Έχουμε άγραφο Σύνταγμα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το φθινόπωρο του 1989 όταν έγινε ολιγοήμερη κατάληψη του Υπουργείου Παιδείας, επί υπουργίας Σημίτη-Κοντογιαννόπουλου, από σχετικά μικρή ομάδα σπουδαστών ξένων γλωσσών με αίτημα την ισοτιμία των διπλωμάτων τους με πανεπιστημιακά πτυχία.  Το γεγονός αυτό ήταν τόσο μπανάλ, που ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως. Ο λόγος για τον οποίο το θυμάμαι είναι η υποδειγματική αμεριμνησία της τότε Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα, μπρος σε πράξεις που ο στενοκέφαλος θα ονόμαζε παράνομες. Ήμουν τότε σύμβουλος του Υπουργού και μετέπειτα Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας Βασίλη Κοντογιαννόπουλου και είχα απουσιάσει μερικές μέρες λόγω ασθενείας. Έφτασα κατά τις 11 το πρωί και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, για να πάω στο γραφείο μου στον 3ο όροφο (Ο ανελκυστήρας ήταν σχεδόν μονίμως χαλασμένος).

Ο ευτραφής και συμπαθής αστυνομικός που ήταν στην είσοδο, με «αναγνώρισε» και δεν μου ζήτησε έγγραφη άδεια εισόδου. Το ίδιο δεν συνέβη με νεαρό διοπτροφόρο που μπήκε βιαστικός και με ξεπέρασε δρασκελώντας τρία – τρία τα σκαλοπάτια. «Εσύ που πάς;» τον ρώτησε. Ο νεαρός, από πάνω από τη σκάλα, έστριψε και του είπε με το φυσικότερο τρόπο: «Κατάληψη». Μαγική λέξη, σαν το «Σουσάμι, άνοιξε!», στις «Χίλιες και μια νύχτες». Ο αστυνομικός χαμογέλασε συγκαταβατικά και είπε : «Α! Πέστο, ντε!». Δηλαδή, δηλώνεις «Κατάληψη!» και όλοι πρέπει να οπισθοχωρήσουν.

Η κατάληψη δημοσίων χώρων είναι αυτό που στην επιστήμη του μάνατζμεντ ονομάζεται S.O.P. – Standard Operating Procedure, δηλαδή μια σταθερή μέθοδο δράσης, απόλυτα κατανοητή  και αποδεκτή, όταν μια αναξιοπαθούσα ομάδα την αποφασίσει. Τόσο πολύ έχει γίνει αυτό καθεστώς, που προ ετών, ο κ. Ευρυπίδης Στυλιανίδης, Υπουργός Παιδείας, είχε πει ότι «είναι δικαίωμα του κάθε μαθητή να αντιδράσει με τον τρόπο που αυτός νομίζει σωστό». Το παράνομο σχετικοποιείται. Αν ορισμένοι αισθάνονται «ριγμένοι», κάνουν κατάληψη. Είναι δικαίωμά τους. Και αυτό είναι αποδεκτό σε ένα χώρο που η λογική έχει αποδημήσει εδώ και καιρό, ωσάν να ζούσαμε σε ένα σουρεαλιστικό τόπο και χρόνο, όπου το άτοπο και το εξωφρενικό θεωρείται αυτονόητο..  Παραπέμπει απ’ ευθείας στο διήγημα του Γκόγκολ «Η μύτη» (1835), που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα δείγματα της λογοτεχνίας του παραλόγου. Ένας αξιωματούχος χάνει τη μύτη του. Η μύτη φεύγει, ξανάρχεται, ταξιδεύει με αμάξι, ντύνεται, μιλάει, την ψάχνουν πολλοί, παίρνει ύφη μεγαλειώδη. Το παράλογο δεν βρίσκεται, όμως, στο ότι κάνει όλα αυτά που λογικά δεν θα ανέμενε κανείς από τη μύτη να κάνει. Το παράλογο συνίσταται στο ότι όλοι οι χαρακτήρες μέσα στη νουβέλα δεν σαστίζουν με τους παράλογους ρόλους που παίζει η πανταχού παρούσα μύτη.

Αυτό ισχύει και για τις καταλήψεις ως σιωπηρά ανεκτές, ιδίως όταν αυτοπροσδιορίζονται ως «συμβολικές». Η ίδια η έκφραση είναι δηλωτική της μεστής βλακείας που ενέπνευσε την πράξη που περιγράφει. Οι μηχανικοί τις προάλλες κατέλαβαν «συμβολικά» ορισμένα γραφεία Πολεοδομίας[1] Η απόφαση πάρθηκε «πανελλαδικά». Η συνήθης ερώτηση δημοσιογράφων είναι αν πράγματι ήταν «πανελλαδική» μια τέτοια ή άλλη ανάλογης υφής απόφαση, αν πάρθηκε «ομόφωνα» ή «κατά πλειοψηφία», χωρίς ούτε στιγμή να τους περάσει από το νου ότι η ίδια η κατάληψη είναι παράνομη και απαράδεκτη. Από την άλλη μεριά, πώς να δεχθούμε ότι είναι παράνομη η κατάληψη, αν έχει καθιερωθεί ως τρόπος διαμαρτυρίας αποδεκτή από το «άγραφο σύνταγμα» ;  Όταν υπάρχει μια «σχετική» ανοχή στην παρανομία, σημαίνει ότι αυτή δεν είναι «απόλυτη» αλλά μόνο «σχετική». Ένας μηχανικός μιμητισμός την καθιερώνει ως πρακτική ρουτίνας. Την έχει επιλέξει και εγκρίνει η κοινή γνώμη εδώ και χρόνια. Μπορεί να στοιχίζει κάπως, αλλά της αξίζει!

Ας σταθούμε, όμως, στην ίδια την «στρατηγική» της κατάληψης και να εξετάσουμε τη λογική της. Δεν αμφιβάλλω ότι πάρα πολλές φορές ο καταληψίας αισθάνεται απελπισμένος και αδικαίωτος. Δεν αρνούμαι ότι αξίζει τον κόπο να συζητήσει η κυβέρνηση και να ανακαλύψει τα αίτια της οργής, να εντοπίσει το πρόβλημα και να προχωρήσει σε κάποια λύση που να μην είναι μπάλωμα. Αν μπούμε στη θέση των καταληψιών, πρέπει να εξετάσουμε, αν εξυπηρετεί τους εκάστοτε στόχους μας μια κατάληψη ή αν είναι ατελέσφορη και ζημιογόνα για μας τους ίδιους. Και η αλήθεια είναι ότι μια κατάληψη τονώνει ψυχολογικά εκείνους που την αναλαμβάνουν και φέρουν εις πέρας. Χαρίζει αμέσως την αίσθηση μιας κατάκτησης. Πλην όμως, η αίσθηση αυτή είναι απατηλή. Και αυτό συμβαίνει διότι ο «αντίπαλος» δεν είναι ούτε το κτήριο,  ούτε το άψυχο και έμψυχο υλικό που περιέχει, αλλά κάτι το άυλο και αφηρημένο, που δεν «καταλαμβάνεται». Γι αυτό και πέρα από τη ζημιά που προκαλείται, η κατάληψη δεν απολήγει σε υποχώρηση μιας απόφασης.

Ας προχωρήσουμε πιο πέρα. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι μια κατάληψη απαντά σε κάποια στρατηγική που να πηγαίνει πέρα από τη σκοπιμότητα της «επαναστατικής γυμναστικής». Η κατάληψη δημόσιου χώρου δίνει στους καταληψίες μια άλλη απατηλή αίσθηση: μιας νίκης στο πεδίο της μάχης, ότι αποτελεί τεκμήριο υπεροχής επί του αντιπάλου. Η αλήθεια είναι ότι αυτό  ισχύει ενίοτε, υπό ορισμένες συνθήκες. Τελικός σκοπός μιας αναμέτρησης, όμως, δεν είναι η κατάληψη. Και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις η κατάληψη είναι μέσον και όχι αυτοσκοπός. Η κατάληψη χωρίς στρατηγικό ή τακτικό στόχο γινόταν μόνο από ατάκτους – όπως ήταν οι βασιβουζούκοι του οθωμανικού στρατού. Οι «συμβολικοί» καταληψίες, που είναι συχνά μορφωμένοι άνθρωποι, τι επιδιώκουν; Συνήθως για να έχουν την αίσθηση ότι κάνουν «κάτι». Παρά «τίποτε» καλύτερα «κάτι». Ο  συνήθης συλλογισμός του αμήχανου πολιτικού, του αδιάβαστου μαθητή, του άπειρου τεχνίτη.

Βέβαια, η συμβολική κατάληψη, μπορεί να νοηθεί ως μια θεατρική παράσταση στον μακρινό απόηχο του παρισινού  Μάη του 1968. Εκεί, όμως, οι καταληφθέντες χώροι του πανεπιστημίου και του Θεάτρου ODÉON άνοιξαν στο κοινό και ακολούθησε γόνιμος διάλογος ιδεών. Δεν υπήρχε ίχνος συντεχνιακής πίεσης. Δεν υπήρχε υποψία απόφασης με «δημοκρατικές διαδικασίες», εφόσον το φαινόμενο ήταν αυθόρμητο και ανοργάνωτο.  Ηταν μια ανεπανάληπτη περίοδος άνθησης του πνεύματος, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία». Έστω, με αυτόν τον ουτοπικό σκοπό, οι καταλήψεις αυτής της περιόδου είχαν το νόημά τους. Έχουν  να επιδείξουν κάτι αντίστοιχο οι δικές μας καταλήψεις ή το καθ’ ημάς πνεύμα τους.;Οραματίζονται – ουτοπικά, έστω – μια άλλη κοινωνία, όπως οι γάλλοι φοιτητές του 1968;

Βέβαια, οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων στην Ελλάδα αντλούν και από την παράδοση του αντιδικτατορικού αγώνα, που είχε ως αποκορύφωμα την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973[2]. Εκεί, όμως, είχαμε να κάνουμε με μια δικτατορία, όπου δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης, ούτε αλλαγής μέσα από νόμιμες διαδικασίες. Η αντίσταση σ’ αυτό το καθεστώς ήταν απόλυτα δικαιολογημένη να «παρανομεί»: τα εισαγωγικά τίθενται για να ακυρώσουν την έννοια της λέξης που περιέχουν, διότι η αντίσταση σε ένα παράνομο καθεστώς δεν υπόκειται σε νόμους που επιβάλλει το ίδιο. Όσοι, επομένως, αντιστάθηκαν σ’ αυτό το καθεστώς μετήλθαν «παράνομα» μέσα διότι υπηρετούσαν μια ανώτερη νομιμότητα που αντιπροσωπεύει η δημοκρατία. Υπό καθεστώς δημοκρατίας δεν νομιμοποιούνται όσοι μετέρχονται αυτά τα μέσα, τα οποία είναι παράνομα – χωρίς εισαγωγικά. Γι’ αυτό και η κατάληψη δεν εκφράζει καμιά έννοια νομιμότητας.

Η ανοχή της κοινής γνώμης στην παραβίαση του νόμου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις καταλήψεις, οφείλεται – εν μέρει, τουλάχιστον – στη θολή αναγνώριση του θεμιτού της χαρακτήρα επί δικτατορικού καθεστώτος. Η δημοκρατία, όμως, δεν ανέχεται να συγχέεται με τη δικτατορία 37 ολόκληρα χρόνια μετά την κατάργηση της τελευταίας. Η ιδέα, επιπλέον, ότι η κατάληψη αποτελεί μια νίκη και ότι μπορεί να αποτελέσει βάση για επιβολή όρων όταν προβάλλεται κάποιο αίτημα είναι όχι μόνο ηθικά απαράδεκτη αλλά, όπως έχει αποδειχθεί, πολιτικά ατελέσφορη, εφόσον δεν εξυπηρετεί  τους διακηρυγμένους σκοπούς των καταληψιών. Μόνο εκείνοι που λεηλατούν αυτούς τους χώρους συμπεριφέρονται λογικά από τη δική τους σκοπιά.

Οι σύγχρονοι αυτοί βασιβουζούκοι ευφραίνονται καταστρέφοντας ότι δεν μπορούν να αρπάξουν. Καταστρέφουν ή βεβηλώνουν με τα ανορθόγραφα ορνιθοσκαλίσματά τους, εθνικά μνημεία. Καταστρέφουν σε πανεπιστημιακούς χώρους βιβλία, εργαστήρια, πίνακες. Το σκάνδαλο δεν βρίσκεται στην ίδια την καταστροφή. Το σκάνδαλο βρίσκεται στο γεγονός ότι η πολιτεία αναλάμβάνει το κόστος του κεφιού των κυρίων αυτών, αντί να το επωμίζονται οι μαμάδες και μπαμπάδες τους. Το ότι το κόστος το αναλαμβάνουμε εμείς, οι φορολογούμενοι, δικαιολογείται, όταν η κατάληψη με τα συνοδευτικά της – καταστροφές και κλοπές- θεωρείται νόμιμη εν ευρεία εννοία.

Αυτό ακριβώς, όμως, συνεπάγεται η ιδέα που έχει εκφρασθεί επανειλημμένως από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις, σύμφωνα με την οποία οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων αποτελούν δημιουργική εμπειρία για τους νέους και ότι είναι καλύτερο η σύγχρονη νεολαία να επιδίδεται στη ρίψη βομβών μολότοφ παρά να κάθεται σε καναπέδες. Αν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι αυτών των δυνάμεων πιστεύουν ειλικρινά τέτοιο πράγμα, δεν έχουν παρά να προτείνουν να περιληφθεί το κόστος της μύησης στην ευγενή τέχνη των καταλήψεων στον προϋπολογισμό και να ορισθεί αντίστοιχος «κωδικός» από το υπουργείο Οικονομικών[3]. Και θα πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις να το δεχθούν, διότι είναι απόλυτα συμβατή με την αρχή της αναγνώρισης της κατάληψης ως νόμιμης εν ευρεία εννοία, από το άγραφο, πλην όμως, καθ’ όλα αποδεκτό κομμάτι του Συντάγματος.


[1] http://www.youtube.com/watch?v=-w6TTl-4lmE.

[2] Αναφέρονται οι χρονολογίες επακριβώς, διότι φαίνεται ότι είναι άγνωστες στους καταληψίες της Πλατείας Συντάγματος με το σύνθημά τους «η Χούντα δεν τελείωσε το 73».  Τελείωσε το 1974

[3] Θα μου αντιταθεί, ίσως, ότι μάλλον θα προβάλλουν αντιρρήσεις τα μέλη της τρόικας. Μα εμείς είμαστε η Ελλάδα που αντιστέκεται στους τροϊκανούς και άλλους εχθρούς του  Έθνους μας. Άλλωστε, για να επαναλάβω τα απλά και σοφά λόγια του κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τους τροϊκανού: « Με βλάκες και προτεστάντες δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα»  βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=411305


Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Karl Popper

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Είναι ευτύχημα ότι η ΕΡΤ αφιέρωσε τότε μια ωριαία εκπομπή στη σκέψη και στο έργο του Karl Popper.

Έχει θέση η σκέψη του Karl Popper στη χώρα μας; Είναι η Ελλάδα μια ανοιχτή κοινωνία; Φυσικά, δεν εννοώ αν έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία, απλώς και μόνο, αλλά αν ως πολιτισμός, έχουμε δεχθεί και ενστερνισθεί την ιδέα της κοινωνίας ως forum, όπου η ιδέα της αλήθειας λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή,  και όπου η κριτική σκέψη μπορεί να παραχθεί και να εκφρασθεί απρόσκοπτα. Η εμπειρία της επίσκεψης του Popper στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν το θάνατό του δείχνει ότι οι ιδέες του δεν έχουν διεισδύσει στην πατρίδα μας και ότι είναι ξένες σε σχέση με τα ενδιαφέροντα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ της χώρας μας.

Η πεποίθηση ότι η ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας δεν είχε ριζώσει στην Ελλάδα και ότι υπήρχε ανάγκη να γίνει αυτό οδήγησε μια μικρή ομάδα φίλων, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο υπογράφων, να οργανώσουν έναν κύκλο ομιλιών το 1983. δώσαμε στην άτυπη ομάδα αυτή ένα όνομα:   Όμιλος Κριτικής και Επιστημονικής Σκέψης. Είχαμε επίγνωση ότι δεν ήταν μόνο η πολιτική ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας που απουσίαζε στον τόπο μας, αλλά η ευρύτερη θεώρηση του  Karl Popper, δηλαδή, τον κριτικό ορθολογισμό, του φιλελευθερισμό και τον ανοιχτό και δημόσιο χαρακτήρα της επιστημονικής και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, βέβαια, ότι αυτά ήταν και είναι πολυτέλειες για την Ελλάδα. Όμως, δεν είναι, διότι οι συνεπαγωγές της ανοιχτής κοινωνίας, με την ευρύτερη έννοια, αφορούν όλους μας. Η επαφή με την κριτική σκέψη, έστω ενός αρχικού πυρήνα, μπορεί να μπολιάσει το σύνολο, από τη στιγμή που η αρχική προκείμενη της ποπεριανής σκέψης δεν είναι κοινωνικά απωθητική ή διανοητικά δυσπρόσιτη: «Μπορεί εσύ να έχεις δίκιο, κι εγώ άδικο, αλλά με μια κοινή προσπάθεια μπορούμε να φτάσουμε πιο κοντά στην αλήθεια»[1].

Με πρωτοβουλία του Ομίλου οργανώθηκαν άτυπες εβδομαδιαίες συζητήσεις γύρω από ένα «σεμιναριακό» τραπέζι σε χώρο που μας παραχώρησε το Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών, στην Οδό Χάρητος. Αλλά η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήταν βαριά. Η ιδεολογία αυτή ήταν ένας κακοχωνεμένος μαρξισμός, όπως τον απορροφούσε αβανταδόρικα η δημοσιογραφική προχειρολογία και η «προοδευτική» μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Την εποχή εκείνη, ακόμα και το όνομα του Popper ήταν εκτός «πολιτικής ορθότητας». Τι ρόλο μπορούσε να παίξει η κριτική σκέψη όταν «ο λαός ήταν στην εξουσία»; Τι σημαίνει η φιλοσοφία του Popper, που είναι ο κριτικός ορθολογισμός, από τη στιγμή που δεν εκθειάζεται η ανάγκη «πολιτικοποίησης» της γνώσης; Δεν είχε γράψει ο Popper εναντίον του ολοκληρωτισμού, εναντίον όχι μόνο του Hegel αλλά και του ίδιου του Marx; Δεν ήταν φίλος και συνοδοιπόρος του Hayek, του αντιδραστικού εκείνου μέντορα της φοβερής Margaret Thatcher; Αλλά και στους συντηρητικούς κύκλους, ο Popper ήταν persona non grata αφού καταφέρθηκε κατά του Πλάτωνος, που είναι «εθνικός» μας φιλόσοφος. Δεν υπήρχε, επομένως, πρόσφορο έδαφος για την υποδοχή των ιδεών του Karl Popper.  Κάποια στιγμή, το 1985, ο όμιλος αυτοδιαλύθηκε, λόγω εσωτερικών διαφωνιών, μέσα στο βαρύ κλίμα της περιόδου κατά την οποία ο Αγ. Κουτσόγιωργας είχε πει ότι από τη μια μεριά υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις του φωτός και από την άλλη οι δυνάμεις του σκότους, εννοώντας τις πολιτικές δυνάμεις που ανήκαν στην «εν ευρεία εννοία» Αριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ  και «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις») και τη ΝΔ ως διάδοχο και συνεχιστή της δικτατορίας, με επικεφαλής τον «αρχιαποστάτη» Μητσοτάκη.

Ξεφεύγοντας από τον επαρχιωτισμό της ελληνικής διανοητικής πρόσληψης του Popper, ας θυμηθούμε τι συνέβη στη διεθνή σκηνή,την εποχή εκείνη. Το 1985 είναι το έτος ανάληψης της εξουσίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αρχή της πολιτικής της διαφάνειας και της περεστρόικα, που τελικά θα επιφέρει το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη το 1989-90, το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το 1992 και το μετασχηματισμό όλων των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων πλην του ελληνικού. Σκέφθηκα ότι κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να κληθεί επίσημα ο θαλερός 90χρόνος στην Ελλάδα, προκειμένου να τιμηθεί ως επίτιμος διδάκτωρ από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τότε ήμουν καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και όχι της Αθήνας, αλλά φίλοι μου στο Φιλοσοφικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών με διαβεβαίωσαν ότι θα περνούσαν την πρόταση από τη Γενική Συνέλευση και δεν θα υπήρχε αντίρρηση, εφόσον η τίμηση  του μεγάλου φιλοσόφου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών τιμούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Αυτό  και έγινε με τη συμβολή του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ευάγγελου Μητσόπουλου, ο οποίος και έκανε την προσφώνηση στην τελετή. Είχα, ευτυχώς, την αμέριστη υποστήριξη του τότε πρύτανη και φίλου Πέτρου Γέμτου. Έχοντας επίγνωση των συνηθισμένων καθυστερήσεων, όταν είδα τον Popper το Σεπτέμβριο του 1992, του έκανα την πρόταση και του είπα ότι η καλύτερη περίοδος θα ήταν  ο Μάιος του επομένου έτους. Αυτό μας άφηνε αρκετό περιθώριο χρόνου για την ολοκλήρωση των διαδικασιών για να δρομολογηθεί για να πραγματοποιηθεί επίσκεψη .

Η αντίδραση του φιλοσόφου ήταν χαρακτηριστική. Ενθουσιάστηκε σαν να ήταν παιδί. Μου είπε, όμως, ότι είχε δεχθεί μια πρόσκληση για το Μάιο από το Πανεπιστήμιο της Πράγας. Του πρότεινα τότε, να έρθει τον Οκτώβριο στην Αθήνα. Όμως ο Popper φοβόταν μην πεθάνει πριν προλάβει να τιμηθεί από την Αθήνα, διότι γι αυτόν ο συμβολισμός και η σημασία της δεν είχε όμοιο, παρά το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Πράγας είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο και τον ανέμεναν πώς και πώς. Προτρέχω για να πω ότι τελικά πήγε τον Οκτώβριο και στην Πράγα, μετά την Αθήνα. Η επίσκεψή του αποτέλεσε εθνικό γεγονός για την Τσεχοσλοβακία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Václav Havel τον δέχθηκε και η προσέλευση στο Πανεπιστήμιο για την τελετή της περιένδυσης δεν είχε προηγούμενο.

Θεωρώντας ότι ήταν πολύ μεγάλη τιμή για την Ελλάδα να έρθει ο σημαντικότερος από τους τότε ζώντες φιλοσόφους, αλλά και ότι η «φιλελεύθερη παράταξη» που τότε κυβερνούσε θα  είχε τη διάθεση να «αξιοποιήσει» την επίσκεψη ενός πολύ μεγάλου φιλελεύθερου στοχαστή, προσπάθησα να κάνω ότι ήταν δυνατό ώστε να μην περάσει απαρατήρητη. Έστειλα, μαζί με τις επίσημα τυπωμένες προσκλήσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών προς συναδέλφους καθηγητές, βουλευτές, υπουργούς, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, στο Δήμο της Αθήνας, σε προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών, με τη βοήθεια του Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών ως συνοργανωτή. Σε ορισμένους γνωστούς μου συναδέλφους είχα στείλει και ιδιόχειρο σημείωμα.

Δεν παρέλειψα να απευθυνθώ και στην  Προεδρία της Δημοκρατίας. Σκέφθηκα ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έδινε μισή ώρα από το χρόνο του για να δεχθεί τον επίσημο ξένο, εφόσον κάποιος τον ενημέρωνε για τη σημασία αυτής της επίσκεψης. Αυτός ο «κάποιος» μου ήταν γνωστός και προσιτός και ήταν απόλυτα κατάλληλος για αυτή την αποστολή, ως νομικός σύμβουλος του Προέδρου και πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Πρόκειται για τον καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλο. Με διαβεβαίωσε, αφού τον επισκέφθηκα επί τούτω στο γραφείο του στο Προεδρικό Μέγαρο, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Πρόεδρος να μη δεχθεί τον Karl Popper  o Πρόεδρος και ότι αναλάμβανε ο ίδιος να τον ενημερώσει για τη σημασία της επίσκεψης αυτής.

Ο Karl Popper  έφτασε στις 16 Μάιου και η τελετή έγινε την επομένη. Από τους προσκεκλημένους δεν είχαν έρθει παρά ελάχιστοι συνάδελφοι. Η Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου ήταν μισοάδεια. Τον κράτησε για αρκετή ώρα ο πρύτανης στο γραφείο του για να προστεθούν και μερικοί ακόμη. Από τον πολιτικό κόσμο δεν είχε έρθει κανένας. Μόνο ο Μίμης Ανδρουλάκης είχε έρθει, στον οποίο δεν είχε σταλεί επίσημη πρόσκληση, εφόσον δεν είχε επίσημη ιδιότητα τότε. Πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες και ήρθε από δικό του προσωπικό ενδιαφέρον.

Δεν δόθηκε συνέχεια στις διαβεβαιώσεις του καθηγητή Παυλόπουλου και δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ουδέποτε μου δόθηκε η ελάχιστη εξήγηση αν ενημερώθηκε ή όχι, αν απορρίφθηκε η πρόταση από τον Καραμανλή, ή αν ο σύμβουλός του έκρινε ότι δεν μπορούσε να τον ενοχλεί με επουσιώδη ζητήματα. Ο Karl Popper  τις επόμενες μέρες πέρασε ένα τριήμερο στην αγαπημένη του τοποθεσία που είναι οι Δελφοί και είχα κι εγώ την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του επί θεμάτων γύρω από τη φιλοσοφία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει κάτι τρομερά αρνητικό για το πολιτιστικό τοπίο της σημερινής Ελλάδας. Επιπλέον, εκθέτει ανεπανόρθωτα την πολιτική τάξη και ιδίως την συντηρητική παράταξη, ακόμα και όταν αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη.

Επειδή προσπαθώ να συνδυάσω, στο μέτρο των δυνάμεών μου, την αισιοδοξία μου με τον ορθολογισμό, πιστεύω ότι κάποτε θα αντιληφθούν οι συμπατριώτες μου πόσο ζημιώνουν με το να αγνοούν ή να παρανοούν ή να υποτιμούν τη σκέψη ενός μεγάλου θαυμαστή της αρχαίας τους παράδοσης. Μια παράδοση που «οι τα πρώτα φέροντες»  της κοινωνίας μας δεν ήξεραν να τιμήσουν με την υποδοχή που του επιφύλαξαν. Ο Karl Popper, όμως, την τίμησε. Όσοι παρευρέθηκαν στην τελετή, δεν θα ξεχάσουν τα λόγια του, απευθυνόμενος σε 50 το πολύ άτομα: «Εδώ, στην Αθήνα, αισθάνομαι ότι πατώ σε ιερό έδαφος»! 


[1] “I may be wrong and you may be right, and by an effort we may get nearer to the truth”. Karl Popper (1945) The Open Society and its Enemies.. Vol. II p.225 and (1994) The Myth of the Framework.London: Routledge p. xii.


Το 1821 και εμείς

Δ. ΓΟΥΣΕΤΗΣ

1821 - ΣΚΑΪΣτο βιβλίο του γνωστού φιλόσοφου Έρνεστ Γκέλλνερ «Conditions of Liberty» (ελληνική μετάφραση: «Η κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της», Παπαζήσης), υπάρχει η εξής σύντομη περιγραφή των μουσουλμανικών χωρών: «Εκεί η κοινωνία [δεν κυβερνιέται από τους πολίτες]. Κυβερνιέται από κυκλώματα, οιονεί φυλές, συμμαχίες σφυρηλατημένες σύμφωνα με τη συγγένεια ή/και τις ανταλλασσόμενες εκδουλεύσεις [δηλαδή ρουσφέτια] ή/και την κοινή θρησκευτική προέλευση και την κοινή θεσμική εμπειρία. Ωστόσο, εξακολουθεί σε γενικές γραμμές να βασίζεται, κυρίως, στην προσωπική εμπιστοσύνη, παρά στις επίσημες σχέσεις, που επικρατούν σε μία καθορισμένη γραφειοκρατική δομή. Το περίεργο, όμως, είναι ότι σε τούτες τις κοινωνίες, το σύστημα αυτό δεν προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια και είναι ευρέως αποδεκτό ως φυσιολογικό. Εκείνο που κάνει εντύπωση στους μελετητές είναι ο παράξενος συνδυασμός της [αυστηρής] θρησκευτικής ηθικής και των κυνικών πελατειακών σχέσεων».

 

Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, πολλοί θα σηκώσουν τους ώμους με αδιαφορία, θεωρώντας ότι δεν μας αφορά. Όμως οι οξυδερκέστεροι και όσοι ασχολήθηκαν λίγο με τη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι αυτή η περιγραφή μας ταιριάζει «γάντι». Όπως και οι μουσουλμανικές, είμαστε μια κοινωνία καθυστερημένη, που ο Γκέλλνερ αποκαλεί «κατακερματισμένη» (segmentary). Θα αναφερθώ σε τέσσερις εκδηλώσεις του κατακερματισμού μας:

 

Η οικογένεια. Τα πάντα δίνουμε για την οικογένεια, αλλά έξω απ’ αυτήν δε μας νοιάζει τίποτα. Θυσιαζόμαστε οικονομικά να έχουμε πολυτελές σπίτι ή διαμέρισμα, αλλά αδιαφορούμε πλήρως για το πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Είμαστε γνωστοί για την μέχρι υστερίας υπερπροστασία των παιδιών μας, αλλά είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε αιμοδότες και σε δωρητές σώματος.

 

Ο τοπικισμός. Η φράση «έχει μπάρμπα στην Κορώνη» προσιδιάζει εντελώς και αποκλειστικά στη χώρα μας. Σε ποια άλλη χώρα υπάρχει Σύλλογος των επαρχιωτών από κάθε σχεδόν πόλη ή χωριό που διαβιούν στην πρωτεύουσα; Φανταστήκατε Σύλλογο των Λιβερπουλιανών Λονδίνου ή των Σικαγιωτών Νέας Υόρκης; Αυτού του είδους η τοπικιστική «αλληλεγγύη» διαθέτει και βουλευτές που είναι οι κυρίως έμποροι των πελατειακών σχέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες ενδιαφέρονται μόνο για το τοπικό συμφέρον τους, αδιαφορώντας πλήρως για τη γενική εξυπηρέτηση και ευημερία.

 

Οι συντεχνίες. Η πρώτη, πρωτόγονη, επαγγελματική οργάνωση ήταν οι συντεχνίες. Το αφεντικό και ο εργάτης στην ίδια συντεχνία, ώστε να προωθήσουν μαζί τα συμφέροντα του επαγγέλματος, συνήθως ενάντια στα συμφέροντα των άλλων επαγγελμάτων. Στις προηγμένες χώρες οι συντεχνίες αντικαταστάθηκαν με ενώσεις σε ταξική βάση, τα συνδικάτα. Τα συνδικάτα υπεράσπιζαν και υπερασπίζουν τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών τους, όχι σε τυφλή αντιπαράθεση με άλλα συνδικάτα, όπως γίνεται με τις συντεχνίες (π.χ. εκβιαστικές απεργίες), αλλά με γνώμονα τα ουσιαστικά συμφέροντα των μελών τους, που συμβαδίζουν με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας.

 

Η ανασφάλεια. Είμαστε κοινωνία ανασφαλής και γι’ αυτό κλειστή. Είμαστε καχύποπτοι προς τον πλησίον μας, προς τον έμπορο που συναλλασσόμαστε (μήπως μας κλέβει), προς τους συμμάχους μας (ιμπεριαλιστές), προς τους Ευρωπαίους εταίρους μας (αιρετικοί), προς όλους χωρίς εξαίρεση τους γειτόνους μας (μας επιβουλεύονται).

*

 

Ποια είναι η ρίζα όλης αυτής της καθυστέρησης; Η σειρά «1821» που προβλήθηκε στο κανάλι ΣΚΑΪ, μας δίνει μια ιδέα. Μαθαίνουμε την κατάρρευση των μύθων που πλάστηκαν γύρω από την εθνική παλιγγενεσία, τόσο των δεξιών, όσο και των αριστερών. Των δεξιών μύθων για απέραντη σκλαβιά και πόνο 400 ετών κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, για την Αγία Λαύρα και το λάβαρό της, για την αντίσταση του Γρηγορίου Ε΄ και της εκκλησίας (που αφόρισε την επανάσταση!), για το κρυφό σχολειό. Των μαρξογενών μύθων, που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψουν κάποια αστική τάξη και κάποιες λαϊκές δυνάμεις που ηγούνταν του αγώνα. Ανακάλυψε τις τελευταίες στους κλέφτες, που δήθεν ήσαν οργανικό τμήμα του λαού και υπερασπιστές του και όχι ληστές έτοιμοι να διαγουμίσουν όποιο καραβάνι τους γυάλιζε, τουρκικό ή ελληνικό αδιακρίτως. Ανακάλυψε πως όταν οι κλέφτες προσκυνούσαν, ήσαν δήθεν θύματα ισχυρών κοτζαμπάσηδων ή πολιτικών, με ξένη μάλιστα υποστήριξη (νάτος και ο ιμπεριαλισμός!), όπως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ή του Ιωάννη Κωλέττη και όχι άνθρωποι που το προσκύνημα ήταν μέσα στην κουλτούρα τους, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να πάρουν το ζηλευτό τίτλο του αμειβόμενου αρματωλού. Ανακάλυψε τους μεγαλεμπόρους που -για να ταιριάζει στα όσα διαπίστωσε ο Μαρξ στη δυτική Ευρώπη- βαφτίστηκαν «επαναστατική δύναμη» ελλείψει άλλης αστικής τάξης.

 

Μάθαμε τις ρίζες της σημερινής ταυτότητάς: ήδη από το 1.300 οι δυτικές κοινωνίες αναπτύσσουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, ενώ η καθ’ ημάς ανατολή παραμένει καθηλωμένη στην αναμονή της θείας επέμβασης και χάρης. Το σχίσμα και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, βοήθησε στο μίσος που αναπτύχθηκε για τους δυτικούς. Και όταν ο Μωάμεθ ο κατακτητής βρισκόταν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ο Νοταράς αποφαίνονταν: «κάλιο τουρκικόν φακιόλιον παρά παπική τιάρα». Συνεπώς, η τουρκοκρατία ήταν επιλογή και όχι η υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Αυτό προκύπτει εξάλλου από την παρατήρηση των κατοίκων των νησιών του Ιονίου: δεν γνώρισαν οθωμανική κυριαρχία, όμως είναι όμοιοι με τους υπόλοιπους Έλληνες!

 

Μάθαμε ότι η κοινωνία του ’21 ήταν κοινωνία ανομική και ότι οι νόμοι της οικογένειας ήσαν υπέρτεροι των νόμων του κράτους. Το δε πρώτο Σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας, το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), συντάχτηκε χωρίς τους οπλαρχηγούς, που αποφάσισαν να μποϋκοτάρουν την εθνοσυνέλευση. Καμία πρόνοια δεν περιείχε το Σύνταγμα σχετικά με τις προσπάθειες των προκρίτων και των αρματωλών για επέκταση της εξουσίας τους. Τα ζητήματα αυτά τα άφησε στην τύχη τους και η τύχη τους ήταν ο εμφύλιος. Φτιάχτηκε αντιγράφοντας ευρωπαϊκά συντάγματα (κυρίως το γαλλικό), για να ξεγελάσει τους κουτόφραγκους, από τους οποίους είχε ανάγκη πρώτον την αναγνώριση του νέου κράτους και δεύτερον -τι άλλο;- δανεικά (Finley). Τα πέτυχε και τα δυο.

 

Μάθαμε να αμφισβητούμε αυτούς που μαϊμουδίζουν τις θεωρίες της Δύσης και προσπαθούν να τις μεταφέρουν μηχανιστικά στην Ελλάδα. Μάθαμε δηλαδή ότι ο αγώνας του 1821 δεν είχε χαρακτήρα ούτε αστικής επανάστασης, ούτε προλεταριακής. Το κύριο χαρακτηριστικό του δεν ήταν ταξικό. Επρόκειτο για μια σύγκρουση με τους Οθωμανούς, αλλά συγχρόνως για μια σύγκρουση μεταξύ των επαναστατημένων, με στόχο το πλιάτσικο ή -για τους άκληρους- ένα κλήρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συμπεριφορά του καπετάνιου Γώγου Μπακόλα στη μάχη του Πέτα. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αιτία της πτώσης του Μεσολογγίου.

 

Όλα αυτά εθεωρούντο περίπου φυσιολογικά, αφού ήσαν η προέκταση της προεπαναστατικής ζωής. Βασικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η άλλη αντίληψη, της ίδρυσης μιας κεντρικής εξουσίας και ενός σύγχρονου νεωτερικού κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, δεν υποστηριζόταν από την αστική τάξη, διότι αστική τάξη δεν υπήρχε. Την εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ένας πολιτικός εντελώς ανιδιοτελής. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο πολιτικός συκοφαντήθηκε όσο λίγοι.

 

Τα παραπάνω ψέματα διαμόρφωσαν την εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα και οι παραπάνω αλήθειες τη σύγχρονη κατακερματισμένη κοινωνία μας. Ο αριστερός διανοητής Φίλιππος Ηλιού αποφαίνεται ότι «η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που είχαν τεθεί στις αρχές το δέκατου ένατου αιώνα, με την πρώιμη εξαγγελία της αστικής επανάστασης, και τα οποία δεν ήταν σε θέση να λύσει».

 

Αστική τάξη δεν υπήρξε ούτε στη συνέχεια της ιστορίας μας, ούτε και σήμερα. Απλούστατα, διότι δεν υπάρχει παραγωγή, που είναι το αντικείμενο της αστικής τάξης. Και η κυβέρνηση -όλες οι κυβερνήσεις- δεν είναι υπηρέτης του «μεγάλου κεφαλαίου», όπως θέλει ο Μαρξ για τη δυτική Ευρώπη. Είναι υπηρέτης του κράτους μεσίτη ή αλλιώς μεσολαβητή μεταξύ των τμημάτων της κατακερματισμένης κοινωνίας. Για παράδειγμα, το κράτος αρνείται να επιβάλει την τάξη στους ποικίλους καταληψίες κτιρίων και οδών. Αντ’ αυτού μεσιτεύει: διαπραγματεύεται με τους παράνομους, για να βρεθεί τρόπος συνύπαρξης και να λειτουργήσει η χώρα. Αυτό όμως σημαίνει πολιτική διακρίσεων απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες. Συνεχίζεται η παράδοση του κλεφταρματωλισμού.

 

Το πραγματικό διακύβευμα, η πραγματική αμφισβήτηση στην Ελλάδα δεν είναι η αμφισβήτηση ούτε του «κεφαλαίου», ούτε του «κατεστημένου», ούτε του «ιμπεριαλισμού». Είναι η αμφισβήτηση της «καθ’ ημάς Ανατολής» και η ένταξη στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Είναι, δηλαδή η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός. Εκσυγχρονιστικές δυνάμεις υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αλλά είναι μειοψηφικές και γι’ αυτό ηττώνται. Ίσως αυτή η κρίση δώσει την ευκαιρία να αναδειχτούν και, ως άλλοι Μαυροκορδάτοι, να μας οδηγήσουν σε μια ευνομούμενη, σύγχρονη δυτική κοινωνία. Αλλιώς, η μόνη πιθανότητα εκσυγχρονισμού είναι η -τόσο απίθανη για την ώρα- ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η παραχώρηση δηλαδή και των υπόλοιπων εθνικών εξουσιών στους κουτόφραγκους των Βρυξελλών.


Διαχείριση θυμού

«Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόππερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό»

 

Ο Γιώργος Αρχόντας στο άρθρο του σχολιάζει τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.
Ίσως αυτό που ζητούν είναι ακριβώς αυτό που δεν τους δίνει το πολιτικό σύστημα: ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας δεν λογοδοτούν πραγματικά, όταν η μόνη «ευθύνη» που έχουν αποτιμάται στην εκλογή τους και επανεκλογή τους, καθιστά το πολιτικό μας σύστημα μη λειτουργικό. Κάθε μορφή διακυβέρνησης (governance) απαιτεί το συνδυασμό εξουσίας και υποχρέωσης λογοδοσίας(powerwith accountability). Η αγανάκτηση δεν στρέφεται μόνο κατά του καταντήματος της οικονομίας, τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που προκαλεί, αλλά κυρίως κατά του κενού λογοδοσίας που αφήνει το πολιτικό σύστημα.
Δ. Δημητράκος

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Την προηγούμενη βδομάδα έγραψα για το Σύνταγμα-το-κείμενο. Σήμερα γράφω για το Σύνταγμα-την-πλατεία.

Στους Αγανακτισμένους δεν κατέβηκα και δεν σκοπεύω να το κάνω τις επόμενες μέρες. Η συμμετοχή / ανάδραση / αντίδρασή μου είναι αυτό το κείμενο – αλλά και τα δύο που προηγήθηκαν και όσα τυχόν ακολουθήσουν σ’ αυτή τη σειρά. Πιστεύω ότι είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω.

Πρώτα απ’ όλα, ξεκαθαρίζω ότι διαφωνώ με όσους σπεύδουν να κατακρίνουν τα όσα συμβαίνουν στο Σύνταγμα με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ανάμεσα στους Αγανακτισμένους ενιαία, συγκροτημένη ιδεολογία, συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα και τα σχετικά.

Όντως, πρόκειται για ένα αδιαμόρφωτο σύνολο ανθρώπων, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την κρίση, διαφορετικές προτάσεις και διαφορετικά συμφέροντα. Όντως πρόκειται για μια κυρίως θυμική αντίδραση. Όμως το γεγονός καθαυτό ότι ένα τέτοιο ετερόκλιτο σύνολο συστάθηκε και εκδηλώνεται, έστω με μόνο ενοποιητικό παράγοντα την αγανάκτηση, δεν είναι άνευ σημασίας. Και είναι πιστεύω χρέος, όποιου μπορεί, να προσπαθήσει να αναδείξει από αυτό το κοινωνικό φαινόμενο ένα περιεχόμενο που μπορεί ενδεχομένως να μας πάει παραπέρα.

Θα επιχειρήσω προς τούτο μια ίσως παρακινδυνευμένη ερμηνεία. Οι Αγανακτισμένοι διεκδικούν, έστω υπόρρητα, κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Κάτι που μέχρι πρότινος πιστεύαμε, λανθασμένα, ότι είχαμε: τη δυνατότητα, παρά τις όποιες επιμέρους μας διαφορές, να συνυπάρχουμε και να δρούμε από κοινού ως πολίτες. Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόπερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό.

Επί δεκαετίες ζούσαμε με την ψευδαίσθηση ότι τα επιμέρους συμφέροντα, οι κοινωνικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις ήταν μεταξύ τους συμβατά. Η κοινωνική ειρήνη διασφαλιζόταν με δανεικά, μέσα από μια συγκυρία παγκόσμιας ανάπτυξης και ευρωπαϊκής πιστοληπτικής εγγύησης. Το πολιτικό σύστημα, στο οποίο οι πολίτες εμπιστεύθηκαν το έργο της συναρμογής των επιμέρους συμφερόντων, παρουσίαζε, με ελάχιστες εξαιρέσεις τη στρεβλή εικόνα ενός παιγνίου θετικού αθροίσματος – παραφορτώναμε το Δημόσιο με προσλήψεις, αλλά τα ποσοστά ανάπτυξης ήταν υψηλά. Παραφορτώναμε το κράτος με ελλείμματα και χρέη, αλλά η ανεργία διατηρούταν σε ιστορικά χαμηλά.

Κι όμως, πιστεύω πως το μένος εναντίον των πολιτικών δεν έχει να κάνει τόσο με τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής μιας λανθασμένης πολιτικής. Πολύ περισσότερο, εδώ που φτάσαμε, ο αποδιοπομπαίος τράγος των πολιτικών συλλήβδην είναι από τους ελάχιστους ενοποιητικούς κοινούς τόπους που διαθέτουμε.

Σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες πίστευε ότι η συναρμογή των επιμέρους συμφερόντων ήταν με μαγικό τρόπο εξασφαλισμένη, η συνειδητοποίηση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε φαίνεται κανιβαλλιστική. Και εξηγούμαι. Για να φτάσουμε πλέον να ξοδεύουμε όσα βγάζουμε δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι: ή μειώνουμε τις δαπάνες, που σημαίνει ότι κάποιοι θα χάσουν τη δουλειά τους, ή αυξάνουμε τη φορολογία, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη μείωση της αγοραστικής δύναμης, ή ένας συνδυασμός από τα δύο. Και δεν μπαίνω καν στις παράπλευρες αρνητικές συνέπειες κάθε επιλογής. Το παιχνίδι είναι πια καταφανώς αρνητικού αθροίσματος – όπως και να το μετρήσουμε το πράγμα, πρέπει να κόψουμε από δω για να γλιτώσουμε από κει. Για τέτοιες αποφάσεις όμως προφανώς καμία κοινωνία δεν είναι πρόθυμη.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι η μόνη που ενθαρρύνεται από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών. Όλα τα άλλα – ιδεολογικές πεποιθήσεις, κομματικές συγγένειες, ταξικές υπαγωγές και τα συναφή διασπαστικά – οι Αγανακτισμένοι καλούνται να τα αφήσουν πίσω στο όνομα μιας ενότητας στα απολύτως αναγκαία και σημαντικά. Ή, θα έλεγε κανείς, στα μόνα εφικτά. Στα μόνα που φαίνεται πια πως εγγυούνται τη συνέχιση της πολιτικής μας κοινωνίας ως ενιαίας.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές: Μπορούμε να συνυπάρχουμε με τις διαφορές μας και έξω από τη πλατεία Συντάγματος, χωρίς να χρειαζόμαστε για αυτό ούτε τις ψευδαισθήσεις που ακυρώθηκαν πια οριστικά, ούτε την αγανάκτηση και τους αποδιοπομπαίους τράγους της; Πιστεύω πως ναι. Υπό προϋποθέσεις:

Πρώτον, στο βαθμό που καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις στο πλαίσιο παιγνίων αρνητικού αθροίσματος, χρειάζεται αιτιολόγηση των όποιων αποφάσεων, σαφή ιεράρχηση στόχων και αναφορά σε κριτήρια δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας. Οι οριζόντιες περικοπές που θίγουν χαμηλοσυνταξιούχους την ώρα που, για παράδειγμα, η ΕΡΤ συνεχίζει να έχει τουλάχιστον 6 τηλεοπτικά και δεκάδες ραδιοφωνικά κανάλια είναι πρόκληση. Είναι απόδειξη ότι η προσοδοθηρία ζει και βασιλεύει.

Δεύτερον, οφείλουμε να καταρρίψουμε με επιχειρήματα τις μαγικές λύσεις. Ανιδιοτελείς σωτήρες, κοιτάσματα άμεσα εκμεταλλεύσιμα, λύσεις που θα μας έσωζαν αλλά κάποιοι κακοί δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε – επιστροφή στη δραχμή, ή κήρυξη του χρέους ως απεχθούς – δυστυχώς δεν υπάρχουν. Απέναντι στην παραφιλολογία χρειάζεται ξεκάθαρη επιχειρηματολογία, τουλάχιστον για όσους έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Είναι η προϋπόθεση για να περάσουμε από την αγανάκτηση στην παραγωγή λύσεων.

Τρίτον, και μακροπρόθεσμα σημαντικότερο, χρειάζεται μια συστηματική συζήτηση υπέρ της νομοκρατίας. Η νομοκρατία είναι η προϋπόθεση για ένα Σύνταγμα (κείμενο και πλατεία) που να χωρά ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι η προϋπόθεση για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορών, για τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας, για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδεών, των προτάσεων, των λύσεων, από τον οποίο προκύπτει αυτό που όταν το δούμε θα το θέλουμε. Επαναλαμβάνω από τις προηγούμενες αναρτήσεις μου: εφαρμογή των νόμων, σύνδεση πράξεων και συνεπειών, δραστικός περιορισμός της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας, της προσοδοθηρίας, των παιγνίων μηδενικού και αρνητικού αθροίσματος.

Σε μια κοινωνία που όσο και αν προσποιείται πως εξεπλάγη, εδώ και καιρό έβλεπε κάτω από την επιφάνεια της κατ’ επίφαση αρμονίας πως ό,τι κέρδιζε ο ένας το έπαιρνε από τον άλλο, αυτό που χρειάζεται είναι να καταδείξουμε, όσοι πιστεύουμε σ’ αυτό, ότι η επιδίωξη των επιμέρους ατομικών συμφερόντων είναι δυνατόν υπό όρους να παράγει αποτέλεσμα επωφελές για τους πολλούς. Και βεβαίως να μιλήσουμε όσο το δυνατόν πιο πολύ και πιο πειστικά για τους όρους αυτούς.


Ο μάγκας: η σύγχρονη εκδοχή του Ηγεμόνα του φτωχού

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος, συνθέτουν την εικόνα του νεοέλληνα μάγκα. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των «ιδιοτήτων» είναι η προσοδοθηρία, η οποία και αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς

Για πολλούς η μετάφραση της λέξης «μάγκας» σε άλλη γλώσσα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Η δυσκολία δε συνίσταται, βέβαια, στην εκφραστική φτώχεια άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά στην πολυσημία του όρου στην ελληνική, η οποία αποτυπώνει μάλλον βιώματα και όχι μόνο ή κυρίως κάποιο νόημα. Το βίωμα που εκφράζει συνδέεται με το φαντασιακό του νεοέλληνα. Ο τύπος του «μάγκα» στη λαϊκή φαντασία των νεότερων Ελλήνων ενσαρκώνει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι προσαρμοσμένο στα βαλκανικά δεδομένα. Όπως είναι γνωστό, ο Niccolò Machiavelli (1469-1527) υποστήριξε ότι  ο ηγεμόνας πρέπει να έχει πριν απ’ όλα virtù, που στη γλώσσα του ιταλού στοχαστή σημαίνει δύναμη επιβολής[1]. Δεν είναι η αρετή με την ηθική έννοια, αλλά που χαρακτηρίζει τον μακιαβελικό Ηγεμόνα, αλλά ένα μείγμα δύναμης και δολιότητας, αδίστακτου θράσους και πονηριάς. Ο μάγκας είναι, λοιπόν, ο Ηγεμόνας του φτωχού, κατά κάποιο τρόπο, το ιδανικό του ανθρωπάκου που θέλοντας, αλλά μη μπορώντας να είναι Αλή Πασάς, δρα ως τέτοιος σε μικρή κλίμακα και επιβραβεύεται γι’ αυτό.

Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης συντηρούν και αναπαράγουν αυτό το δημιούργημα της λαϊκής φαντασίας. Βέβαια, ο υπερασπιστής (!) του «μάγκα» ως …υποδείγματος συμπεριφοράς, θα κάνει τη διάκριση μεταξύ «τζάμπα μαγκιάς» και αυθεντικής. Αλλά δεν υπάρχει διαφορά: ο μάγκας μπορεί, ακριβώς επειδή είναι μάγκας, να τη βγάζει τζάμπα! [2]

. Η αποδοχή αυτής της συλλογικής εικόνας του ιδανικού έλληνα survivor και ταυτόχρονα macho, εκτρέφει την εθνική αυταρέσκεια μας. Η ελληνική μαγκιά αντιπαρατίθεται στην ευρωπαϊκή τεχνοκρατία και στη δυτικόφρονη «ευπρέπεια» και όπου ο ανυπότακτος ελληνάρας βάζει γκολ στους λογιστές των Βρυξελλών. Αυτά, βέβαια, συνέβαιναν μέχρι πρότινος…

Ο μάγκας είναι αυτός που πιάνει οποιονδήποτε άλλο κορόιδο, χωρίς να πιάνεται αυτός. Και αυτό ισχύει κυρίως στον οικονομικό τομέα. Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο βολεψάκιας, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος είναι «μάγκες». Η προσοδοθηρία, που είναι ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών, αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς. Αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη έννοια στην οικονομική επιστήμη, η οποία συνδέεται με την ανάλυση της ορθολογικής επιλογής των οικονομικώς δρώντων υποκειμένων. Προσοδοθηρία αποκαλείται η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής εσόδου ή άλλου οικονομικού πλεονεκτήματος για τον φορέα, που να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει ­ οι οποίες κυμαίνονται από το λίγο ως το τίποτε. Το να αποκτήσω κάτι χωρίς να προσφέρω τίποτε ή έστω, να προσφέρω κάτι μικρότερης αξίας, είναι το ίδιον της προσοδοθηρίας, της μαγκιάς. Συνδέεται επομένως η προσοδοθηρία με τον κρατισμό, εφόσον ο κρατικός παρεμβατισμός διανέμει θέσεις, εγκρίνει προμήθειες, χορηγεί συντάξεις, δώρα και επιδόματα.

Γι’ αυτό και πολλοί «σοσιαλιστές» και άλλοι τόσοι «επιχειρηματίες» στον τόπο μας απεχθάνονται την αγορά και λατρεύουν το κράτος. Η αγοραφοβία τους και η κρατολατρία τους εξηγούν τη στάση τους και όχι η πίστη τους στον σοσιαλισμό ή στην ελεύθερη αγορά. Κρατικό προστατευτισμό επιθυμούν οι μεν όσο και οι δε. Φοβούνται την αγορά και ιδίως την παγκόσμια και στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης που τους απειλεί. Δεν λένε όμως όχι στα κέρδη που αποφέρει το παγκοσμιοποιημένο πλέον χρηματιστήριο, σε εποχές ευφορίας. Ούτε στην ενωμένη Ευρώπη λένε όχι, όσο οι επιδοτήσεις της εκτρέφουν την προσοδοθηρία τους.

Ο προσοδοθήρας στη χώρα μας, που επαίρεται ότι είναι μάγκας, κατορθώνει να «βολεύεται». Φυγόπονος από πεποίθηση και προκλητικός από χαρακτήρα, χλευάζει τα εργατικά και απονήρευτα κορόιδα στα οποία δεν ανήκει ως «ελεύθερος και ωραίος» που είναι. Περιφρονεί τους «κουτόφραγκους» που ευημερούν στους αριθμούς και υστερούν στο ζεϊμπέκικο. Οργίζεται όμως όταν οι «μη μάγκες» τον παραμερίζουν, υποτιμώντας τη σημασία που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του. Θεωρεί ότι χρήζει ειδικής μεταχείρισης, διότι είναι δικαιούχος μεγάλης και πανάρχαιης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η υφήλιος του οφείλει όχι απλώς μια θέση στον ήλιο αλλά προσόδους και προνόμια. Και όταν αυτά δεν του αποδίδονται αυτομάτως, τότε επιστρατεύεται η «μαγκιά»: είναι, υποτίθεται, η στάση του δυνητικά μεγάλου όταν εκείνοι που σήμερα υπερισχύουν και που σφετερίζονται την κληρονομιά του τον καταδικάζουν στη μικρότητα.

Εδώ προκύπτει ένα  εύλογο ερώτημα: γιατί τιμάται στον τόπο μας ο μάγκας; τι  είναι αυτό που τον κάνει τόσο δημοφιλή ή αξιοζήλευτο; Δεν είναι το θάρρος, διότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα θάρρους και αυταπάρνησης στην ελληνική ιστορία, όπως του Σωκράτη, ο οποίος βέβαια, δεν αποτελεί ιδεώδη μάγκα και λίγοι είναι οι έλληνες σήμερα που τον θεωρούν παράδειγμα προς μίμηση. Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται σε αταβιστικά κατάλοιπα που επιβιώνουν από την Τουρκοκρατία στην ψυχολογία του έλληνα. Δεν έχουν μοναδικές. Περιγράφονται, τόσο από ταξιδιώτες και μελετητές και των ηθών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και  στην Περσία στο 19ο αιώνα[3]. Αυτός που επιζητεί να επιβιώσει στις περιοχές αυτές, όπου η κοινωνία είναι κατακερματισμένη και δεν διασφαλίζεται η νομοκρατία (rule of law)  παίζει με τους κανόνες παιχνιδιού. Και οι κανόνες αυτοί είναι σύμφυτοι με την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ο επιβιώνων είναι δεξιοτέχνης στο να κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου και να την καταχράται στη συνέχεια, ενώ από τη δική του τη μεριά δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αρνείται τη συνεργασία ή τη δέχεται μόνο και μόνο για να μπορεί να θηρεύσει πλεονεκτήματα εις βάρος κάποιου άλλου. Είναι εκείνος που νομίζοντας,­ μαζί με όλο του το περιβάλλον, ­ ότι όλη η ζωή είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, θεωρεί ότι πάντα κερδίζει κανείς εις βάρος άλλου ή ότι χάνει συνεργαζόμενος με αυτόν, εφόσον υποψιάζεται ότι ο συνέταιρος μπορεί να αποκομίσει συγκριτικά μεγαλύτερο όφελος. Είναι «αλεπού», με την πρόθεση να γίνει «λιοντάρι»,  ο κλέφτης που επιδιώκει να πάρει αρματολίκι. Αυτός είναι, όμως, ο κόσμος του Ηγεμόνα του Μακιαβέλι σε διεθνή κλίμακα, από τη στιγμή που μπορεί να νοηθεί και η διεθνής κοινωνία ως μη (πλήρως) νομοκρατούμενη και που μόνο ως ένα σημείο και υπό όρους υφίστατνται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών, δηλαδή, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους, Ηγεμόνων.

Έτσι, ο μάγκας, ως κοινωνικός αρχέτυπος, αποτελεί μια ενσάρκωση του μακιαβελικού Ηγεμόνα, όχι λόγω επιλεκτικών συγγενειών μ’ αυτόν, αλλά λόγω της λογικής της κατάστασης που δημιουργεί τον ένα όσο και τον άλλον. Είναι η αξιοθρήνητη αναπαραγωγή του οθωμανικού Δοβλετιού σε κλίμακα καραγκιοζ- μπερντέ. Το κωμικό στην υπόθεση είναι ότι, τελικά, ο μάγκας αποβαίνει χαμένος, και αποδεικνύεται μικροφουκαρατζίκος. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι είναι μακιαβελικός Ηγεμόνας more balcanico δηλαδή συμπλεγματικός και χωρίς μπέσα. Αυτό τον οδηγεί να ηττηθεί, ακόμη και με τα δικά του κριτήρια επιτυχίας.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο εξής: αρνούμενος τη συνεργασία ο μάγκας ή μη αποδεχόμενος τους κανόνες της αποκομίζει «κέρδος» από τη μη συνεργασία. Η κλασική ανάλυση όμως του «διλήμματος του φυλακισμένου»[4] στη θεωρία των συγκρούσεων και στην ανάλυση της ορθολογικής συμπεριφοράς δείχνει ότι αυτή η στρατηγική είναι τελικά αυτοκαταστροφική.

Ο μη συνεργαζόμενος προσοδοθήρας μπορεί «να τη φέρει» σε καθέναν που θα προσπαθήσει να έχει συναλλαγές μαζί του. Δεν θα κρατήσει τη «μπέσα» και θα αντλήσει έτσι κάποιο πλεονέκτημα, ματαιώνοντας ταυτοχρόνως τη συνεργασία. Ο συνεργατικός «μη μάγκας» βρίσκει άλλους ομοίους του με τους οποίους προοδεύει συνεργαζόμενος, αγνοώντας τον μάγκα και τα κέρδη που αποκόμισε εφάπαξ εις βάρος άλλων.

Στο τέλος της ημέρας ο «μη μάγκας» έχει προκόψει, ενώ ο μάγκας κυριολεκτικά… μαγκώνεται από τη μαγκιά του. Οι επιτυχίες των άλλων που βασίζονται στην αμοιβαία και απονήρευτη συνεργασία, στο τάλαντο και στην εργατικότητα ­ με δύο λόγια σε όλες τις αρετές που είναι εντελώς άσχετες με τη μαγκιά ­ διαψεύδουν το ίνδαλμά του.

Τότε είναι που αναλογίζεται ο μάγκας τους λόγους της ήττας του. Και ανακαλύπτει τους «πραγματικούς φταίχτες». Φταίνε οι πολυεθνικές, ο ιμπεριαλισμός, οι ξένοι δάκτυλοι, η CIA και κάποιοι κακοί γείτονες: Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, το ισλαμικό τόξο και άλλες «σκοτεινές δυνάμεις» που τον εμποδίζουν να εισέλθει στη νόμιμη κληρονομιά του.

Και έτσι προχωρούμε μπροστά, όπως λέει και ο Καβάφης.


  • [1] Niccolò Machiavelli (1513)  Il Principe.Eλληνική μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη (1961) Ο Ηγεμόνας. Αθήνα: Γαλαξίας.
  • [2] Ας σημειωθεί ότι στην αρχαία Ελλάδα ο τύπος του «τζάμπα μάγκα» ήταν γνωστός και αξιοπεριφρόνητος. Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί για το θράσος εκ του ασφαλούς : «εκ του ακινδύνου ανδραγαθίζεσθαι» Θουκ. Ξυγγραφή 3, 40)
  • [4] Βλ. κυρίως Robert Axelrod, The Evolution of Cooperation (New York: Basic Books, 1984) για μια απλή παρουσίαση του μοντέλου αυτού και της χρησιμότητάς του στην λογική εξήγηση της επικράτησης του συνεργατικού ήθους στα βιολογικά είδη και τις ανθρώπινες ομάδες που επιβιώνουν –  αλλά και ζουν και καλύτερα.