατά το πλείστον ρεαλιστικκές και μόνο υπολογισμοί «πολιτικού κόστους» εμποδίζει άλλα κόμματα να τις εφαρμόσουν.  Επιπλέον, το στελεχικό τους δυναμικό διακρίνεται για την ανώτερη ηθική και διανοητική ποιότητά του.

Αυτά είναι πράγματα γνωστά και για τα οποία δίκαια μπορεί κανείς να υπερηφανεύεται που ανήκει σ’ αυτό το χώρο.  Υπάρχει όντως εξόφθαλμη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο φιλελεύθερο πολιτικό χώρο και οποιοδήποτε άλλο. Και εκεί εντοπίζεται η ελκυστική δύναμη αυτής της παράταξης. Δυστυχώς, όμως, αποτελεί συγχρόνως την κύρια της αδυναμία. Έχει τη δική μου υποστήριξη και εκείνη πολλών άλλων σαν και μένα. Δεν είναι λίγοι. Δυστυχώς δεν είναι αρκετοί. Θα σας κάνω μια ομολογία. Νομίζω ότι ήταν το 1999 που ο Στέφανος Μάνος ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους», γνωστούς και ως «Ταύρους». Είχα πάει τότε στο Intercontinental όπου είχε γίνει η πανηγυρική ιδρυτική συνέλευση. Γύρω μου ήταν γνωστές και άγνωστες, πολιτισμένες φυσιογνωμίες, που έλαμπαν από χαρά βλέποντας πως επιτέλους βρέθηκε ένα κόμμα που εξέφραζε το πιο πολιτισμένο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν κάτι καινούργιο, με το οποίο, όχι μόνο συμφωνούσαμε πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά επιπλέον ταίριαζε στην αισθητική μας. Βεβαίως, χάρηκα, αλλά μέσα μου εισχώρησε μια υποψία: μήπως αυτό το συμπαθέστατο εκκλησίασμα, όχι μόνο μας αντιπροσωπεύει ποιοτικά, αλλά αποτελεί και αθροιστικά το σώμα των υποστηρικτών αυτών των  ιδεών;

Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα.

Με φοβίζουν οι συναθροίσεις με αποκλειστικά ευγενικά πρόσωπα. Θα βοηθήσουν βρίσκοντας άλλα εξ ίσου ευγενικά, ανιδιοτελή, άμεμπτα πρόσωπα. Αυτά έχουν ένα αριθμητικό όριο, δυστυχώς. Πολύ θα ήθελα να είχε, αυτό το όριο, μεγάλα περιθώρια επέκτασής του. Πολύ θα ήθελα, δηλαδή, να είχε η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, περισσότερους ελεύθερα σκεπτόμενους, ακέραιους και στοιχειωδώς ορθολογικούς πολίτες. Αλλά δεν τους έχει και κάτω από τις  παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να τους αποκτήσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

 Το γράφω αυτό, όχι για να αποθαρρύνω τους φιλελεύθερους ψηφοφόρους, αλλά για να τονίσω την ανάγκη να είμαστε ρεαλιστές. Αλλά και για ένα πρόσθετο λόγο. Οι φιλελεύθεροι θα μπορούν να αυξήσουν την πολιτική τους παρουσία ανεξάρτητα από το αν πετύχουν ή όχι να εκπροσωπηθούν στη Βουλή. Και κυρίως έχουν να δώσουν ένα μάθημα πολιτικής ευπρέπειας, που αύριο θα αποδώσει καρπούς.

Καλό είναι, όμως, να μην έχουμε αυταπάτες, διότι αυτές συχνά πληρώνονται ακριβά . Δεν έβλαψε κανέναν να βαστάει μικρό καλάθι στις προσδοκίες του, εφόσον ξέρει να τις διαχωρίζει από τους οραματισμούς του, που μπορούν να είναι ουρανόμηκες.


Εθνικοί γκουρού και βιομηχανία του κενού

Γκουρού στην ινδική παράδοση είναι ο δάσκαλος και καθοδηγητής.  Στις δυτικές χώρες ο όρος έχει και μια αρνητική συνδήλωση αφέλειας εκ μέρους των οπαδών του ή/και αγυρτείας του ιδίου. Λειτουργεί ως «νοητάρχης» – λίγο φιλόσοφος, λίγο προφήτης – ως πνεύμα που. Οι εύπιστοι του αποδίδουν ιδιότητες, αν όχι παντογνωσίας, ασφαλώς όμως γνωστικής παναρμοδιότητας όσον αφορά τα παρόντα και τα μέλλοντα στο οικείο περιβάλλον.

Πολλοί σημαντικοί στοχαστές στην ιστορία της δυτικής σκέψης λειτούργησαν ως πνευματικοί γκουρού με αυτήν την έννοια.  Αυτό έγινε συχνά άθελά τους: δεν θέλησαν να δημιουργήσουν κάποιον «-ισμό» στο όνομά τους. Παρά τα εκατομμύρια οπαδούς που ορκίστηκαν επί δεκαετίες στο όνομά του, ο Καρλ Μαρξ είχε πει επανειλημμένως  απευθυνόμενος στο γαμπρό του Paul Lafargue  «το βέβαιο είναι ότι δεν είμαι μαρξιστής»[1]. Μεγάλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι όπως ο Adam Smith, ο Charles Darwin, ο Albert Einstein , ο Bertrand Russell, ο John Maynard Keynes, ο Friedrich von Hayek, o Karl Popper, ασφαλώς δημιούργησαν σχολές σκέψης στην ειδικότητά τους, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν να γίνουν γκουρού, δηλαδή,  προφήτες με τη γενική έννοια, δηλαδή, καθοδηγητές και κήρυκες.  Ακόμα και στις περιπτώσεις δημοσίων διανοουμένων όπως ο Bertrand Russell, ο JeanPaul Sartre και ο Noam Chomsky,  οι οποίοι εντάχθηκαν σε κινήματα που επέλεξαν να υπηρετήσουν, δεν το έκαναν ως προφήτες και γκουρού, δηλαδή, ως άρχοντες του επιστητού[2].

Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται η εξής πρωτοτυπία. Ελλείψει  «εθνικών σωτήρων», «εθναρχών» και άλλων θεοποιημένων οντοτήτων αναφύονται εδώ και καιρό Ersatz προφήτες και νοητάρχες, επί το πλείστον διανοούμενοι γιαλαντζί, από το χώρο του θεάματος : του θεάτρου, του κινηματογράφου, του τραγουδιού. Ο λόγος γι αυτό  είναι ότι «εις την φυγόπονον Ελλάδα» όπως έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης, οι άνθρωποι δεν επιδίδονται στην ανάγνωση βιβλίων, αλλά μάλλον στο θέαμα.  Αυτό επιτάθηκε στη διάρκεια μιας τριακονταετίας λαϊκισμού .

Η εθνική μας κουλτούρα αντλεί τις παραστάσεις της από το παλκοσένικο, την τηλεοπτική ή κινηματογραφική οθόνη, το γήπεδο. Ο λαϊκός αοιδός, ο τραγουδοποιός, ο θεατρικός ή/και τηλεοπτικός γελωτοποιός, γίνεται απόλυτα αποδεκτός σε ρόλο εθνικού γκουρού, ο οποίος κατέχει κάποιο ανεπίγνωστο γνωστικό προνόμιο να διαβάζει σωστά «τα σημεία των καιρών». Ειδικά αν είναι καλλιτεχνικός δημιουργός.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κακοί, στο είδος του, ο καθένας, αλλά αντίθετα από το Λουμίδη, δεν περιορίζονται σ’ αυτό. Έτσι, έξοχος τραγουδιστής αποφαινόταν κάποτε επί του γλωσσικού ζητήματος, καταφερόμενος κατά του μονοτονικού. Διάσημος ηθοποιός δίκασε και καταδίκασε στη «χλεύη των λαών» τον Πρόεδρο Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος το 1999. Υπερήλικας μουσικοσυνθέτης κηρύσσει «εθνική επανάσταση».  Στο ίδιο μήκος κύματος, γνωστός σκηνοθέτης, στην αρχή της κρίσης, παρουσιάστηκε σε τηλεοπτικό κανάλι και με περίσσια θεατρικότητα έκανε τη βαρύγδουπη δήλωση ότι οι Γερμανοί έχουν μέσα στα γονίδια τους το Άουσβιτς, ενώ οι έλληνες έχουν τον Παρθενώνα.

Δεν θέλω να σχολιάσω την ίδια τη δήλωση: οποιοσδήποτε  σχολιασμός κινδυνεύει να νοθεύσει  τη διαμαντένια –ή σμαραγδένια –  καθαρότητα της βλακείας που την εμπνέει. Με ενδιαφέρει κυρίως να απαντηθεί το εξής : τι ιδέες πρυτάνευσαν στη σκέψη αυτών που σκέφθηκαν να τον καλέσουν; Ασφαλώς έκριναν ότι ως καλλιτεχνικός δημιουργός «βλέπει μακρύτερα» από μυωπικούς τεχνοκράτες και άλλους και στενόμυαλους ειδικούς. Και έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι λέει στον Έλληνα αυτά που θέλει να ακούσει, χωρίς να καταπονείται το πνεύμα του.

Εθνικός γκουρού, προφήτης, θεωρός, διδάσκαλος του έθνους, γνώστης των «σημείων των καιρών» : μορφές εθνικής αγυρτείας που εκτρέφει η απουσία θεσμών και η έλλειψη παιδείας στον τόπο μας. Είναι μορφές που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας του κενού – μιας βιομηχανίας που, δυστυχώς δεν είναι εξαγώγιμη. Προορίζεται αποκλειστικά προς εσωτερική κατανάλωση στη χώρα που κατοικείται από τον ευφυέστερο λαό του κόσμου, όπως ο ίδιος λέει –ασφαλώς μετά λόγου γνώσεως.

 


[1]  « Ce qu’il y a de certain, c’est que moi, je ne suis pas marxiste » http://archive.wikiwix.com/cache/?url=http://www.collectif-smolny.org/article.php3?id_article=1343#nh9&title=L%E2%80%99%C3%A9dification%20d%E2%80%99une%20doctrine%20marxiste

[2] Επί πλέον, ασφαλώς και αυτές τους οι δραστηριότητες δεν αποτελούν τη σημαντικότερή τους προσφορά στο δημόσιο χώρο του πνεύματος.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ («ΝΕΟ»)ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ;

Ο φιλελευθερισμός δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η ελευθερία είναι ριζωμένη στην παράδοση και στις νοοτροπίες των Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1865 έχει θεσπισθεί ως εθνικός μας ύμνος ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού, όπως δεν είναι τυχαίο ούτε κοινό ότι η ιδέα της ελευθερίας είναι παρούσα υπό τη μια ή την άλλη μορφή  στα ονόματα τεσσάρων αθηναϊκών εφημερίδων. Και όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας αποστρέφεται τον φιλελευθερισμό ή τον «νεοφιλελευθερισμό» όπως το αποκαλούν οι αντίπαλοί του.

Αυτή η χρήση του προθέματος «νέο-» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση η οποία έχει της ρίζες της στον Locke και στον Mill. Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση του όρου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα.

Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς  στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους   ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας που ταυτίζονται με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση της φιλελεύθερης ιδέας, είτε στο όνομα παραδοσιακών είτε στο όνομα προοδευτικών αρχών.  Ο λόγος γι αυτό είναι απλός. Οι κάθε είδους κολεκτιβιστές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ελευθερία και κρίση του ατόμου. Διαστρέφουν ή καταπολεμούν ανοιχτά το μήνυμα του  Διαφωτισμού, που είναι η χειραφέτηση του ώριμου ανθρώπου από τον πατερναλισμό εξουσιαστικών κηδεμόνων. Και χρησιμοποιώντας ως φόβητρο τον ανταγωνισμό, την ελευθερία των αγορών και τους κινδύνους για την απασχόληση, ενισχύουν τη φυσιολογική αγοραφοβία του κοινού και το αίσθημα ανασφάλειας που γεννά ο νέος παγκοσμιοποιημένος  χώρος  που αναδύεται  σήμερα.

Η ιδέα της ελευθερίας συνδέθηκε με το δημοκρατικό κίνημα για περιορισμό της κεντρικής εξουσίας . Αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο την κατάργηση των προνομίων της αριστοκρατίας και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Έτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη ανοιχτή  κοινωνία που συνδέεται με τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, το δυναμισμό και την παγκοσμιότητα της οικονομίας και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Σε ένα τέτοιο ανοιχτό σύστημα, οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι νομοκατεστημένεςς, αλλά ανοιχτές. Δεν υπάρχουν «ταξικά προνόμια», υπάρχουν μόνο διαφοροποιημένες και εναλλασσόμενες εισοδηματικές δυνατότητες.  Ανισότητες δημιουργούνται αναπόφευκτα, εφόσον οι συναλλαγές είναι ελεύθερες. Η ανάγκη κρατικής μέριμνας υφίσταται, όχι για να εξαφανίσει τις ανισότητες αστυνομεύοντας την παραγωγή και διανομή του πλούτου, αλλά για να παρέχει ένα δίκτυο ασφαλείας που χρειάζονται όσοι βρίσκονται εκτός μηχανισμών αγοράς. Και αυτοί πάντα θα υφίστανται, γι αυτό και πάντα θα υπάρχει ανάγκη αναδιανεμητικής διαδικασίας. Αυτό, όμως, είναι εντελώς ξεχωριστό θέμα από τον εξισωτισμό ως κοινωνικό χρέος.

Η μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο φιλελευθερισμό δεν είναι η ξεπερασμένη ιδέα του εξισωτισμού που συνδέεται με την έφεση ανακατανομής και την εξουσιαστική ακράτεια των υπέρμαχων του κρατισμού, αλλά με την ανάγκη αντιμετώπισης του φόβου της ανασφάλειας από τον οποίο διακατέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Η αρχή του ζην επικινδύνως δεν υιοθετείται εύκολα από τον μέσο λογικό άνθρωπο, ακόμα  και σε κοινωνίες όπου επικρατεί ο τυχοδιωκτισμός. Επομένως, ο φιλελεύθερος πολιτικός λόγος οφείλει να τονίσει το γεγονός ότι η ασφάλεια είναι ένα αγαθό που μπορεί να προσφέρει είτε ο ιδιωτικός είτε ο δημόσιος τομέας, αφήνοντας στον πολίτη τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλαπλές προσφορές στην αγορά.

Συγχρόνως, η μεγάλη δύναμη  της φιλελεύθερης ιδέας έγκειται σε ένα διπλό πλεονέκτημα που έχει έναντι των αντιπάλων της. Το πρώτο συνίσταται στο ότι είναι αυτό-εφαρμόσιμη και αδιαμεσολάβητη, ενώ η εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης αρχής απαιτεί την εξεύρεση κατάλληλων και έμπιστων φορέων που θα την επιβάλλουν. Το δεύτερο έχει να κάνει με τα ορατά πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα της εφαρμογής της. Στα ανελεύθερα καθεστώτα δεσπόζει η οικονομική αθλιότητα, ενώ η ευημερία εξασφαλίζεται στα ελεύθερα καθεστώτα με ελεύθερες οικονομίες. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για το οποίο ο φιλελευθερισμός, κατακτά έδαφος, όσο και αν δαιμονοποιείται  από τους αντιπάλους του.


Έχουμε άγραφο Σύνταγμα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το φθινόπωρο του 1989 όταν έγινε ολιγοήμερη κατάληψη του Υπουργείου Παιδείας, επί υπουργίας Σημίτη-Κοντογιαννόπουλου, από σχετικά μικρή ομάδα σπουδαστών ξένων γλωσσών με αίτημα την ισοτιμία των διπλωμάτων τους με πανεπιστημιακά πτυχία.  Το γεγονός αυτό ήταν τόσο μπανάλ, που ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως. Ο λόγος για τον οποίο το θυμάμαι είναι η υποδειγματική αμεριμνησία της τότε Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα, μπρος σε πράξεις που ο στενοκέφαλος θα ονόμαζε παράνομες. Ήμουν τότε σύμβουλος του Υπουργού και μετέπειτα Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας Βασίλη Κοντογιαννόπουλου και είχα απουσιάσει μερικές μέρες λόγω ασθενείας. Έφτασα κατά τις 11 το πρωί και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, για να πάω στο γραφείο μου στον 3ο όροφο (Ο ανελκυστήρας ήταν σχεδόν μονίμως χαλασμένος).

Ο ευτραφής και συμπαθής αστυνομικός που ήταν στην είσοδο, με «αναγνώρισε» και δεν μου ζήτησε έγγραφη άδεια εισόδου. Το ίδιο δεν συνέβη με νεαρό διοπτροφόρο που μπήκε βιαστικός και με ξεπέρασε δρασκελώντας τρία – τρία τα σκαλοπάτια. «Εσύ που πάς;» τον ρώτησε. Ο νεαρός, από πάνω από τη σκάλα, έστριψε και του είπε με το φυσικότερο τρόπο: «Κατάληψη». Μαγική λέξη, σαν το «Σουσάμι, άνοιξε!», στις «Χίλιες και μια νύχτες». Ο αστυνομικός χαμογέλασε συγκαταβατικά και είπε : «Α! Πέστο, ντε!». Δηλαδή, δηλώνεις «Κατάληψη!» και όλοι πρέπει να οπισθοχωρήσουν.

Η κατάληψη δημοσίων χώρων είναι αυτό που στην επιστήμη του μάνατζμεντ ονομάζεται S.O.P. – Standard Operating Procedure, δηλαδή μια σταθερή μέθοδο δράσης, απόλυτα κατανοητή  και αποδεκτή, όταν μια αναξιοπαθούσα ομάδα την αποφασίσει. Τόσο πολύ έχει γίνει αυτό καθεστώς, που προ ετών, ο κ. Ευρυπίδης Στυλιανίδης, Υπουργός Παιδείας, είχε πει ότι «είναι δικαίωμα του κάθε μαθητή να αντιδράσει με τον τρόπο που αυτός νομίζει σωστό». Το παράνομο σχετικοποιείται. Αν ορισμένοι αισθάνονται «ριγμένοι», κάνουν κατάληψη. Είναι δικαίωμά τους. Και αυτό είναι αποδεκτό σε ένα χώρο που η λογική έχει αποδημήσει εδώ και καιρό, ωσάν να ζούσαμε σε ένα σουρεαλιστικό τόπο και χρόνο, όπου το άτοπο και το εξωφρενικό θεωρείται αυτονόητο..  Παραπέμπει απ’ ευθείας στο διήγημα του Γκόγκολ «Η μύτη» (1835), που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα δείγματα της λογοτεχνίας του παραλόγου. Ένας αξιωματούχος χάνει τη μύτη του. Η μύτη φεύγει, ξανάρχεται, ταξιδεύει με αμάξι, ντύνεται, μιλάει, την ψάχνουν πολλοί, παίρνει ύφη μεγαλειώδη. Το παράλογο δεν βρίσκεται, όμως, στο ότι κάνει όλα αυτά που λογικά δεν θα ανέμενε κανείς από τη μύτη να κάνει. Το παράλογο συνίσταται στο ότι όλοι οι χαρακτήρες μέσα στη νουβέλα δεν σαστίζουν με τους παράλογους ρόλους που παίζει η πανταχού παρούσα μύτη.

Αυτό ισχύει και για τις καταλήψεις ως σιωπηρά ανεκτές, ιδίως όταν αυτοπροσδιορίζονται ως «συμβολικές». Η ίδια η έκφραση είναι δηλωτική της μεστής βλακείας που ενέπνευσε την πράξη που περιγράφει. Οι μηχανικοί τις προάλλες κατέλαβαν «συμβολικά» ορισμένα γραφεία Πολεοδομίας[1] Η απόφαση πάρθηκε «πανελλαδικά». Η συνήθης ερώτηση δημοσιογράφων είναι αν πράγματι ήταν «πανελλαδική» μια τέτοια ή άλλη ανάλογης υφής απόφαση, αν πάρθηκε «ομόφωνα» ή «κατά πλειοψηφία», χωρίς ούτε στιγμή να τους περάσει από το νου ότι η ίδια η κατάληψη είναι παράνομη και απαράδεκτη. Από την άλλη μεριά, πώς να δεχθούμε ότι είναι παράνομη η κατάληψη, αν έχει καθιερωθεί ως τρόπος διαμαρτυρίας αποδεκτή από το «άγραφο σύνταγμα» ;  Όταν υπάρχει μια «σχετική» ανοχή στην παρανομία, σημαίνει ότι αυτή δεν είναι «απόλυτη» αλλά μόνο «σχετική». Ένας μηχανικός μιμητισμός την καθιερώνει ως πρακτική ρουτίνας. Την έχει επιλέξει και εγκρίνει η κοινή γνώμη εδώ και χρόνια. Μπορεί να στοιχίζει κάπως, αλλά της αξίζει!

Ας σταθούμε, όμως, στην ίδια την «στρατηγική» της κατάληψης και να εξετάσουμε τη λογική της. Δεν αμφιβάλλω ότι πάρα πολλές φορές ο καταληψίας αισθάνεται απελπισμένος και αδικαίωτος. Δεν αρνούμαι ότι αξίζει τον κόπο να συζητήσει η κυβέρνηση και να ανακαλύψει τα αίτια της οργής, να εντοπίσει το πρόβλημα και να προχωρήσει σε κάποια λύση που να μην είναι μπάλωμα. Αν μπούμε στη θέση των καταληψιών, πρέπει να εξετάσουμε, αν εξυπηρετεί τους εκάστοτε στόχους μας μια κατάληψη ή αν είναι ατελέσφορη και ζημιογόνα για μας τους ίδιους. Και η αλήθεια είναι ότι μια κατάληψη τονώνει ψυχολογικά εκείνους που την αναλαμβάνουν και φέρουν εις πέρας. Χαρίζει αμέσως την αίσθηση μιας κατάκτησης. Πλην όμως, η αίσθηση αυτή είναι απατηλή. Και αυτό συμβαίνει διότι ο «αντίπαλος» δεν είναι ούτε το κτήριο,  ούτε το άψυχο και έμψυχο υλικό που περιέχει, αλλά κάτι το άυλο και αφηρημένο, που δεν «καταλαμβάνεται». Γι αυτό και πέρα από τη ζημιά που προκαλείται, η κατάληψη δεν απολήγει σε υποχώρηση μιας απόφασης.

Ας προχωρήσουμε πιο πέρα. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι μια κατάληψη απαντά σε κάποια στρατηγική που να πηγαίνει πέρα από τη σκοπιμότητα της «επαναστατικής γυμναστικής». Η κατάληψη δημόσιου χώρου δίνει στους καταληψίες μια άλλη απατηλή αίσθηση: μιας νίκης στο πεδίο της μάχης, ότι αποτελεί τεκμήριο υπεροχής επί του αντιπάλου. Η αλήθεια είναι ότι αυτό  ισχύει ενίοτε, υπό ορισμένες συνθήκες. Τελικός σκοπός μιας αναμέτρησης, όμως, δεν είναι η κατάληψη. Και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις η κατάληψη είναι μέσον και όχι αυτοσκοπός. Η κατάληψη χωρίς στρατηγικό ή τακτικό στόχο γινόταν μόνο από ατάκτους – όπως ήταν οι βασιβουζούκοι του οθωμανικού στρατού. Οι «συμβολικοί» καταληψίες, που είναι συχνά μορφωμένοι άνθρωποι, τι επιδιώκουν; Συνήθως για να έχουν την αίσθηση ότι κάνουν «κάτι». Παρά «τίποτε» καλύτερα «κάτι». Ο  συνήθης συλλογισμός του αμήχανου πολιτικού, του αδιάβαστου μαθητή, του άπειρου τεχνίτη.

Βέβαια, η συμβολική κατάληψη, μπορεί να νοηθεί ως μια θεατρική παράσταση στον μακρινό απόηχο του παρισινού  Μάη του 1968. Εκεί, όμως, οι καταληφθέντες χώροι του πανεπιστημίου και του Θεάτρου ODÉON άνοιξαν στο κοινό και ακολούθησε γόνιμος διάλογος ιδεών. Δεν υπήρχε ίχνος συντεχνιακής πίεσης. Δεν υπήρχε υποψία απόφασης με «δημοκρατικές διαδικασίες», εφόσον το φαινόμενο ήταν αυθόρμητο και ανοργάνωτο.  Ηταν μια ανεπανάληπτη περίοδος άνθησης του πνεύματος, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία». Έστω, με αυτόν τον ουτοπικό σκοπό, οι καταλήψεις αυτής της περιόδου είχαν το νόημά τους. Έχουν  να επιδείξουν κάτι αντίστοιχο οι δικές μας καταλήψεις ή το καθ’ ημάς πνεύμα τους.;Οραματίζονται – ουτοπικά, έστω – μια άλλη κοινωνία, όπως οι γάλλοι φοιτητές του 1968;

Βέβαια, οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων στην Ελλάδα αντλούν και από την παράδοση του αντιδικτατορικού αγώνα, που είχε ως αποκορύφωμα την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973[2]. Εκεί, όμως, είχαμε να κάνουμε με μια δικτατορία, όπου δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης, ούτε αλλαγής μέσα από νόμιμες διαδικασίες. Η αντίσταση σ’ αυτό το καθεστώς ήταν απόλυτα δικαιολογημένη να «παρανομεί»: τα εισαγωγικά τίθενται για να ακυρώσουν την έννοια της λέξης που περιέχουν, διότι η αντίσταση σε ένα παράνομο καθεστώς δεν υπόκειται σε νόμους που επιβάλλει το ίδιο. Όσοι, επομένως, αντιστάθηκαν σ’ αυτό το καθεστώς μετήλθαν «παράνομα» μέσα διότι υπηρετούσαν μια ανώτερη νομιμότητα που αντιπροσωπεύει η δημοκρατία. Υπό καθεστώς δημοκρατίας δεν νομιμοποιούνται όσοι μετέρχονται αυτά τα μέσα, τα οποία είναι παράνομα – χωρίς εισαγωγικά. Γι’ αυτό και η κατάληψη δεν εκφράζει καμιά έννοια νομιμότητας.

Η ανοχή της κοινής γνώμης στην παραβίαση του νόμου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις καταλήψεις, οφείλεται – εν μέρει, τουλάχιστον – στη θολή αναγνώριση του θεμιτού της χαρακτήρα επί δικτατορικού καθεστώτος. Η δημοκρατία, όμως, δεν ανέχεται να συγχέεται με τη δικτατορία 37 ολόκληρα χρόνια μετά την κατάργηση της τελευταίας. Η ιδέα, επιπλέον, ότι η κατάληψη αποτελεί μια νίκη και ότι μπορεί να αποτελέσει βάση για επιβολή όρων όταν προβάλλεται κάποιο αίτημα είναι όχι μόνο ηθικά απαράδεκτη αλλά, όπως έχει αποδειχθεί, πολιτικά ατελέσφορη, εφόσον δεν εξυπηρετεί  τους διακηρυγμένους σκοπούς των καταληψιών. Μόνο εκείνοι που λεηλατούν αυτούς τους χώρους συμπεριφέρονται λογικά από τη δική τους σκοπιά.

Οι σύγχρονοι αυτοί βασιβουζούκοι ευφραίνονται καταστρέφοντας ότι δεν μπορούν να αρπάξουν. Καταστρέφουν ή βεβηλώνουν με τα ανορθόγραφα ορνιθοσκαλίσματά τους, εθνικά μνημεία. Καταστρέφουν σε πανεπιστημιακούς χώρους βιβλία, εργαστήρια, πίνακες. Το σκάνδαλο δεν βρίσκεται στην ίδια την καταστροφή. Το σκάνδαλο βρίσκεται στο γεγονός ότι η πολιτεία αναλάμβάνει το κόστος του κεφιού των κυρίων αυτών, αντί να το επωμίζονται οι μαμάδες και μπαμπάδες τους. Το ότι το κόστος το αναλαμβάνουμε εμείς, οι φορολογούμενοι, δικαιολογείται, όταν η κατάληψη με τα συνοδευτικά της – καταστροφές και κλοπές- θεωρείται νόμιμη εν ευρεία εννοία.

Αυτό ακριβώς, όμως, συνεπάγεται η ιδέα που έχει εκφρασθεί επανειλημμένως από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις, σύμφωνα με την οποία οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων αποτελούν δημιουργική εμπειρία για τους νέους και ότι είναι καλύτερο η σύγχρονη νεολαία να επιδίδεται στη ρίψη βομβών μολότοφ παρά να κάθεται σε καναπέδες. Αν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι αυτών των δυνάμεων πιστεύουν ειλικρινά τέτοιο πράγμα, δεν έχουν παρά να προτείνουν να περιληφθεί το κόστος της μύησης στην ευγενή τέχνη των καταλήψεων στον προϋπολογισμό και να ορισθεί αντίστοιχος «κωδικός» από το υπουργείο Οικονομικών[3]. Και θα πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις να το δεχθούν, διότι είναι απόλυτα συμβατή με την αρχή της αναγνώρισης της κατάληψης ως νόμιμης εν ευρεία εννοία, από το άγραφο, πλην όμως, καθ’ όλα αποδεκτό κομμάτι του Συντάγματος.


[1] http://www.youtube.com/watch?v=-w6TTl-4lmE.

[2] Αναφέρονται οι χρονολογίες επακριβώς, διότι φαίνεται ότι είναι άγνωστες στους καταληψίες της Πλατείας Συντάγματος με το σύνθημά τους «η Χούντα δεν τελείωσε το 73».  Τελείωσε το 1974

[3] Θα μου αντιταθεί, ίσως, ότι μάλλον θα προβάλλουν αντιρρήσεις τα μέλη της τρόικας. Μα εμείς είμαστε η Ελλάδα που αντιστέκεται στους τροϊκανούς και άλλους εχθρούς του  Έθνους μας. Άλλωστε, για να επαναλάβω τα απλά και σοφά λόγια του κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τους τροϊκανού: « Με βλάκες και προτεστάντες δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα»  βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=411305


Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Karl Popper

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Είναι ευτύχημα ότι η ΕΡΤ αφιέρωσε τότε μια ωριαία εκπομπή στη σκέψη και στο έργο του Karl Popper.

Έχει θέση η σκέψη του Karl Popper στη χώρα μας; Είναι η Ελλάδα μια ανοιχτή κοινωνία; Φυσικά, δεν εννοώ αν έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία, απλώς και μόνο, αλλά αν ως πολιτισμός, έχουμε δεχθεί και ενστερνισθεί την ιδέα της κοινωνίας ως forum, όπου η ιδέα της αλήθειας λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή,  και όπου η κριτική σκέψη μπορεί να παραχθεί και να εκφρασθεί απρόσκοπτα. Η εμπειρία της επίσκεψης του Popper στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν το θάνατό του δείχνει ότι οι ιδέες του δεν έχουν διεισδύσει στην πατρίδα μας και ότι είναι ξένες σε σχέση με τα ενδιαφέροντα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ της χώρας μας.

Η πεποίθηση ότι η ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας δεν είχε ριζώσει στην Ελλάδα και ότι υπήρχε ανάγκη να γίνει αυτό οδήγησε μια μικρή ομάδα φίλων, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο υπογράφων, να οργανώσουν έναν κύκλο ομιλιών το 1983. δώσαμε στην άτυπη ομάδα αυτή ένα όνομα:   Όμιλος Κριτικής και Επιστημονικής Σκέψης. Είχαμε επίγνωση ότι δεν ήταν μόνο η πολιτική ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας που απουσίαζε στον τόπο μας, αλλά η ευρύτερη θεώρηση του  Karl Popper, δηλαδή, τον κριτικό ορθολογισμό, του φιλελευθερισμό και τον ανοιχτό και δημόσιο χαρακτήρα της επιστημονικής και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, βέβαια, ότι αυτά ήταν και είναι πολυτέλειες για την Ελλάδα. Όμως, δεν είναι, διότι οι συνεπαγωγές της ανοιχτής κοινωνίας, με την ευρύτερη έννοια, αφορούν όλους μας. Η επαφή με την κριτική σκέψη, έστω ενός αρχικού πυρήνα, μπορεί να μπολιάσει το σύνολο, από τη στιγμή που η αρχική προκείμενη της ποπεριανής σκέψης δεν είναι κοινωνικά απωθητική ή διανοητικά δυσπρόσιτη: «Μπορεί εσύ να έχεις δίκιο, κι εγώ άδικο, αλλά με μια κοινή προσπάθεια μπορούμε να φτάσουμε πιο κοντά στην αλήθεια»[1].

Με πρωτοβουλία του Ομίλου οργανώθηκαν άτυπες εβδομαδιαίες συζητήσεις γύρω από ένα «σεμιναριακό» τραπέζι σε χώρο που μας παραχώρησε το Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών, στην Οδό Χάρητος. Αλλά η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήταν βαριά. Η ιδεολογία αυτή ήταν ένας κακοχωνεμένος μαρξισμός, όπως τον απορροφούσε αβανταδόρικα η δημοσιογραφική προχειρολογία και η «προοδευτική» μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Την εποχή εκείνη, ακόμα και το όνομα του Popper ήταν εκτός «πολιτικής ορθότητας». Τι ρόλο μπορούσε να παίξει η κριτική σκέψη όταν «ο λαός ήταν στην εξουσία»; Τι σημαίνει η φιλοσοφία του Popper, που είναι ο κριτικός ορθολογισμός, από τη στιγμή που δεν εκθειάζεται η ανάγκη «πολιτικοποίησης» της γνώσης; Δεν είχε γράψει ο Popper εναντίον του ολοκληρωτισμού, εναντίον όχι μόνο του Hegel αλλά και του ίδιου του Marx; Δεν ήταν φίλος και συνοδοιπόρος του Hayek, του αντιδραστικού εκείνου μέντορα της φοβερής Margaret Thatcher; Αλλά και στους συντηρητικούς κύκλους, ο Popper ήταν persona non grata αφού καταφέρθηκε κατά του Πλάτωνος, που είναι «εθνικός» μας φιλόσοφος. Δεν υπήρχε, επομένως, πρόσφορο έδαφος για την υποδοχή των ιδεών του Karl Popper.  Κάποια στιγμή, το 1985, ο όμιλος αυτοδιαλύθηκε, λόγω εσωτερικών διαφωνιών, μέσα στο βαρύ κλίμα της περιόδου κατά την οποία ο Αγ. Κουτσόγιωργας είχε πει ότι από τη μια μεριά υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις του φωτός και από την άλλη οι δυνάμεις του σκότους, εννοώντας τις πολιτικές δυνάμεις που ανήκαν στην «εν ευρεία εννοία» Αριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ  και «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις») και τη ΝΔ ως διάδοχο και συνεχιστή της δικτατορίας, με επικεφαλής τον «αρχιαποστάτη» Μητσοτάκη.

Ξεφεύγοντας από τον επαρχιωτισμό της ελληνικής διανοητικής πρόσληψης του Popper, ας θυμηθούμε τι συνέβη στη διεθνή σκηνή,την εποχή εκείνη. Το 1985 είναι το έτος ανάληψης της εξουσίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αρχή της πολιτικής της διαφάνειας και της περεστρόικα, που τελικά θα επιφέρει το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη το 1989-90, το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το 1992 και το μετασχηματισμό όλων των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων πλην του ελληνικού. Σκέφθηκα ότι κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να κληθεί επίσημα ο θαλερός 90χρόνος στην Ελλάδα, προκειμένου να τιμηθεί ως επίτιμος διδάκτωρ από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τότε ήμουν καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και όχι της Αθήνας, αλλά φίλοι μου στο Φιλοσοφικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών με διαβεβαίωσαν ότι θα περνούσαν την πρόταση από τη Γενική Συνέλευση και δεν θα υπήρχε αντίρρηση, εφόσον η τίμηση  του μεγάλου φιλοσόφου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών τιμούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Αυτό  και έγινε με τη συμβολή του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ευάγγελου Μητσόπουλου, ο οποίος και έκανε την προσφώνηση στην τελετή. Είχα, ευτυχώς, την αμέριστη υποστήριξη του τότε πρύτανη και φίλου Πέτρου Γέμτου. Έχοντας επίγνωση των συνηθισμένων καθυστερήσεων, όταν είδα τον Popper το Σεπτέμβριο του 1992, του έκανα την πρόταση και του είπα ότι η καλύτερη περίοδος θα ήταν  ο Μάιος του επομένου έτους. Αυτό μας άφηνε αρκετό περιθώριο χρόνου για την ολοκλήρωση των διαδικασιών για να δρομολογηθεί για να πραγματοποιηθεί επίσκεψη .

Η αντίδραση του φιλοσόφου ήταν χαρακτηριστική. Ενθουσιάστηκε σαν να ήταν παιδί. Μου είπε, όμως, ότι είχε δεχθεί μια πρόσκληση για το Μάιο από το Πανεπιστήμιο της Πράγας. Του πρότεινα τότε, να έρθει τον Οκτώβριο στην Αθήνα. Όμως ο Popper φοβόταν μην πεθάνει πριν προλάβει να τιμηθεί από την Αθήνα, διότι γι αυτόν ο συμβολισμός και η σημασία της δεν είχε όμοιο, παρά το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Πράγας είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο και τον ανέμεναν πώς και πώς. Προτρέχω για να πω ότι τελικά πήγε τον Οκτώβριο και στην Πράγα, μετά την Αθήνα. Η επίσκεψή του αποτέλεσε εθνικό γεγονός για την Τσεχοσλοβακία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Václav Havel τον δέχθηκε και η προσέλευση στο Πανεπιστήμιο για την τελετή της περιένδυσης δεν είχε προηγούμενο.

Θεωρώντας ότι ήταν πολύ μεγάλη τιμή για την Ελλάδα να έρθει ο σημαντικότερος από τους τότε ζώντες φιλοσόφους, αλλά και ότι η «φιλελεύθερη παράταξη» που τότε κυβερνούσε θα  είχε τη διάθεση να «αξιοποιήσει» την επίσκεψη ενός πολύ μεγάλου φιλελεύθερου στοχαστή, προσπάθησα να κάνω ότι ήταν δυνατό ώστε να μην περάσει απαρατήρητη. Έστειλα, μαζί με τις επίσημα τυπωμένες προσκλήσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών προς συναδέλφους καθηγητές, βουλευτές, υπουργούς, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, στο Δήμο της Αθήνας, σε προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών, με τη βοήθεια του Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών ως συνοργανωτή. Σε ορισμένους γνωστούς μου συναδέλφους είχα στείλει και ιδιόχειρο σημείωμα.

Δεν παρέλειψα να απευθυνθώ και στην  Προεδρία της Δημοκρατίας. Σκέφθηκα ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έδινε μισή ώρα από το χρόνο του για να δεχθεί τον επίσημο ξένο, εφόσον κάποιος τον ενημέρωνε για τη σημασία αυτής της επίσκεψης. Αυτός ο «κάποιος» μου ήταν γνωστός και προσιτός και ήταν απόλυτα κατάλληλος για αυτή την αποστολή, ως νομικός σύμβουλος του Προέδρου και πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Πρόκειται για τον καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλο. Με διαβεβαίωσε, αφού τον επισκέφθηκα επί τούτω στο γραφείο του στο Προεδρικό Μέγαρο, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Πρόεδρος να μη δεχθεί τον Karl Popper  o Πρόεδρος και ότι αναλάμβανε ο ίδιος να τον ενημερώσει για τη σημασία της επίσκεψης αυτής.

Ο Karl Popper  έφτασε στις 16 Μάιου και η τελετή έγινε την επομένη. Από τους προσκεκλημένους δεν είχαν έρθει παρά ελάχιστοι συνάδελφοι. Η Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου ήταν μισοάδεια. Τον κράτησε για αρκετή ώρα ο πρύτανης στο γραφείο του για να προστεθούν και μερικοί ακόμη. Από τον πολιτικό κόσμο δεν είχε έρθει κανένας. Μόνο ο Μίμης Ανδρουλάκης είχε έρθει, στον οποίο δεν είχε σταλεί επίσημη πρόσκληση, εφόσον δεν είχε επίσημη ιδιότητα τότε. Πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες και ήρθε από δικό του προσωπικό ενδιαφέρον.

Δεν δόθηκε συνέχεια στις διαβεβαιώσεις του καθηγητή Παυλόπουλου και δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ουδέποτε μου δόθηκε η ελάχιστη εξήγηση αν ενημερώθηκε ή όχι, αν απορρίφθηκε η πρόταση από τον Καραμανλή, ή αν ο σύμβουλός του έκρινε ότι δεν μπορούσε να τον ενοχλεί με επουσιώδη ζητήματα. Ο Karl Popper  τις επόμενες μέρες πέρασε ένα τριήμερο στην αγαπημένη του τοποθεσία που είναι οι Δελφοί και είχα κι εγώ την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του επί θεμάτων γύρω από τη φιλοσοφία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει κάτι τρομερά αρνητικό για το πολιτιστικό τοπίο της σημερινής Ελλάδας. Επιπλέον, εκθέτει ανεπανόρθωτα την πολιτική τάξη και ιδίως την συντηρητική παράταξη, ακόμα και όταν αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη.

Επειδή προσπαθώ να συνδυάσω, στο μέτρο των δυνάμεών μου, την αισιοδοξία μου με τον ορθολογισμό, πιστεύω ότι κάποτε θα αντιληφθούν οι συμπατριώτες μου πόσο ζημιώνουν με το να αγνοούν ή να παρανοούν ή να υποτιμούν τη σκέψη ενός μεγάλου θαυμαστή της αρχαίας τους παράδοσης. Μια παράδοση που «οι τα πρώτα φέροντες»  της κοινωνίας μας δεν ήξεραν να τιμήσουν με την υποδοχή που του επιφύλαξαν. Ο Karl Popper, όμως, την τίμησε. Όσοι παρευρέθηκαν στην τελετή, δεν θα ξεχάσουν τα λόγια του, απευθυνόμενος σε 50 το πολύ άτομα: «Εδώ, στην Αθήνα, αισθάνομαι ότι πατώ σε ιερό έδαφος»! 


[1] “I may be wrong and you may be right, and by an effort we may get nearer to the truth”. Karl Popper (1945) The Open Society and its Enemies.. Vol. II p.225 and (1994) The Myth of the Framework.London: Routledge p. xii.