Λαϊκισμός και Τεχνοκράτες

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

https://i1.wp.com/www.star.gr/PublishingImages/2012/11/011112091208_8417.jpgΠολλοί είναι εκείνοι που έχουν ενθουσιασθεί με τον Γιάννη Στουρνάρα και έχουν δημιουργήσει και σελίδα στο Facebook υπέρ του για να γίνει μόνιμος Υπουργός Οικονομικών. Θυμίζω ότι ανάλογα είχαν λεχθεί και για τον Λουκά Παπαδήμο όταν ήταν Πρωθυπουργός. Δεν αρνούμαι ότι και οι δύο χειρίστηκαν επιτυχώς ορισμένα θέματα. Αλλά υπάρχει πάντα παρ’ ημίν η αναζήτηση «σωτήρα».

Πολύ παλιά, θυμίζω στους παλιότερους, το ζήσαμε αυτό με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν αναφέρομαι στο λαϊκισμό που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, αλλά στην ανάγκη που αισθάνονται, ακόμα και άνθρωποι άνω του μέσου όρου εκπαίδευσης, να θεωρήσουν ότι η λύση στα συγκεκριμένα τους προβλήματα εκφράζεται ανθρωπομορφικά με μια προσωπικότητα.

Ο παραλογισμός αυτός γίνεται ανάγλυφος όταν συνδέεται με τεχνοκράτες, και όχι με λαϊκιστές. Ο τεχνοκράτης, όμως, τι κάνει; Εφαρμόζει αρχές και προγράμματα που βασίζονται στην πείρα του, στις ειδικές γνώσεις του και στον κοινό νου, χωρίς (σχεδόν) να κάνει πολιτικούς υπολογισμούς (ρουσφέτια, λήψη υπόψη του πολιτικού κόστους, υποχώρηση σε πιέσεις κλπ.). Δεν είναι θαυματοποιός. Δεν είναι ο αποθεωμένος ήρωας του λαϊκισμού.

Αλλά εμείς, συνηθισμένοι στην ανθρωπομορφική προβολή των προσδοκιών και των φαντασιώσεων μας, ερχόμαστε κάθε τόσο να ζητήσουμε από κάποιο σπουδαίο άνδρα που να είναι «τα πάντα πληρών». Δεν γίνεται αντιληπτό ότι η επιτυχία μέτρων που εφαρμόζει ο τεχνοκράτης οφείλεται μόνο στην απουσία (ή μάλλον στη μερική αποδυνάμωση) των πιέσεων εκ μέρους πολιτικών τους οποίους εμείς τοποθετήσαμε εκεί, ακριβώς για να κάνουν αυτό: να πιέζουν, και ενδεχομένως να επιβάλλουν πολιτικές που θα ευνοήσουν ορισμένους εις βάρος άλλων. Οι λύσεις που δίνει είναι συχνά «αβγά του Κολόμβου» και όχι μεγαλοφυή δημιουργήματα. Ο δικός μας εθισμός σε καταστρεπτικές πολιτικές μας ωθεί να τις βλέπουμε ωσάν να είναι θαύματα.


The Greek Predicament and the Birth of Fact

D. Dimitrakos

This note is written mainly for the benefit (if that is the appropriate term in this case) of  all my friends abroad who know and care about Greece’s woes. The situation is and will be increasingly difficult, both now and after the election of June 17th. Matters are bound to come to a head the following day (uncannily ‘Waterloo Day’) when SYRIZA, the leading left-wing party, will be called to form a government in the likely case it wins. Yet even if it does not win, it will still play first fiddle in opposing the policies of reform that the new government introduces. Needless to add that such opposition will not manifest itself solely in Parliament, but mainly in the streets.

The strategy of SYRIZA has been to render the country ungovernable. It has advanced in this direction with impressive efficacy. Strikes, demonstrations, occupation of public places, violent confrontations with the police, arson and sabotage, have been the order of the day for months. To crown it all, new racist and extreme nationalist parties, the ‘Golden Dawn’ and the ‘Independent Greeks’ make their loud appearance, having snatched 17% of the vote in the last elections. The country has lost its head.

 Greece has, moreover, succeeded in alienating sympathy for her, mainly by the gross incompetence, proven dishonesty and grotesque arrogance of its officials, both at high and low levels of authority. As if that were not enough, racism rears its ugly head in a country sunk in fiscal profligacy and rampant corruption, where rent-seeking and living off transfer payments are admitted as the norm, yet basking in myths of an alleged cultural superiority vis à vis its European neighbours and practically everyone else. The head of SYRIZA Alexis Tsipras has lately shown to be in line with this view by asserting that he perceives the Acropolis from his window, whereas Chancellor Merkel perceives the Reichstag.

In these circumstances, a great amount of people push credulity to its furthest limits. Reality recedes and myth takes over. Sovereign debt, they maintain, will not have to be paid, since it was not of our making. Some unidentifiable foreign interests have worked out this accursed ‘Memorandum’ and imposed it on us – so the myth goes – with the express purpose of ruining us and then buy us out on the cheap. This is one of the many conspiracy theories that eager far Left or far Right supporters  readily adopt. Yet conspiracy theories are more widely accepted as they appeal to popular imagination and capture the minds of the gullible. Conspiracy theories possess a seemingly high explanatory power and are immunized against criticism, since the causes ascribed are by definition hidden. Above all, conspiracy theories explain nearly everything WITHOUT TAXING THE INTELLECT. This constitutes an enormous advantage compared to other explanations which require a lot of homework, that is, understanding the facts and use of reason to find solutions to problems.

In the mean time reality asserts itself. Facts are stubborn things, as Lenin used to say. More and more numerous Greeks may find escape in illusion – ‘the world is my dream’ – but facts are facts and no reform of the state means wallowing in oceans of debt, no investment and increasing anomie in society, while  self-confidence  leads us  headlong to perdition like all the Gadarene swine rolled into one.

It is far from obvious that other countries will run to the rescue, since they got other fish to fry – namely Spain, possibly Italy, and the whole of the EU economy being at sixes and sevens. Greeks will have to go it alone, for once. One wonder if it is THE END. It will be certainly the end of many of our comforts, in including and especially our comforting myths. Many are so discomfited by this prospect that are ready to ‘write sorrow on the bosom of the earth’. Yet the forced landing after a long flight in the sky of make-belief can have salutary effects. Sanity prevails in the end, even at high cost. A passage from the classical work of a great economist will be particularly instructing in this matter:

Suppose that some “primitive” man uses that most elementary of all machines, already appreciated by our gorilla cousins, a stick, and that this stick breaks in his hand. If he tries to remedy the damage by reciting a magic formula… in the expectation that if he repeats this exactly nine times the two fragments will unite again—then he is within the precincts of pre-rational thought. If he gropes for the best way to join the fragments or to procure another stick, he is being rational in our sense. Both attitudes are possible of course. But it stands to reason that in this and most other economic actions the failure of a magic formula to work will be much more obvious than could be any failure of a formula that was to make our man victorious in combat or lucky in love or to lift a load of guilt from his conscience. This is due to the inexorable definiteness and, in most cases, the quantitative character that distinguish the economic from other spheres of human action, perhaps also to the unemotional drabness of the unending rhythm of economic wants and satisfactions. Once hammered in, the rational habit spreads under the pedagogic influence of favorable experiences to the other spheres and there also opens eyes for that amazing thing, the Fact.”

  – Joseph A. Schumpeter (1942, 1950) Capitalism, Socialism and Democracy. New York: Harper p. 123.


Οι φιλελεύθερες δυνάμεις στην Ελλάδα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Λίγες μέρες πριν την ημέρα των εκλογών, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την απογοήτευσή μου για την πολυδιάσπαση του φιλελεύθερου χώρου. Για λόγους που ασφαλώς θα γνωρίζουν οι ηγεσίες τους καλύτερα από μένα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε καμιά συμφωνία συνεργασίας, πλην εκείνης μεταξύ Δράσης και Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Δεν υπάρχει κανένας που να μην ξέρει και να μην καταλαβαίνει ότι η πιθανότητα να μην εκπροσωπηθεί κανένα από τα τρία κόμματα φιλελεύθερης κατεύθυνσης είναι πάνω από 50%, ενώ αν ήταν ενωμένα η πιθανότητα να έχουν αυτή την εκπροσώπηση θα ήταν αρκετά μεγάλη.  Πολύς είναι ο κόσμος που απογοητεύεται ακόμα περισσότερο, όταν σκεφθεί ότι δεν τους χωρίζουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά μάλλον διαφορετικοί πολιτικοί υπολογισμοί των ηγεσιών τους.

Από μια άποψη, η έλλειψη ευελιξίας σχετίζεται άμεσα με την εμμονή των πολιτευτών του σε αρχές, αλλά και τη διάθεση αυτονομίας που διακρίνει την πολιτικής τους πρακτική. Οι φιλελεύθεροι έχουν ως αίτημα την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού και σειρά μεταρρυθμίσεων με τις οποίες είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Κύριο γνώρισμά τους είναι η απουσία λαϊκισμού, και μάλιστα η ολομέτωπη σύγκρουση με αυτόν, τον οποίο καταλογίζουν ορθά σε όλα τα άλλα κόμματα. Οι  προτάσεις τους, είναι κατά το πλείστον ρεαλιστικκές και μόνο υπολογισμοί «πολιτικού κόστους» εμποδίζει άλλα κόμματα να τις εφαρμόσουν.  Επιπλέον, το στελεχικό τους δυναμικό διακρίνεται για την ανώτερη ηθική και διανοητική ποιότητά του.

Αυτά είναι πράγματα γνωστά και για τα οποία δίκαια μπορεί κανείς να υπερηφανεύεται που ανήκει σ’ αυτό το χώρο.  Υπάρχει όντως εξόφθαλμη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο φιλελεύθερο πολιτικό χώρο και οποιοδήποτε άλλο. Και εκεί εντοπίζεται η ελκυστική δύναμη αυτής της παράταξης. Δυστυχώς, όμως, αποτελεί συγχρόνως την κύρια της αδυναμία. Έχει τη δική μου υποστήριξη και εκείνη πολλών άλλων σαν και μένα. Δεν είναι λίγοι. Δυστυχώς δεν είναι αρκετοί. Θα σας κάνω μια ομολογία. Νομίζω ότι ήταν το 1999 που ο Στέφανος Μάνος ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους», γνωστούς και ως «Ταύρους». Είχα πάει τότε στο Intercontinental όπου είχε γίνει η πανηγυρική ιδρυτική συνέλευση. Γύρω μου ήταν γνωστές και άγνωστες, πολιτισμένες φυσιογνωμίες, που έλαμπαν από χαρά βλέποντας πως επιτέλους βρέθηκε ένα κόμμα που εξέφραζε το πιο πολιτισμένο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν κάτι καινούργιο, με το οποίο, όχι μόνο συμφωνούσαμε πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά επιπλέον ταίριαζε στην αισθητική μας. Βεβαίως, χάρηκα, αλλά μέσα μου εισχώρησε μια υποψία: μήπως αυτό το συμπαθέστατο εκκλησίασμα, όχι μόνο μας αντιπροσωπεύει ποιοτικά, αλλά αποτελεί και αθροιστικά το σώμα των υποστηρικτών αυτών των  ιδεών;

Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα.

Με φοβίζουν οι συναθροίσεις με αποκλειστικά ευγενικά πρόσωπα. Θα βοηθήσουν βρίσκοντας άλλα εξ ίσου ευγενικά, ανιδιοτελή, άμεμπτα πρόσωπα. Αυτά έχουν ένα αριθμητικό όριο, δυστυχώς. Πολύ θα ήθελα να είχε, αυτό το όριο, μεγάλα περιθώρια επέκτασής του. Πολύ θα ήθελα, δηλαδή, να είχε η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, περισσότερους ελεύθερα σκεπτόμενους, ακέραιους και στοιχειωδώς ορθολογικούς πολίτες. Αλλά δεν τους έχει και κάτω από τις  παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να τους αποκτήσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

 Το γράφω αυτό, όχι για να αποθαρρύνω τους φιλελεύθερους ψηφοφόρους, αλλά για να τονίσω την ανάγκη να είμαστε ρεαλιστές. Αλλά και για ένα πρόσθετο λόγο. Οι φιλελεύθεροι θα μπορούν να αυξήσουν την πολιτική τους παρουσία ανεξάρτητα από το αν πετύχουν ή όχι να εκπροσωπηθούν στη Βουλή. Και κυρίως έχουν να δώσουν ένα μάθημα πολιτικής ευπρέπειας, που αύριο θα αποδώσει καρπούς.

Καλό είναι, όμως, να μην έχουμε αυταπάτες, διότι αυτές συχνά πληρώνονται ακριβά . Δεν έβλαψε κανέναν να βαστάει μικρό καλάθι στις προσδοκίες του, εφόσον ξέρει να τις διαχωρίζει από τους οραματισμούς του, που μπορούν να είναι ουρανόμηκες.


Εθνικοί γκουρού και βιομηχανία του κενού

Γκουρού στην ινδική παράδοση είναι ο δάσκαλος και καθοδηγητής.  Στις δυτικές χώρες ο όρος έχει και μια αρνητική συνδήλωση αφέλειας εκ μέρους των οπαδών του ή/και αγυρτείας του ιδίου. Λειτουργεί ως «νοητάρχης» – λίγο φιλόσοφος, λίγο προφήτης – ως πνεύμα που. Οι εύπιστοι του αποδίδουν ιδιότητες, αν όχι παντογνωσίας, ασφαλώς όμως γνωστικής παναρμοδιότητας όσον αφορά τα παρόντα και τα μέλλοντα στο οικείο περιβάλλον.

Πολλοί σημαντικοί στοχαστές στην ιστορία της δυτικής σκέψης λειτούργησαν ως πνευματικοί γκουρού με αυτήν την έννοια.  Αυτό έγινε συχνά άθελά τους: δεν θέλησαν να δημιουργήσουν κάποιον «-ισμό» στο όνομά τους. Παρά τα εκατομμύρια οπαδούς που ορκίστηκαν επί δεκαετίες στο όνομά του, ο Καρλ Μαρξ είχε πει επανειλημμένως  απευθυνόμενος στο γαμπρό του Paul Lafargue  «το βέβαιο είναι ότι δεν είμαι μαρξιστής»[1]. Μεγάλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι όπως ο Adam Smith, ο Charles Darwin, ο Albert Einstein , ο Bertrand Russell, ο John Maynard Keynes, ο Friedrich von Hayek, o Karl Popper, ασφαλώς δημιούργησαν σχολές σκέψης στην ειδικότητά τους, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν να γίνουν γκουρού, δηλαδή,  προφήτες με τη γενική έννοια, δηλαδή, καθοδηγητές και κήρυκες.  Ακόμα και στις περιπτώσεις δημοσίων διανοουμένων όπως ο Bertrand Russell, ο JeanPaul Sartre και ο Noam Chomsky,  οι οποίοι εντάχθηκαν σε κινήματα που επέλεξαν να υπηρετήσουν, δεν το έκαναν ως προφήτες και γκουρού, δηλαδή, ως άρχοντες του επιστητού[2].

Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται η εξής πρωτοτυπία. Ελλείψει  «εθνικών σωτήρων», «εθναρχών» και άλλων θεοποιημένων οντοτήτων αναφύονται εδώ και καιρό Ersatz προφήτες και νοητάρχες, επί το πλείστον διανοούμενοι γιαλαντζί, από το χώρο του θεάματος : του θεάτρου, του κινηματογράφου, του τραγουδιού. Ο λόγος γι αυτό  είναι ότι «εις την φυγόπονον Ελλάδα» όπως έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης, οι άνθρωποι δεν επιδίδονται στην ανάγνωση βιβλίων, αλλά μάλλον στο θέαμα.  Αυτό επιτάθηκε στη διάρκεια μιας τριακονταετίας λαϊκισμού .

Η εθνική μας κουλτούρα αντλεί τις παραστάσεις της από το παλκοσένικο, την τηλεοπτική ή κινηματογραφική οθόνη, το γήπεδο. Ο λαϊκός αοιδός, ο τραγουδοποιός, ο θεατρικός ή/και τηλεοπτικός γελωτοποιός, γίνεται απόλυτα αποδεκτός σε ρόλο εθνικού γκουρού, ο οποίος κατέχει κάποιο ανεπίγνωστο γνωστικό προνόμιο να διαβάζει σωστά «τα σημεία των καιρών». Ειδικά αν είναι καλλιτεχνικός δημιουργός.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κακοί, στο είδος του, ο καθένας, αλλά αντίθετα από το Λουμίδη, δεν περιορίζονται σ’ αυτό. Έτσι, έξοχος τραγουδιστής αποφαινόταν κάποτε επί του γλωσσικού ζητήματος, καταφερόμενος κατά του μονοτονικού. Διάσημος ηθοποιός δίκασε και καταδίκασε στη «χλεύη των λαών» τον Πρόεδρο Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος το 1999. Υπερήλικας μουσικοσυνθέτης κηρύσσει «εθνική επανάσταση».  Στο ίδιο μήκος κύματος, γνωστός σκηνοθέτης, στην αρχή της κρίσης, παρουσιάστηκε σε τηλεοπτικό κανάλι και με περίσσια θεατρικότητα έκανε τη βαρύγδουπη δήλωση ότι οι Γερμανοί έχουν μέσα στα γονίδια τους το Άουσβιτς, ενώ οι έλληνες έχουν τον Παρθενώνα.

Δεν θέλω να σχολιάσω την ίδια τη δήλωση: οποιοσδήποτε  σχολιασμός κινδυνεύει να νοθεύσει  τη διαμαντένια –ή σμαραγδένια –  καθαρότητα της βλακείας που την εμπνέει. Με ενδιαφέρει κυρίως να απαντηθεί το εξής : τι ιδέες πρυτάνευσαν στη σκέψη αυτών που σκέφθηκαν να τον καλέσουν; Ασφαλώς έκριναν ότι ως καλλιτεχνικός δημιουργός «βλέπει μακρύτερα» από μυωπικούς τεχνοκράτες και άλλους και στενόμυαλους ειδικούς. Και έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι λέει στον Έλληνα αυτά που θέλει να ακούσει, χωρίς να καταπονείται το πνεύμα του.

Εθνικός γκουρού, προφήτης, θεωρός, διδάσκαλος του έθνους, γνώστης των «σημείων των καιρών» : μορφές εθνικής αγυρτείας που εκτρέφει η απουσία θεσμών και η έλλειψη παιδείας στον τόπο μας. Είναι μορφές που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας του κενού – μιας βιομηχανίας που, δυστυχώς δεν είναι εξαγώγιμη. Προορίζεται αποκλειστικά προς εσωτερική κατανάλωση στη χώρα που κατοικείται από τον ευφυέστερο λαό του κόσμου, όπως ο ίδιος λέει –ασφαλώς μετά λόγου γνώσεως.

 


[1]  « Ce qu’il y a de certain, c’est que moi, je ne suis pas marxiste » http://archive.wikiwix.com/cache/?url=http://www.collectif-smolny.org/article.php3?id_article=1343#nh9&title=L%E2%80%99%C3%A9dification%20d%E2%80%99une%20doctrine%20marxiste

[2] Επί πλέον, ασφαλώς και αυτές τους οι δραστηριότητες δεν αποτελούν τη σημαντικότερή τους προσφορά στο δημόσιο χώρο του πνεύματος.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ («ΝΕΟ»)ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ;

Ο φιλελευθερισμός δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η ελευθερία είναι ριζωμένη στην παράδοση και στις νοοτροπίες των Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1865 έχει θεσπισθεί ως εθνικός μας ύμνος ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού, όπως δεν είναι τυχαίο ούτε κοινό ότι η ιδέα της ελευθερίας είναι παρούσα υπό τη μια ή την άλλη μορφή  στα ονόματα τεσσάρων αθηναϊκών εφημερίδων. Και όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας αποστρέφεται τον φιλελευθερισμό ή τον «νεοφιλελευθερισμό» όπως το αποκαλούν οι αντίπαλοί του.

Αυτή η χρήση του προθέματος «νέο-» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση η οποία έχει της ρίζες της στον Locke και στον Mill. Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση του όρου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα.

Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς  στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους   ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας που ταυτίζονται με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση της φιλελεύθερης ιδέας, είτε στο όνομα παραδοσιακών είτε στο όνομα προοδευτικών αρχών.  Ο λόγος γι αυτό είναι απλός. Οι κάθε είδους κολεκτιβιστές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ελευθερία και κρίση του ατόμου. Διαστρέφουν ή καταπολεμούν ανοιχτά το μήνυμα του  Διαφωτισμού, που είναι η χειραφέτηση του ώριμου ανθρώπου από τον πατερναλισμό εξουσιαστικών κηδεμόνων. Και χρησιμοποιώντας ως φόβητρο τον ανταγωνισμό, την ελευθερία των αγορών και τους κινδύνους για την απασχόληση, ενισχύουν τη φυσιολογική αγοραφοβία του κοινού και το αίσθημα ανασφάλειας που γεννά ο νέος παγκοσμιοποιημένος  χώρος  που αναδύεται  σήμερα.

Η ιδέα της ελευθερίας συνδέθηκε με το δημοκρατικό κίνημα για περιορισμό της κεντρικής εξουσίας . Αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο την κατάργηση των προνομίων της αριστοκρατίας και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Έτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη ανοιχτή  κοινωνία που συνδέεται με τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, το δυναμισμό και την παγκοσμιότητα της οικονομίας και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Σε ένα τέτοιο ανοιχτό σύστημα, οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι νομοκατεστημένεςς, αλλά ανοιχτές. Δεν υπάρχουν «ταξικά προνόμια», υπάρχουν μόνο διαφοροποιημένες και εναλλασσόμενες εισοδηματικές δυνατότητες.  Ανισότητες δημιουργούνται αναπόφευκτα, εφόσον οι συναλλαγές είναι ελεύθερες. Η ανάγκη κρατικής μέριμνας υφίσταται, όχι για να εξαφανίσει τις ανισότητες αστυνομεύοντας την παραγωγή και διανομή του πλούτου, αλλά για να παρέχει ένα δίκτυο ασφαλείας που χρειάζονται όσοι βρίσκονται εκτός μηχανισμών αγοράς. Και αυτοί πάντα θα υφίστανται, γι αυτό και πάντα θα υπάρχει ανάγκη αναδιανεμητικής διαδικασίας. Αυτό, όμως, είναι εντελώς ξεχωριστό θέμα από τον εξισωτισμό ως κοινωνικό χρέος.

Η μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο φιλελευθερισμό δεν είναι η ξεπερασμένη ιδέα του εξισωτισμού που συνδέεται με την έφεση ανακατανομής και την εξουσιαστική ακράτεια των υπέρμαχων του κρατισμού, αλλά με την ανάγκη αντιμετώπισης του φόβου της ανασφάλειας από τον οποίο διακατέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Η αρχή του ζην επικινδύνως δεν υιοθετείται εύκολα από τον μέσο λογικό άνθρωπο, ακόμα  και σε κοινωνίες όπου επικρατεί ο τυχοδιωκτισμός. Επομένως, ο φιλελεύθερος πολιτικός λόγος οφείλει να τονίσει το γεγονός ότι η ασφάλεια είναι ένα αγαθό που μπορεί να προσφέρει είτε ο ιδιωτικός είτε ο δημόσιος τομέας, αφήνοντας στον πολίτη τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλαπλές προσφορές στην αγορά.

Συγχρόνως, η μεγάλη δύναμη  της φιλελεύθερης ιδέας έγκειται σε ένα διπλό πλεονέκτημα που έχει έναντι των αντιπάλων της. Το πρώτο συνίσταται στο ότι είναι αυτό-εφαρμόσιμη και αδιαμεσολάβητη, ενώ η εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης αρχής απαιτεί την εξεύρεση κατάλληλων και έμπιστων φορέων που θα την επιβάλλουν. Το δεύτερο έχει να κάνει με τα ορατά πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα της εφαρμογής της. Στα ανελεύθερα καθεστώτα δεσπόζει η οικονομική αθλιότητα, ενώ η ευημερία εξασφαλίζεται στα ελεύθερα καθεστώτα με ελεύθερες οικονομίες. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για το οποίο ο φιλελευθερισμός, κατακτά έδαφος, όσο και αν δαιμονοποιείται  από τους αντιπάλους του.