Ο μάγκας: η σύγχρονη εκδοχή του Ηγεμόνα του φτωχού

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος, συνθέτουν την εικόνα του νεοέλληνα μάγκα. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των «ιδιοτήτων» είναι η προσοδοθηρία, η οποία και αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς

Για πολλούς η μετάφραση της λέξης «μάγκας» σε άλλη γλώσσα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Η δυσκολία δε συνίσταται, βέβαια, στην εκφραστική φτώχεια άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά στην πολυσημία του όρου στην ελληνική, η οποία αποτυπώνει μάλλον βιώματα και όχι μόνο ή κυρίως κάποιο νόημα. Το βίωμα που εκφράζει συνδέεται με το φαντασιακό του νεοέλληνα. Ο τύπος του «μάγκα» στη λαϊκή φαντασία των νεότερων Ελλήνων ενσαρκώνει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι προσαρμοσμένο στα βαλκανικά δεδομένα. Όπως είναι γνωστό, ο Niccolò Machiavelli (1469-1527) υποστήριξε ότι  ο ηγεμόνας πρέπει να έχει πριν απ’ όλα virtù, που στη γλώσσα του ιταλού στοχαστή σημαίνει δύναμη επιβολής[1]. Δεν είναι η αρετή με την ηθική έννοια, αλλά που χαρακτηρίζει τον μακιαβελικό Ηγεμόνα, αλλά ένα μείγμα δύναμης και δολιότητας, αδίστακτου θράσους και πονηριάς. Ο μάγκας είναι, λοιπόν, ο Ηγεμόνας του φτωχού, κατά κάποιο τρόπο, το ιδανικό του ανθρωπάκου που θέλοντας, αλλά μη μπορώντας να είναι Αλή Πασάς, δρα ως τέτοιος σε μικρή κλίμακα και επιβραβεύεται γι’ αυτό.

Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης συντηρούν και αναπαράγουν αυτό το δημιούργημα της λαϊκής φαντασίας. Βέβαια, ο υπερασπιστής (!) του «μάγκα» ως …υποδείγματος συμπεριφοράς, θα κάνει τη διάκριση μεταξύ «τζάμπα μαγκιάς» και αυθεντικής. Αλλά δεν υπάρχει διαφορά: ο μάγκας μπορεί, ακριβώς επειδή είναι μάγκας, να τη βγάζει τζάμπα! [2]

. Η αποδοχή αυτής της συλλογικής εικόνας του ιδανικού έλληνα survivor και ταυτόχρονα macho, εκτρέφει την εθνική αυταρέσκεια μας. Η ελληνική μαγκιά αντιπαρατίθεται στην ευρωπαϊκή τεχνοκρατία και στη δυτικόφρονη «ευπρέπεια» και όπου ο ανυπότακτος ελληνάρας βάζει γκολ στους λογιστές των Βρυξελλών. Αυτά, βέβαια, συνέβαιναν μέχρι πρότινος…

Ο μάγκας είναι αυτός που πιάνει οποιονδήποτε άλλο κορόιδο, χωρίς να πιάνεται αυτός. Και αυτό ισχύει κυρίως στον οικονομικό τομέα. Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο βολεψάκιας, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος είναι «μάγκες». Η προσοδοθηρία, που είναι ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών, αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς. Αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη έννοια στην οικονομική επιστήμη, η οποία συνδέεται με την ανάλυση της ορθολογικής επιλογής των οικονομικώς δρώντων υποκειμένων. Προσοδοθηρία αποκαλείται η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής εσόδου ή άλλου οικονομικού πλεονεκτήματος για τον φορέα, που να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει ­ οι οποίες κυμαίνονται από το λίγο ως το τίποτε. Το να αποκτήσω κάτι χωρίς να προσφέρω τίποτε ή έστω, να προσφέρω κάτι μικρότερης αξίας, είναι το ίδιον της προσοδοθηρίας, της μαγκιάς. Συνδέεται επομένως η προσοδοθηρία με τον κρατισμό, εφόσον ο κρατικός παρεμβατισμός διανέμει θέσεις, εγκρίνει προμήθειες, χορηγεί συντάξεις, δώρα και επιδόματα.

Γι’ αυτό και πολλοί «σοσιαλιστές» και άλλοι τόσοι «επιχειρηματίες» στον τόπο μας απεχθάνονται την αγορά και λατρεύουν το κράτος. Η αγοραφοβία τους και η κρατολατρία τους εξηγούν τη στάση τους και όχι η πίστη τους στον σοσιαλισμό ή στην ελεύθερη αγορά. Κρατικό προστατευτισμό επιθυμούν οι μεν όσο και οι δε. Φοβούνται την αγορά και ιδίως την παγκόσμια και στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης που τους απειλεί. Δεν λένε όμως όχι στα κέρδη που αποφέρει το παγκοσμιοποιημένο πλέον χρηματιστήριο, σε εποχές ευφορίας. Ούτε στην ενωμένη Ευρώπη λένε όχι, όσο οι επιδοτήσεις της εκτρέφουν την προσοδοθηρία τους.

Ο προσοδοθήρας στη χώρα μας, που επαίρεται ότι είναι μάγκας, κατορθώνει να «βολεύεται». Φυγόπονος από πεποίθηση και προκλητικός από χαρακτήρα, χλευάζει τα εργατικά και απονήρευτα κορόιδα στα οποία δεν ανήκει ως «ελεύθερος και ωραίος» που είναι. Περιφρονεί τους «κουτόφραγκους» που ευημερούν στους αριθμούς και υστερούν στο ζεϊμπέκικο. Οργίζεται όμως όταν οι «μη μάγκες» τον παραμερίζουν, υποτιμώντας τη σημασία που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του. Θεωρεί ότι χρήζει ειδικής μεταχείρισης, διότι είναι δικαιούχος μεγάλης και πανάρχαιης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η υφήλιος του οφείλει όχι απλώς μια θέση στον ήλιο αλλά προσόδους και προνόμια. Και όταν αυτά δεν του αποδίδονται αυτομάτως, τότε επιστρατεύεται η «μαγκιά»: είναι, υποτίθεται, η στάση του δυνητικά μεγάλου όταν εκείνοι που σήμερα υπερισχύουν και που σφετερίζονται την κληρονομιά του τον καταδικάζουν στη μικρότητα.

Εδώ προκύπτει ένα  εύλογο ερώτημα: γιατί τιμάται στον τόπο μας ο μάγκας; τι  είναι αυτό που τον κάνει τόσο δημοφιλή ή αξιοζήλευτο; Δεν είναι το θάρρος, διότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα θάρρους και αυταπάρνησης στην ελληνική ιστορία, όπως του Σωκράτη, ο οποίος βέβαια, δεν αποτελεί ιδεώδη μάγκα και λίγοι είναι οι έλληνες σήμερα που τον θεωρούν παράδειγμα προς μίμηση. Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται σε αταβιστικά κατάλοιπα που επιβιώνουν από την Τουρκοκρατία στην ψυχολογία του έλληνα. Δεν έχουν μοναδικές. Περιγράφονται, τόσο από ταξιδιώτες και μελετητές και των ηθών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και  στην Περσία στο 19ο αιώνα[3]. Αυτός που επιζητεί να επιβιώσει στις περιοχές αυτές, όπου η κοινωνία είναι κατακερματισμένη και δεν διασφαλίζεται η νομοκρατία (rule of law)  παίζει με τους κανόνες παιχνιδιού. Και οι κανόνες αυτοί είναι σύμφυτοι με την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ο επιβιώνων είναι δεξιοτέχνης στο να κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου και να την καταχράται στη συνέχεια, ενώ από τη δική του τη μεριά δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αρνείται τη συνεργασία ή τη δέχεται μόνο και μόνο για να μπορεί να θηρεύσει πλεονεκτήματα εις βάρος κάποιου άλλου. Είναι εκείνος που νομίζοντας,­ μαζί με όλο του το περιβάλλον, ­ ότι όλη η ζωή είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, θεωρεί ότι πάντα κερδίζει κανείς εις βάρος άλλου ή ότι χάνει συνεργαζόμενος με αυτόν, εφόσον υποψιάζεται ότι ο συνέταιρος μπορεί να αποκομίσει συγκριτικά μεγαλύτερο όφελος. Είναι «αλεπού», με την πρόθεση να γίνει «λιοντάρι»,  ο κλέφτης που επιδιώκει να πάρει αρματολίκι. Αυτός είναι, όμως, ο κόσμος του Ηγεμόνα του Μακιαβέλι σε διεθνή κλίμακα, από τη στιγμή που μπορεί να νοηθεί και η διεθνής κοινωνία ως μη (πλήρως) νομοκρατούμενη και που μόνο ως ένα σημείο και υπό όρους υφίστατνται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών, δηλαδή, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους, Ηγεμόνων.

Έτσι, ο μάγκας, ως κοινωνικός αρχέτυπος, αποτελεί μια ενσάρκωση του μακιαβελικού Ηγεμόνα, όχι λόγω επιλεκτικών συγγενειών μ’ αυτόν, αλλά λόγω της λογικής της κατάστασης που δημιουργεί τον ένα όσο και τον άλλον. Είναι η αξιοθρήνητη αναπαραγωγή του οθωμανικού Δοβλετιού σε κλίμακα καραγκιοζ- μπερντέ. Το κωμικό στην υπόθεση είναι ότι, τελικά, ο μάγκας αποβαίνει χαμένος, και αποδεικνύεται μικροφουκαρατζίκος. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι είναι μακιαβελικός Ηγεμόνας more balcanico δηλαδή συμπλεγματικός και χωρίς μπέσα. Αυτό τον οδηγεί να ηττηθεί, ακόμη και με τα δικά του κριτήρια επιτυχίας.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο εξής: αρνούμενος τη συνεργασία ο μάγκας ή μη αποδεχόμενος τους κανόνες της αποκομίζει «κέρδος» από τη μη συνεργασία. Η κλασική ανάλυση όμως του «διλήμματος του φυλακισμένου»[4] στη θεωρία των συγκρούσεων και στην ανάλυση της ορθολογικής συμπεριφοράς δείχνει ότι αυτή η στρατηγική είναι τελικά αυτοκαταστροφική.

Ο μη συνεργαζόμενος προσοδοθήρας μπορεί «να τη φέρει» σε καθέναν που θα προσπαθήσει να έχει συναλλαγές μαζί του. Δεν θα κρατήσει τη «μπέσα» και θα αντλήσει έτσι κάποιο πλεονέκτημα, ματαιώνοντας ταυτοχρόνως τη συνεργασία. Ο συνεργατικός «μη μάγκας» βρίσκει άλλους ομοίους του με τους οποίους προοδεύει συνεργαζόμενος, αγνοώντας τον μάγκα και τα κέρδη που αποκόμισε εφάπαξ εις βάρος άλλων.

Στο τέλος της ημέρας ο «μη μάγκας» έχει προκόψει, ενώ ο μάγκας κυριολεκτικά… μαγκώνεται από τη μαγκιά του. Οι επιτυχίες των άλλων που βασίζονται στην αμοιβαία και απονήρευτη συνεργασία, στο τάλαντο και στην εργατικότητα ­ με δύο λόγια σε όλες τις αρετές που είναι εντελώς άσχετες με τη μαγκιά ­ διαψεύδουν το ίνδαλμά του.

Τότε είναι που αναλογίζεται ο μάγκας τους λόγους της ήττας του. Και ανακαλύπτει τους «πραγματικούς φταίχτες». Φταίνε οι πολυεθνικές, ο ιμπεριαλισμός, οι ξένοι δάκτυλοι, η CIA και κάποιοι κακοί γείτονες: Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, το ισλαμικό τόξο και άλλες «σκοτεινές δυνάμεις» που τον εμποδίζουν να εισέλθει στη νόμιμη κληρονομιά του.

Και έτσι προχωρούμε μπροστά, όπως λέει και ο Καβάφης.


  • [1] Niccolò Machiavelli (1513)  Il Principe.Eλληνική μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη (1961) Ο Ηγεμόνας. Αθήνα: Γαλαξίας.
  • [2] Ας σημειωθεί ότι στην αρχαία Ελλάδα ο τύπος του «τζάμπα μάγκα» ήταν γνωστός και αξιοπεριφρόνητος. Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί για το θράσος εκ του ασφαλούς : «εκ του ακινδύνου ανδραγαθίζεσθαι» Θουκ. Ξυγγραφή 3, 40)
  • [4] Βλ. κυρίως Robert Axelrod, The Evolution of Cooperation (New York: Basic Books, 1984) για μια απλή παρουσίαση του μοντέλου αυτού και της χρησιμότητάς του στην λογική εξήγηση της επικράτησης του συνεργατικού ήθους στα βιολογικά είδη και τις ανθρώπινες ομάδες που επιβιώνουν –  αλλά και ζουν και καλύτερα.