ΜΕΤΑ 26 ΕΤΗ

Συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η πτώση αυτή σηματοδότησε το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και ευρύτερα στον κόσμο ολόκληρο. Το τείχος αυτό ανεγέρθηκε τον Αύγουστο του 1961 και είχε ζωή 28 ετών, δηλαδή μια γενιά μεγάλωσε μ’ αυτό ως βίωμα. Αναφέρομαι ειδικά στον κόσμο των διανοουμένων του Δυτικού κόσμου και όχι σ’ αυτό που βίωσαν άμεσα τα εκατομμύρια ανθρώπων υπό το πέλμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Για τους εδώ «προοδευτικούς» το Τείχος συμβόλιζε μια κατάσταση, που καλώς ή κακώς ήταν παγιωμένη – κάτι μόνιμο, σίγουρο, μια δεδομένη σταθερά. Αντιμετωπιζόταν, όμως, εντελώς διαφορετικά από τους ορθόδοξους κομμουνιστές και τους ανένταχτους αριστερούς, συνοδοιπόρους κλπ.

Το Τείχος δεν δημιουργούσε κανένα ηθικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για τους ορθόδοξους κομμουνιστές στη Δύση. Μπορεί να μην καμάρωναν γι’ αυτό, αλλά το θεωρούσαν αναγκαία προστασία των κατοίκων του Ανατολικού (ή «Δημοκρατικού , όπως το ονόμαζαν) Βερολίνου από την ύπουλη καπιταλιστική διείσδυση. Θεωρούσαν ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ήταν ένα αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για να φτάσει η ανθρωπότητα στον κομμουνισμό – αυτή την ύψιστη βαθμίδα της εξέλιξής της. Αυτοί έμειναν αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους ακόμα και μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Συνεχίζουν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Φταίει, βέβαια …ο εχθρός – ο ιμπεριαλισμός, ο ρεβιζιονισμός, και άλλα συνήθως αναφερόμενα φίδια.

Οι άνθρωποι αυτοί επί είκοσι έξι χρόνια ζούνε στο εσωτερικό μιας ιδεολογικής φαντασίωσης που δεν διαψεύδεται με τίποτα. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ οχυρώθηκε, ύψωσε νέο προστατευτικό ιδεολογικό Τείχος επαναφέροντας το σταλινισμό επισήμως μετά το 1992. Τη στιγμή που άλλα κομμουνιστικά κόμματα αυτοκαταργήθηκαν ή μεταλλάχτηκαν, οι Έλληνες κομμουνιστές κλείστηκαν ερμητικά στο καβούκι τους. Ταιριάζει γι’ αυτούς η ρήση του Ταλλεϋράνδου (1746-1838) για τους βασιλόφρονες της εποχής του: «δεν κατάλαβαν και δεν λησμόνησαν τίποτε». Και οι εδώ κομμουνιστές. Δεν καταλαβαίνουν την αλλαγή που συντελέστηκε με τη πτώση του Τείχους, και δεν θέλουν να ξεχάσουν τίποτα από την επαναστατική μυθολογία του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, οι εδώ κομμουνιστές έχουν κάτι το γραφικό. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχεδόν ή κάπως …συμπαθείς (εντός πλήθους εισαγωγικών), όπως οι παλαιοημερολογίτες ή οι πιστοί στη γεωκεντρική αστρονομία.

Υπάρχει όμως και η άλλη μερίδα της «προοδευτικής» κοινής γνώμης που δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπαθής με κανένα μέτρο. Αναφέρομαι στους «συνοδοιπόρους», τους «ανένταχτους προοδευτικούς», τους «παρ’ όλα αυτά αριστερούς». Αυτοί ήταν πρώτοι στην καταγγελία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο άντεχε, αλλά λυπούνται για το τέλος του. Ως μη δογματικοί κομμουνιστές, ως άχραντες και αμόλυντες σοσιαλιστικές ψυχές, προβάλλουν το δικό τους μοντέλο που είναι αγνό, ωραίο, αντικαπιταλιστικό και σοσιαλιστικό χωρίς γκουλάγκ, χωρίς Τείχος και αστυνομικό κράτος. Μάλιστα η φρίκη που τους προκαλούσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αναδείκνυε, κατά κάποιο τρόπο, την αξία του δικού τους οράματος. Το Τείχος τους βόλευε, μ’ άλλα λόγια. Επιπλέον το Τείχος – και το κομμουνιστικό σύστημα ως μόνιμο μοντέλο – τους έδινε μια βάση πραγματικότητας. Ο σοσιαλισμός, με ελλείψεις έστω, ήταν εφικτός. Το πρόταγμά τους ήταν, επομένως, πραγματοποιήσιμο: όταν θα κληθούν να το θέσουν σε εφαρμογή, δεν θα έχει «στρεβλώσεις». Θα εξαφανιστούν τα βάρβαρα και απάνθρωπα στοιχεία που οι ίδιοι καταγγέλλουν στο μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και στο μεταξύ, βολεύονταν μια χαρά με τα καλά του καπιταλισμού και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» ως μόνιμη κατάσταση.

Η «μόνιμη κατάσταση» ανατράπηκε από …τον εαυτό της, πράγμα εξόχως εξοργιστικό για την «προοδευτικούρα» – δηλαδή, την κατεστημένη νομενκλατούρα της αριστερής διανόησης. Ακολούθησε ένα βραχύχρονο μετασοβιετικό πένθος. Το διαδέχθηκε μια παρατεταμένη περίοδος ιερεμιάδων για την ανθρωπότητα και θρηνωδιών για το μέλλον της. Ο «προοδευτικός» διανοούμενος έγινε απαισιόδοξος. Περισσότερο ακόμα: η πολιτιστική απαισιοδοξία, ο Kulturpessimismus έγινε το σημάδι γνήσιας αριστεροφροσύνης, αλλά και πνευματικής βαθύτητας. Έπρεπε να βρεθεί νέος πολιτικός λόγος, και εξήγηση για τη μεγάλη κατάρρευση που σηματοδότησε η πτώση του Τείχους. Και αυτός βρέθηκε, χωρίς μεγάλο κόπο ή βαθιά ανάλυση: είναι ο (νέο)φιλελευθερισμός. Ο πραγματικός ένοχος είναι αυτός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν το 1989 ο αριστερός πολιτικός λόγος αναφερόταν στον σοσιαλισμό και στον ιμπεριαλισμό και όχι στο (νέο)φιλελευθερισμό. Μετά το 1989 συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς να γίνεται αναφορά στο υπόδειγμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει τον επάρατο καπιταλισμό, οι επιθέσεις εντείνονται κατά του αλάλητου και αιμοσταγούς (νέο)φιλελευθερισμού.

Όμως και αυτό το «αφήγημα» συναντά τα όρια του. Και τα όρια αυτά ορίζονται από γενιές, όχι τόσο ιδέες. Γεγονός είναι πως το Τείχος έθρεψε μια γενιά που κατά ένα μέρος έφριξε και κατά άλλο μέρος βολεύτηκε πολιτικά μ’ αυτό. Είναι, όμως, επίσης γεγονός ότι η επόμενη γενιά μεγάλωσε χωρίς αυτό το Τείχος και τους συμβολισμούς του. Ο κομμουνισμός ως σύστημα ιδεών, ως σύμβολο ή ως φόβητρο, βρίσκεται πίσω στις δικές μας μνήμες, αλλά δεν αφορά την τωρινή γενιά, ή τουλάχιστον το υγιές τμήμα της. Ο κομμουνισμός υπήρξε ανελεύθερο και εγκληματικό πολιτικό σύστημα – αυτή είναι ετυμηγορία της ιστορίας εκατό σχεδόν χρόνια μετά την επικράτησή του στη Ρωσία το 1917. Ο κομμουνισμός, όμως, αποτελεί επιπλέον ένα μοντέλο σήμερα αποτελεί ένα μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης που είναι εντελώς άσχετο με τα σημερινά προβλήματα, με τη σύγχρονη ζωή. Και να υπήρχε καθεστώς που να εμπνεόταν από τα σύμβολά του, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Και να ξαναχτίζανε το Τείχος, θα χρησίμευε ως …τουριστική ατραξιόν. Το Τείχος –και μαζί του ο κομμουνισμός- δεν υπάρχει διότι πιστεύει κανείς σ’ αυτά που αντιπροσωπεύει. Όπως δεν υπάρχει και ο Απόλλων ή η Ίσις.


Έχει πάντα δίκιο ο λαός;

Δ. Δημητράκος

ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ Ο ΛΑΟΣ;

Αποτελεί τετριμμένη αλήθεια ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία ο λαός θεωρείται ότι έχει πάντα δίκιο στην ετυμηγορία του

Λέω ότι είναι τετριμμένη αυτή η αλήθεια με την έννοια ότι ισχύει ταυτολογικά: σε μια εκλογική αναμέτρηση η βούληση του εκλογικού σώματος εκφράζεται κυρίαρχα με τους θεσμικά προβλεπόμενους τρόπους. Είναι τόσο αληθές αυτό όσο το ότι το μήκος μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από την ορθή μέτρησή της. Είναι επίσης αναγνωρισμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Φυσικά κι έχει πάντα δίκιο εκφράζοντας την ικανοποίηση ή την απαρέσκεια του για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που του προσφέρεται. Σημαίνει ότι ή έκφραση αυτή καταγράφεται ως έχει : δεν επιδέχεται «διόρθωση». Συχνά, όμως, παρεξηγείται το νόημα αυτής της αρχής με αποτέλεσμα να οδηγείται κανείς στην πλάνη. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την πλάνη αυτή ουσιοκρατική και συγχρόνως ολιστική και ανθρωπομορφική.

 

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

 

Η ρίζα της σύγχυσης

Η ουσιοκρατική πλάνη συνίσταται στην πίστη στην ύπαρξη κάποιας «ουσίας» που καθορίζει τις ιδιότητες ενός όντος. Δεν μπορεί παρά έχει αυτές τις ιδιότητες, διότι συνυφαίνονται με αυτή του την «ουσία». Μπορούμε να πούμε ότι «κάθε αντικείμενο Α έχει αναγκαία την ιδιότητα χ». Το χ είναι μέρος της «ουσίας» του Α. Αν, όμως εξ αρχής το Α ορίζεται ως έχον την ιδιότητα χ, τότε η διαπίστωση ότι κάθε Α έχει την ιδιότητα χ, είναι μεν ορθή, αλλά έχει μηδενικό πληροφοριακό περιεχόμενο. Δεν ανακαλύπτουμε μετά από έρευνα ότι το Α έχει την ιδιότητα χ, αλλά η ιδιότητα αυτή περιέχεται στον λεκτικό ορισμό του Α. Κάθε εργένης είναι ανύπαντρος: όχι διότι έγινε εμπειρική έρευνα σε ένα δείγμα 1000 εργένηδων και βρέθηκε ότι και οι 1000 ήταν ανύπαντροι, και στη συνέχεια σε 1000 παντρεμένους και δεν βρέθηκε ούτε ένας εργένης, αλλά διότι από την αρχή ορίσαμε τον εργένη ως τον ανύπαντρο άντρα.

Πολλές φορές η «ουσία» που επικαλείται ο ουσιοκράτης για να εξηγήσει κάτι έχει πάλι τον ορισμό του ως βάση, όμως λιγότερο φανερά από το παράδειγμα με τον εργένη.  Ο ουσιοκράτης, πολύ απλά, συγχέει τις ιδιότητες της γλώσσας με εκείνες του κόσμου, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Bertrand Russell , εφόσον αυτό που χρησιμεύει για να ορίσουμε αυτό στο οποίο αναφερόμαστε εκλαμβάνεται ως «γνώρισμα» που ορίζεται από τον ίδιο τον εμπειρικό κόσμο.

Αυτό συνδέεται με την πλάνη γνωστή ως “No true Scotsman fallacy” την οποία διατύπωσε ο  Antony Flew. Ένας Σκοτσέζος λέει υπερήφανα, διαβάζοντας για μια εγκληματική πράξη Άγγλου:   «Κανένας Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Την επόμενη μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ότι κάποιος συμπατριώτης του διέπραξε ακριβώς το ίδιο. Κανένα πρόβλημα για τη γενίκευση της προηγούμενης μέρας. Την επαναλαμβάνει ελαφρώς τροποποιημένη: «Κανένας γνήσιος Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Αν το διέπραξε, σημαίνει ότι δεν είναι γνήσιος Σκοτσέζος. Όμως, έχει συμπεριλάβει την ανικανότητα στο έγκλημα στον αρχικό ορισμό του Σκοτσέζου. Έχει εκ των προτέρων ανοσοποιηθεί κατά της διάψευσης η πρότασή του. Είναι, όμως, κενή πληροφοριακού περιεχομένου.

 

Η υποστασιοποίηση του «λαού»

Ας έρθουμε στην ιδέα ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο και να δούμε πώς η ουσιοκρατική πλάνη συνδέεται μαζί της. Το ότι ο λαός δεν σφάλλει στην ετυμηγορία του είναι, όπως είπα, ταυτολογικά ορθό. Καλείται να εκφράσει με ένα θεσμικά προβλεπόμενο τρόπο (εκλογές όπου ισχύει συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα) την προτίμησή του το εκλογικό σώμα, το οποίο συνίσταται από πολυάριθμα άτομα και που για λόγους συντομίας έκφρασης δίνουμε το όνομα «λαός».

Αυτός ο λαός, όπως τον ορίσαμε, εκφράζεται με τα θεσμικά μέτρα που προβλέπονται για αυτό. Η ετυμηγορία του είναι «ορθή» με την έννοια ότι εκλαμβάνεται για αυτό που είναι, όποια και αν είναι αυτή. Δεν σφάλλει, όπως και η πραγματικότητα δεν σφάλλει, όπως η φύση και τα γεγονότα δεν σφάλλουν. Εμείς, οι παρατηρητές και αναλυτές της φύσης και των γεγονότων μπορούμε να πέσουμε έξω στις εκτιμήσεις και τις κρίσεις μας. Η μη σφαλερότητα δεν είναι μέρος της «ουσίας» του λαού. Η μη σφαλερότητα που του αποδίδεται έχει την έννοια ότι ο σχολιαστής και ο ερευνητής δεν καλείται να κρίνει αν σωστά ή λανθασμένα εκφράστηκε ο λαός, αλλά να αναλύσει και να εξηγήσει την εκλογική συμπεριφορά, τις συνθήκες που υπαγόρευσαν ορισμένες συμπεριφορές, το σύστημα μέσω του οποίου οι επιλογές αυτές μεταφράζονται σε βουλευτικές έδρες κλπ.  

Φυσικά και σε μια τέτοια ανάλυση δεν τίθεται θέμα συλλογικής ευθύνης του εκλογικού σώματος για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Άλλωστε η ευθύνη είναι μια ηθική κατηγορία, και ως τέτοια ανήκει στην ατομική συνείδηση, όχι σε ομάδες, ή κατηγορίες σκέψης τις οποίες συμβατικά ονοματίζουμε, και  εντελώς εσφαλμένα τους αποδίδουμε οντολογική υπόσταση.

Όμως, αυτοί που αναπαυδήτως επαναλαμβάνουν το κλισέ περί της αλάνθαστης ετυμηγορίας του λαού – μη αντιλαμβανόμενοι τον κοινότοπο και ταυτολογικό χαρακτήρα της δήλωσής τους πηγαίνουν πιο πέρα. Λένε ότι η ετυμηγορία του λαού είναι σοφή, ότι ο λαός είναι σοφός. Η θεσμικά αναγνωρισμένη κυριαρχία του λαού –και επομένως η ετυμηγορία του – δεν τους αρκεί. Ο λαός είναι σοφός και κυρίαρχος συγχρόνως. Του αποδίδονται με τον τρόπο αυτό, ιδιότητες που μόνο στο Θεό αποδίδονται.

Με αφετηρία μια ταυτολογική αλήθεια – την οποία εκλαμβάνει ως σημαντική – προχωράει σε μια εξαγγελία η οποία είναι αυθαίρετη, πομφολυγώδης, και ολιστική. Μέσα από αυτήν ο λαός υποστασιοποιείται ανθρωπομορφικά. Αποδίδεται σ’ αυτόν μια συλλογική προσωπικότητα η οποία δρα, βούλεται, σκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει πάνω στα πολιτικά πράγματα με απόλυτη αρμοδιότητα. Η τελευταία δεν του αποδίδεται απλώς συμβατικά, αλλά ουσιαστικά. Η κρίση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας δεν θεωρείται μόνο «τύποις» αλλά και «ουσία» αλάνθαστη. Έχει, υποτίθεται, ορθολογική εξήγηση, κάθε εκλογικό αποτέλεσμα ως σοφά μελετημένη κρίση που σχηματίζει ο νους αυτής της συλλογικής προσωπικότητας. Αυξάνει ή μειώνει κατά περίπτωση τη δύναμη ενός κόμματος, τόσο όσο πραγματικά πρέπει.  

Δηλαδή, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί του λαού ως συλλογικής προσωπικότητας, κάθε ψηφοφόρος εκφράζει υποκειμενικά την προτίμησή του, ψηφίζει σύμφωνα με το συμφέρον του, την κρίση του, τις αξίες του, το θυμικό του, αλλά δεν είναι παρά ένα «μόριο» ενός όλου το οποίο λειτουργεί με άλλες νομοτέλειες και που ακολουθεί τη δική του «λογική». Η τελευταία ταιριάζει στις ανάγκες και τη βούληση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας.

Η όλη ιδέα είναι ολιστική και ανθρωπομορφική. Εκλαμβάνει τον λαό ως μια οντότητα, ως σύνολο που είναι ενιαίο παρά τις διαφοροποιήσεις των μερών μεταξύ τους. Παραθεωρεί το γεγονός ότι ο «λαός» δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνουμε σε ένα σύνολο που συμβατικά θεωρείται ενιαία ολότητα. Δεν είναι μια οντότητα που υφίσταται ανεξάρτητα από την σύμβαση να ονοματιστεί έτσι. Δεν υπάρχει κάποιος συλλογικός νους που σκέπτεται, βούλεται, αποφασίζει, εκφράζει προτιμήσεις, αποδοκιμασία, εύνοια ή απαρέσκεια. Συγκεκριμένα άτομα διαμορφώνουν σκέψεις και προβαίνουν σε αποφάσεις που τις εκφράζουν με τις ψήφους τους η συγκταρίθμηση των οποίων εκλαμβάνεται ως ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Συντομογραφικά χρησιμοποιείται η έκφραση «λαϊκή ετυμηγορία» στη θέση αυτής της περιγραφής.

Στην ίδια ανθρωπομορφική πλάνη περιπίπτουν και όσοι υποστηρίζουν ότι ο λαός «παραπλανήθηκε» στην ψήφο του, ή ότι  «φέρει ευθύνες» για αυτήν. Λειτουργεί η υπόρρητη παραδοχή ότι ο λαός έχει μια προσωπικότητα στην οποία μπορούν να αποδοθούν ευθύνες. Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο «λαός» δεν υφίσταται ως συλλογικό υποκείμενο. Είναι απλά ένα όνομα, μια νοητική κατασκευή που χρησιμεύει στην εξήγηση της λειτουργίας θεσμών. Με μια έννοια είναι το όνομα ενός θεσμού. Δεν φέρει ευθύνες, επειδή οι θεσμοί, οι αφηρημένες ιδέες ή τα σύνολα, δεν είναι φορείς ευθυνών. Ευθύνες έχουν άτομα. Και ο λαός είναι εξ ορισμού ανεύθυνος. Δεν «σφάλλει» : όχι διότι είναι πάνσοφος ή πανάρετος, αλλά διότι τα αποτελέσματα των επιλογών του, θετικά ή αρνητικά, τα απολαμβάνει ή τα υφίσταται ο ίδιος.

Μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι ως ιδεατό σύνολο δεν σφάλλει ο λαός. Ως άθροισμα συγκεκριμένων ατόμων ούτε σφάλλει, ούτε δικαιώνεται. Αλλά τα πολυάριθμα αυτά άτομα συχνά αντιλαμβάνονται, το καθένα ξεχωριστά- και συνήθως μετεκλογικά – αν διέπραξαν σφάλματα ή όχι.

Αν και επίσης συχνά δεν το αντιλαμβάνονται ή δεν το παραδέχονται.


Η Έκτη Φάλαγγα και ο Λαϊκισμός

Δ. Δημητράκος

Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση – και όχι μόνο η Ελλάδα- βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κρίση σήμερα. Απόρροια αυτής της κρίσης είναι ο λαϊκισμός, δηλαδή η αγνόηση αυτού που ισχύει θεσμικά και οικονομικά, εφόσον δεν το θέλει, δεν το ξέρει ή δεν το αντιλαμβάνεται «ο λαός». Και ο λαϊκισμός δεν έχει αριστερό ή δεξιό πρόσημο, όπως ορθά κρίνεται από το Economist – μάλλον το εγκυρότερο περιοδικό οικονομικής και πολιτικής ενημέρωσης και ανάλυσης παγκοσμίως.

Ο λαϊκισμός ευδοκιμεί εκεί όπου οι λύσεις σε άμεσα προβλήματα που βιώνει ο πολύς κόσμος είναι σύνθετες, απαιτούν χρόνο για να καρποφορήσουν, και οι προεκτάσεις των προβλημάτων δεν είναι άμεσα ορατές. Εκεί ο λαϊκισμός προσφέρει εύκολες και άμεσα κατανοητές συνταγές: λεφτά υπάρχουν -αλλά κάποιοι τα κρύβουν – πλουτοπαραγωγικές πηγές υπάρχουν, αλλά ξένα συμφέροντα εμποδίζουν την εκμετάλλευσή τους, δουλειές υπάρχουν, αλλά τις δίνουν στους ξένους – οι οποίοι «ρίχνουν» και τα μεροκάματα – λύσεις υπάρχουν αν υπήρχε «πολιτική βούληση» να ξεπεράσει τα θεσμικά εμπόδια, τα οποία έχουν τοποθετηθεί από το «σύστημα» κλπ.

Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη είναι μια απειλή:  Ο Nigel Farage με το UKIP στη Βρετανία, η Marine Le Pen με το Front National στη Γαλλία, ο Pablo Iglesias στην Ισπανία με το  Podemos, στην Ιταλία το Movimento 5 Stelle του Beppe Grillo, και ανάλογα σε Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και αλλού. Η απειλή συνίσταται όχι μόνο στην εφαρμογή δημαγωγικών πολιτικών με διανοητικά εύπεπτα συνθήματα (υπέρ της αναδιανομής του πλούτου ή της έξωσης των μεταναστών), αλλά  και σε θεσμικές ανατροπές με στόχο πάντα τη συντριβή του κατεστημένου.

Είναι φυσικό να ενισχύονται αυτά τα κινήματα από μεγάλες μάζες, όταν τα παραδοσιακά κόμματα δεν αντεπεξέρχονται σε σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Και δεν αντεπεξέρχονται, κυρίως διότι ο ιδεολογικός τους εξοπλισμός, αλλά και η ρουτίνα της πρακτικής τους, δεν επαρκούν πλέον. Γι’ αυτόν το λόγο, σε πολλούς τα κινήματα των λαϊκιστικών κομμάτων αναδίδουν μια απατηλή γεύση ανανεωτικού σφρίγους.

Κινδυνεύουν οι θεσμοί ή η ένταξη μιας χώρας-μέλους της ΕΕ από τέτοια κινήματα ; Υπάρχουν δυνάμεις που να έχουν συμφέροντα στη συνταγματική εκτροπή  μιας δημοκρατίας ή στην εκθεμελίωση της ΕΕ; Υπάρχουν εξωτερικοί κίνδυνοι από «σκοτεινές δυνάμεις»; Υπάρχουν κέντρα που συνωμοτούν κατά της δημοκρατίας, των λαών, της Ευρώπης και των θεσμών της.

Δεν νομίζω να υπάρχουν. Και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει Πέμπτη Φάλαγγα – κρυφοί και υποχθόνιοι εχθροί που υπονομεύουν τη σταθερότητα, και επιζητούν την εκτροπή με απώτερο σκοπό την εξολόθρευση του κατεστημένου. Υπάρχει λαϊκή οργή, όμως. Και η λαϊκή οργή δεν είναι διαχειρίσιμη από τα παραδοσιακά κόμματα. Αυτή αποτελεί το έδαφος που εκτρέφει τον λαϊκισμό.

Αξίζουν την συμπάθεια μας όλοι οι άνθρωποι που έχουν χτυπηθεί από πραγματική φτώχια με την κρίση. Πολλοί από αυτούς έχουν εξαθλιωθεί ή έχουν ωθηθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Με αυτήν την έννοια, δεν πρέπει να ως «φταίχτες» ή ως «άφρονες» οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι είναι κατά κάποιο τρόπο οι «φυσικοί» οπαδοί «αντισυστημικών», δηλαδή καθαρά λαϊκιστικών κομμάτων.

Από την άλλη μεριά, δεν νομίζω να αξίζουν τη συμπάθεια μας εκείνοι οι αστοί –  συνήθως συντηρητικής ιδεολογίας – που περιφέρουν την εθελοτυφλία τους ως «εξυπνάδα», που παραιτούνται του ορθολογισμού τους και της κριτικής τους ιδιότητας, χωρίς να έχουν τη δικαιολογία της απόλυτης εξαθλίωσης ή/και της απαιδευσίας.

Αυτοί είναι οι υπονομευτές της ανοιχτής κοινωνίας στην Ελλάδα, οι οποίοι στοχεύουν στην ολική καταστροφή, με προοπτική την μεγάλη αναγέννηση. Ζητούν την τιμωρία, ακόμα και τη διάλυση,  των κομμάτων που άσκησαν εξουσία μέχρι τώρα, ανεξάρτητα από τις συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου. Το παν για αυτούς είναι η και η καταστροφική απόληξη μιας τάξης πραγμάτων που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ισορροπία της.

Αυτοί αποτελούν την Έκτη Φάλαγγα που στρέφεται κατά της δημοκρατίας και της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ.

Αναγνωρίζω ότι πολλοί από αυτούς έχουν πράγματι πληγεί και αδικηθεί από τα κυβερνητικά μέτρα. Συμμερίζομαι την αγανάκτησή τους για τον παρασιτισμό και την φαυλότητα του συστήματος της μεταπολίτευσης, τις παλινωδίες της κυβερνητικής πολιτικής τις οικονομικές της επιθέσεις επί δικαίων και αδίκων. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους άνεργους, και τους κάτω του ανεκτού ορίου φτώχιας. Δεν δικαιολογείται, επομένως, η εκδικητικότητα που επιδεικνύουν και που  κυριαρχεί στον πολιτικό τους λόγο, ματαιώνοντας τη λειτουργία της λογικής τους.

Ο εκδικητικός τους παραλογισμός των ζηλωτών της Έκτης Φάλαγγας εμφανίζεται ως πολιτική σωφροσύνη, ως προϊόν έγκυρης ενημέρωσης και ορθής αποτίμησης της κατάστασης. Επιπλέον, παρουσιάζουν τις προβλέψεις τους όχι μόνο ως βέβαιες, αλλά και ως ευκταίες και ποθητές. Εξαγγέλλουν προφητείες που θα ήθελαν να είναι αυτο-εκπληρούμενες.

Δεν εκπληρώνονται, όμως, από τη στιγμή που δεν είναι οι ίδιοι αξιόπιστοι. Πρόκειται για καταστροφικούς  ανορθολογιστές, που παριστάνουν τους ορθολογικούς ρεαλιστές και ευαγγελίζονται την πολιτική του χειρότερου: ας επικρατήσει το χειρότερο για να θριαμβεύσει τελικά το καλύτερο. Επιπλέον, καθίστανται οι εξ αντικειμένου υπέρμαχοι του λαϊκισμού. Επομένως, ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είναι πλήρως ανίκανοι να αντιληφθούν τι πρεσβεύουν και προωθούν ∙ ή δημιουργούν προκαταβολικά μια «υποθήκη» κλείνοντας το μάτι στους λαϊκιστές. Δυστυχώς για τους εργάτες της Έκτης Φάλαγγας, τα δύο αυτά ενδεχόμενα δεν είναι  αλληλο-αποκλειόμενα. Όπως οι ιδιότητες της ανοησίας και της ιδιοτέλειας δεν είναι αλληλο-αποκλειόμενες.


Το Τέλος της «Μεταπολίτευσης» ;

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Η Μεταπολίτευση, όχι με την έννοια της μετάβασης από το δικτατορικό στο δημοκρατικό καθεστώς, το 1974, αλλά με την διευρυμένη σύγχρονη έννοια της που περιλαμβάνει το ίδιο το καθεστώς που προέκυψε, τις νοοτροπίες που εξέθρεψε, τη θεσμική, ιδεολογική και εθνική αυταρέσκεια με την οποία ταυτίστηκε, βαίνει προς το τέλος της. Μαζί και η ρητορική της, η οποία περιλαμβάνει και μεγεθύνει όλα αυτά τα στοιχεία.

Η σαπίλα που ήρθε στην επιφάνεια  στη διάρκεια της κρίσης έδειξε ένα πράγμα: ότι η ρητορική της είχε ένα υλικό υπόβαθρο που ήταν η διαθεσιμότητα πόρων. Η φράση «Λεφτά υπάρχουν» που έμεινε στην πρόσφατη ιστορία μας, ήταν μια κραυγή επιβεβαίωσης της ύπαρξης της Μεταπολίτευσης ως έκφρασης μιας επιθυμητής πραγματικότητας. Ήταν σαν να έλεγε ο υψηλόφρων πολιτικός «Μην ανησυχείτε, η Μεταπολίτευση είναι εδώ, δυνατή και ισχυρή και όσο υπάρχει, δεν θα στερούμαστε πόρων». Ναι, διότι ο βολονταρισμός του κρατισμού αυτό διδάσκει: σε τελευταία ανάλυση ο κρατισμός είναι λεφτόδεντρο. Ο κόσμος που τον ψήφισε δεν ήταν ηλίθιος. Ακολούθησε άκριτα μια εδραιωμένη ιδεολογία. Και ας είμαστε ξεκάθαροι: μια ιδεολογία που ενστερνίστηκε  η ΝΔ στο πρώτο της ξεκίνημα πριν το 1981, και την οποία διεύρυνε και στερέωσε το ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια. Ο Γιώργος δεν πρωτοτύπησε και δεν παρέκκλινε από την καθολικά εδραιωμένη πίστη των συμπατριωτών μας στον κρατισμό και τις απεριόριστες δυνατότητες που προσφέρει.

Αλλά υπήρχε μια «λεπτομέρεια» που παρέβλεψε: ότι το λεφτόδεντρο είχε όρια που δεν καθορίζονταν πλέον από τις Ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, τουλάχιστον από το 2000 κι έπειτα, όταν η Ελλάδα μπήκε στη ζώνη του ευρώ. Όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, η φούσκα έσκασε, και εξέλιπε  η υλική βάση της Μεταπολίτευσης ως ιδεολογίας και στάσης ζωής. Αυτό επέφερε δύο θεαματικά αποτελέσματα: την απότομη περιθωριοποίηση του ΠΑΣΟΚ, κόμμα που αξιοποίησε τον κρατισμό στα απώτατα όρια του,  και την επίσης απότομη άνοδο της ΧΑ, μιας οργάνωσης που βασίστηκε στην πιο ξεδιάντροπα φασιστική νοοτροπία, η οποία ήταν αδιανόητη στο πλαίσιο της Μεταπολίτευσης όπως αυτή νοήθηκε και εδραιώθηκε.

Ουδέποτε δικαιώθηκε ο Μαρξ με τόσο θεαματικό τρόπο: τέλος στην οικονομική βάση, τέλος στην ιδεολογία της Μεταπολίτευσης. Τέλος στην τελευταία και νάσου και εμφανίζονται οι ακαθαρσίες που συσσωρεύονταν κάτω από το χαλί της. Όμως, το θηρίο δεν πεθαίνει εύκολα. Και οι εταίροι μας πρόσφεραν μερικές ενέσεις, για να γίνουν μεταρρυθμίσεις που θα έσωζαν την οικονομία και την κοινωνία. Αυτές δεν έγιναν. Ο κρατισμός – η ραχοκοκαλιά της Μεταπολίτευσης – έπρεπε να συντηρηθεί. Και αυτή ήταν η «κύρια αντινομία» (όπως πάλι ο Μαρξ θα έλεγε) που δεν μπορούσε να ξεπεραστεί. Ο λαός ήταν και είναι εθισμένος σ’ αυτό του το αφιόνι. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Φυσικά η κυβέρνηση – όπως θα έκανε οποιαδήποτε άλλη που θα βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, και με καθεστώς Μεταπολίτευσης – θέλησε να αποφύγει και να αναβάλει.  Βαθύτατα ανθρώπινη η στάση του  «παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο», όμως έχει αναγκαία ημερομηνία λήξης το τέλος Φεβρουαρίου του 2015. Η προβλεπόμενα αποτυχημένη εκλογή ΠτΔ δόθηκε για την τιμή των όπλων. Μπαίνουμε αναγκαστικά σε μια περίοδο αναταράξεων που θα σημάνουν την αρχή του τέλους της Μεταπολίτευσης – και αυτό ανεξάρτητα από το άμεσο αποτέλεσμα των εκλογών που έρχονται. Καλό ή κακό; Καλό, θα έλεγα, αλλά εξαρτάται από το κόστος που θα έχει.

 


Φιλοσοφία, Ιδεολογία και Κριτική

Δ. Δημητράκος

 

O μεγάλος φιλόσοφος Karl R. Popper πέθανε πριν ακριβώς 20 χρόνια: στις 17 Σεπτεμβρίου του 1994. Το κείμενο που ακολουθεί είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

 

 

Στο κέντρο της φιλοσοφίας του Popper βρίσκεται η έννοια της κριτικής: τόσο στη συμβολή του στη φιλοσοφία της επιστήμης, όσο και στην πολιτική του φιλοσοφία.  Γι αυτό και έχει τεράστια σημασία η ιδέα της αλήθειας στο έργο του, δηλαδή, η αντιστοιχία μιας πρότασης ή μιας θεωρίας με την πραγματικότητα.

Για τον Karl Popper η κριτική είναι πάντα προσπάθεια διάψευσης μιας θεωρίας, η ανακάλυψη αδυναμιών σε μια πρόταση για πρακτική δράση. Η κριτική είναι ο αναγκαίος έλεγχος μέσω του οποίου δοκιμάζεται – ελέγχεται – μια τέτοια θεωρία ή πρόταση. Σκοπός είναι η  απαλοιφή των αδυναμιών της. Μέσα από την κριτική διορθώνεται και ισχυροποιείται η κρινόμενη θεωρία ή οδηγείται σε απόσυρση και αντικατάστασή της από άλλη, που κρίνεται ικανοποιητικότερη. Στον τομέα της επιστημονικής γνώσης, ασκείται κριτική σε μια θεωρία και κρίνεται η επάρκεια της όταν μπορέσει να ελεγχθεί επαρκώς. Κάποια στιγμή θα αναιρεθεί και θα αντικατασταθεί από άλλη, που θα έχει μεγαλύτερο εξηγητικό περιεχόμενο. Έτσι αναπτύσσεται η επιστημονική γνώση.

Η κριτική, επομένως, κατά τον Popper, είναι απαραίτητη στην γνωστική πρόοδο.[1] Επιπλέον η κριτική συνδέεται με τη διάψευση. Βασική αρχή της κριτικής, όπως είναι γνωστό, είναι ότι δεν απευθύνεται σε πρόσωπα, αλλά σε ιδέες και θεωρίες. Αυτό σημαίνει κάτι περισσότερο: ότι δεν έχει σημασία η προέλευση αυτών των ιδεών ή η σύνδεσή τους με οποιονδήποτε ατομικό ή συλλογικό φορέα, αλλά το αντικειμενικό τους περιεχόμενο. Η κριτική, επομένως, απευθύνεται στον «αντικειμενικό» κόσμο των θεωρητικών δημιουργιών και όχι στον «υποκειμενικό» κόσμο της ιδιωτικής σκέψης ή ψυχολογίας. Δεν στοχεύει σε πρόσωπα, ούτε σε πράξεις ή πράγματα, αλλά σε προτάσεις, υποθέσεις, θεωρίες. Αποτελεί έλεγχο, ως προς την αλήθεια που εκφράζουν.

 

  1. Πολιτική, ιστορία και φιλοσοφία: συλλογική ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε μια εξελικτική προοπτική

 

Στο σημείο αυτό μπορεί να διατυπωθεί η αντίρρηση ότι η κριτική μπορεί να σημαίνει προσπάθεια διάψευσης, αλλά συνηθέστερα εκφράζει την αντίθεση σε κάτι. Και αυτό αφορά κυρίως το πεδίο της πολιτικής, εφόσον εκεί πραγματοποιούνται συγκρούσεις και εκφράζονται αντιθέσεις. Βρισκόμαστε, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, μέσα στη σφαίρα της δράσης μαζί με άλλους συνανθρώπους μας. Η σχέση μαζί τους έχει μια πολιτική διάσταση, εφόσον ζούμε σε οργανωμένες κοινωνίες. Είμαστε, επομένως, πολιτικά όντα, περιστοιχισμένα από την πολιτική, θέλοντας και μη. Η κριτική πρέπει να λάβει υπόψη της αυτή τη διάσταση. Δεν γίνεται «εν πολιτικώ κενώ». Κάθε άνθρωπος είναι πολιτικά εμπλεγμένος, ενεργά ή παθητικά, ασκώντας εξουσία ή ενεργοποιούμενος εναντίον της ή έστω υφιστάμενός την.  H κριτική, επομένως, εκφράζει σύγκρουση στην πολιτική, ακόμα και ρήξη, ανατροπή.

Δεν έχω καμιά δυσκολία να δεχθώ ότι η συνύφανση της έννοιας της κριτικής με εκείνη της σύγκρουσης εκφράζει μια βαθύτατη αλήθεια υπέρ της οποίας συνηγορεί η εξέλιξη των ειδών. Ως βιολογικό είδος ο άνθρωπος προσπαθεί να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του. Ακριβέστερα, επειδή η έννοια της προσαρμογής είναι προβληματική,[2] πρέπει να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι επιλύτης προβλημάτων: επιλύει προβλήματα που αντιμετωπίζει στο περιβάλλον του, όπως όλοι οι βιολογικοί οργανισμοί.[3] Με τη διαφορά ότι ο άνθρωπος δημιουργεί πολιτισμό και τα προβλήματα που επιλύει δεν αφορούν απλώς την επιβίωσή του, αλλά και τη βελτίωση των συνθηκών του βίου του μέσα από συνειδητά δημιουργήματά του, διαφοροποιούμενος με αυτόν τον τρόπο από τα άλλα μέλη του ζωικού βασιλείου.

Πρέπει να δούμε τον ανθρώπινο πολιτισμό ως προέκταση και συνέχεια της  εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Η εξέλιξη του ανθρώπου δεν είναι μόνο βιολογική, αλλά και πολιτιστική και γι’ αυτό λέμε ότι δημιουργεί και καταγράφει την ιστορία του. Ο άνθρωπος,  δεν είναι μόνο πλάσμα της ιστορίας, είναι και δημιουργός της.

Αλλά και η πολιτική ιδιότητα του ανθρώπου, είναι συμβατή με τη βιολογική του ιδιότητα. Δεν εννοώ μ’ αυτό ότι η πολιτική έχει ζωική προέλευση. Εννοώ το αντίθετο: μόνο ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο, αν και όπως έδειξε ο ολλανδός ηθολόγος Frans de Waal, μορφές πολιτικής δραστηριότητας με κάποια έννοια παρατηρούνται και στους  χιμπαντζήδες, ίσως και σε άλλους πρωτεύοντες πιθήκους[4].

Ο λειτουργικός ρόλος της εξουσίας και επομένως και της πολιτικής είναι η επίλυση ενός προβλήματος που αποτελεί η ανάγκη ενότητας δράσης ενός ανθρώπινου  συνόλου, όταν η πολλαπλότητα δυνατών επιλογών στην εκάστοτε εξεύρεση λύσεων επιβάλλει την υιοθέτηση μιας και μόνης επιλογής που βρίσκει και επιβάλλει μια αρχή, κάθετα από πάνω προς τα κάτω. Ο αγώνας για την απόκτηση και άσκηση της εξουσίας, καθώς και ο αγώνας για την ανατροπή της είναι αναπόδραστα πολιτικός.

  1. Διάψευση και βιολογική εξέλιξη

Τώρα έρχομαι στο θέμα της διάψευσης και εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα  πραγματικά προβλήματα. Η διάψευση δεν έχει αυτονόητο χαρακτήρα. Η σύγχρονη επιστημολογία μας δείχνει ότι καμιά θεωρία δεν διαψεύδεται με αδιάσειστο και οριστικό τρόπο. Αυτό τονίζεται όχι μόνο από την μεταποπεριανή επιστημολογία του Thomas Kuhn[5] και του Ιmre Lakatos[6], αλλά από τον ίδιο τον Karl Popper ήδη από το 1934 όταν έγραψε την («Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης»)[7]. Θεωρητικά, επομένως, μπορεί κανείς να επιμείνει εις πείσμα της παρατηρησιακής εμπειρίας  και της ετυμηγορίας του περάματος ότι η θεωρία που ενστερνίζεται δεν έχει αναιρεθεί από τα γεγονότα.

Αυτή η εμμονή στη δυνατότητα μη διάψευσης είναι θεωρητικά δυνατή. Όμως, χάνει τη σημασία της αν τη δει κανείς μέσα σε μια ευρύτερη προοπτική η οποία είναι βιολογική. Η διάψευση είναι πειστική όταν έχει βιολογικές συνέπειες. Είναι υποχρεωτικό για όλους να δεχθούν τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης και επομένως και τις διαψεύσεις επιστημονικά λανθασμένων θεωριών. Η αμφισβήτηση αυτών των πορισμάτων μπορεί να επισύρει ακόμα και το θάνατο, όπως θα συμβεί σε όποιον αμφισβητήσει  έμπρακτα την εγκυρότητα του νόμου τον νόμο της παγκόσμιας έλξης. Ο φορέας λανθασμένης θεωρίας, αν είναι πείσμων, θα πεθάνει με το λάθος του[8].

Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η διάψευση στη βιολογική εξέλιξη. Η διάψευση είναι μηχανισμός επιλογής, ενώ η κριτική είναι προσομοίωση (simulation ) της φυσικής απαλοιφής που παρατηρείται στην εξέλιξη των ειδών[9]. Στην τελευταία, έχουμε διάψευση σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια επίλυσης ενός προβλήματος, κάθε ματαίωση  προσαρμογής.   Μπορούμε, δηλαδή, να θεωρήσουμε ως διάψευση οποιαδήποτε αποτυχία ενός έμβιου οργανισμού να λύσει ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει, είτε ενεργεί συνειδητά, είτε σύμφωνα με ένα πρόγραμμα εγγεγραμμένο στον γενετικό του κώδικα. Το ίδιο ισχύει και με γενικότερες μη επιτυχημένες προσαρμογές ενός ολόκληρου είδους. Η φύση λέει «Όχι» σε τέτοιες προσπάθειες. Ο έμβιος οργανισμός (ή ένας ολόκληρος πληθυσμός) δρα ωσάν να είχε μια «θεωρία» για τον κόσμο του, το περιβάλλον του. Οπότε μια αποτυχία προσαρμογής, μπορεί να θεωρηθεί ως διάψευση μιας τέτοιας «θεωρίας». Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο η διάψευση μιας θεωρίας στο επίπεδο του ανθρώπινου λόγου είναι μερική περίπτωση προσαρμοστικής αποτυχίας στο επίπεδο της θεωρητικής γνώσης.

Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να πει κανείς ότι η θεωρητική γνώση του ανθρώπου εξελίσσεται όπως τα είδη. Η ανάπτυξή της γίνεται μέσα από τυχαίες μεταλλαγές (random mutations) και επιλεκτική διατήρηση (selective retention). Και στις δύο περιπτώσεις οι «θεωρίες» παίζουν ρόλο προσδοκιών όσον αφορά κανονικότητες του περιβάλλοντος. Τα βιολογικά είδη έχουν εγγεγραμμένα στον γενετικό τους κώδικα προσδοκίες που αφορούν κανονικότητες του περιβάλλοντός τους, ακριβώς όπως μέσα από υποθέσεις και θεωρίες, ο άνθρωπος σχηματίζει τέτοιες  προσδοκίες. Μια υπόθεση για τη δομή του σύμπαντος αντιστοιχεί σε με μια προσδοκία κανονικότητας σε καθολική βάση, όπως  ακριβώς συμβαίνει και με τους έμβιους οργανισμούς.

Με την ευρύτερη αυτή έννοια οι έμβιοι οργανισμοί συμπεριφέρονται ωσάν να υπέβαλαν ερωτήματα ή να διατύπωναν «θεωρίες» στο περιβάλλον και εκείνο με τη σειρά του προβαίνει σε διαψεύσεις που παίρνουν τη μορφή εξαφάνισης του ατομικού φορέα ή και ολόκληρου του είδους. Οι έμβιοι οργανισμοί πεθαίνουν μαζί με τα λάθη τους. Η εξέλιξη των ειδών είναι, με την έννοια αυτή, μια διαδοχή υποθέσεων και διαψεύσεων, ακριβώς όπως και η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης[10].

 

  1. Διάψευση και ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης

Aυτή είναι η ετυμηγορία της σύγχρονης εξελικτικής επιστημολογίας, αλλά και της φιλοσοφίας της βιολογίας[11].  Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο η διάψευση μιας θεωρίας στο επίπεδο του ανθρώπινου λόγου είναι μερική περίπτωση προσαρμοστικής αποτυχίας στο επίπεδο της θεωρητικής γνώσης. Με την ευρύτερη αυτή έννοια το περιβάλλον καταδικάζει με τον τρόπο του τα λάθη προσαρμογής ενός ατομικού φορέα, ενός πληθυσμού ή ενός είδους. Το βασικό είναι ότι και εδώ ισχύει η ασυμμετρία μεταξύ διάψευσης και επαλήθευσης[12]. Η φύση (ή το περιβάλλον) δεν απαντάει με κανένα επαληθευτικό «ναι», αλλά με «όχι» ή με σιωπή. Και η σιωπή δεν τεκμαίρει κατάφαση, αλλά μη αντίρρηση προς το παρόν, δηλαδή μια προσωρινή αναγνώριση του συμβατού μεταξύ μιας κατάστασης και μιας άλλης, μέχρι νεωτέρας εξελίξεως. Όπως γράφει ο ιστορικός και φιλόσοφος Peter Munz : «Μπορεί να παρατηρηθεί όλο το φαινόμενο της εξέλιξης ως πρόοδος της γνώσης όπου το περιβάλλον επιλέγει εκείνο που είναι συμβατό (compatible) με αυτό ώστε το τελευταίο στάδιο να περιέχει γνώση πάνω στο προηγούμενο στάδιο». [13]

H διάψευση σ’ αυτές τις περιπτώσεις σημαίνει ότι μια παγιωμένη θεωρία, ενσωματωμένη σε έναν οργανισμό, αναιρείται μαζί με το φορέα της. Η αναίρεση πραγματοποιείται en bloc : μαζί με το ξερό καίγεται και το χλωρό. Μαζί με τη λαθεμένη «θεωρία» χάνεται και ο φορέας της. Αυτό αποφεύγει ο άνθρωπος, χάρη στην  χρήση της γλώσσας. Η ανθρώπινη γλώσσα, πέρα από τις λειτουργίες της ως μέσου έκφρασης και περιγραφής, έχει και μια πρόσθετη λειτουργία, που τονίζεται από τον Popper, και αυτή είναι επιχειρηματολογική. Μια γλωσσικά διατυπωμένη σκέψη σε μορφή πρότασης – ή συνόλου προτάσεων – προσφέρεται ως αντικείμενο κριτικής συζήτησης. Μπορεί κανείς να αναφερθεί σ’ αυτήν με άλλες προτάσεις και να αποτιμήσει την αλήθεια της. Και στη συνέχεια, μπορεί κάποιος άλλος να αξιολογήσει το κατά πόσον το επιχείρημα είναι έγκυρο, αν έχει λογική συγκρότηση, αν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να εξαλειφθούν οι ενδεχόμενες ανεπάρκειες μιας υπόθεσης ή πρότασης δράσης. Η διάψευση μιας γλωσσικής πρότασης έχει έναν εξαλειπτικό ρόλο, χωρίς, όμως, να εξαλείφεται ο φορέας της, χωρίς να εξαφανίζεται με το λάθος του, όπως γίνεται στη ν εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής. Η ανθρώπινη εξέλιξη -γνωστική και κοινωνική – εντάσσεται με τον τρόπο αυτόν σε ένα πλαίσιο όχι φυσικής επιλογής, αλλά επιλογής μέσω ορθολογικής κριτικής.[14]

Η διάψευση λειτουργεί μέσα στη ζωή, μέσα στη φύση, όπως βλέπουμε. Ο προτασιακός λογισμός μας βοηθάει να δώσουμε ακριβέστερη μορφή για δική μας θεωρητική χρήση στη διάψευση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο βιεννέζος φιλόσοφος θεωρεί τη λογική ως όργανο της κριτικής (organon of criticism). [15] Xρησιμέυει κυρίως για διάψευση θεωριών όταν ανακαλύπτονται λάθη σ ’αυτές. Όμως, αυτή η μορφή διάψευσης αποτελεί μια μερική περίπτωση της γενικότερης διάψευσης που απαντάται σε όλο το πεδίο της βιολογικής εξέλιξης. Ο Einstein, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Popper, διαφέρει από πλευράς γνώσης από την αμοιβάδα μόνο κατά τούτο: ότι αναζητεί συνειδητά την εξάλειψη των σφαλμάτων στη θεωρία του, ότι στέκεται κριτικά απέναντί της. [16]

 

  1. Τα όρια της προσήλωσης στο δόγμα

Και εδώ μπορεί να προβληθεί μια αντίρρηση. Η εμμονή στο δόγμα μπορεί να διαιωνιστεί. Και αυτό αφορά όχι μόνο ιδεολογίες, αλλά και επιστημονικές θεωρίες.  Η

διάψευση συμπαρασύρει και τους «σκληρούς πυρήνες» των θεωριών κατά  την ορολογία του Ιmre Lakatos[17]. Τότε είναι που μέσα από μια διάψευση βιώνεται ένα βαθύτατο ασυμβίβαστο: διαπιστώνεται ότι μια γενικότερη θεώρηση, μια βιωμένη κοσμοθεωρία δεν είναι συμβατή με κάτι καινούργιο, δεν ανταποκρίνεται σε ένα σημαντικό πρόβλημα που καλείται να λύσει.

Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούμε να έχουμε μεγάλες θεωρητικές ανατροπές. Ένας καθιερωμένος τρόπος σκέψης και δράσης, μια παγιωμένη μήτρα γνώσης, ίσως και μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, δεν επαρκεί για μια πραγματική επιστημονική καινοτομία. Το «παράδειγμα» στο οποίο αναφέρεται ο Τhomas Kuhn[18] – που δεν είναι άλλο από η επιστημονική ορθοδοξία – υφίσταται ανατροπή. Αλλά υπάρχει πάντα η δυνατότητα εμμονής στο επιστημονικό δόγμα: ακόμα και αν δεν λαμβάνεται επίσημα η απόφαση να κηρυχθεί «μη αναιρέσιμος» ο πυρήνας μιας θεωρίας, μπορούν τα μέλη μιας επιστημονικής κοινότητας να συμπεριφέρονται ωσάν να είχε παρθεί μια τέτοια απόφαση.[19]

Σ ’αυτό η επιστημολογία του Lakatos  δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του Kuhn, εφόσον εναπόκειται στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας να αποφανθούν κυρίαρχα πάνω στην ισχύ μιας επιστημονικής θεωρίας, είτε εντός ενός «επιστημονικού προγράμματος έρευνας» κατά τον πρώτο, είτε εντός ενός «παραδείγματος» κατά τον δεύτερο. Και οι δύο διαφέρουν ριζικά από την επιστημολογία του Karl Popper. Ο τελευταίος αποκλείει ως επιστημονικά αντιδεοντολογικές οποιεσδήποτε τροποποιήσεις επιστημονικών θεωριών, μέσα από την εμβόλιμη εισαγωγή βοηθητικών ή ad hoc υποθέσεων[20]. Για τον συγγραφέα της Λογικής της επιστημονικής ανακάλυψης, αυτές οι προσπάθειες αποτελούν επιστημολογικά πονηρεύματα που σκοπό έχουν να ανοσοποιήσουν μια θεωρία κατά της κριτικής και ενδεχόμενης διάψευσης[21]. Με τον τρόπο αυτό επιβιώνουν  πλασματικά πολλές θεωρίες που θα είχαν άλλως πεθάνει από καιρό.

Στο κοινωνικό επίπεδο επίσης πραγματοποιείται η ίδια δογματική παγίωση, η οποία έχει άμεση σχέση με την εξουσία. Το πρόβλημα που έρχεται να λύσει η εξουσία  είναι η επιβολή μιας ενιαίας φόρμουλας που έχει ως προϋπόθεση την ενότητα της φυλής, την κοινωνική συνοχή μέσα από την κάθετη, ιεραρχική σχέση μεταξύ εξουσιαστικής αρχής και των κυβερνωμένων ατόμων. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, η οργάνωση της εξουσίας απαιτεί το δογματισμό, διότι η γνώση έχει αποκλειστικά αυτήν τη λειτουργία και γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορεί να έχει ουδέτερο χαρακτήρα. Το δόγμα στηρίζει ένα καθεστώς ή μια ιεραρχία. Ο λειτουργικός του ρόλος είναι η νομιμοποίηση της εξουσίας και των λύσεων που αυτή δίνει στα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η δογματική αυτή εμπέδωση σημαίνει ότι η γνώση στις κλειστές, παραδοσιακές κοινωνίες αντιγράφει τη βιολογική ενσωμάτωση μορφών γνώσης στο γενετικό κώδικα του έμβιου οργανισμού. Οι γνώσεις αυτές ταυτίζονται με προσδοκίες όσον αφορά κανονικότητες του περιβάλλοντος και έχουν συμπαγή και αναλλοίωτο χαρακτήρα. Τον ίδιο χαρακτήρα αναζητεί να έχει και η εξουσία και οι κανόνες που θεσπίζει πρέπει να παραμένουν αδιασάλευτοι. Θα μπορούσε, επομένως, να αποφανθεί κάποιος, ότι ένα επιστημονικό ή θρησκευτικό ή θρησκευτικό πλέγμα ιδεών μπορεί να λειτουργήσει ως δόγμα στο οποίο πιστεύουν οι πιστοί και που θα είναι απόλυτα στεγανό – ανοσοποιημένο κατά οποιασδήποτε κριτικής. Οι πιστοί του θα παραμείνουν αμετακίνητοι για πάντα .

Η δογματική εμμονή, όμως, έχει τα όρια της.  Τόσο στη φιλοσοφία και την επιστήμη όσο και στην κοινωνική και πολιτική ζωή, η πεισματική εμμονή ενάντια στην ετυμηγορία των δεδομένων της εμπειρίας είναι μια πολυτέλεια από την οποία παραιτείται κανείς σε στιγμές αιχμής, εκτός αν αποφασίσει να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη της ή αν εξαπατηθεί σκόπιμα από όσους έχουν να αντλήσουν οφέλη από μια τέτοια απάτη.

Αυτό γίνεται συνήθως από όσους ασκούν αδιαφανή εξουσία. Ο Bertrand Russell αναφέρει σ’ αυτήν τη συνάφεια την περίπτωση της Βρετανο-Θιβετιανής σύγκρουσης του 1905. Όταν βρετανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Θιβέτ εκείνο τον καιρό υπό τον Francis Younghusband, οι Θιβετιανοί λάμα διαβεβαίωσαν τους συμπατριώτες τους ότι είχαν «μαγέψει» τις σφαίρες των αντιπάλων οι οποίες είχαν καταστεί ακίνδυνες. Η κοινή πίστη των Θιβετιανών στρατιωτών σ’ αυτήν τη διαβεβαίωση τόνωσε το ηθικό τους. Όσο μεγάλο, όμως, κι αν ήταν το σθένος του, οι σφαίρες των Άγγλων παρέμειναν αμάγευτες και θανατηφόρες, με αποτέλεσμα να ηττηθούν τα Θιβετιανά στρατεύματα και να υποστούν βαρύτατες απώλειες[22].

Ανάλογες είναι και οι απώλειες που υφίσταται η κοινωνία κάτω από λιγότερο δραματικές συνθήκες όταν διαπράττονται λάθη που οφείλονται σε συλλογικές ψευδαισθήσεις ή προκαταλήψεις που ανάγονται σε δόγμα. Όταν συμβαίνει αυτό, το κόστος που υφίσταται ο ατομικός ή (συνηθέστερα) ο συλλογικός  φορέας για το λάθος του, το κόστος της διάψευσης, μ’ άλλα λόγια, είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που εξασφαλίζεται δια του λόγου, με τη διπλή έννοια της ratio et oratio  για να θυμηθούμε τη φόρμουλα του Κικέρωνα.

 

  1. Δογματισμός και ιεραρχική κοινωνία

Όπως είδαμε, ο δογματισμός όσο και ο συμπαγής και ιεραρχικός χαρακτήρας της εξουσίας έρχονται να λύσουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα στις «κατηχητικές κοινωνίες», όπως ονομάζει ο Peter Munz τις κλειστές κοινότητες, όπου ο ενωτικός ιστός τους καθορίζεται από μια ενιαία και αμετάβλητη πίστη. [23] Το πρόβλημα αυτό είναι η συλλογική ασφάλεια υπό ενιαία ηγεσία και ενιαίο σύστημα πεποιθήσεων. Η ισχύουσα ορθοδοξία απολαμβάνει το προνόμιο του γνωσιακού προστατευτισμού. Συγχρόνως η εξουσία είναι οργανωμένη κάθετα και ιεραρχικά, πράγμα που επηρεάζει αποφασιστικά τις νοοτροπίες που κρυσταλλώνονται στις παραδοσιακές κοινωνίες, όπως έδειξε ο ανθρωπολόγος  Louis  Dumont στην κλασική του μελέτη πάνω στην ινδική κοινωνία[24].

Στην προσπάθεια του να λύσει αυτό το πρόβλημα ο άνθρωπος ουσιαστικά μιμείται την δογματική ενσωμάτωση της «γνώσης» στο γονιδίωμα και τον μόνιμο χαρακτήρα του γενότυπου σε έναν έμβιο οργανισμό. Μοιάζει σαν να ακολουθεί η ένταξη του ανθρώπου στην πολιτική το βιολογικό πρότυπο. Ίσως αυτό να ενέπνευσε ορισμένους πολιτικούς φιλοσόφους στη χρήση ορισμένων οργανισμικών μεταφορών στα αυταρχικά πολιτικά τους σχήματα (Πλάτων, πολιτικά σχήματα που απαντώνται σε ορισμένους φιλοσόφους από τον Πλάτωνα μέχρι τον Thomas Hobbes).

Το σημαντικό είναι ότι αυτή η ροπή απαντάται σε όλες τις οργανωμένες κοινωνίες σε μια φάση της ανθρώπινης εξέλιξης, σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές του κόσμου. Όλες οι κοινωνίες είναι ή ήταν κάποτε ιεραρχικές και «κατηχητικές». Η επικράτηση του δογματισμού και της κάθετης κοινωνικής οργάνωσης έχει καθολικό χαρακτήρα διότι έρχεται να λύσει ένα πρόβλημα κοινό για όλους τους ανθρώπους, που είναι η ατομική ασφάλεια, αλλά και η συλλογική εξασφάλιση του πολιτισμένου βίου, όπως έδειξε πρώτος ο Hobbes[25].

  1. Ορθολογική και φιλοσοφική σκέψη

Βασική προσπάθεια εναντίωσης στο δογματισμό είναι η φιλοσοφία σε συνδυασμό με την ορθολογική σκέψη. Δεν νομίζω να είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε εμπορικές κοινωνίες της αρχαιότητας, ανοιχτές στον εξωτερικό κόσμο, στην Ιωνία και την Κάτω Ιταλία, και κυρίως στην Αθήνα. Η σύγχρονη φιλοσοφία αποτελεί φυσική συνέχεια της, τουλάχιστον από τον Καρτέσιο κι έπειτα. Η σκέψη αυτή αρνείται το δόγμα και αναζητεί την αλήθεια μέσα από την ανοιχτή συζήτηση, την λογική διερεύνηση μιας εξήγησης του κόσμου. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι το ότι στηρίζεται στην επάρκεια του Λόγου.

Όμως οι απαντήσεις που προσφέρει η φιλοσοφία στα ερωτήματα που θέτει δεν είναι ποτέ οριστικές ή πλήρεις. Το έδαφός της δεν έχει τη στερεότητα που επιζητεί ο κοινός νους, ενώ ταυτόχρονα δεν διστάζει να αμφισβητήσει το κύρος αυθεντιών ή τις κατεστημένες βεβαιότητες οποιασδήποτε ορθοδοξίας. Η φιλοσοφία θέτει σε αμφισβήτηση τις νοητικές συνήθειες του καθενός, τις συνειδητές και ασύνειδες παραδοχές μας ή τις υπόρρητες αρχές των πράξεών μας. Ο φιλόσοφος έρχεται επομένως να παλέψει με τον κοινό νου, αν θεωρήσουμε ότι αυτός περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το σύνολο των «αυτονόητων» [26] βεβαιοτήτων του καθενός, αλλά και με το δογματισμό

Οι πρώτοι φιλόσοφοι της αρχαιότητας ήταν εκείνοι οι σοφοί, οι πολυμαθείς του ελληνικού κόσμου που τόλμησαν να αντιτάξουν εναλλακτικές κοσμοθεωρίες σ’ αυτές που είχαν δημιουργηθεί μέσα από τους μύθους και είχαν κατασταλάξει ως πάγιες πεποιθήσεις στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη αυτή τους η πρωτοβουλία τους τοποθετεί πέρα από τους σοφούς με την ανατολική έννοια, που είναι μέχρι σήμερα εκείνοι οι άνθρωποι ου επιλέγουν τη απομόνωση η οποία συνδέεται με τη σοφία που τους αποδίδεται και που στις παραδοσιακές κοινωνίες έχουν συγκεκριμένη λειτουργία, όπως έδειξε ο Louis Dumont [27].

Όμως η φιλοσοφική σκέψη, με την έννοια που επικράτησε τελικά και επικρατεί μέχρι σήμερα, γεννιέται με τον Σωκράτη. Tότε είναι που ο φιλοσοφικός στοχασμός δίνει στον εαυτό του τη δυνατότητα της ριζικής αμφισβήτησης των πάντων, ακόμα και των κατεστημένων αυθεντιών που ήταν οι σοφοί της εποχής. Είναι καταστατικά αντίθετος στον κομφορμισμό και την υποταγή στην παράδοση. Επιπλέον αναγνωρίζει την κριτική σκέψη ως τη μόνη νόμιμη και τη λογική ως όργανο της τελευταίας. Αυτή η νομιμοποιητική αρμοδιότητα που αποδίδει στην κριτική σκέψη ο φιλόσοφος προσδίδει στη δραστηριότητά του πραγματικά επαναστατικό χαρακτήρα και συγχρόνως εξηγεί την εχθρότητα που προκαλεί σε πολλούς ανθρώπους, όπως τονίζει ο Isaiah Berlin.[28]

Η παρουσία της φιλοσοφίας στον κόσμο σημαίνει πολύ περισσότερο από τη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέπτεται πάνω στη σκέψη του. Σημαίνει πριν από όλα ότι υπερνικά την έμφυτη αδυναμία το μέσα σε έναν εχθρικό εξωτερικό κόσμο, αποδεχόμενος την επάρκεια του Λόγου. Σημαίνει, δηλαδή ότι από το γεγονός και μόνο  της  δυνατότητας έλλογης σκέψης, παράγεται και η δυνατότητα έγκυρης γνώσης, ακόμα και υπό συνθήκες βασικής άγνοιας για τον κόσμο, από τη στιγμή που η άγνοια αυτή συνειδητοποιείται, πράγμα που αποτελεί την αφετηρία για τον λογισμό του Σωκράτη. Με αυτή  την έννοια η φιλοσοφία είναι το κατ’ εξοχήν προνόμιο του ανθρώπου, όπως το περιέγραψε ο Πλάτων με μεγάλη ενάργεια στον Τίμαιο: «Από εκεί προσλάβαμε τη φιλοσοφία, που είναι αγαθό που υπήρξε που μεγαλύτερό της δεν υπήρξε,  ούτε θα υπάρξει και που είναι δώρημα των θεών προς το γένος των θνητών». [29]

 

  1. Φιλοσοφία και κριτική.

 

Ο Πλάτων υμνεί με τον γλαφυρό του τρόπο τη φιλοσοφία ως μέσο απόκτησης αυθεντικής γνώσης.  Η γνώση, βέβαια, είναι δύναμη,  κατά τον Francis Bacon[30]. Όμως, η  φιλοσοφία δεν μας προσφέρει δύναμη με την έννοια της παραγωγής ηθελημένων αποτελεσμάτων, κατά τον ορισμό του Russell [31]. Η φιλοσοφία μας βοηθάει να αντιληφθούμε, σε υψηλό βαθμό αφαίρεσης, το χαρακτήρα του ορθού Λόγου. Η σημασία της είναι συνυφασμένη με την συστηματική κριτική δυνατότητα που είναι συνυφασμένη με τον φιλοσοφικό λόγο. Μπορεί επομένως να νοηθεί ο τελευταίος ως κριτική σκέψη στην πιο συμπυκνωμένη και αφηρημένη μορφή. Σ’ αυτό συνίσταται ο  ανατρεπτικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορεί κανείς να μιλήσει για αυτήν ως τη μεγαλύτερη επανάσταση που πραγματοποίησε ο άνθρωπος στην εξελικτική του πορεία. Δεν είναι βροντερή ή αιματηρή, είναι όμως αποφασιστικής σημασίας για την πορεία που χαράσσει ο άνθρωπος ως αυτό-δημιουργούμενη οντότητα.  Είναι η χρήση του Λόγου και η παράλληλη ανάπτυξη τη γνώσης μέσα από τη χρήση του. Είναι, δηλαδή, μέσα από η δυνατότητα που μας προσφέρει ο Λόγος να ασκούμε κριτική, να προβαίνουμε, δηλαδή, σε διαψεύσεις ιδεών με τον οικονομικότερο τρόπο, σε σύγκριση με εκείνες τις διαψεύσεις που πραγματοποιούνται στο ζωικό βασίλειο, ή με τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις που έχει γνωρίσει η ιστορία. Η κριτική λειτουργία της φιλοσοφίας μπορεί να έχει, επομένως, αποφασιστικό λόγο έναντι των «μεγάλων» ιστορικών γεγονότων. Προϋποτίθεται, όμως, ότι αναγνωρίζουμε στη φιλοσοφία μαζί με τον κριτικό και τον ανατρεπτικό της ρόλο. Η φιλοσοφία δεν ηγεμονεύει ούτε διατάζει. Μπορεί να έχει αναστοχαστοχ ρόλο στη σκέψη μας. Μ’ άλλα λόγια η φιλοσοφία πρέπει να συλληφθεί ως αναστοχαστική δραστηριότητα της σκέψης (reflexive activity), εφόσον εφαρμόζει στον εαυτό της την ίδια αρχή που την διέπει. [32]

Ορισμένοι φιλόσοφοι, από την εποχή του Πλάτωνα, θεωρούν επιθυμητό και ευκταίο να έχει η φιλοσοφία διατακτικό ή καθοδηγητικό ρόλο έναντι της πολιτικής. Όμως, η φιλοσοφία, για να είναι αποτελεσματική δεν πρέπει να διεκδικεί για τον εαυτό της ένα τέτοιο ρόλο. Η πολιτική δεν είναι ούτε μπορεί να είναι «όργανο» της φιλοσοφίας, για τον απλό λόγο ότι υπάρχουν φιλοσοφικές προσεγγίσεις από τις οποίες δεν μπορεί κανείς να αντλήσει πολιτικά συμπεράσματα, όπως είναι ο εμπειρισμός, για παράδειγμα[33]. Ο κριτικός ρόλος της φιλοσοφίας έχει κανονιστικό και όχι διατακτικό χαρακτήρα. Δεν ασκεί εξουσία, ούτε την καθοδηγεί.

Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να μη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η φιλοσοφία. Πολλοί, μάλιστα θα πουν ότι αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από όλους. Και αν πάρουμε το ρόλο της φιλοσοφίας στα σοβαρά, συνδέοντας το φιλοσοφικό λόγο με εκείνες τις την ορθολογικότητα – την ανάγκη ορθολογικής πρόσληψης του κόσμου γύρω μας-  θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η διάψευση που ισχύει στη λογική είναι και η μόνη αναγνωρίσιμη στα ανθρώπινα πράγματα.

Στη φύση η «κριτική» και η «διάψευση» παίρνουν τη μορφή εξαφάνισης του φορέα δράσης μαζί με τη λανθασμένη «θεωρία» του. Στον ανθρώπινο κόσμο, και κυρίως σ’ αυτόν της φιλοσοφίας, η διάψευση αφορά γλωσσικές προτάσεις που αναφέρονται στον πραγματικό κόσμο. Αν λοιπόν, όπως υποστηρίζουν πολλοί – και κατά τη γνώμη μου ορθά-  ότι οι ιδέες που έχουμε για τον κόσμο παίζουν μεγάλο ρόλο στην πορεία των πραγμάτων[34], ο έλεγχος και η ενδεχόμενη αναίρεσή τους γίνεται πάλι μέσα από ιδέες που διατυπώνονται σε συγκεκριμένες προτάσεις. Τα γεγονότα δεν μιλούν μόνα τους. Η διάψευση μιας θεωρίας που διατυπώνεται μέσα από ένα σύνολο προτάσεων Π, γίνεται μέσα από ένα άλλο σύνολο προτάσεων Π΄. Κρίνουμε λογικά αν και κατά πόσον το Π΄ ισχύει. Και αν ναι, τότε η Π έχει διαψευσθεί και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ¬Π  (δηλαδή, στην άρνηση του Π).

Η δυνατότητα λογικής διάψευσης σημαίνει μεγάλη οικονομία σε κόπο, χρόνο, χρήμα και ανθρώπινες ζωές, εφόσον οι διαψεύσεις απαλείφουν λάθη χωρίς να απαλείφουν τους φορείς. Η ορθολογικότητα έχει αυτό το μεγάλο «οικονομικό» πλεονέκτημα για τον άνθρωπο, εφόσον αντικαθιστά, όπως γράφει ο Karl Popper,  τον εξαλειπτικό ρόλο της βίας με τον εξαλειπτικό ρόλο της κριτικής: η  πρώτη εξαφανίζει το λάθος μαζί με το φορέα, πράγμα που δεν συμβαίνει με τη δεύτερη.[35] Η θέση αυτή εκφράζει την εκ διαμέτρου αντίθεσή της με εκείνη του Marx ο οποίος γράφει: «Το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων. Η ολική βία πρέπει να ανατραπεί με υλική βία. Όμως και η ίδια η θεωρία γίνεται υλική βία από τη στιγμή που κατακτάει τις μάζες» [36]

Αυτή είναι μια μεγάλη κατάκτηση του ανθρώπου από τη στιγμή που μέσα από τη γλώσσα μπορεί να περιγράφει πράγματα, αλλά και να  δημιουργεί και να ελέγχει υποθέσεις, προτάσεις και δοκιμάζει θεωρίες. Από τη στιγμή που αναπτύσσεται ο κριτικός λογισμός, δεν περιμένει ο άνθρωπος τη βιολογική εξέλιξη ή την κοινωνική σύγκρουση για να διαψεύσει μια θεωρία όταν αποδεικνύεται λανθασμένη. Οι θεωρίες πεθαίνουν στη θέση των ανθρώπων, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Popper[37].

 

  1. Η πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη: διάψευση ενός μοντέλου;

 

Όταν έχουμε να κάνουμε με θεωρίες που λειτουργούν ως συστήματα πίστης, δεν ακολουθείται η ποπεριανή αυτή αρχή: δεν θυσιάζονται ιδέες για να σωθούν άνθρωποι. Αντίθετα, θυσιάζονται άνθρωποι στο βωμό των ιδεών, και θεωρείται ότι η θυσία αυτή τους τιμά. Το δόγμα γίνεται γι’ αυτούς αδιάψευστο και πραγματοποιείται μια τέτοια υπαρξιακή ταύτιση μ’ αυτό, που προτιμούν να πεθάνουν στις επάλξεις του. Αυτό δεν συμβαίνει όταν το δόγμα αυτό είναι ένας θεωρητικός περίγυρος γύρω από ένα σύστημα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Λίγοι το ενστερνίζονται και πολλοί το θεωρούν αναγκαίο ως ιδεολογικό αντιστήριγμα του συστήματος εξουσίας και τα κατεστημένα συμφέροντα γύρω από αυτό, είτε αυτά είναι μεγάλα, είτε είναι μικρά.

Τα γεγονότα στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989 είναι ενδεικτικά αυτής της στάσης. Ξαφνικά οι ιθύνοντες των κομμουνιστικών χωρών έδρασαν ωσάν να ήταν ζηλωτές της ποπεριανής αρχής («ας πεθάνουν οι θεωρίες στη θέση μας»).  Προτίμησαν, με εξαίρεση τον Τσαουσέσκου, να μην πεθάνουν στις επάλξεις της ιδεολογίας στο όνομα της οποίας κυβέρνησαν επί δεκαετίες. Παρέδωσαν την εξουσία αβίαστα και χωρίς αντίσταση και επεβίωσαν και επιβιώνουν  κάτω από τις νέες συνθήκες με αξιοθαύμαστο πνεύμα προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Όπως γράφει ο Ernest Gellner : «Ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε βυθιζόμενο πλοίο με τέτοια χαρούμενη ανυπομονησία και ομοφωνία, ποτέ δεν καταδικάστηκε πείραμα τόσο ολοκληρωτικά». [38]

Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν το εντυπωσιακό αυτό φαινόμενο της κατάρρευσης των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μπορεί να θεωρηθεί ότι διαψεύδει οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική θεωρία.  Μπορεί να θεωρηθεί ότι η ιστορία ή η πολιτική ή η φιλοσοφία ήρθε να διαψεύσει ο,τιδήποτε; Ας μου επιτραπεί να θέσω το πρόβλημα διαφορετικά: αν υπάρχει αντικείμενο διάψευσης αυτό είναι η θεωρία σύμφωνα με την οποία ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δικαίωνε την ορθότητα της μαρξιστικής θεωρίας. Τη θέση αυτή διατύπωσε με ενάργεια ο Louis Althusser, γράφοντας το 1966 ότι «ο μαρξισμός δεν είναι αληθινός επειδή εφαρμόζεται με επιτυχία, αλλά εφαρμόζεται με επιτυχία επειδή είναι αληθινός»[39].

Ωραία φράση που την επαναλάμβαναν  με περίσσια  δογματική αυταρέσκεια οι ζηλωτές του μαρξισμού στη Γαλλία όταν η θεωρία του Althusser  ήταν του συρμού. Και η θεωρία του Γάλλου φιλοσόφου είχε τη φήμη λογικής αυστηρότητας. Ας την εξετάσουμε προσεκτικά. Όταν λέει ο συγγραφέας του Lire le Capital ότι ο μαρξισμός δεν είναι αληθινός επειδή εφαρμόζεται με επιτυχία, αλλά εφαρμόζεται με επιτυχία επειδή είναι αληθινός σημαίνει ότι σε περίπτωση που ο μαρξισμός δεν εφαρμόζεται με επιτυχία, το δεύτερο σκέλος της πρότασης του Althusser διαψεύδεται. Με τη χρήση της απλούστερης μορφής προτασιακού λογισμού που είναι ο modus tollens,  βάζοντας στη θέση του μαρξισμού το σύμβολο Μ και το σύμβολο Σ στη θέση της επιτυχημένης εφαρμογής του εκεί που έχει επικρατήσει, δηλαδή στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, έχουμε:

(Μ → Σ). & (ØΣ)  →  (ØΜ).

Δηλαδή, αν  η ισχύς του Μ συνεπάγεται το Σ, και το Σ διαψεύδεται, μπορούμε να συμπεράνουμε τη μη ισχύ του Μ. Η αποδοχή της διάψευσης του Σ, μετά την κατάρρευση, συνεπάγεται την αναγνώριση της διάψευσης του Μ και μάλιστα με τα ίδια τα κριτήρια του αλτουσεριανού μαρξισμού, δηλαδή της πιο «αυστηρής» εκδοχής του δυτικού μαρξισμού, όταν αυτός ήταν στην περίοδο της μεγάλης του ακμής 1960-1980.

Αυτό ασφαλώς δεν είναι αποδεκτό από τους σκληροπυρηνικούς του μαρξισμού. Εδώ, ο «σκληρός πυρηνας» της θεωρίας που επικαλείται ο Lakatos έχει κάποια αρμοδιότητα. Μπορεί να λειτουργήσει και σ’ αυτήν την περίπτωση ένας επιστημολογικός ή ιδεολογικός μηχανισμός που συντηρεί το δόγμα, όπως το πείσμα σε ανάλογες ψυχολογικές καταστάσεις που συνήθως αφορούν νήπια ή παλίμπαιδες γέροντες ή ακόμα μαγικές δοξασίες που επικρατούν σ’ εκείνες τις κοινωνίες όπου δεν έχει πέραση η λογική του πειράματος[40] .

Δηλαδή, η διάψευση δεν κατακυρώνεται αν δεν υπάρχει μια προκαταρκτική μεθοδολογική σύμβαση για τις συνθήκες υπό τις οποίες ένα γεγονός θα μετρήσει ως διάψευση μιας θεωρίας. Μια επιστημονική θεωρία περιέχει δυνητικούς διαψευστές, όπως έγραφε ο Popper στη «Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης» δηλαδή έναν άπειρο αριθμό δυνητικών παρατηρήσεων που αν πραγματοποιηθεί έστω μία από αυτές η θεωρία θα θεωρηθεί διαψευσμένη[41]. Μια επιστημονική θεωρία είναι διαψεύσιμη: περιέχει δυνητικούς διαψευστές.[42]

Σε μη επιστημονικές κοινότητες, είτε αυτές είναι μυθολογικές, είτε θρησκευτικές είτε ιδεολογικές, δεν υπάρχουν δυνητικοί διαψευστές. Η αναγνώριση τέτοιων διαψευστών στη σύγχρονη επιστήμη είναι συνυφασμένη με την αναγνώριση της επιστημολογικής αρχής της διαψευσιμότητας. Αλλά  η επιστημολογία είναι η μεταθεωρία της επιστήμης, η θεωρία των αρχών που καθιστούν έγκυρες τις επιστημονικές προτάσεις.

Το κοινό σημείο των μη επιστημονικών προτάσεων, που περιλαμβάνουν εκείνες που αφορούν την θρησκεία και την ιδεολογία, είναι ότι η μεταθεωρία τους ταυτίζεται με το δόγμα τους. Τόσο το θρησκευτικό όσο και το ιδεολογικό εκκλησίασμα σχηματίζει ένα πιστοκρατικό (φιντεϊστικό) συγκρότημα με το δόγμα που το εμπνέει και που αποτελεί τη βάση της «αλήθειας» του, εφόσον, κατά την αποστολική ρήση, η πίστη είναι η βεβαιότητα για πράγματα που δεν προσφέρονται στην παρατήρηση[43].

Δεν είναι δυνατόν όμως, μια τέτοια πίστη να μην καταλήξει σε δεισιδαιμονία. Μάλιστα η ιδεολογική  δεισιδαιμονία είναι συχνά πεισματικότερη από τη θρησκευτική. Για να γίνει αυτό απόλυτα κατανοητό και σαφές, ας κάνουμε ένα «νοητικό πείραμα», κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών.

Ας φανταστούμε ότι μια ομάδα αρχαιολόγων ανακαλύπτει στους Αγίους Τόπους μια σαρκοφάγο που περιέχει έναν σκελετό, για τον οποίο να μην υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία ότι ανήκει στον Ιησού Χριστό. Λογικά θα πρέπει να σημάνει το τέλος του Χριστιανισμού, εφόσον κατά το χριστιανικό δόγμα η Ανάσταση του Χριστού κατέχει κεντρική θέση ως ιστορικό γεγονός ­και όχι ως συμβολική έννοια. Το σοκ θα ήταν τεράστιο. Οι πιστοί θα εγκατέλειπαν την πίστη τους, ιδίως αν οι ίδιες οι χριστιανικές εκκλησίες αναγνώριζαν το πόρισμα των αρχαιολόγων ως έγκυρο. Όμως, εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε την επιβίωση νησίδων γραφικών πεισματάρηδων που θα πήγαιναν «στην τιμή και στην πεποίθησή τους» με λάβαρο ένα διαψευσμένο δόγμα.

Ας πάμε τώρα στον κομουνισμό και στον μαρξισμό. Εδώ δεν έχουμε ανάγκη από «νοητικά πειράματα», εφόσον έχουμε την πραγματική εμπειρία της αυτοδιάλυσης του Ανατολικού Συνασπισμού και της Σοβιετικής Ένωσης, την παραδοχή της χρεοκοπίας του συστήματος που εκπροσωπούσαν από τους ίδιους τους ηγέτες, ακόμα και την ομολογία της εγκληματικότητάς του από ορισμένους από αυτούς, ακόμα και πριν ανοίξουν τα κομματικά και τα κρατικά αρχεία, αποκαλύπτοντας τα όζοντα μυστικά τους.

Παρ’ όλα αυτά  ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ζει και βασιλεύει ακόμη, όχι μόνο ως πολιτική πραγματικότητα σε μέρη όπως η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, αλλά και ως  ιδεολογικό «πιστεύω» στους νόες πολλών διανοουμένων, σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας και της Βαλκανικής.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: υπό ποιες συνθήκες ο οπαδός μιας θρησκευτικής ή ιδεολογικής πίστης θα δεχόταν να την εγκαταλείψει; Και είναι οι συνθήκες αυτές λογικές; Μπορεί, δηλαδή, ένας τέτοιος οπαδός, με μόνο εφόδιο τη λογική του, να δεχθεί την αναίρεση θεμελιακών γι’ αυτόν δοξασιών, εν όψει των εμπειρικών δεδομένων που θα του παρουσιαστούν;

  1. Φιλοσοφία, πιστοκρατία και αγωνιστικότητα

 

Την απάντηση την δίνει η κοινωνική ανθρωπολογία[44]. Το σύστημα δοξασιών σε κλειστές, μυθολογικές κοινωνίες παραμένει άτρωτο μέχρις ότου εγκαταλειφθεί σιωπηρά από νέες μορφές ζωής που επικρατούν και που συμπαρασύρουν μαζί τους τον παλιό κόσμο και όλα του τα δόγματα. Aυτό δεν εμποδίζει, όμως, την επιβίωση μυθολογικών δοξασιών υπό συνθήκες νεωτερικότητας και μάλιστα εξ αιτίας της τελευταίας, όπως συμβαίνει με τις «λατρείες φορτίου» – τα περίφημα cargo cults στη Μελανησία και σε ορισμένα στα νησιά του Νότιου Ειρηνικού. Το φαινόμενο είναι γνωστό. Οι ιθαγενείς έχουν σχηματίσει αντικείμενα λατρείας που είναι προσομοιώσεις του τεχνικού πολιτισμού της Δύσης και έχουν αναπτύξει ιδιαίτερο τελετουργικό και χιλιαστικούς μύθους αναμένοντας ότι αργά ή γρήγορα θα απολαύσουν τα πλεονεκτήματα που έρχονται με αεροπορικά φορτία από άγνωστα μέρη (των «προγόνων» τους) προς όφελός τους αντί να είναι προς όφελος των Δυτικών που τα έχουν υφαρπάξει[45].

Τα cargo cults  είχαν πρωτοκάνει την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι κάτοικοι αυτών των νησιών παρατηρούσαν  την προσγείωση αεροπλάνων που μετέφεραν εμπορικά αγαθά για τους Δυτικούς επισκέπτες. Προσπάθησαν να  «εξηγήσουν» το φαινόμενο μέσα από το μύθο. Τα αγαθά τα στέλνουν οι ψυχές των προγόνων τους και τα σφετερίζονται οι λευκοί. Κάποτε όμως, θα πετύχουν να τα προσελκύσουν και να τα ιδιοποιηθούν οι ίδιοι.

Προς το σκοπό αυτό κατασκεύασαν, προσομοιώσεις αεροδιαδρόμων, ξύλινων καλυβιών που παριστάνουν τους πύργους ελέγχου, χρησιμοποιώντας καλάμια μπαμπού για αντένες που χρησιμοποιούν  ορισμένοι από αυτούς που παίζουν ρόλο «ασυρματιστών» και περιμένουν τα αεροπλάνα να προσγειωθούν.

Η αντιγραφή είναι σωστή. Όλα είναι στη σωστή τους θέση, αλλά τα αεροπλάνα δεν έρχονται. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εξηγήσει κανείς σ’ αυτούς τους ανθρώπους για ποιο λόγο δεν εκπληρώνεται ο σκοπός τους, εφόσον οι λογικές κατηγορίες του τεχνικού πολιτισμού βρίσκονται επέκεινα του δικού τους νοητικού ορίζοντα. Η καταφυγή τους είναι στο μεσσιανισμό, δηλαδή την προβολή μιας εσχατολογικής ουτοπίας σε ένα ακαθόριστο μέλλον, ακριβώς όπως γίνεται και με τον ιδεολογικό μεσσιανισμό.

Αν εκτιμηθεί το φαινόμενο του cargo cult με ορθολογικά κριτήρια, θα κριθεί αναπόφευκτα ως aberratio, δηλαδή, ως λογική εκτροπή . Είναι μια απλή και απλοϊκή μίμηση των τεχνικών και επιστημονικών επιτευγμάτων του πολιτισμού μας που ο μεγάλος Αμερικανός φυσικός Richard Feinman παίρνει ως ad risum υπόδειγμα  ψευδοεπιστήμης (“cargo cult science”)[46].

Πρέπει να δει κανείς, όμως, το φαινόμενο αυτό, όπως και άλλα που τεκμαίρουν πιστοκρατικές προβολές που αφορούν θρησκευτικές δοξασίες ή ιδεολογικές ταυτίσεις, με αρκετή δόση «συμπαθητικής κατανόησης». Η  κατάδειξη του άτοπου χαρακτήρα μιας πίστης, όταν αυτή αποτελεί άρθρο πίστης μιας κοινότητας πιστών είναι μάταιη υπόθεση. Δεν εξαλείφεται  με λογικά επιχειρήματα μια πίστη όταν δεν έχει υιοθετηθεί λογικά, αλλά μέσα από ένα άλμα πίστης και κύριος της ρόλος είναι να αποτελεί συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα μέλη του σώματος των πιστών. Από τη στιγμή που μια ολόκληρη θρησκευτική, φυλετική ή ιδεολογική κοινότητα σχηματίζει κατά κάποιον τρόπο ένα συμπαγές σύνολο με το σύστημα δοξασιών που ενώνει τα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος που σχηματίζει μέσα από αυτήν τη συλλογική του αυτοσυνείδηση, η εμμονή στο μύθο δεν έχει τίποτε το ανορθόλογο, όπως έδειξε ο καναδός ανθρωπολόγος Ian Jarvie στη σχετική του μελέτη πάνω σ’ αυτό το θέμα το 1964[47].

Mπορεί να αλλάξει, όταν όλη η ζωή αλλάξει, όταν πραγματοποιηθεί μια ριζική μετάλλαξη, αυτό που ο Thomas Kuhn ονομάζει Gestalt switch- ένα ισχυρότατο διανοητικό σοκ, μια συγκλονιστική εμπειρία  που καταλύει τις εδραιωμένες πεποιθήσεις και τον καθιερωμένο τρόπο πρόσληψης νέων δεδομένων.[48]Το ζήτημα είναι αν η κατάρρευση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη αποτέλεσε μια τέτοια μετάλλαξη.

Για πολλούς από τους υποστηρικτές της επίσημης ιδεολογίας που επικρατούσε σ’ αυτές τις χώρες, δεν άλλαξε τίποτε. Επαφίονται στο σκληρό πυρήνα της θεωρίας τους, όπως έγραφε ο Lakatos, η οποία λειτουργεί σαν «γραμμή Μαζινό» : κηρύσσεται εκ προοιμίου αδιαπέραστη. Οι φύλακες του δόγματος το θεωρούν αδιάψευστο, μη υπαγόμενο σε εμπειρικό ή λογικό έλεγχο. Υπάρχουν, όμως, και οι «ανήσυχοι» υποστηρικτές της.  Οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται ότι ο «σκληρός πυρήνας» μιας ιδεολογίας  διατηρείται ή εγκαταλείπεται από ανθρώπους. Δεν συντηρεί καταστάσεις από μόνος του. Η ιδεολογική κοινότητα φέρει εις πέρας την «αλήθεια» της ουτοπικής της πίστης σχηματίζοντας ένα πιστοκρατικό συγκρότημα μαζί της, μέσα από την πράξη. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ενότητα θεωρίας και πράξης ταυτίζεται με την ενότητα φιλοσοφίας και πολιτικής, όπως έγραφε επανειλημμένα ο Antonio Gramsci[49], όπως και ιστορίας και πολιτικής[50]. Και εδώ, όμως, η πράξη του πιστού, συντηρεί την πίστη σε μεσσιανική αναμονή της αποκάλυψης του κρυμμένου ιμάμη των σιιτών μουσουλμάνων, της σωτήριας επανάστασης, των cargo cults ή της έλευσης της αταξικής κοινωνίας. Επομένως, ο μαρξισμός δεν διαψεύδεται, ούτε και από αυτούς, τους «πραξιακούς» οπαδούς του. Για τον απλό ότι ζει και διαιωνίζεται μέσα από το εκκλησίασμα των πιστών, δεμένος με την κοινότητα αυτή σε ένα ενιαίο πιστοκρατικό σύνολο.

Σε τελική ανάλυση, το αν διαψεύδεται ή όχι ο μαρξισμός εξαρτάται  από το αν είναι επιστημονική θεωρία ή όχι. Κατά την πραξιακή αντίληψη του μαρξισμού δεν είναι μόνο επιστημονική θεωρία. Είναι η επιβεβαίωση μιας υπεύθυνης θέλησης που ορθώνεται κατά  της μοιρολατρικής αντίληψης του μαρξισμού, όπως λέει ο Kyo Gisors, ο ήρωας του μυθιστορήματος La condition humaine του  André Malraux[51]. Για αυτούς που υιοθετούν αυτήν την αντίληψη για το μαρξισμό, πράγματι δεν διαψεύστηκε η θεωρία τους από την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων: όχι γιατί  προστατεύονται από τον σκληρό πυρήνα της θεωρίας τους, αλλά διότι ο επαναστατικός ζήλος των πιστών θα πραγματώσει την «αλήθεια» του.

Αυτή είναι μια αγωνιστική αντίληψη της αλήθειας, της έννοιας της διάψευσης, της ιστορίας και της πολιτικής. Ο Λένιν την εξέφρασε με μεγάλη υπερηφάνεια, λίγο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1917, λέγοντας ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων ενσαρκώνει την τιμή, τους αγώνες και τη συνείδηση της σύγχρονης εποχής[52].  Η φράση αυτή, την οποία είχαν αναρτήσει ως κυρίαρχο σύνθημα σε αλλεπάλληλα  συνέδρια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, μπορεί κανείς να πει ότι ανταποκρίνεται μέχρι σήμερα στα συναισθήματα όσων έμειναν πιστοί στα ιδανικά που το τελευταίο εκπροσωπούσε. Όσοι παίρνουν αυτή τους την ένταξη σοβαρά, θεωρούν ότι πρέπει να συνεχίσουν «τον αγώνα τον καλόν» παρά τον καταποντισμό του 1989-92.

Αυτή η  αγωνιστική αντίληψη είναι έντιμη. Και είναι εγγεγραμμένη στην πολιτιστική μας κληρονομιά ο θαυμασμός για αυτόν που μάχεται και θυσιάζεται για μια ιδέα. Λέμε, σ’ αυτή την περίπτωση, ότι κάποιος είναι «ιδεολόγος» με τη θετική έννοια. Ας κάνουμε, όμως, ορισμένες διακρίσεις. Ο αγώνας του ιδεολόγου, με αυτήν την έννοια, δεν είναι αγώνας για εξουσία. Είμαστε πολιτικοί, αν και εφόσον θέλουμε να ασχοληθούμε με την εξουσία. Είμαστε ιδεολόγοι, αν μας αφορά ο κόσμος της ιδεολογίας. Και είμαστε φιλόσοφοι αν θεωρούμε και όσοι από μας θεωρούμε ότι έχει σημασία η παρουσία της φιλοσοφίας στον κόσμο. Αυτές τις δυνατότητες μας δίνει το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο κινούμαστε  που είναι ο πολιτισμός της νεωτερικότητας στον οποίο εγγράφονται οι ελευθερίες μας.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έχουμε θεσμοθετήσει την δυνατότητα κριτικής η πρακτική της οποίας έχει εισχωρήσει στην παράδοσή μας. Και αυτή η δυνατότητα έχει ενδυναμώσει τον πολιτισμό αυτόν της ελευθερίας. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε να ατενίζουμε με αυταρέσκεια αυτόν τον πολιτισμό. Μέσα στο θεσμικό και πολιτιστικό πλαίσιο της ανοιχτής κοινωνίας, η κριτική γίνεται αναίμακτα, χωρίς να εξαφανίζεται ή έστω να πλήττεται ο φορέας της θεωρίας που υφίσταται την κριτική. Αντίθετα η αγωνιστική αντίληψη της κριτικής, τοποθετώντας την τιμή του συνεπούς αγωνιστή στο εσωτερικό του δόγματος, ενσωματώνοντας τον τελευταίο στο σύνολο της ιδεολογικής κοινότητας, οδηγεί τους αγωνιστές, αλλά και πολλούς άλλους στο βωμό της θυσίας.

Θεωρώ ότι  η μορφή ζωής που αντιπροσωπεύει η νεωτερικότητα, η δημοκρατία, και η ανοιχτή κοινωνία  είναι προτιμότερη από εκείνη στην οποία προσβλέπουν οι συμπαθείς ουτοπιστές τον cargo cults, οι μεσσιανιστές κάθε είδους, οι φανατισμένοι – και συχνά οπλισμένοι – προφήτες κάθε θρησκευτικού ή ιδεολογικού  δόγματος. Αλλά, όπως είπα,  δεν πρέπει αυτή μου η προτίμηση να εκληφθεί ως μορφή πολιτιστικής ή θεωρητικής αυταρέσκειας. Πρέπει να έχουμε τη θεσμική δυνατότητα, αλλά και την πολιτισμική έφεση, να συζητάμε και να διδασκόμαστε από αυτούς με τους οποίους ερχόμαστε σε ριζική πολιτική και ιδεολογική αντίθεση. Πιστεύω ότι έχουμε πάντα να μάθουμε κάτι σημαντικό από αυτούς. Άλλωστε , σ’ σ’ αυτό συνίσταται η δύναμη και η ευρωστία της σύγχρονης, ανοιχτής κοινωνίας. Σ’ αυτήν την κοινωνία είναι πολύτιμος ο λόγος που την θέτει σε αμφισβήτηση. Διότι αυτός είναι που την διατηρεί σε εγρήγορση και ενισχύει το δυναμισμό της. Δεν της επιτρέπει να «κοιμάται ήσυχη».

Όλα αυτά ισχύουν, βέβαια, όσο ο αντίπαλος λόγος παραμένει στα όρια της κριτικής αντιπαράθεσης, όσο η κριτική που ασκείται χρησιμοποιεί τον ορθό λόγο για να ελέγξει και να διορθώσει σφάλματα. Δεν ισχύουν όταν ο αντίπαλος θεωρήσει ότι το ορθολογικό αυτό όπλο της κριτικής πρέπει να αντικατασταθεί από την «κριτική των όπλων», όταν στη θέση του επιχειρήματος, εκείνος χρησιμοποιεί μαχαίρι, πιστόλι ή βαρύτερο οπλισμό. Τότε απομακρυνόμαστε εντελώς από το καθεστώς που επιτρέπει τη νηφάλια κριτική συζήτηση, αλλά και από τον κόσμο της φιλοσοφίας, στο βαθμό που η τελευταία συνδέεται με την κριτική .

Τα δόγματα απαιτούν από τη φιλοσοφία να μετατραπεί σε ιδεολογία – να στρατευθεί κάτω από τα λάβαρά τους. Καλούν τον πνευματικό άνθρωπο να βρει την τιμή του στην υποταγή του σ’ αυτά. Διότι προέχει ο αγώνας για την επικράτησή τους. Μήπως, όμως, στην ταπεινή της αναζήτηση η φιλοσοφία είναι πιο γόνιμη και πιο ώριμη από την  αγωνιστικότητα στον πολιτικό στίβο, υπέρ του λαού, του έθνους, της ανθρωπότητας ή μιας θρησκευτικής πεποίθησης; Aν η πίστη του στρατευμένου πνευματικού ανθρώπου σ’ αυτά είναι το ίδιο αγνή και ανεπιτήδευτη όσο των Μελανησίων  στα cargo cults , όχι όμως τόσο αφελής, μήπως θα έπρεπε να σταθεί σε κριτική απόσταση από το αντικείμενο πίστης του,  και να αναγνωρίσει στη φιλοσοφία  ρυθμιστική αρμοδιότητα σε ότι αφορά την διάψευση θεωριών;

Πιστεύω ότι το μεγάλο δίδαγμα του Popper, τόσο στην πολιτική θεωρία του, όσο και στην φιλοσοφία της επιστήμης του, είναι η δυνατότητα να δώσουμε μια καταφατική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.

[1] Το γνωστό σχήμα που συνδέει την κριτική υπό τη  μορφή της προσπάθειας απαλοιφής λαθών με την ανάπτυξη της γνώσης , μέσα από μια διαδικασία επίλυσης διαδοχικών προβλημάτων υπάρχει σε πολλά κείμενα του Popper. Και έχει την εξής μορφή:    P1 → TT EE  → Pόπου : P1 είναι το αρχικό πρόβλημα (initial problem)  TT είναι η δοκιμαστική θεωρία  (tentative theory) , EE η απαλοιφή λαθών (error elimination), δηλαδή η κριτική και  P2 το νέο πρόβλημα που εμφανίζεται κατόπιν. Βλ. Karl Popper  (1974) Unended Quest. An Intellectual Autobiogaphy. London: Fontana-Collins, p. 132. Βλ. και   (1945) The Open Society and its Enemies  Eλληνική μετάφραση  από την Ειρήνη Παπαδάκη  (1982)  Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της. Αθήνα-Ιωάννινα Εκδόσεις Δωδώνη. Τομ. Β. κεφ. 24, σ. 332 κ.ε.

[2] Βλ. Κώστας Β. Κριμπάς (2009) Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας. Αθήνα: Ωκεανίδα σ. 469-73.

[3] Αυτό υποστηρίζει ο Popper σε πολλά κείμενά ου, ιδίως μετά το 1972 όταν δημοσιεύεται το  Objective Knowledge, Oxford, Clarendon Press. Όμως ήδη από την συγγραφή του Logik der Forschung (1934) που είναι η αρχική έκδοση της  Logic of Scientific Discovery (1959) ο Popper τοποθετεί την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης σε ένα εξελικτικό πλαίσιο, εφόσον πραγματοποιείται μέσα από δαρβινική επιλογή (μέθοδος δοκιμών και λαθών) και όχι μέσα από λαμαρκιανή εντολή.  Αυτή είναι η κύρια διαφορά ανάμεσα στη θεωρία της εξέλιξης του Jean-Baptiste Pierre de Lamarck (1744 – 1829) και εκείνη του Charles Darwin (1809-1882)

 

[4] Frans de Waal (1982) Chimpanzee Poltics. Baltimore: Johns Hopkins University Press.

[5] T.S. Kuhn (1962) The Structure of Scientific Revolutions. 2nd edition 1970. Chicago: University of Chicago Press. Βλ.  επίσης  Ts.Kuhn (1978) The Essential Tension: Selected Studies in Scientific Tradition and Change. Chicago: University of Chicago Press.

[6] I. Lakatos  (1978) The Methodology of Scientific Research Programmes. Cambridge: Cambridge University Press. Bλ. και  ‘Falsification and the Methodology of Scientific Research Programmes’ στο I.Lakatos & A. Musgrave (eds.) (1970) Criticism and the Growth of Knowledge. Cambridge: Cambridge University Press.

[7] Πρόκειται για το έργο (1934, 1973)  Logik der Forschung.  Tübingen : J.C.B.Mohr (Paul Siebeck) Το έργο αυτό μεταφράστηκε στα αγγλικά υπό τον τίτλο Logic of Scientific Discovery   από τον ίδιο τον Popper με τη βοήθεια των Julius Freed και Lan Freed , αφού προηγουμένως το αναθεώρησε και επεξέτεινε (London: Hutchinson, 1959)  και αποτελεί την οριστικοποιημένη έκδοση του αρχικού Logik der Forschung. Στον αλφαβητικό πίνακα στο λήμμα Disproof αναφέρεται ξεκάθαρα: “no conclusive disproof can be produced” p.42, 50, 81-87

[8] «Η κριτική στάση μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα συνειδητής προσπάθειας να κάνουμε τις θεωρίες μας να υποφέρουν στη θέση μας, ώστε να προκύψει η πιο εύρωστη (the fittest)… Μας προσφέρει τη δυνατότητα να επιβιώσουμε, ενώ συγχρόνως εξαλείφεται μια υπόθεση που είναι ανεπαρκής, ενώ μια δογματική στάση οδηγεί στη δική μας  εξάλειψη. (Υπάρχει μια συγκινητική ιστορία μιας Ινδικής κοινότητας που εξαφανίστηκε διότι πίστευε στην ιερότητα της ζωής, συμπεριλαμβανομένων και εκείνης των τίγρεων)  Εξασφαλίζεται με αυτόν τρόπο η επικράτηση της πιο εύρωστης θεωρίας  από αυτές που διαθέτουμε, με τον αποκλεισμό εκείνων που είναι λιγότερο εύρωστες. (Με τον όρο “ευρωστία ” δεν εννοώ “χρησιμότητα”, αλλά αλήθεια» . Karl Popper (1963, 1978) Conjectures and Refutations. London: Routledge and Kegan Paul σ. 52.

[9] Βλ Peter Munz (1985) Our Knowledge of the Growth of Knowledge. Popper or Wittgenstein?. London: Routlege and Kegan Paul σ.219..

[10] Βλ. Munz (1985) : «Η μεταβίβαση πληροφοριών από το περιβάλλον στον οργανισμό μέσω της φυσικής επιλογής και η μετάδοση προσαρμοστικής πληροφόρησης είτε μέσω γονιδίων είτε μέσω παιδείας αποτελεί έναν βασικό μηχανισμό της εξέλιξης» σ. 210.

 

[11] Αυτό δείχνει ο Henry Plotkin  στο  The Nature of Knowledge, London: Allen Lane-Penguin  Press, (1994). Βλ. επίσης: (D.T. Campbell (1974) ‘Evolutionary Epistemology’ in P.A. Schilpp (ed.) The Philosophy of Karl Popper. La Salle, Illinois: Open Court σ. 413-63.  David L. Hull (1988) Science as a Process Chicago: University of Chicago  Press. .Peter Munz (1985) Our Knowledge of the Growth of Knowledge. Popper or Wittgenstein?. London: Routlege and Kegan Paul (κεφ. 6-7) και  Karl Popper  (1972)  ό.π.

 

[12] Βλ. Karl Popper (1934, 1959) ο.π. σελ. 41κ.ε. και  313 κ.ε.  Η ασυμμετρία είναι λογική.  Αν έχουμε  δύο προτάσεις Α και Β όπου η Α συνεπάγεται την Β, η διάψευση της Β συνεπάγεται τη διάψευση της Α: ( Α→Β). ØΒ → ØΑ. Αντίθετα αν  Α→Β και επιβεβαιώνεται η αλήθεια της Β, δεν επαληθεύεται η Α: Αν  Α→Β & Β παραμένει ακαθόριστη η τιμή αλήθειας της Α. Στην επιστήμη αυτό παίρνει την εξής μορφή. Μια θεωρία Θ έχει άπειρους «δυνητικούς διαψευστές», κατά τον Popper στο (1934, 1959 σ. 89 κ.ε.) Ορισμένοι από αυτούς μπορούν να απομονωθούν πειραματικά ώστε να δοκιμασθεί η αλήθεια της Θ. Στην περίπτωση αυτή η Θ μπορεί να διαψευσθεί από ένα διαψευστή Δ. Σε μια τέτοια περίπτωση αν έχουμε Θ→ Δ. & ØΔ, η Θ έχει διαψευσθεί. (Δηλαδή, αν αν η αποδοχή της ισχύος της Θ συνεπάγεται Δ και το Δ αποδεικνύεται ψευδές, τότε συμπαιρένουμε ότι και η Θ είναι ψευδής). Το λάθος θα ήταν να θεωρούσαμε την Θ επαληθευμένη  αν  απλώς περνούσε τη δοκιμασία. Συχνά συναντάμε αυτή τη λογική πλάνη, γνωστή ως επιβεβαίωση του επόμενου: 1.«Αν Α, τότε Β» και 2. «Το Β ισχύει» και αντλείται από αυτό το λανθασμένο συμπέρασμα 3. «Άρα Α».

 

[13] Bλ. P.Munz (1985) σ. 210.

 

[14] Karl Popper (1972) ό.π. σ. 70, 84,

[15] Karl Popper (1972) ό.π. σ. 121.

[16] Karl Popper (1972) ό.π. σ. 25-26.

[17] Για τον Imre Lakatos ο «σκληρός πυρήνας» μιας επιστημονικής θεωρίας ξεχωρίζει από την «περιφέρεια» του και έχει μεγαλύτερες αντοχές σε διάψευση, διότι οι χειριστές της τελευταίας τον προφυλάσσουν. Βλ.Imre Lakatos (1970, 1981) “Falsification and the Methodology of Scientific Research Programmes” στο Imre Lakatos & Alan Musgrave (1970, 1981) Criticism and the Growth of Knowledge. Cambridge: Cambridge University Press σ. σ. 133-134.

[18] Thomas S. Kuhn (1962,1970) The Structure of Scientific \Revolutions.(1962,1979) σ.43-52

[19] Κατά τον Imre Lakatos ο «σκληρός πυρήνας» μιας επιστημονικής θεωρίας κηρύσσεται μη αναιρέσιμος με μια εκ των άνω μεθοδολογική απόφαση που παίρνουν οι «πρωταγωνιστές» της. Οι τελευταίοι, πάντα κατά τον Lakatos, σε περίπτωση συνάντησης προβλημάτων που δεν εξηγούνται από τη θεωρία αυτή, καταφεύγουν σε  μερικές τροποποιήσεις που αφορούν την «περιφέρεια» της, όχι τον πυρήνα της. Βλ.Imre Lakatos (1970, 1981)  ό.π. σ.91-197 και κυρίως σ. 133-134.

 

[20] Popper (1934, 1958) σ. 42, 82 , 145.

[21] Popper (1972) Objective Knowledge. Oxford , ό.π σ. 30.

[22] Βλ. Bertrand Russell (1938) Power. A New Social Analysis. London: George Allen and Unwin σ. 153-54.

 

[23] P. Munz ο.π. σ. 75 κ.ε.

[24] Louis Dumont (1966, εκδ. 1979)  Homo hierarchicus. Paris : Gallimard.

[25] Βλ. Thomas Hobbes (1651) Leviathan.  Richard Tuck (Ed.) (1991) Cambridge: Cambridge University Press.

[26] Τα εισαγωγικά εδώ χρησιμοποιούνται μετά λόγου γνώσεως διότι στη φιλοσοφία δεν υπάρχουν αυτονόητα.

[27] Louis Dumont (1966) ό. π.  σ. 33-35

[28]Την εχθρότητα του κοινού ανθρώπου στη φιλοσοφία επισημαίνει ο Isaiah Berlin στους σύγχρονους καιρούςς. Βλ. ‘An Introduction to Philsophy. Dialogue with Isaiah Berlin’. In : Bryan Magee (1978) Men of Ideas. London: BBC p. 14-41. Η εχθρότητα αυτή δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Αντίθετα, είναι σύμφυτη με τη φιλοσοφία  από τη στιγμή της γένεσής της.. Ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες» σατιρίζει τον Σωκράτη και μαζί του και τη φιλοσοφία. Ο Καλλικλής, στον «Γοργία» του Πλάτωνα, αρνείται απόλυτα οποιοδήποτε φιλοσοφικό διάλογο, ακριβώς διότι είναι «χαμένος κόπος», εφόσον η φιλοσοφία αδυνατεί να δώσει λύσεις σε πρακτικά θέματα και επιπλέον αμφισβητεί κατεστημένες ιδέες. «Δεν με ενδιαφέρουν αυτά που λες» (Γοργίας 505c), γυρίζει και λέει στον Σωκράτη, ακριβώς διότι θεωρεί απορριπτέα την προσπάθεια της φιλοσοφίας να πάει στο βάθος των πραγμάτων που αφορούν την εμπειρία και τη νόηση.

[29] «ἐξ ὧν ἐπορισάμεθα φιλοσοφίας γένος͵ οὗ μεῖζον ἀγαθὸν οὔτ΄ ἦλθεν οὔτε ἥξει ποτὲ τῷ θνητῷ γένει δωρηθὲν ἐκ θεῶν. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Τίμαιος 47a

 

[30] Francis Bacon   “Nam et ipsa scientia potestas est”.Meditationes Sacrae (1597)

[31] Bertrand Russell  (1938) Power. A New Social Analysis. London: Allen and Unwin.

[32] Αυτή ακριβώς η δυνατότητα του Λόγου να ασκήσει κριτική στον εαυτό του, όπως δείχνει ο Καντ στην Πρώτη Κριτική (Kritik  der reinen Vernunft, 1781,1787) συνιστά την αναστοχαστική του ιδιότητα.

[33] Αυτό δεν σημαίνει ότι ορισμένες φιλοσοφίες δεν είναι συμβατές με ορισμένεες πολιτικές. Ο εμπειρισμός είναι συμβατός με τη δημοκρατία, όπως γράφει ο Russell:

Bertrand Russell (1950) Unpopular Essays. London: George Allen and Unwin σ. 25.

 

[34] Όπως είναι γνωστό, ο John Maynard Keynes θεωρούσε ότι η πορεία της ανθρωπότητας εξαρτάται κυρίως από τη δύναμη των ιδεών. “The ideas of economists and political philosophers, both when they are right and when they are wrong, are more powerful than is commonly understood. Indeed the world is ruled by little else… I am sure that the power of vested interests is vastly exaggerated compared with the gradual encroachment of ideas.” John Maynard Keynes (1936, 1997) The General Theory of Employment, Interest and Money. New York: Prometheus Books σ. 383.

 

[35] Βλ. Κarl Popper (1970) ‘Reason or Revolution?’. Στο Theodor Adorno,Hans Albert, Ralf Dahrendorf, Jürgen Habermas , Harald Pilot, Karl R. Popper (1969, 1977) The Positivist Dispute in German Sociology. London : Heinemann  σ. 292

[36] Karl Marx (1844). Zur kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. Marx-Engels-Werke (M.E.W) (1971)  Berlin: Dietz τ. 1, σ. 385

 

[37] K.R.Popper (1977) “The Death of Theories and of Ideologies”. Symposium International de Philοsophie. Αθήνα 1977. Δίγλωσση αγγλοελληνική έκδοση Ακαδημίας Αθηνών. Μετάφραση Μυρτώς Δραγώνα-Μονάχου σ. 206-29.

[38] Ernest Gellener 994) Conditions of Liberty. Civil Society and Its Rivals.London: Hamish Hamilton σ. 38. – ελλ. μετάφραση (1996) Η κοινωνία πολιτών και οι αντίπαλοί της. Συνθήκες ελευθερίας. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση σ.86

[39] Louis Althusser (1966) Lire le Capital. Paris : Maspero . τ. 1, p. 75.

[40] Βλ. την κλασιή μελέτη του ανθρωπολόγου Ε. Εvans – Pritchard  (1940, 1956)  Nuer Religion. Oxford: Oxford University Press. Βλ. επίσης Robin Horton  (1964) “Ritual Man in Africa”  Africa  XXXIV pp 85-103.

[41] Karl R.Popper (1959) Logic of Scientific Discovery   ο.π.  σ.81 κ.ε.

[42] Karl Popper (1934, 1959) ό.π. σ. 89-91.

[43]. «…πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» . Επιστολή προς Εβραίους ιά ,1

[44] Αυτό έδειξε στο magnum opus του πάνω στη φυλή των Azande στην Αφρική ο μεγάλος άγγλος ανθρωπλόγος  Evans-Pritchard το 1936.Βλ. E.E. Evans-Pritchard  (1936)  Witchcraft, Oracles and Magic among the Azande. Oxford: Oxford University Press.

[45] Ανάμεσα στις πολυάριθμες μελέτες πάνω στα cargo cults αναφέρω ενδεικτικά μερικές από τις πιο γνωστές. Ι. C. Jarvie (1964) “Explaining Cargo Cults”. In : Bryan Wilson (1970) Rationality. Oxford: Blackwell pp50-61. Lamont Lindstrom (1993) Cargo Cults University of Hawaii Press. Thomas Robbins & Susan Palmer (1997) Millennium Messiahs and Mayhem : Contemporary Apocalyptic Movements. New York : Routledge. Mondher Kilani   (1983) Les cultes du cargo mélanésiens: mythe et rationalité en anthropologie. – Lausanne: éditions d’en bas. 1988. – «Le culte du cargo ou comment l’esprit des Blancs vient aux Mélanésiens par l’intermédiaire de leurs ancêtres», in: Jacques Hainard, Roland Kaehr & Fabrizio Sabelli, (dir.), Les ancêtres sont parmi nous, p. 27-44. – Neuchâtel: Musée d’ethnographie.

 

[46] Richard Feinman (1974, 1985) “ Cargo Cult Science”. Ομιλία στο  Caltech (1974). Περιέχεται στο Richard Feynman (1985) You Must Be Joking, Mr Feynman!, New York: Bantham Books, W.W.Norton.

[47] Βλ. Ian Jarvie  (1964) “Explaining Cargo Cults” o.π.

[48] Thomas s. Kuhn (1962, 1970) ό.π. σ. 204.

[49] Quaderni del carcere (1975)  Edizione critica a cura di Vanetino Gerratana. Torino: Einaudi  ο.π. σ. 886, 1379, 1488-93.

[50] Ο.π. σ. 1241

[51] André Malraux (1933 1986) La condition humaine. Paris : Gallimard.  του  La conditionPari

[52] Βλ. Λένιν ΑΠΑΝΤΑ Γαλλική έκδοση Lénine Œuvres complètes.. Paris-Moscou: Editions Sociales 1971, τ. 25 σ.205.


Φιλελευθερισμός, Εκλογές Και Σεχταρισμός

 

Δ. Δημητράκος

Δηλώνω ότι είμαι φιλελεύθερος. Όχι εν ευρεία, αλλά εν στενή εννοία: οπαδός της ανοιχτής κοινωνίας, αντικρατιστής, πιστός στην αρχή των ελευθέρων συναλλαγών, οπαδός όχι μόνο του JonathanMill, του KarlPopper και του IsaiahBerlin, αλλά και των «αυστριακών»  FriedrichvonHayek και LudwigvonMises. Όμως ουδέποτε υπήρξα μέλος ή οπαδός φιλελεύθερου πολιτικού κόμματος ή κινήματος. Ούτε είναι μέσα στις προθέσεις μου να γίνω, χωρίς να ψέγω ή να είμαι λιγότερο φίλος και θαυμαστής πολλών που καταβάλλουν προσπάθειες μέσα σε τέτοια , σχήματα. Λυπάμαι που θα απογοητεύσω μερικούς από αυτούς λέγοντας ότι οι προσπάθειες τους αυτές είναι αυτό-υπονομευόμενες από τον ίδιο το χαρακτήρα και τις επιδιώξεις του φιλελευθερισμού.

Εξηγούμαι. Κατ’ αρχήν η φιλελεύθερη ιδέα είναι πρωτίστως αντικρατική και αντιεξουσιαστική. Ένα πολιτικό κόμμα επιζητεί να ασκήσει εξουσία, δηλαδή, να εφαρμόσει και επομένως να επιβάλει τις αρχές του και το πρόγραμμά του. (Αλλιώς δεν μιλάμε για εξουσία, αλλά για πρόταση, επιρροή, συμβουλευτική αρμοδιότητα κ.α.).  Ο φιλελεύθερος σε ένα κόμμα, επομένως, επιδιώκει να ασκήσει –ιδανικά μόνος του ή εν ανάγκη με τη βοήθεια άλλων- εξουσία για να …μειώσει τις εξουσιαστικές αρμοδιότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας; Θέλει να ασκήσει εξουσία ένα μη εξουσιαστικό κόμμα; Θέλει να ανταγωνιστεί άλλα κόμματα που υπόσχονται διορισμούς, προσοδοθηρικά οφέλη εις βάρος άλλων, συγκαλυμμένους ή απροκάλυπτους προστατευτισμούς συμφερόντων; Οι δυνητικοί του «πελάτες», λογικά,  τον περιθωριοποιούν.

Κατά δεύτερο λόγο, ο κομματικός φιλελευθερισμός πέφτει στην ίδια την παγίδα της πολιτικοποίησης την οποία καταπολεμά. Όπως έγραφε παλιότερα ο  FrédéricBastiat  (1801-1850) , ένα από τα καθαρότερα φιλελεύθερα μυαλά, ο πολιτικός έχει την εντύπωση ότι ο ίδιος κάνει και πρέπει να κάνει τα πάντα, ότι ο κοινός άνθρωπος, τα άτομα που απαρτίζουν την κοινωνία είναι απλώς το «υλικό» του. Δεν επαφίεται, επομένως, σ’ αυτόν. Θέλει να καθοδηγήσει, να ελέγξει, να προγραμματίσει…Τι απέγινε στο σχήμα του η εμπιστοσύνη στην ελευθερία και στην αυθόρμητη τάξη;

Τότε, θα μου πείτε, τι μπορεί, τι πρέπει να κάνει ένας φιλελεύθερος;

Πρώτιστη ανάγκη είναι να απαλλαγεί από χίμαιρες και μυθεύματα. Να επιλέξει μεταξύ κομματικής πολιτικής και καθαρού thinktank –δεξαμενής σκέψης. Ή να συνδυάσει και τα δύο, αλλά σε δύο διακριτές δραστηριότητες. Για μένα δεν γίνεται τίποτε χωρίς ελίτ, χωρίς βασική επιρροή στα κέντρα λήψης αποφάσεων που, σε τελευταία ανάλυση, είναι πολιτικά. Χρειάζονται δεξαμενές σκέψης στις οποίες μπορούν οι φιλελεύθεροι να διαμορφώσουν και να επεξεργασθούν αρχές και προγράμματα, να λύσουν θεωρητικά προβλήματα που αργότερα μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Η προσέγγιση αυτή είναι ελιτίστικη – και γιατί να μην είναι; Επίλεκτοι και ειδικοί διαμορφώνουν ιδέες, προσφέρουν λύσεις σε προβλήματα, κριτικάρουν, αναθεωρούν και αναδιατυπώνουν τις προσφερόμενες λύσεις. Αν τις υιοθετήσουν ορισμένοι ιθύνοντες, είναι πολύ σημαντικό. Θα τις παρουσιάσουν ως δικές τους ιδέες. Δεν πειράζει! Θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική αυτή η μερική εφαρμογή των φιλελεύθερων αρχών, από το να έχεις ένα κόμμα,  που ενδεχομένως θα συμμαχήσει με άλλα, για να καταλήξει σε ένα δήθεν φιλελεύθερο πρόγραμμα. Η MargaretThatcher εφάρμοσε φιλελεύθερες αρχές, δεν ίδρυσε φιλελεύθερο κόμμα. Μέχρι σήμερα μισείται πρώτον διότι οι αρχές της ήταν ακραιφνώς φιλελεύθερες – και την ελευθερία πολλοί μισούν- και δεύτερον διότι…πέτυχε η πολιτική της. Στα υπόλοιπα παρέμεινε στιβαρά συντηρητική και στενά εθνικιστική.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι ένας φιλελεύθερος θέλει να έχει και μια κομματική στέγη. Να υπάρχει ένας κομματικός φορέας που να προωθήσει, όσο γίνεται, τις φιλελεύθερες ιδέες μέσα στην πολιτική αρένα. Θεμιτό. Τότε δεν θα πρέπει να αναλωθεί σε συζητήσεις επί συζητήσεων μέχρι να βρεθεί το «ιδανικό» σχήμα με τις «σωστές» αρχές. Το αποτέλεσμα θα είναι ο σεχταρισμός. Θα σχηματιστούν πέντε, έξι… πολλά μαγαζιά, τα οποία στη συνέχεια θα διαιρεθούν σε ακόμα περισσότερα.

Η βασική διαφορά μεταξύ κόμματος και thinktank είναι ότι στο πρώτο παίρνονται αποφάσεις ενώ στο δεύτερο συζητιούνται ιδέες. Οι οπαδοί ενός κόμματος, αν είναι διαποτισμένοι με την ιδέα ότι έχουν βρει το «σωστό» δρόμο, θα συγκροτήσουν μια μικρή, επιθετική ομάδα εντός της οποίας η ομοφωνία για ένα διάστημα θα χρησιμεύει ως αυτό-επιβεβαιωτικός δείκτης. Είμαστε ωραίοι, δίκαιοι, έξυπνοι και αρέσουμε ο ένας στον άλλον. Ο κόσμος μας είμαστε εμείς. Και βαδίζουμε ενωμένοι προς τον πολιτικό αφανισμό, μη αναλογιζόμενοι ότι στην πολιτική αγορά στην οποία απευθυνόμαστε, το προϊόν μας είναι αζήτητο.

Πολύ πιο υγιές θα ήταν να σχημάτιζαν ένα πολύ έστω πιο αβαθές, πιο ελκυστικό, πιο ρευστό σχήμα που να τραβήξει κοινό που θα απαιτεί: καλυτέρευση των συνθηκών ζωής και συγχρόνως  εντιμότητα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μπορεί να αποβούν χρήσιμες ορισμένες ιδέες που ένα ή περισσότερα φιλελεύθερα think-tank έχουν επεξεργασθεί. Διότι μια σε μια δεξαμενή σκέψης, συζητούνται ιδέες, δεν παίρνονται αποφάσεις. Δεν θα πάνε, όμως, να ιδρύσουν άλλο μαγαζί, όσοι διαφωνούν. Επομένως

Η μεγαλύτερη πλάνη από όλες, ίσως και η τραγικότερη, στην πολιτική, είναι ο σεχταρισμός, που συνίσταται σε ένα πολιτικό αυτισμό. Ο σεχταρισμός συνίσταται στην πεποίθηση ότι έχω το δίκιο και την αλήθεια με το μέρος μου, αλλά και στην απόλυτη βεβαιότητα ότι επειδή έχω την αλήθεια και το δίκιο με το μέρος μου, πρέπει να αγωνιστώ μέχρις εσχάτων και δεν έχει καμιά –μα καμιά- σημασία  πόσοι συμμερίζονται την πεποίθησή μου αυτή. Όταν κάνεις πολιτική, ξεκινάς από το να αποκλείεις τη σεχταριστική διάθεση. Πολιτική είναι να ξεπερνάς το μαξιμαλισμό σου – δηλαδή το «ή όλα, ή τίποτα». Πολιτική είναι να ξέρεις ότι και δίκιο να έχεις πρέπει να καταφέρεις να είναι αποδεκτό, έστω εν μέρει, από τους άλλους. Πολιτική είναι να καταλαβαίνεις ότι υπάρχει «κλειστή» και «ανοιχτή» πολιτική, δηλαδή πολιτική της διαπραγμάτευσης, του εσωτερικού σχεδιασμού, των ανταλλαγών απόψεων και πολιτική των διακηρύξεων, των δημόσιων συζητήσεων και δηλώσεων. Τέλος, πολιτική είναι αυτό που στην τελική ανάλυση απευθύνεται στους πολλούς και μάλιστα στους πλείστους. Μια πολύ ορθή φράση του Λένιν είναι η εξής: «Η πολιτική αρχίζει εκεί που υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι· όχι χιλιάδες, αλλά εκατομμύρια: εκεί αρχίζει η σοβαρή πολιτική».[1]

Ασφαλώς είμαστε πολύ μακριά από το 1910, όταν το έλεγε αυτό ο Λένιν και δεν αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα με την προεπαναστατική Ρωσία της εποχής. Αλλά δείχνει κάτι που οι φιλελεύθεροι φίλοι μου δεν καταλαβαίνουν: ότι αν θέλετε να κάνετε πολιτική, το υλικό σας δεν είναι οι φίλοι με τους οποίους ομοφρονείτε ή διαφωνείτε, δεν είναι η παρέα σας, αλλά κάτι ευρύτερο, κάτι διαφορετικό, ογκώδες και που σας είναι ξένο.

Διαλέξτε, επομένως. Είναι σκόπιμη η ελιτίστικη προσέγγιση; Είναι! Αλλά για επεξεργασία σκέψεων, για διαμόρφωση και κριτική θεωρίας μέσα σε δεξαμενή σκέψης. Είναι σκόπιμη η ύπαρξη κόμματος; Ασφαλώς, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστή, πολυπληθή πραγματικότητα και τον ίδιο το χαρακτήρα της πολιτικής, ο οποίος είναι πολύμορφος και πολυδιάστατος. Αυτά δεν έχουν γίνει επαρκώς αντιληπτά από τους ποιοτικά άριστους των κομματικά φιλελεύθερων. Κυρίως από αυτούς! Τους τιμά αυτό. Αλλά δεν προωθεί την υπόθεσή τους.

[1] Β.Ι. Λένιν .Έκτακτο 7ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι). Πολιτική Έκθεση στην Κεντρική Επιτροπή. 7 Μαρτίου 1910.

 


Περί Απομυθοποίησης Εθνικής Ιστορίας


Η δημιουργία και σφυρηλάτηση εθνικής ταυτότητας είναι εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση. Δύσκολα επιτυγχάνεται ακόμα και όταν την αναλαμβάνει ένα κράτος. Συνήθως είναι έργο ιστορικών, όπως έγινε με τον Jules Michelet στη Γαλλία και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο στην Ελλάδα. Το έθνος που ταυτίζεται με ένα κράτος βασίζεται σε μια ιδέα του έθνους ως συλλογικής οντότητας. Αλλά, όπως ολόσωστα λέει ο Ernest Renan (1882), η συλλογική αυτή οντότητα βασίζεται τόσο σε κοινές μνήμες όσο και σε αυτά που επέλεξαν να εκβάλουν από τη μνήμη τους oι άνθρωποι – ή, πιο απλά, σε αυτά που δεν μνημονεύονται από την εθνική ιστορία.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η τελευταία ψεύδεται. Οι παραλείψεις από μια ιστορική αφήγηση μπορεί να θεωρηθούν «εκ του πονηρού», αν αποκρύπτουν κάτι που «χαλάει την εικόνα». Σε εποχή που η σχεδίαση και ολοκλήρωση της εικόνας είναι πολύ σημαντική υπόθεση, ασφαλώς και θα θεωρηθεί απαράδεκτη κάθε προσπάθεια απομυθοποίησης, εκτός βέβαια, από καθαρά επιστημονικές εργασίες.

Ιστορική αλήθεια και επίσημη ιστορία

Σε εποχή, όμως, όπου μια χώρα έχει στερεώσει τη εθνική και κρατική της οντότητα, που δεν αμφισβητείται η επικράτεια της και που προέχει η προσαρμογή σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, μπορεί να δεχθεί ότι η ιστορική αλήθεια δεν καταγράφεται πλήρως ή ακριβώς στην επίσημη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Αυτό, τουλάχιστον στην Ευρώπη, συνεπάγεται μια βαθμιαία κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στις δύο, παράλληλα με τη συνειδητοποίηση ότι η χώρα δεν βρίσκεται πια σε κατάσταση αδυναμίας, ότι η συνύπαρξή της με πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες της εγγυάται σταθερότητα και ασφάλεια έναντι βουλιμιόντων ή μη συνεργάσιμων γειτόνων.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι εκείνα τα στοιχεία της εθνικής ιστορίας που συγκροτούν την ιδέα του έθνους, μπορούν να διατηρηθούν χωρίς να προσβάλλεται η ιστορική αλήθεια. Οι σημερινοί Γάλλοι δεν μαθαίνουν πια στα παιδιά τους την ιστορία τους αρχίζοντας με την περίφημη φράση “ nos ancêtres, les Gaulois ” («οι Γαλάτες πρόγονοί μας»). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς τους που έμαθαν έτσι την ιστορία, πίστευαν κάτι λανθασμένο ή ψευδές. Και έπαψαν να μαθαίνουν έτσι την ιστορία, όχι επειδή βρέθηκε κάποιο ατίθασο πνεύμα, να καταγγείλει το «λάθος» ή το «ψέμα». Ούτε έγινε ριζική αναθεώρηση της εκμάθησης της ιστορίας. Πιο απλά, αυτό έγινε επειδή είχε κατασταλάξει ευρύτερα μια σύγχρονη ιδέα της Γαλλίας, ως χώρας με εξασφαλισμένες συνθήκες συνεργασίας και φιλικών σχέσεων με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και επειδή –παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει – η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία έχει πολύ μεγαλύτερη θεσμική και κοινωνική αυτοπεποίθηση από εκείνη που είχε η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία, η οποία είχε εισαγάγει στη σχολική παιδεία αυτήν την ιδέα μετά το 1881.

Η εθνική ιδέα χθες και σήμερα

Η ελληνική εθνική συνείδηση σχηματίστηκε πριν από την Επανάσταση, και μάλιστα κατά τον Νίκο Σβορώνο, πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Από πολλές απόψεις το Ελληνικό εθνικό κίνημα – η απαίτηση να αποκτήσει δικό του κράτος- ήταν ένα από τα πιο επιτυχημένα στην Ευρώπη. Ασφαλώς περιέχει, όπως κάθε εθνική ιδεολογία μια ιστορική αφήγηση. Αυτή η ιστορική αφήγηση έχει ένα υποκείμενο δράσης, που είναι αυτό που ο Benedict Anderson ονομάζει «φαντασιακή κοινότητα» (“imagined community”). «Φαντασιακή» δεν σημαίνει «ψευδής» ή «ανύπαρκτη». Μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι που συμπίπτει ή δεν συμπίπτει ή συμπίπτει εν μέρει με την πραγματικότητα. Αλλά το σημαντικό είναι ότι δημιουργεί μια πραγματικότητα η ίδια η πίστη σ’ αυτήν. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιστορική αφήγηση συνθέτει ένα πλέγμα πεποιθήσεων που δομεί την εθνική ιδεολογία. Είναι δεμένο μ’ αυτήν. Η επιστημονική ιστορία διαφέρει. Απαιτεί τεκμηρίωση, αποδεκτή μέθοδο ανάλυσης αιτιών και φυσικά, αλλάζει με κάθε νέα έρευνα, νέα δεδομένα που έρχονται στο φως και νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις.

Μπορεί να αποσυνδεθεί η μελέτη και εκμάθηση της ιστορίας από την εθνική ιδεολογία; Όσο υπάρχουν εθνικά κράτη, αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Αλλά μπορεί, μια σύγχρονη χώρα, να έχει λιγότερο ανάγκη από την παραδοσιακή ιστορία, για τη διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής, ή την εξασφάλιση πολιτικής ομαλότητας και κοινωνικής αρμονίας, με αναγνώριση δικαιωμάτων μεγάλων ομάδων που ανήκουν σε εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες. Η αποδοχή μιας και μόνης ιστορικής αφήγησης ως «ορθόδοξης», ανήκει σε προηγούμενη φάση της νεωτερικότητας, στα πρώιμα έθνη-κράτη και όχι σε εποχή που η παγκοσμιότητα οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων παρέχει κλίμα συνεργατικότητας, και σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στα έθνη.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι απορρίπτεται η παράδοση, η κουλτούρα. Σημαίνει βαθμιαία έξοδο από νοοτροπίες κλειστής κοινωνίας, από το «μαγεμένο» κόσμο της φαντασιακής κοινότητας: όχι την καταγγελία της ως ξεδιάντροπου ψέματος ή το χλευασμό εκείνων που βρίσκουν θαλπωρή στην ατμόσφαιρά της. Μια τέτοια αντιμετώπιση είναι χαρακτηριστική του δημαγωγού, όχι του επιστήμονα. Ο λόγος της επιστήμης είναι ψυχρός, απαιτητικός, διόλου «ερωτικός». Έχει, όμως μια δωρική αυστηρότητα που θέλγει εκείνους που είναι σε θέση να την εκτιμήσουν. Οι άλλοι θα προσελκύονται από τις ρητορικές κορώνες εκείνων που επιδίδονται, όχι στην κριτική, αλλά στην εύκολη καταγγελία.