Εθνικοί γκουρού και βιομηχανία του κενού

Γκουρού στην ινδική παράδοση είναι ο δάσκαλος και καθοδηγητής.  Στις δυτικές χώρες ο όρος έχει και μια αρνητική συνδήλωση αφέλειας εκ μέρους των οπαδών του ή/και αγυρτείας του ιδίου. Λειτουργεί ως «νοητάρχης» – λίγο φιλόσοφος, λίγο προφήτης – ως πνεύμα που. Οι εύπιστοι του αποδίδουν ιδιότητες, αν όχι παντογνωσίας, ασφαλώς όμως γνωστικής παναρμοδιότητας όσον αφορά τα παρόντα και τα μέλλοντα στο οικείο περιβάλλον.

Πολλοί σημαντικοί στοχαστές στην ιστορία της δυτικής σκέψης λειτούργησαν ως πνευματικοί γκουρού με αυτήν την έννοια.  Αυτό έγινε συχνά άθελά τους: δεν θέλησαν να δημιουργήσουν κάποιον «-ισμό» στο όνομά τους. Παρά τα εκατομμύρια οπαδούς που ορκίστηκαν επί δεκαετίες στο όνομά του, ο Καρλ Μαρξ είχε πει επανειλημμένως  απευθυνόμενος στο γαμπρό του Paul Lafargue  «το βέβαιο είναι ότι δεν είμαι μαρξιστής»[1]. Μεγάλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι όπως ο Adam Smith, ο Charles Darwin, ο Albert Einstein , ο Bertrand Russell, ο John Maynard Keynes, ο Friedrich von Hayek, o Karl Popper, ασφαλώς δημιούργησαν σχολές σκέψης στην ειδικότητά τους, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν να γίνουν γκουρού, δηλαδή,  προφήτες με τη γενική έννοια, δηλαδή, καθοδηγητές και κήρυκες.  Ακόμα και στις περιπτώσεις δημοσίων διανοουμένων όπως ο Bertrand Russell, ο JeanPaul Sartre και ο Noam Chomsky,  οι οποίοι εντάχθηκαν σε κινήματα που επέλεξαν να υπηρετήσουν, δεν το έκαναν ως προφήτες και γκουρού, δηλαδή, ως άρχοντες του επιστητού[2].

Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται η εξής πρωτοτυπία. Ελλείψει  «εθνικών σωτήρων», «εθναρχών» και άλλων θεοποιημένων οντοτήτων αναφύονται εδώ και καιρό Ersatz προφήτες και νοητάρχες, επί το πλείστον διανοούμενοι γιαλαντζί, από το χώρο του θεάματος : του θεάτρου, του κινηματογράφου, του τραγουδιού. Ο λόγος γι αυτό  είναι ότι «εις την φυγόπονον Ελλάδα» όπως έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης, οι άνθρωποι δεν επιδίδονται στην ανάγνωση βιβλίων, αλλά μάλλον στο θέαμα.  Αυτό επιτάθηκε στη διάρκεια μιας τριακονταετίας λαϊκισμού .

Η εθνική μας κουλτούρα αντλεί τις παραστάσεις της από το παλκοσένικο, την τηλεοπτική ή κινηματογραφική οθόνη, το γήπεδο. Ο λαϊκός αοιδός, ο τραγουδοποιός, ο θεατρικός ή/και τηλεοπτικός γελωτοποιός, γίνεται απόλυτα αποδεκτός σε ρόλο εθνικού γκουρού, ο οποίος κατέχει κάποιο ανεπίγνωστο γνωστικό προνόμιο να διαβάζει σωστά «τα σημεία των καιρών». Ειδικά αν είναι καλλιτεχνικός δημιουργός.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κακοί, στο είδος του, ο καθένας, αλλά αντίθετα από το Λουμίδη, δεν περιορίζονται σ’ αυτό. Έτσι, έξοχος τραγουδιστής αποφαινόταν κάποτε επί του γλωσσικού ζητήματος, καταφερόμενος κατά του μονοτονικού. Διάσημος ηθοποιός δίκασε και καταδίκασε στη «χλεύη των λαών» τον Πρόεδρο Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος το 1999. Υπερήλικας μουσικοσυνθέτης κηρύσσει «εθνική επανάσταση».  Στο ίδιο μήκος κύματος, γνωστός σκηνοθέτης, στην αρχή της κρίσης, παρουσιάστηκε σε τηλεοπτικό κανάλι και με περίσσια θεατρικότητα έκανε τη βαρύγδουπη δήλωση ότι οι Γερμανοί έχουν μέσα στα γονίδια τους το Άουσβιτς, ενώ οι έλληνες έχουν τον Παρθενώνα.

Δεν θέλω να σχολιάσω την ίδια τη δήλωση: οποιοσδήποτε  σχολιασμός κινδυνεύει να νοθεύσει  τη διαμαντένια –ή σμαραγδένια –  καθαρότητα της βλακείας που την εμπνέει. Με ενδιαφέρει κυρίως να απαντηθεί το εξής : τι ιδέες πρυτάνευσαν στη σκέψη αυτών που σκέφθηκαν να τον καλέσουν; Ασφαλώς έκριναν ότι ως καλλιτεχνικός δημιουργός «βλέπει μακρύτερα» από μυωπικούς τεχνοκράτες και άλλους και στενόμυαλους ειδικούς. Και έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι λέει στον Έλληνα αυτά που θέλει να ακούσει, χωρίς να καταπονείται το πνεύμα του.

Εθνικός γκουρού, προφήτης, θεωρός, διδάσκαλος του έθνους, γνώστης των «σημείων των καιρών» : μορφές εθνικής αγυρτείας που εκτρέφει η απουσία θεσμών και η έλλειψη παιδείας στον τόπο μας. Είναι μορφές που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας του κενού – μιας βιομηχανίας που, δυστυχώς δεν είναι εξαγώγιμη. Προορίζεται αποκλειστικά προς εσωτερική κατανάλωση στη χώρα που κατοικείται από τον ευφυέστερο λαό του κόσμου, όπως ο ίδιος λέει –ασφαλώς μετά λόγου γνώσεως.

 


[1]  « Ce qu’il y a de certain, c’est que moi, je ne suis pas marxiste » http://archive.wikiwix.com/cache/?url=http://www.collectif-smolny.org/article.php3?id_article=1343#nh9&title=L%E2%80%99%C3%A9dification%20d%E2%80%99une%20doctrine%20marxiste

[2] Επί πλέον, ασφαλώς και αυτές τους οι δραστηριότητες δεν αποτελούν τη σημαντικότερή τους προσφορά στο δημόσιο χώρο του πνεύματος.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ («ΝΕΟ»)ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ;

Ο φιλελευθερισμός δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η ελευθερία είναι ριζωμένη στην παράδοση και στις νοοτροπίες των Ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1865 έχει θεσπισθεί ως εθνικός μας ύμνος ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού, όπως δεν είναι τυχαίο ούτε κοινό ότι η ιδέα της ελευθερίας είναι παρούσα υπό τη μια ή την άλλη μορφή  στα ονόματα τεσσάρων αθηναϊκών εφημερίδων. Και όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας αποστρέφεται τον φιλελευθερισμό ή τον «νεοφιλελευθερισμό» όπως το αποκαλούν οι αντίπαλοί του.

Αυτή η χρήση του προθέματος «νέο-» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση η οποία έχει της ρίζες της στον Locke και στον Mill. Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση του όρου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα.

Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς  στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους   ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας που ταυτίζονται με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση της φιλελεύθερης ιδέας, είτε στο όνομα παραδοσιακών είτε στο όνομα προοδευτικών αρχών.  Ο λόγος γι αυτό είναι απλός. Οι κάθε είδους κολεκτιβιστές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ελευθερία και κρίση του ατόμου. Διαστρέφουν ή καταπολεμούν ανοιχτά το μήνυμα του  Διαφωτισμού, που είναι η χειραφέτηση του ώριμου ανθρώπου από τον πατερναλισμό εξουσιαστικών κηδεμόνων. Και χρησιμοποιώντας ως φόβητρο τον ανταγωνισμό, την ελευθερία των αγορών και τους κινδύνους για την απασχόληση, ενισχύουν τη φυσιολογική αγοραφοβία του κοινού και το αίσθημα ανασφάλειας που γεννά ο νέος παγκοσμιοποιημένος  χώρος  που αναδύεται  σήμερα.

Η ιδέα της ελευθερίας συνδέθηκε με το δημοκρατικό κίνημα για περιορισμό της κεντρικής εξουσίας . Αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο την κατάργηση των προνομίων της αριστοκρατίας και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Έτσι δημιουργήθηκε η σύγχρονη ανοιχτή  κοινωνία που συνδέεται με τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, το δυναμισμό και την παγκοσμιότητα της οικονομίας και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Σε ένα τέτοιο ανοιχτό σύστημα, οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι νομοκατεστημένεςς, αλλά ανοιχτές. Δεν υπάρχουν «ταξικά προνόμια», υπάρχουν μόνο διαφοροποιημένες και εναλλασσόμενες εισοδηματικές δυνατότητες.  Ανισότητες δημιουργούνται αναπόφευκτα, εφόσον οι συναλλαγές είναι ελεύθερες. Η ανάγκη κρατικής μέριμνας υφίσταται, όχι για να εξαφανίσει τις ανισότητες αστυνομεύοντας την παραγωγή και διανομή του πλούτου, αλλά για να παρέχει ένα δίκτυο ασφαλείας που χρειάζονται όσοι βρίσκονται εκτός μηχανισμών αγοράς. Και αυτοί πάντα θα υφίστανται, γι αυτό και πάντα θα υπάρχει ανάγκη αναδιανεμητικής διαδικασίας. Αυτό, όμως, είναι εντελώς ξεχωριστό θέμα από τον εξισωτισμό ως κοινωνικό χρέος.

Η μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο φιλελευθερισμό δεν είναι η ξεπερασμένη ιδέα του εξισωτισμού που συνδέεται με την έφεση ανακατανομής και την εξουσιαστική ακράτεια των υπέρμαχων του κρατισμού, αλλά με την ανάγκη αντιμετώπισης του φόβου της ανασφάλειας από τον οποίο διακατέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Η αρχή του ζην επικινδύνως δεν υιοθετείται εύκολα από τον μέσο λογικό άνθρωπο, ακόμα  και σε κοινωνίες όπου επικρατεί ο τυχοδιωκτισμός. Επομένως, ο φιλελεύθερος πολιτικός λόγος οφείλει να τονίσει το γεγονός ότι η ασφάλεια είναι ένα αγαθό που μπορεί να προσφέρει είτε ο ιδιωτικός είτε ο δημόσιος τομέας, αφήνοντας στον πολίτη τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλαπλές προσφορές στην αγορά.

Συγχρόνως, η μεγάλη δύναμη  της φιλελεύθερης ιδέας έγκειται σε ένα διπλό πλεονέκτημα που έχει έναντι των αντιπάλων της. Το πρώτο συνίσταται στο ότι είναι αυτό-εφαρμόσιμη και αδιαμεσολάβητη, ενώ η εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης αρχής απαιτεί την εξεύρεση κατάλληλων και έμπιστων φορέων που θα την επιβάλλουν. Το δεύτερο έχει να κάνει με τα ορατά πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα της εφαρμογής της. Στα ανελεύθερα καθεστώτα δεσπόζει η οικονομική αθλιότητα, ενώ η ευημερία εξασφαλίζεται στα ελεύθερα καθεστώτα με ελεύθερες οικονομίες. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για το οποίο ο φιλελευθερισμός, κατακτά έδαφος, όσο και αν δαιμονοποιείται  από τους αντιπάλους του.


Το 1821 και εμείς

Δ. ΓΟΥΣΕΤΗΣ

1821 - ΣΚΑΪΣτο βιβλίο του γνωστού φιλόσοφου Έρνεστ Γκέλλνερ «Conditions of Liberty» (ελληνική μετάφραση: «Η κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της», Παπαζήσης), υπάρχει η εξής σύντομη περιγραφή των μουσουλμανικών χωρών: «Εκεί η κοινωνία [δεν κυβερνιέται από τους πολίτες]. Κυβερνιέται από κυκλώματα, οιονεί φυλές, συμμαχίες σφυρηλατημένες σύμφωνα με τη συγγένεια ή/και τις ανταλλασσόμενες εκδουλεύσεις [δηλαδή ρουσφέτια] ή/και την κοινή θρησκευτική προέλευση και την κοινή θεσμική εμπειρία. Ωστόσο, εξακολουθεί σε γενικές γραμμές να βασίζεται, κυρίως, στην προσωπική εμπιστοσύνη, παρά στις επίσημες σχέσεις, που επικρατούν σε μία καθορισμένη γραφειοκρατική δομή. Το περίεργο, όμως, είναι ότι σε τούτες τις κοινωνίες, το σύστημα αυτό δεν προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια και είναι ευρέως αποδεκτό ως φυσιολογικό. Εκείνο που κάνει εντύπωση στους μελετητές είναι ο παράξενος συνδυασμός της [αυστηρής] θρησκευτικής ηθικής και των κυνικών πελατειακών σχέσεων».

 

Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, πολλοί θα σηκώσουν τους ώμους με αδιαφορία, θεωρώντας ότι δεν μας αφορά. Όμως οι οξυδερκέστεροι και όσοι ασχολήθηκαν λίγο με τη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι αυτή η περιγραφή μας ταιριάζει «γάντι». Όπως και οι μουσουλμανικές, είμαστε μια κοινωνία καθυστερημένη, που ο Γκέλλνερ αποκαλεί «κατακερματισμένη» (segmentary). Θα αναφερθώ σε τέσσερις εκδηλώσεις του κατακερματισμού μας:

 

Η οικογένεια. Τα πάντα δίνουμε για την οικογένεια, αλλά έξω απ’ αυτήν δε μας νοιάζει τίποτα. Θυσιαζόμαστε οικονομικά να έχουμε πολυτελές σπίτι ή διαμέρισμα, αλλά αδιαφορούμε πλήρως για το πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Είμαστε γνωστοί για την μέχρι υστερίας υπερπροστασία των παιδιών μας, αλλά είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε αιμοδότες και σε δωρητές σώματος.

 

Ο τοπικισμός. Η φράση «έχει μπάρμπα στην Κορώνη» προσιδιάζει εντελώς και αποκλειστικά στη χώρα μας. Σε ποια άλλη χώρα υπάρχει Σύλλογος των επαρχιωτών από κάθε σχεδόν πόλη ή χωριό που διαβιούν στην πρωτεύουσα; Φανταστήκατε Σύλλογο των Λιβερπουλιανών Λονδίνου ή των Σικαγιωτών Νέας Υόρκης; Αυτού του είδους η τοπικιστική «αλληλεγγύη» διαθέτει και βουλευτές που είναι οι κυρίως έμποροι των πελατειακών σχέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες ενδιαφέρονται μόνο για το τοπικό συμφέρον τους, αδιαφορώντας πλήρως για τη γενική εξυπηρέτηση και ευημερία.

 

Οι συντεχνίες. Η πρώτη, πρωτόγονη, επαγγελματική οργάνωση ήταν οι συντεχνίες. Το αφεντικό και ο εργάτης στην ίδια συντεχνία, ώστε να προωθήσουν μαζί τα συμφέροντα του επαγγέλματος, συνήθως ενάντια στα συμφέροντα των άλλων επαγγελμάτων. Στις προηγμένες χώρες οι συντεχνίες αντικαταστάθηκαν με ενώσεις σε ταξική βάση, τα συνδικάτα. Τα συνδικάτα υπεράσπιζαν και υπερασπίζουν τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών τους, όχι σε τυφλή αντιπαράθεση με άλλα συνδικάτα, όπως γίνεται με τις συντεχνίες (π.χ. εκβιαστικές απεργίες), αλλά με γνώμονα τα ουσιαστικά συμφέροντα των μελών τους, που συμβαδίζουν με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας.

 

Η ανασφάλεια. Είμαστε κοινωνία ανασφαλής και γι’ αυτό κλειστή. Είμαστε καχύποπτοι προς τον πλησίον μας, προς τον έμπορο που συναλλασσόμαστε (μήπως μας κλέβει), προς τους συμμάχους μας (ιμπεριαλιστές), προς τους Ευρωπαίους εταίρους μας (αιρετικοί), προς όλους χωρίς εξαίρεση τους γειτόνους μας (μας επιβουλεύονται).

*

 

Ποια είναι η ρίζα όλης αυτής της καθυστέρησης; Η σειρά «1821» που προβλήθηκε στο κανάλι ΣΚΑΪ, μας δίνει μια ιδέα. Μαθαίνουμε την κατάρρευση των μύθων που πλάστηκαν γύρω από την εθνική παλιγγενεσία, τόσο των δεξιών, όσο και των αριστερών. Των δεξιών μύθων για απέραντη σκλαβιά και πόνο 400 ετών κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, για την Αγία Λαύρα και το λάβαρό της, για την αντίσταση του Γρηγορίου Ε΄ και της εκκλησίας (που αφόρισε την επανάσταση!), για το κρυφό σχολειό. Των μαρξογενών μύθων, που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψουν κάποια αστική τάξη και κάποιες λαϊκές δυνάμεις που ηγούνταν του αγώνα. Ανακάλυψε τις τελευταίες στους κλέφτες, που δήθεν ήσαν οργανικό τμήμα του λαού και υπερασπιστές του και όχι ληστές έτοιμοι να διαγουμίσουν όποιο καραβάνι τους γυάλιζε, τουρκικό ή ελληνικό αδιακρίτως. Ανακάλυψε πως όταν οι κλέφτες προσκυνούσαν, ήσαν δήθεν θύματα ισχυρών κοτζαμπάσηδων ή πολιτικών, με ξένη μάλιστα υποστήριξη (νάτος και ο ιμπεριαλισμός!), όπως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ή του Ιωάννη Κωλέττη και όχι άνθρωποι που το προσκύνημα ήταν μέσα στην κουλτούρα τους, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να πάρουν το ζηλευτό τίτλο του αμειβόμενου αρματωλού. Ανακάλυψε τους μεγαλεμπόρους που -για να ταιριάζει στα όσα διαπίστωσε ο Μαρξ στη δυτική Ευρώπη- βαφτίστηκαν «επαναστατική δύναμη» ελλείψει άλλης αστικής τάξης.

 

Μάθαμε τις ρίζες της σημερινής ταυτότητάς: ήδη από το 1.300 οι δυτικές κοινωνίες αναπτύσσουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, ενώ η καθ’ ημάς ανατολή παραμένει καθηλωμένη στην αναμονή της θείας επέμβασης και χάρης. Το σχίσμα και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, βοήθησε στο μίσος που αναπτύχθηκε για τους δυτικούς. Και όταν ο Μωάμεθ ο κατακτητής βρισκόταν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ο Νοταράς αποφαίνονταν: «κάλιο τουρκικόν φακιόλιον παρά παπική τιάρα». Συνεπώς, η τουρκοκρατία ήταν επιλογή και όχι η υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Αυτό προκύπτει εξάλλου από την παρατήρηση των κατοίκων των νησιών του Ιονίου: δεν γνώρισαν οθωμανική κυριαρχία, όμως είναι όμοιοι με τους υπόλοιπους Έλληνες!

 

Μάθαμε ότι η κοινωνία του ’21 ήταν κοινωνία ανομική και ότι οι νόμοι της οικογένειας ήσαν υπέρτεροι των νόμων του κράτους. Το δε πρώτο Σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας, το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), συντάχτηκε χωρίς τους οπλαρχηγούς, που αποφάσισαν να μποϋκοτάρουν την εθνοσυνέλευση. Καμία πρόνοια δεν περιείχε το Σύνταγμα σχετικά με τις προσπάθειες των προκρίτων και των αρματωλών για επέκταση της εξουσίας τους. Τα ζητήματα αυτά τα άφησε στην τύχη τους και η τύχη τους ήταν ο εμφύλιος. Φτιάχτηκε αντιγράφοντας ευρωπαϊκά συντάγματα (κυρίως το γαλλικό), για να ξεγελάσει τους κουτόφραγκους, από τους οποίους είχε ανάγκη πρώτον την αναγνώριση του νέου κράτους και δεύτερον -τι άλλο;- δανεικά (Finley). Τα πέτυχε και τα δυο.

 

Μάθαμε να αμφισβητούμε αυτούς που μαϊμουδίζουν τις θεωρίες της Δύσης και προσπαθούν να τις μεταφέρουν μηχανιστικά στην Ελλάδα. Μάθαμε δηλαδή ότι ο αγώνας του 1821 δεν είχε χαρακτήρα ούτε αστικής επανάστασης, ούτε προλεταριακής. Το κύριο χαρακτηριστικό του δεν ήταν ταξικό. Επρόκειτο για μια σύγκρουση με τους Οθωμανούς, αλλά συγχρόνως για μια σύγκρουση μεταξύ των επαναστατημένων, με στόχο το πλιάτσικο ή -για τους άκληρους- ένα κλήρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συμπεριφορά του καπετάνιου Γώγου Μπακόλα στη μάχη του Πέτα. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αιτία της πτώσης του Μεσολογγίου.

 

Όλα αυτά εθεωρούντο περίπου φυσιολογικά, αφού ήσαν η προέκταση της προεπαναστατικής ζωής. Βασικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η άλλη αντίληψη, της ίδρυσης μιας κεντρικής εξουσίας και ενός σύγχρονου νεωτερικού κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, δεν υποστηριζόταν από την αστική τάξη, διότι αστική τάξη δεν υπήρχε. Την εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ένας πολιτικός εντελώς ανιδιοτελής. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο πολιτικός συκοφαντήθηκε όσο λίγοι.

 

Τα παραπάνω ψέματα διαμόρφωσαν την εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα και οι παραπάνω αλήθειες τη σύγχρονη κατακερματισμένη κοινωνία μας. Ο αριστερός διανοητής Φίλιππος Ηλιού αποφαίνεται ότι «η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που είχαν τεθεί στις αρχές το δέκατου ένατου αιώνα, με την πρώιμη εξαγγελία της αστικής επανάστασης, και τα οποία δεν ήταν σε θέση να λύσει».

 

Αστική τάξη δεν υπήρξε ούτε στη συνέχεια της ιστορίας μας, ούτε και σήμερα. Απλούστατα, διότι δεν υπάρχει παραγωγή, που είναι το αντικείμενο της αστικής τάξης. Και η κυβέρνηση -όλες οι κυβερνήσεις- δεν είναι υπηρέτης του «μεγάλου κεφαλαίου», όπως θέλει ο Μαρξ για τη δυτική Ευρώπη. Είναι υπηρέτης του κράτους μεσίτη ή αλλιώς μεσολαβητή μεταξύ των τμημάτων της κατακερματισμένης κοινωνίας. Για παράδειγμα, το κράτος αρνείται να επιβάλει την τάξη στους ποικίλους καταληψίες κτιρίων και οδών. Αντ’ αυτού μεσιτεύει: διαπραγματεύεται με τους παράνομους, για να βρεθεί τρόπος συνύπαρξης και να λειτουργήσει η χώρα. Αυτό όμως σημαίνει πολιτική διακρίσεων απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες. Συνεχίζεται η παράδοση του κλεφταρματωλισμού.

 

Το πραγματικό διακύβευμα, η πραγματική αμφισβήτηση στην Ελλάδα δεν είναι η αμφισβήτηση ούτε του «κεφαλαίου», ούτε του «κατεστημένου», ούτε του «ιμπεριαλισμού». Είναι η αμφισβήτηση της «καθ’ ημάς Ανατολής» και η ένταξη στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Είναι, δηλαδή η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός. Εκσυγχρονιστικές δυνάμεις υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αλλά είναι μειοψηφικές και γι’ αυτό ηττώνται. Ίσως αυτή η κρίση δώσει την ευκαιρία να αναδειχτούν και, ως άλλοι Μαυροκορδάτοι, να μας οδηγήσουν σε μια ευνομούμενη, σύγχρονη δυτική κοινωνία. Αλλιώς, η μόνη πιθανότητα εκσυγχρονισμού είναι η -τόσο απίθανη για την ώρα- ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η παραχώρηση δηλαδή και των υπόλοιπων εθνικών εξουσιών στους κουτόφραγκους των Βρυξελλών.


Η αγενής τύφλωσις

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Από το 1897 μέχρι το 2011.

Μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη ιστορική μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου έχει τον περίεργο τίτλο  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’[1].  Αφορά η έκφραση το χαρακτηρισμό της εθνικής μας πολιτικήςστα τέλη του 19ου αιώνα, όπως τον αποτύπωνε η εφημερίδα Σάλπιγξ, η οποία θεωρούσε ότι οι επάρατοι ξένοι όφειλαν να μας προφυλάξουν από την αδιέξοδη εξωτερική μας πολιτική, εφόσον τα κίνητρά της ήσαν ευγενή[2]. Ο δεληγιαννισμός, δηλαδή ο λαϊκισμός στη χειρότερη του μορφή ευθύνεται για την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αλλά πρέπει να εννοήσουμε ευρύτερα τον δεληγιαννισμό, από την πολιτική του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης δεν πήγαινε πίσω σε δημοκοπία και πατριωτικές εξάρσεις χωρίς αντίκρισμα.

Παρόμοια και χειρότερη ήταν η εθνική καταστροφή του 1922.  Βέβαια,  δεν θα υποστηρίξω  ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει διάρκεια σε νοοτροπίες και πολιτικές πρακτικές που φέρνουν παραπλήσια αποτελέσματα, τηρουμένων των αναλογιών. ‎ Ο δεληγιαννισμός, ο αντιβενιζελισμός, ο αυριανισμός, η αποθέωση του λαϊκισμού εν γένει δημιουργούν συχνά ένα μπλοκ δυνάμεων ενάντια στην κοινή λογική. Ο Κώστας Μητσοτάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι «οι λαοί δεν αυτοκτονούν»[3]. Ορισμένες φορές, όμως, υφίστανται μεγάλες καταστροφές, στις οποίες οδηγούνται από  ανεύθυνες και αδιέξοδες πολιτικές.

Η ανευθυνότητα αυτή, που τη συνδέουμε με το λαϊκισμό, δεν συνίσταται μόνο στη δημαγωγία. Συνίσταται στην έλλειψη λογοδοσίας, θεσμική ή πολιτισμική. Και συνδέεται με την  αντίληψη της πολιτικής ως δυνατότητας εκμετάλλευσης της δυνατότητας  που της παρέχει η πολιτική κουλτούρα για φθηνή – ενίοτε πάμφθηνη– δημαγωγία, ακριβώς διότι δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει, δεν υπάρχουν κανόνες υποχρεωτικής λογοδοσίας. Η διασφάλιση της λογοδοτικότητας, για να αποδώσουμε στα ελληνικά την έννοια accountability, είναι όχι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά και χρηστής διοίκησης[4]. Ο λαϊκιστής, λοιπόν, είναι δεξιοτέχνης στη δημοκοπία, υπό συνθήκες λογοδοτικού ελλείμματος.  Αντί να λογοδοτεί στους πολίτες, χαϊδεύει τα αφτιά τους, όταν η πολιτική κουλτούρα θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού και αποκλείει ή υποβαθμίζει την υπεύθυνη επιχειρηματολογία. Στον πολιτικό ανταγωνισμό, προσφέρεται η δυνατότητα πλειοδοσίας αιτιάσεων και στόχων, ενώ ο τυχόν έλεγχός της είναι «επικοινωνιακά» αδόκιμος: επιφέρει πολιτικό κόστος. (Ειρήσθω εν παρόδω, η μονότονα επαναλαμβανόμενη δήλωση πολιτικών ότι θα αψηφήσουν το πολιτικό κόστος σε αποφάσεις που θα πάρουν αποτελεί  λαϊκίστικο bravado, που σκοπό έχει την άντληση πολιτικού οφέλους, από μια δήθεν αδιαπραγμάτευτη στάση).

Με τέτοια πολιτική κουλτούρα, εύλογο είναι να ευδοκιμεί ο τύπος του πολιτικού που επιβιώνει και προκόβει αναπαράγοντας την ίδια αυτή κουλτούρα. Ουαί και αλλοίμονο σε εκείνον που δεν προσαρμόζεται ή – χειρότερα – εναντιώνεται σ’ αυτήν. Η παραγωγή και αναπαραγωγή αυτής της πολιτικής κουλτούρας οδηγεί σε ένα τέρμα που είναι αδιέξοδο. Καλώς ή κακώς, όταν εμφανισθεί αυτό το αδιέξοδο, δεν είναι πάντα διασφαλισμένη για τον πολιτικό η πτώση στα μαλακά[5]. Το 1922, μάλιστα, η πτώση ήταν τραγικά σκληρή για ορισμένους από τους ιθύνοντες. Παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να πει κανείς ότι ήταν «ευγενής τύφλωσις». Το 2011 δεν ξέρουμε ακόμα πού μας οδηγεί. Αλλά αν υπήρξε τύφλωση του κοινού, δεν ήταν τόσο αθώα. Το κοινό εθίστηκε στο καθεστώς δημοσιονομικής ασωτείας που επέβαλαν ή επέτρεψαν οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και που εξελίχθηκε σε κυριολεκτική κραιπάλη. Πέρα από τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η ασυδοσία αυτή εξέθρεψε δυνάμεις που σήμερα αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση, όταν πλήττονται «κεκτημένα» τους.

Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός της κραιπάλης, οι δυνάμεις της αγενούς τυφλώσεως – συμμαχία ανάμεσα στον πολιτικό καιροσκοπισμό, νταϊλίδικο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον παραληρηματικό εθνικισμό, πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι μπορούν να αντλήσουν κάποια ωφελήματα πουλώντας τρέλα. Και σαν το Δηλιγιάννη το 1897, κάπου μέσα στο μυαλό τους (ή τη θολούρα που το υποκαθιστά) κάποιος άλλος από αυτούς θα πληρώσει το λογαριασμό.  Ο τελευταίος, όμως, είναι μεγάλος και διογκώνεται με τη στάση αυτή.

Όσο γι αυτούς που είναι σε θέση να αντιληφθούν τι γίνεται, είναι σαν πολλούς σώφρονες Πέρσες τους οποίους έσερνε  ο Ξέρξης στον όλεθρο, που έλεγαν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς ότανέχει πλήρη αντίληψη μιας κατάστασης, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη για να δράσει: «χθίστη δ δύνη στ τν ν νθρώποισι ατη, πολλ φρονέοντα μηδενς κρατέειν»[6].


  • [1] Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος (1998, 2003)  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’… Εξωτερική πολιτική και ‘εθνικά θέματα’ από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Αθήνα : Βιβλιόραμα
  • [2] ό.π. σ. 161
  • [3] Το είπε και πρόσφατα σε ομιλία του στις 19 Μαΐου 2011, στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου (2011) Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα;  Αθήνα: Παπαζήσης
  • [4] Όπως τονίζεται στην κλασική μελέτη του Giovanni Sartori (1987) The Theory of Democracy Revisited.  Chatham, N.J.: Chatham House σ. 233-34.
  • [5] Λέγεται ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτή η διαπίστωση είναι ορθή, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Αλλιώς, η δημοκρατία στην Ελλάδα γνώρισε κάμποσα αδιέξοδα: το 1909, το 1915, το 1922, το 1936, το 1967…
  • [6] Ηροδότου ΙΣΤΟΡΙΑ 9, 15.

Βία στη βία για εξουσία

Γ.ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Photo: EPA/SIMELA PANTZARTZI

Τα κρούσματα βίας των τελευταίων ημερών – και η δολοφονία του Έλληνα, και η δολοφονία του μετανάστη, και οι συνήθεις πια τραυματισμοί διαδηλωτών από τα ΜΑΤ και οι εξίσου συνήθεις πια καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας από συγκεκριμένες υποομάδες διαδηλωτών – δεν έχουν ως αιτία την οικονομική κρίση. Αντίθετα! Τόσο η βία, όσο και η οικονομική κρίση, έχουν ρίζα κοινή: την απαξίωση της ισχύος του νόμου, την έλλειψη νομοκρατίας.

Η ελαστικότητα των νόμων για δεκαετίες θεωρούταν στην Ελλάδα περίπου δημοκρατική κατάκτηση. Η δυνατότητα της κατά περίπτωση ερμηνείας ή εφαρμογής των νόμων, φαινόταν στους περισσότερους, ανεξάρτητα από ιδεολογική στάση ή εκλογική συμπεριφορά, ένα χρήσιμο αντιστάθμισμα στον απρόσωπο χαρακτήρα των νομικών κειμένων. Χρήσιμο για πολλούς λόγους:

– ο πραγματικά ή κατά φαντασία αναξιοπαθής μπορούσε να επικαλεστεί την κατάστασή του ζητώντας εξαιρέσεις από το νόμο,

– ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, εκλεγμένος ή διορισμένος, μπορούσε να ανταλλάσσει την άσκηση της ευρείας ευχέρειας του με ψήφους ή χρήμα,

– κοινωνικές ομάδες, συνδικάτα, επιχειρηματικά συμφέροντα, γνωρίζοντας ότι η ευχέρεια αυτή υπάρχει, διεκδικούσαν προνόμια πέρα από το νόμο ή, πράγμα που ισοδυναμεί μ’ αυτό, τη ψήφιση νόμων ενάντια στο κοινό, συλλογικό συμφέρον.

Δημιουργήθηκε έτσι ένας φαύλος κύκλος. Αφ’ ενός ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των εκλογέων ψήφιζε εκείνους τους υποψηφίους που του εξασφάλιζαν άδικα, παράνομα ή παράτυπα, οφέλη. Ανταλλασσόταν δηλαδή η ψήφος με διορισμούς, ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Η εξυπηρέτηση επιμέρους συμφερόντων έναντι του συλλογικού έγινε έτσι για πολλούς πολιτικούς εξαιρετικά αποδοτική πρακτική.

Αφ’ ετέρου, τόσο πολιτικοί όσο και πολιτικές δυνάμεις, ανταγωνίζονταν στην υποστήριξη αιτημάτων και πρακτικών πέρα από το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Η παροχή υποστήριξης στο κλείσιμο δρόμων, στις καταλήψεις – συμβολικές ή μη – σε αιτήματα «υπέρβασης» του νόμου, «νομιμοποίησης» παρανομιών ή απαλλαγής παραβατών του νόμου από τις έννομες συνέπειες των παραβάσεών τους, έγιναν προνομιακά εργαλεία πολιτικής συναλλαγής. Και αν ένας πολιτικός έχει υποστηρίξει έστω και μια σχολική κατάληψη, δύσκολα αποκτά το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να εφαρμόσει το νόμο σε παρόμοιες, μεγαλύτερης έκτασης και συνέπειας καταστάσεις. Οι παράνομα διεκδικούντες ξέρουν καλά ότι παρόμοιες πρακτικές είχαν στο παρελθόν την υποστήριξη ή την ανοχή των φορέων της εξουσίας. Και ξέρουν εξίσου καλά ότι οι πρακτικές αυτές αποδίδουν.

Ταυτόχρονα, η ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων από αυτά τα αιτήματα, και άρα η εξαγορά της εξουσίας, μόνο με ένα τρόπο μπορούσε να επιτευχθεί, τουλάχιστον για όσα από αυτά τα αιτήματα συνεπαγόταν χρηματικό κόστος: με ολοένα και μεγαλύτερο δανεισμό (ή έστω φορολόγηση), κυρίως εφόσον η παραγωγή ως τρόπος προσπορισμού των αναγκαίων και επιθυμητών κατέστη λιγότερο ελκυστική από την προσοδοθηρία, την συναλλαγή ‘ψήφοι για προνόμια’. Αυτή είναι η πολιτική αιτία της οικονομικής κρίσης.

Έτσι όμως, το πεδίο της κοινωνικής διεκδίκησης ξεχείλωσε υπερβολικά και έχασε τους κανόνες του. Ο νόμος από έκφραση του δικαίου και θεματοφύλακας του κοινού συμφέροντος έγινε σε μεγάλο βαθμό η επίσημη δεσμευτική κατοχύρωση του αποτελέσματος των πολιτικών συναλλαγών. Ακόμα και το Σύνταγμα, που διακηρυκτικά οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα ατόμων και ομάδων από τον εξαναγκασμό πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον κατακερματισμό των επιμέρους συμφερόντων.

Όταν όμως οι νόμοι χάνουν το εχέγγυο της δικαιοσύνης, όταν εφαρμόζονται επιλεκτικά και όταν αλλάζουν προς όφελος των καλύτερα τοποθετημένων στο παιχνίδι της συναλλαγής, τότε μαζί τους χάνεται και ο μοναδικός τρόπος αρμονικής συνάρθρωσης των επιμέρους ατομικών και ομαδικών συμφερόντων.

Και βεβαίως ταυτόχρονα χάνει το νόημα της η θεσπισμένη πολιτική διαδικασία. Ιδανικά ο πολιτικός αγώνας για την κατίσχυση στη δημόσια σφαίρα και στην κάλπη γίνεται στο πεδίο των επιχειρημάτων και έχει ως τρόπαιο την – συνταγματικά περιορισμένη – δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Στην πράξη, διευρύνθηκαν τόσο τα όπλα του, με τη δυνατότητα της συναλλαγής αλλά και της καταφυγής σε έκνομες πράξεις, όσο και το ίδιο το τρόπαιο: η ευχέρεια του εκάστοτε φορέα της πολιτικής εξουσίας να διανέμει προσόδους έγινε τεράστια.

Σ’ αυτό το νοσηρό περιβάλλον, θαμπώνει ο λόγος της εκχώρησης του μονοπωλίου της βίας στο κράτος. Ο διαδηλωτής πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί ούτε τα δικά του συμφέροντα, ούτε το γενικό καλό. Ο αστυνόμος, των ΜΑΤ ή άλλων ομάδων, που παίρνει κατά περίπτωση εντολές να εφαρμόσει νόμους και κανονισμούς, δεν διαθέτει αυτόματα πρωτόκολλα σύννομης δράσης – όλο και πιο εύκολα εκτρέπεται. Οι εγκληματίες, εγχώριοι και αλλοδαποί, βλέπουν ότι οι νόμοι εφαρμόζονται στην καλύτερη περίπτωση με «κοινωνικό ρεαλισμό» και σίγουρα όχι σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας. Οι αγανακτισμένοι – εντός και εκτός εισαγωγικών -πολίτες βλέπουν ομοίως ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Το γενικό συμφέρον, ταυτόχρονα στόχος και προϋπόθεση της ευνομούμενης δημοκρατίας, εξαφανίζεται ως έννοια.

Συνεπώς, η καταφυγή στη βία, ως το ύστατο και εντέλει αποτελεσματικό μέσο για την επιδίωξη πολιτικών στόχων σε καθεστώς ανομίας, γίνεται η εύλογη επιλογή. Το πολιτικό παιχνίδι υποβαθμίζεται σε μηδενικού αθροίσματος – ότι κερδίσει κανείς, το αποσπά από κάποιον άλλο. Η ανομία φέρνει τη βία και όχι η βία την παρανομία.

Στο Σύνταγμα της Ελευθερίας, ο Friedrich Hayek προσδιορίζει τις αναγκαίες συνθήκες της νομοκρατίας: νόμοι με γενικό και αφηρημένο και όχι συγκεκριμένο και προνομιακό χαρακτήρα, σαφήνεια, καθολική εφαρμογή, βέβαιη σύνδεση πράξεων με τις συνέπειες τους. Μόνο έτσι μειώνεται το κοινωνικό κόστος συναλλαγής, μόνο έτσι εξαλείφεται η προσοδοθηρία και το καταλλακτικό παίγνιο γίνεται θετικού αθροίσματος, μόνο έτσι η καταφυγή στη βία χάνει τόσο τις αιτίες όσο και την αποτελεσματικότητά της.

Είναι προφανές ότι από αυτή τη συνθήκη απέχουμε υπερβολικά πολύ. Και το ζητούμενο είναι πώς η νομοκρατία, ή έστω το αίτημα γι’ αυτήν, μπορεί να εμπεδωθεί σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες έχει μάθει στην πράξη ότι νόμος είναι το δίκιο κάποιου ή κάποιων, όμως σε καμία περίπτωση όλων. Τουλάχιστον ας εκτεθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο στην ιδέα ότι, όντως, ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.