Ο Μεγάλος Μάρξ

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας, ο Karl Heinrich Marx, γεννήθηκε στην πόλη Trier στη Γερμανία στις 5 Μαΐου το 1818 ο Karl Heinrich Marx, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της σύγχρονης ιστορίας. Η πρόσφατη επέτειος να δώσω στη δημοσιότητα ένα παλιότερο μου άρθρο πάνω στη σκέψη του, που είχε δημοσιευθεί σε συντομότερη μορφή στο ΒΗΜΑ στις 19 Νοεμβρίου του 2000, με τον τίτλο «Η επικαιρότητα της θεωρίας του Μαρξ». Η αλλαγή του αρχικού τίτλου με είχε αφήσει εμβρόντητο, δεδομένου ότι ο Μαρξ ήταν μεγάλος στοχαστής, πλην όμως η επιστημονική του θεωρία δεν είναι επίκαιρη – όπως δεν είναι εκείνη του Νεύτονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν μεγάλος.  Το αρχικό άρθρο, με τον αρχικό τίτλο και χωρίς τις περικοπές που υπέστη τότε, δημοσίεύεται τώρα.

H προεκλογική του εκστρατεία στις προεδρικές εκλογές του  1992 υιοθέτησε το σύνθημα «It’s the economy, stupid» («προέχει η οικονομία, ανόητε»).  Η επιτηδευμένα απλοϊκή αυτή διατύπωση, θυμίζει μια σημαντική αλήθεια που παραγνωριζόταν πριν την εκφράσει ο Marx με το δικό του τρόπο: την προτεραιότητα της οικονομίας στην κατανόηση των κοινωνικών πραγμάτων.  Η αρχή αυτή παρερμηνεύθηκε από τους επικριτές του Marx  και ακόμα συχνότερα από τους οπαδούς του, που θεώρησαν ότι τα πάντα καθορίζονται από τον οικονομικό παράγοντα «σε τελευταία ανάλυση». Όπως ορθά σημειώνει ο Raymond Aron , δεν υπάρχει «τελευταία ανάλυση» στην ιστορία, διότι δεν υπάρχει ένα έσχατο στάδιο στην αιτιακή αναδρομή προς τα πίσω, όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε ένα ιστορικό φαινόμενο.

 

Πιο συγκεκριμένα , η εξηγητική προτεραιότητα που ο Marx αποδίδει στον οικονομικό παράγοντα εστιάζεται στη σχέση ανάμεσα  σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, όπως είναι ο καπιταλιστικός και πριν από αυτόν ο φεουδαρχικός κλπ. Η θέση του Marx, όπως την εκφράζει αρχικά  στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (1847) και την επαναλαμβάνει αργότερα στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) είναι ότι στην αιτιακή αλυσίδα προέχουν οι παραγωγικές δυνάμεις, στις οποίες σημειώνονται δυναμικές μεταβολές, ιδίως επί καπιταλισμού, οι οποίες ερχόμενες σε αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις που αντιστέκονται στην αλλαγή, προκαλούν επαναστατικές εκρήξεις. Το πολιτικό, ιδεολογικό και πνευματικό «εποικοδόμημα» (ή «υπερδομή») εξαρτάται με τη σειρά του από τη «βάση» (ή  «υποδομή») που αποτελείται από το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων και αντιστοιχεί σ’ αυτό.

To σχήμα αυτό εντοπίζει στις παραγωγικές δυνάμεις την αυτοδυναμική της ανάπτυξης στην ιστορική διαδικασία, εφόσον κάθε διαδοχικός τρόπος παραγωγής – δουλοκτητικός, φεουδαρχικός, καπιταλιστικός – αλλάζει ανάλογα με τις αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις, όπως γράφει ο Marx επανειλημμένα. Όμως, πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι αυτή η διαπίστωση αποτελούσε χονδροειδή στρέβλωση της πραγματικότητας. Η ιστορική εμπειρία πόρρω απέχει από το να επιβεβαιώνει ένα τέτοιο σχήμα.

 

Οι δυσκολίες που συναντά το ντετερμινιστικό σχήμα του Marx – και ακόμα χειρότερα, οι εξαμβλωματικές παραμορφώσεις που εισήγαγαν οι ζηλωτές του Μαρξισμού στη σταλινική περίοδο, αντιμετωπίστηκαν τα τελευταία χρόνια με διάφορους τρόπους από ορισμένους θεωρητικούς.

Οι στρουκτουραλιστές Μαρξιστές απέρριψαν τη σχέση «βάσης/εποικοδομήματος», θυσιάζοντας την εξηγητική δύναμη του σχήματος. Από την άλλη μεριά, νεότερες φονξιοναλιστικές εξηγήσεις, όπως του G. A. Cohen (1978) και άλλων εκπροσώπων του αναλυτικού Μαρξισμού, διατηρούν το σχήμα «βάσης/εποικοδομήματος» αναστρέφοντας την αιτιακή σχέση: οι σχέσεις παραγωγής εξηγούνται από τα αποτελέσματά τους στις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες μεγιστοποιούνται υπό αυτές τις σχέσεις, ενώ το νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα σε μια κοινωνία σταθεροποιεί τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Όμως, όπως έδειξαν στις μελέτες τους ο Ted Honderich (1982) και ο  David Conway (1987) , η αναστροφή αυτού του σχήματος καταλήγει σε μια τελεολογία η οποία είναι καταστροφική για το σύστημα του Marx.

Αλλού πρέπει να αναζητηθεί η δύναμη της θεωρίας του Marx και όχι στο ντετερμινιστικό σχήμα του «ιστορικού υλισμού». Και αυτή βρίσκεται αναμφίβολα στην εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού παράγοντα, αρκεί η προσέγγιση αυτή να γίνεται με προσοχή: με την προσοχή που διέκρινε τον Marx-επιστήμονα, τον μεγάλο και για πολλούς άγνωστο Marx και όχι με την ορμή του Marx-προφήτη, που ενέπνευσε πολύ περισσότερους για το καλύτερο και κυρίως για το χειρότερο. Και το κατόρθωμα του Marx-επιστήμονα, όπως επισημαίνει ο Joseph Schumpeter, δεν είναι το κατηγορητήριο που απευθύνει στο κεφάλαιο, αλλά η ανάλυση της λογικής του.

Ο Marx ορίζει τον καπιταλισμό κοινωνιολογικά: θεσμική οργάνωση του ιδιωτικού ελέγχου των μέσων παραγωγής. Όμως, η εξήγηση του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγής είναι οικονομική. Και αντιλαμβάνεται ο Marx τη στενή σχέση ανάμεσα στην λογική και την οικονομία και τη τεράστια εξελικτική σημασία της διάδρασης ανάμεσα στις δύο. Ο ανορθολογισμός ενδίδει αμεσότερα στον ορθολογισμό, όταν έχουμε να κάνουμε με οικονομικές πραγματικότητες. Και αυτό ουδέποτε ίσχυσε περισσότερο από ό,τι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και πάλι ορθά συνέλαβε ο Marx.

Μέσα από αυτό το ευρύτερο πρίσμα, μπορούμε να δούμε την εξηγητική προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου στην ιστορία που πρεσβεύει ο Marx ως τελική υπερίσχυση της οικονομικής λογικής, για να καταλήξει σε ένα πάγιο σχήμα, ένα τρόπο παραγωγής. Εκείνο που ισχύει λογικά, θα υπερισχύσει και στην οικονομία, «τελικά». Ο Marx αναλύει τη λογική του συστήματος. Η εξελικτική του σκέψη ανιχνεύει και τη λογική της ιστορικής διαδικασίας που ανατρέπει τα συστήματα, αλλά  υιοθετεί το «διαλεκτικό» σχήμα του Hegel, με αποτέλεσμα να μην τονίζει το βασικό – που προσπάθησε ώς ένα σημείο να τονίσει ο Engels σε ορισμένα από τα τελευταία του γραπτά- και αυτό είναι ότι η ανάπτυξη της ορθολογικότητας στον άνθρωπο δρα ανατροφοδοτικά στις οικονομικές του δραστηριότητες.

 

Με όλα τα αναπόφευκτα λάθη, ο Marx διείδε καθαρά αυτήν την αλήθεια. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου», αντίθετα από τους «μεταμοντέρνους» συνεχιστές της Μαρξιστικής παράδοσης που αδιαφορούν για τη γνώση,  μιλούσε για την ανάγκη προσεκτικής μελέτης και τόνιζε το 1872,   ότι ο δρόμος της επιστήμης είναι δύσβατος και μόνο όσοι τον διαβούν ώς το τέλος μπορούν να αντικρύσουν τις φωτεινές κορυφές της. Από την άλλη μεριά,  έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα του Marx όσοι Μαρξιστές καταφέρονται κατά του καπιταλισμού ενώ παραμερίζουν εντελώς την ανάγκη να μελετήσουν την οικονομική του λογική. Αρκούνται σε ηθικές καταγγελίες του «νεοφιλελευθερισμού» , της παγκοσμιοποίησης και της αλλοτρίωσης. Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνονται πόσο συντηρητικός είναι ο ρόλος που έχουν επιλέξει, εφόσον με αυτόν τον τρόπο δεν πετυχαίνουν τίποτα εκτός από το να επιβεβαιώνουν τον ρόλο τους ως μέλη ενός ιδεολογικού ιερατείου η δύναμη του οποίου έχει πλέον παρέλθει. Θεωρούν ότι εκείνο που προέχει είναι να δαιμονοποιηθεί η αστική τάξη, να καταδικασθεί η ατομική ιδιοκτησία και να καταπολεμηθεί η λογοκρατούμενη και αλλοτριωμένη κοινωνία – στην οποία επιπροσθέτως τις αποδίδουν ανθρωπόμορφες λειτουργίες, προθέσεις και επιδιώξεις. Λησμονούν ότι ενός πράγματος εστι χρεία, που δίδαξε πρώτος ο Marx: It’s the economy, stupid!


Ορθολογισμός και ανορθολογισμός στη σημερινή Ελλάδα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο ορθολογισμός, με την απλούστερη έννοια, είναι η διάθεση και η ικανότητα να σκεφθεί  κανείς λογικά για να λύσει ένα πρόβλημα. Όμως, η συμπεριφορά μας και η στάση μας δεν ακολουθεί πάντα αυτό το δρόμο, ιδίως όταν έχει κανείς την «πολυτέλεια» να είναι ανορθολογικός. Έως ότου στριμωχτεί. Τότε, θέλοντας και μη, ακολουθεί το δρόμο της λογικής. Το ακόλουθο παράδειγμα, παρμένο από πολύ γνωστό κείμενο του αυστρο-αμερικανού  οικονομολόγου  Joseph Schumpeter δείχνει ανάγλυφα αυτή την αλήθεια[1]. Ο Schumpeter  υποθέτει, μάλλον βάσιμα, ότι η ορθολογική στάση επιβλήθηκε στον άνθρωπο από την οικονομική πραγματικότητα. Έπρεπε να πάρει οικονομικές αποφάσεις για την επιβίωσή του από την αρχή της ύπαρξής του. Ας υποθέσουμε, λέει ο συγγραφέας, ότι ένας ‘πρωτόγονος’ άνθρωπος που χρησιμοποιεί ένα ραβδί για να ρίχνει καρπούς, διαπιστώνει ότι αυτό έχει σπάσει. Μπορεί να προσπαθήσει να βρει ή να κατασκευάσει ένα άλλο. Αυτή είναι η ορθολογική λύση. Μπορεί, όμως, να δοκιμάσει να το συγκολλήσει απαγγέλλοντας  μια μαγική ευχή μερικές φορές. Αν δεν τον πιέζει η ανάγκη μπορεί να επιμείνει σ’ αυτή την στάση. Κάποια στιγμή, όμως, θα οδηγηθεί στην ορθολογική στάση, αλλιώς δεν θα επιβιώσει. Ο δρόμος που οδηγεί από τον ανορθολογισμό στον ορθολογισμό είναι οικονομικός – ο μόνος που βοηθάει τον άνθρωπο να ανακαλύψει «ένα θαυμαστό πράγμα, που είναι το Γεγονός (the Fact)».

Βρισκόμαστε σε μια ανάλογη κατάσταση. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά το Γεγονός, υπό τη μορφή της οικονομικής κρίσης. Η οποία, όμως, δεν είναι ένα αφηρημένο γεγονός μακριά από μας, αλλά εδώ, στο σπίτι μας. Και πώς το αντιμετωπίζει η πλειονότητα; Πρώτα-πρώτα με θεωρίες συνωμοσίας – παλιά μου τέχνη, κόσκινο. Φταίει η τρόικα και το διεθνές οικονομικό κατεστημένο που την έστειλε να μας ξεζουμίσει, το μυστικό συμβούλιο ξένων χρηματοπιστωτικών παραγόντων που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως πειραματόζωο και να επιβάλλει έτσι μια νέα τάξη διεθνώς με θύματα τους εργαζόμενους.  Και τα παίρνουν πολλοί σοβαρά όλα αυτά, ακριβώς διότι οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα έναντι των ορθολογικών εξηγήσεων ότι δεν καταπονείται το πνεύμα μαζί τους. Θα επανέλθω σ’ αυτό πιο κάτω.

Γεγονός είναι ότι ο Λόγος δεν κυριαρχεί στην Ελλάδα[2]. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι καλλιεργείται ο ανορθολογισμός στον νεοελληνικό πολιτισμό, ούτε ότι εξαίρεται το παράλογο από τους διανοουμένους μας – πλην εξαιρέσεων, βέβαια. Εννοώ ότι δεν υποβάλλονται επαρκώς σε λογικό έλεγχο, δηλαδή, σε κριτική εξέταση, οι αιτιάσεις, οι θεωρίες, οι λύσεις που προτείνονται σε συγκεκριμένα προβλήματα ή οι εξηγήσεις που προβάλλονται για διάφορα φαινόμενα και γεγονότα.

Μα, μπορεί κάποιος να αντιτείνει, αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα; Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυτήν τη στιγμή πολλά και επείγοντα προβλήματα – προβλήματα που ονομάζονται πολιτική και οικονομική κρίση πρώτου μεγέθους, ένα απίστευτο δημόσιο χρέος, μια καλπάζουσα ανεργία, και επιπλέον απέναντι σ’ όλα αυτά την καταφανή αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, την πολιτική αβουλία και ατολμία πολλών από τους «τα πρώτα φέροντες» στην πολιτική ζωή της χώρας. Δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή, επομένως, να ασχοληθούμε με την ορθολογικότητα, την παρουσία ή την απουσία της στην κουλτούρα  και στα ήθη μας.

Αυτή η επιχειρηματολογία σε διάφορες παραλλαγές κυκλοφορεί από συστάσεως του Ελληνικού κράτους. Αναρωτήθηκε, όμως, κανείς ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτής της άποψης αν δε εντοπίζεται εκεί ακριβώς η ρίζα του κακού; Αν, το ότι δεν κυριαρχεί ο Λόγος στην Ελλάδα, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό, πολλά από τα δεινά που υπέστη ο λαός της; Αν για όλα στην ιστορία μας δεν φταίνε ο «ξένος παράγων», το «διεθνές κεφάλαιο», τα «ξένα κέντρα» και άλλες σατανικές δυνάμεις, αλλά το κακό μας το κεφάλι[3];

Το πιο εξωφρενικό είναι ότι οποιαδήποτε διολίσθηση στο παράλογο, όχι μόνο συγχωρείται, αλλά συχνά επαινείται. Δηλαδή, όχι μόνο δεν κυριαρχεί ο Λόγος στην κουλτούρα μας, αλλά η λογική ανεμελιά και απειθαρχία αποδίδεται, με περίσσια εθνική υπερηφάνεια, στον ατίθασο και αδούλωτο χαρακτήρα της φυλής μας. Η περιφρόνηση στην ανάλυση είναι δείγμα μαγκιάς και μεγαλοπρέπειας: μόνο ο «ψείρας» είναι ψυχρός υπολογιστής. Ένα σύμπτωμα αυτής της στάσης είναι η στάση που επιδεικνύουν ορισμένοι μας σε συζητήσεις όταν κάποιος επικαλείται οικονομικά μεγέθη[4].  «Δεν μας ενδιαφέρουν τα νούμερα, αλλά οι άνθρωποι» είναι το αναπαύδητο ρεφρέν. Συχνά συνοδεύεται από το ευφυολόγημα κοπής 1960 που συνεχίζει να ευφραίνει τους χρήστες του: «Στην Ελλάδα ευημερούν οι αριθμοί, αλλά οι άνθρωποι υποφέρουν».   Το ρητό αυτό απαλλάσσει το χρήστη του από τη δυσάρεστη και επίπονη ανάγκη λογικής επεξεργασίας των λεγομένων του, εφόσον οι αριθμοί δεν παίζουν κανένα ρόλο.  Άλλοι πάλι, μη αρκούμενοι στην αποχή από τη χρήση του ορθού Λόγου, εκστρατεύουν εναντίον του.  Ο ορθός λόγος είναι, λένε, ανίσχυρος μπρος το παράλογο.

Στην Ελλάδα, ακόμα και στον καιρό που η παιδεία δεν είχε ακόμα πάρει το δρόμο της παρακμής, η κουλτούρα του ορθολογισμού ήταν ελλιπής. Στη χώρα που γεννήθηκε η φιλοσοφία, η κριτική εξέταση των ιδεών αντικαθίσταται από την επικόλληση ετικετών. Ο «νεοφιλελευθερισμός»[5]  σήμερα, όπως και ο μαρξισμός πριν τη μεταπολίτευση, απορρίπτονται χωρίς συζήτηση. Αρκεί η διαπίστωση ότι μια ιδέα που διατυπώνεται ανήκει σε μια τέτοια επάρατη κατηγορία για να μπει η αντίστοιχη ετικέτα, η οποία κραδαίνεται σε μια συζήτηση δίκην κίτρινης κάρτας.

Πώς να λειτουργήσει απρόσκοπτα ο Λόγος, υπό αυτές τις συνθήκες; Το ανορθολογικό πολιτιστικό σκηνικό που επικρατεί στη χώρα μας προσφέρει τη δυνατότητα παύσης του διαλόγου με την έξωση μιας ιδέας που θεωρείται γενικά ότι είναι κοινωνικά αντιπαθής. Η στάση αυτή, πέρα από τον απίστευτο συντηρητισμό της, εφόσον προδίδει προκατάληψη και θεωρητική αγοραφοβία, συνδέεται και με μια πλάνη που είναι κοινότατη στη χώρα μας, και που απαντάται ακόμα και σε υποτιθέμενα [6]σοβαρές μελέτες.

Πρόκειται για την πλάνη της ουσιοκρατίας – δηλαδή, της ιδέας ότι υπάρχουν κατηγορίες – ουσίες που είναι καθοριστικές όσον αφορά τη συμπεριφορά και τις ιδιότητες οποιουδήποτε όντος ανήκει σ’ αυτές. Στην πιο αφελή της εκδοχή η ουσιοκρατική πλάνη είναι αναγνωρίσιμη σε γενικεύσεις του τύπου : «Όλοι οι  Χ (εδώ μπαίνει κάποιος εθνικός, θρησκευτικός, σεξουαλικός κλπ. προσδιορισμός)  είναι Ψ (εδώ μπαίνει κάποιο κατηγόρημα, συνήθως με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, π.χ. φιλότιμοι, εργατικοί, κουτοί, κεφάτοι, φιλάργυροι κ.ά. ). Στην πιο «σοφιστικέ» της μορφή, η ουσιοκρατική προσέγγιση αποδίδει σε κάποια ιδέα ή αρχή ή προσωπικότητα ορισμένα χαρακτηριστικά που αποτελούν την «ουσία» της. Γιατί έκανε (ή δεν έκανε) ο Α το τάδε πράγμα; Διότι ανταποκρίνεται (ή διότι δεν ανταποκρίνεται)  στην ουσία του Α. Η ουσία αυτή αναδίδεται παντού και εξηγεί τα πάντα. Για παράδειγμα η δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου για τον μη ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής πολιτικής με το αιτιολογικό ότι δεν ήταν καπιταλιστική χώρα, αποτελεί άριστο παράδειγμα ουσιοκρατικής αντίληψης γι τα πολιτικά πράγματα τα έτη ’80. Αλλά το ίδιο ουσιοκρατικές είναι και δηλώσεις που ακούστηκαν σχετικά πρόσφατα, όπως ότι ο ναζισμός είναι μέσα στη φύση των γερμανών, ή ότι αντίκειται στη φύση του Έλληνα να είναι ρατσιστής ή να μην είναι ορθόδοξος κ.α.

Η χειρότερη και η πιο διαδεδομένη μορφή ανορθολογισμού στη χώρα μας, όμως, είναι η θεωρία της συνωμοσίας με την οποία καταβάλλεται προσπάθεια να δοθεί εξήγηση σε διάφορα γεγονότα. Η ευδοκίμηση αυτού του τύπου εξήγησης οφείλεται σε πολλές αιτίες, η κύρια όμως είναι μία: δεν χρειάζεται, αυτός που τη δέχεται, να μπει στον κόπο να ελέγξει τις πληροφορίες σε σχέση με το ζήτημα που εξετάζει – εφόσον η συνωμοσία περιέχει ένα «απόρρητο» φάκελο, χωρίς τον οποίο δεν υφίσταται – ούτε να καταπονήσει το πνεύμα του με λογική ανάλυση ή να αντιληφθεί γρυ πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες του συνδέονται μεταξύ τους ή αν αντιφάσκουν με άλλα γεγονότα τα οποία είναι γνωστά και δημόσια.

Σε όλες σχεδόν τις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν στη χώρα μας την Ελλάδα, το κύριο ρόλο κάποιος «ξένος δάκτυλος», που απεργάζεται κάποιο πονηρό «τέχνασμα» πίσω από την πλάτη μας.. Αλλά η θεωρία συνωμοσίας χρησιμοποιείται και για να εξηγήσει κάθε τι που δεν είναι φανερό διά γυμνού οφθαλμού. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψη και η απόλυτη έλλειψη οικονομικής παιδείας στην Ελλάδα, ακόμα και μεταξύ ανθρώπων με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η εξήγηση ενός φαινομένου όπως η τωρινή οικονομική και η επαπειλούμενη – ή επικείμενη- χρεοκοπία της χώρας είναι δύσκολη υπόθεση. Απαιτεί γνώσεις, σοβαρή ανάλυση και  προσοχή στη χρήση αριθμητικών δεδομένων. Επιπλέον απαιτεί και την κατανόηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κάποιος ιθύνων νους που μπορεί να γνωρίζει, να προσχεδιάζει όλα όσα γίνονται. Η συνωμοτική εξήγηση απαλλάσσει το χρήστη της από την ανάγκη αυτής της γνωστικής μετριοφροσύνης, αλλά και τον κόπο να αναλύσει την οικονομική πραγματικότητα, με την απαιτούμενη απόκτηση αναλυτικών εργαλείων που δεν διαθέτει. Η συνωμοτική εξήγηση, μάλιστα, μπορεί να πάει ένα βήμα πιο πέρα και να εξηγήσει πόσο… βλαβερή είναι  η απόκτηση τέτοιων εργαλείων. (Εξυπηρετεί τον «ιμπεριαλισμό»).

Βέβαια, χρειάζεται και μια δόση αφέλειας για να πιστέψει κανείς σε τέτοιες θεωρίες. Ο φορέας πρέπει να εξηγήσει από πού αντλεί την προνομιακή πρόσβαση που έχει στις πληροφορίες που παρέχει. Υπάρχουν και φορές που χρειάζεται ο συνομιλητής με το συνωμοσιολόγο, αν έχει κουκούτσι μυαλό, να απορρίψει αυθωρεί και παραχρήμα την «πληροφορία» όταν ο παραλογισμός της βγάζει μάτι. Παράδειγμα η διάδοση που έκανε πάταγο στην Ελλάδα το 1997 και εξακολουθεί να έχει πέραση, παρά την διάψευσή της από τα γεγονότα, περί δήθεν δήλωσης του Κίσινγκερ ότι η Αμερική έπρεπε να πλήξει την πνευματική υπόσταση του ελληνισμού. Η υποτιθέμενη δήλωση έχει ως εξής: «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».[7]  Χρειάζεται ελάχιστη λογική συγκρότηση για να διαπιστώσει κανείς (α) ότι δεν υπάρχει καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ «πολιτισμικών ριζών» και ευκολίας ή δυσκολίας να κυβερνηθεί ένας λαός (β) ότι ακόμα και αν είχε διανοηθεί ένας πολιτικός των ΗΠΑ κάτι τέτοιο, δεν θα το…εμπιστευόταν στην «πηγή» που το δημοσιεύει. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη σκέψη. Έστω ότι πράγματι το σκέφθηκε ο κ. Κίσινγκερ και ότι πράγματι το είπε και τελικά η «είδηση» διέρρευσε στον τύπο. Δεν υπήρξε κάποιος σύμβουλος να του πει ότι το εγχείρημα της  υπονόμευσης της κουλτούρας των Ελλήνων είναι πολύ πιο πολυέξοδο και χρονοβόρο από άλλες μεθόδους; Το όλο επεισόδιο αποτελεί καθαρή περίπτωση αφήγησης που δε στέκει με τίποτε και περίττευε εντελώς η εμπειρική διερεύνηση – πλην της «αστυνομικής» περιέργειας – η προσπάθεια του Γιάννη Μαρίνου να μάθει τη «βάση» της. Ίσως κατηγορηθώ για δογματικός, αλλά θα απορρίψω χωρίς προκαταρκτική έρευνα την πληροφορία  ότι βγήκε ένα καινούργιο αυτοκίνητο του οποίου το εσωτερικό μάκρος είναι μεγαλύτερο του εξωτερικού.

Ένα τελευταίο σχόλιο για το επεισόδιο αυτό. Αντιλαμβάνομαι την ανησυχία που έχουν πολλοί πιστεύοντας ότι κινδυνεύει να αλλοιωθεί ο πολιτισμός της Ελλάδας, ο πνευματικός της πλούτος, η γλώσσα, η θρησκεία της και ότι οφείλουν οι Έλληνες να την προστατέψουν. Είτε  υπάρχει υπερβολή στην επισήμανση αυτού του κινδύνου, είτε όχι, η έγνοια για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς είναι σεβαστή. Δεν καταλαβαίνω, όμως, γιατί πρέπει να προβάλλεται σε αντι-αμερικανικό «περιτύλιγμα» για να προκληθεί …εθνική εγρήγορση. Δηλαδή, οι έλληνες δεν παίρνουν αρκετά μέτρα για να κρατήσουν ακέραιη την κουλτούρα τους, αλλά αν καταλάβουν ότι υπονομεύεται δολίως από τον Κίσινγκερ, θα συσπειρωθούν γύρω από τους κεκράκτες της ασύμμετρης πολιτιστικής απειλής.

Φυσικά, η θεωρία της συνωμοσίας γνώρισε νέα δόξα με ευκαιρία την τωρινή κρίση. Πολλοί είναι πεπεισμένοι ότι υπάρχει κάποιο Ύποπτο Σχέδιο πίσω από αυτήν. Όπως η αγορά θεωρείται ότι ελέγχεται και κατευθύνεται από κρυμμένες δυνάμεις, έτσι και η κρίση υποκινείται από κάποιους που σχεδιάζουν πίσω από την πλάτη μας, εις βάρος μας και εις βάρος «των Λαών». Ούτε τους νόμους της αγοράς χρειάζεται να γνωρίζουμε, ούτε ότι η αγορά είναι το όνομα που δίνουμε στο σύνολο ατομικών συναλλαγών που γίνονται και δεν κατευθύνεται από κανένα. Η συμμετοχή μας σ’ αυτό το γίγνεσθαι  αγνοείται.  Η  αγανακτισμένη αντίδραση στη δήλωση «μαζί τα φάγαμε» τα λεφτά εξηγείται εν μέρει από αυτή την άγνοια. Υπήρχε ένα άσωτο φαγοπότι, με συμμετοχή όλων, εφόσον όλοι βελτίωσαν το επίπεδο ζωής τους, και ορισμένοι το βελτίωσαν πολύ περισσότερο. Με τη διαφορά ότι η «βελτίωση» ήταν φαινομενική διότι έγινε με βερεσέδες. Η έκφραση «μαζί τα φάγαμε» ήταν ατυχής, όπως προέκυψε, διότι εξελήφθη ότι φαγώθηκαν εις βάρος κάποιου άλλου. Οι αρές κατά του Πάγκαλου εκφράζουν το παράπονο ότι εμείς είμαστε ο «άλλος». Δεν  θα είχαμε αντίρρηση να τα φάμε εις βάρος του «άλλου», όποιος και να ήταν αυτός  εκτός από μας, βέβαια. Η αντίδραση που εκδηλώθηκε ήταν, επομένως, απόλυτα ορθολογική, παρά το ανορθολογικό κλίμα που επικρατεί στον τόπο μας. Άλλωστε, δεν είμαστε ο ευφυέστερος λαός του κόσμου, κατά γενική ομολογία[8] των συμπατριωτών μας;


[1] Joseph A. Schumpeter (1942)Capitalism, Socialism and Democracy.  New York: Harper σ. 122

[2] Ο Λόγος [με Λ κεφαλαίο, για να διακριθεί από το λόγο ως ομιλία], δηλαδή, ο ορθός λόγος, η ορθολογικότητα αποτελεί είδος εν ανεπάρκεια στην κουλτούρα μας

[3] Χωρίς να ξεχνάμε άλλους παραδοσιακούς φταίχτες, όπως είναι οι πολυεθνικές, η C.I.A., ο διεθνής σιωνισμός, η μασονία κ.α.

[4] Σε συνέντευξη που είχε δώσει το 2006 ο τότε υπουργός Οικονομικώς Γιώργος Αλογοσκούφης σε γνωστό δημοσιογράφο, είχε πει ότι η πολιτική του είχε κατορθώσει να αυξήσει το ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν ενδιαφέρει εδώ η επιχειρηματολογία του υπουργού, τα στοιχεία που επικαλείται και αν η πολιτική που ακολούθησε ήταν η ορθή. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η αντίδραση του δημοσιογράφου: «Ο κοινός άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης». Προφανώς ο δημοσιογράφος μιλούσε ως «μέσος άνθρωπος», στον οποίο απέδιδε τη δική του οικονομική ασχετοσύνη. Το ότι αυτό πέρασε απαρατήρητο από την αρχισυνταξία της εφημερίδας, δείχνει κάτι για την κρατούσα κουλτούρα.

[5] Πάνω στον όρο «νεοφιλεύθερος». Η χρήση του προθέματος «νεο» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση που έχει της ρίζες της στους John Locke John Stuart Mill.Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση αυτού του όρου δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα. Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς  στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί δεν έχουν μεγάλη σημασία, διότι είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους   ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας, οι οποίες δεν είναι καθόλου ουδέτερες. Για μια σοβαρή ανάλυση της σύγχρονης έννοιας του φιλελευθερισμού και της χρήσης του όρου «νεοφιλελευθερισμός» στην Ελλάδα βλ. Αριστείδης Ν. Χατζής  (2004, 2007) “Η Επίσηµη Ιδεολογία της Παγκοσµιοποίησης: «Νεοφιλελευθερισµός», Φιλελευθερισµός και Οικονοµική Επιστήµη” http://www.civilitas.gr/books/ok/ideol.pdf

[6]

[7] Ολόκληρο το χρονικό της «δήλωσης» που δημοσιε΄πυθηκε στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΗ  ΤΟ 1997, της διάψευσης από τον ίδιο τον Henry Kissinger, και της συνέχισης της διάδοσης και μετά τη διάψευση βρίσκεται στο  http://www.e-telescope.gr/el/miscellaneous/556-kissinger-on-greece