Corbyn και Μονοκομματικό Κράτος

Δ. Δημητράκος

Ο Jeremy Corbyn θα εκλεγεί αρχηγός του Εργατικού Κόμματος μεθαύριο. Αυτό είναι βέβαιο – όσο βέβαιη είναι και η συντριβή του κόμματος με αυτόν αρχηγό, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές στη Βρετανία. Αυτό, όμως, δεν απασχολεί τον Κόρμπιν και τους εσωκομματικούς του υποστηρικτές. Έχουν ως μοντέλο τους τον Τσάβες, τον Μαδούρο και τον Σύριζα. Ο Κόρμπιν είναι προσηλωμένος  επίσης στα ιερά σύμβολα ακόμα πιο παλιάς επαναστατικής παράδοσης. Πρόσφατα ζήτησε στην Βρετανική Βουλή να κάνει παραστάσεις η κυβέρνηση της Αυτής Βρετανικής Μεγαλειότητος προς την κυβέρνηση της Ρωσίας, να αποκαταστήσει τη μνήμη του Λέον Τρότσκι. Αυτά τον απασχολούν. Και με αυτά κατακτά οπαδούς στο χώρο του ιδεολογικού αυτισμού μιας ορισμένης ιδέας της Αριστεράς – εκείνης που ζει σε ένα κόσμο που δεν έχει αλλάξει ούτε και πρέπει να αλλάξει.

Φαίνεται πως είναι φαινόμενο των καιρών να επικρατεί ορισμένες φορές σε ένα πολιτικό χώρο ή σε μια ολόκληρη κοινωνία, ένα κλίμα αυτόβουλης απομόνωσης, μια εμμονή σε ξεπερασμένα σχήματα, σε πείσμα της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Αυτό προσκρούει στη διάθεση των νέων για κάτι πιο προσαρμοσμένο στη σύγχρονη εποχή. Αλλά ο Κόρμπιν και οι οπαδοί του ενδιαφέρονται να διατηρήσουν το αραχνιασμένο παρελθόν, διότι τους προσφέρει θαλπωρή. Το παλιό αποστρέφεται και εκδιώκει το καινούργιο και αδιαφορεί για τις συνέπειες που έχει η αδιαφορία προς την πραγματικότητα. Οι «Κορμπινίστας» (Corbynistas) – κατά την επικρατούσα ονομασία των οπαδών του Κόρμπιν – είναι κατά της παγκοσμιοποίησης, κατά του διεθνούς κεφαλαίου, κατά της ελευθερίας του εμπορίου. Μέλη τους είναι νέα άτομα που εντυπωσιάζονται από την παρουσία μιας επαναστατικής παράδοσης και συμβόλων του προλεταριάτου: τις κόκκινες σημαίες, τα επαναστατικά άσματα, την επερχόμενη και ποθούμενη ανατροπή του παγκόσμιου καπιταλισμού… Από τη στιγμή που αυτά τα θεωρούν αναπόδραστες αλήθειες, δεν τους ενδιαφέρει το ότι η πολιτική δεν γίνεται όταν απλά (νομίζεις ότι) κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου, αλλά όταν κινείσαι με χιλιάδες, με εκατομμύρια ανθρώπους για να την φέρεις εις πέρας, όπως δίδασκε ο Λένιν, ήδη από το 1910. (*)

Από τη δική του μεριά το Συντηρητικό κόμμα αποτελεί τον κορμό των Brexiteers. Οι Tory ζηλωτές του Βρετανικού εξαιρετισμού και του ευρωσκεπτικισμού εκφράζουν μια πατροπαράδοτη, όχι όμως δεδομένη, στάση απομονωτισμού που αποδίδουν πολλοί Βρετανοί στη «συλλογική ταυτότητά» τους. Όμως, με τα χρόνια, το κόμμα αυτό έδειξε μεγάλη προσαρμοσιμότητα σε νέες καταστάσεις και ικανότητα ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Το Εργατικό Κόμμα, η μεγάλη πολιτική δύναμη των μεταρρυθμίσεων, σήμερα πνίγεται στην εσωστρέφεια του και βρίσκουν καταφύγιο οι οπαδοί του υπό τον Κόρμπιν σε μια εμμονή σε πεπαλαιωμένους συμβολισμούς και αδιέξοδες πολιτικές, αδιαφορώντας για την ευρύτερη απήχηση που αυτή η στάση μπορεί να έχει στο εκλογικό σώμα. Μάλιστα, ο κίνδυνος διάσπασης του κόμματος και δημιουργίας νέου πόλου μεταρρυθμιστικής κεντροαριστερής κατεύθυνσης είναι μεγάλος. Έχει ξαναγίνει στη Βρετανική ιστορία. Το μικρό, αλλά δυναμικό Εργατικό Κόμμα, εκτόπισε από το προσκήνιο το μεγάλο Φιλελεύθερο κόμμα που είχε χάσει κάθε ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Η.Β. , αλλά και στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η αυτοπεριθωριοποίηση του Εργατικού Κόμματος δεν είναι δυστύχημα για το ίδιο, αλλά και για τη Βρετανία, και για την Ευρώπη. Σημαίνει την μακροπρόθεσμη μονοκρατορία του Συντηρητικού κόμματος και επομένως μια σοβαρή υποχώρηση της δημοκρατικής ποιότητας του πολιτεύματος. Ουσιαστικά, η Βρετανία θα λειτουργεί ως οιονεί  μονοκομματικό κράτος υπό το Συντηρητικό κόμμα, που θα έχει κάθε λόγο να ξαναβρεί τον παλιό, απομονωτικό αντι-μεταρρυθμιστικό του εαυτό. Ιδίως μετά την πραγματοποίηση της εξόδου της Βρετανίας της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[1]


[1] «Η πολιτική αρχίζει εκεί που υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι· όχι χιλιάδες, αλλά εκατομμύρια: εκεί αρχίζει η σοβαρή πολιτική».[ Β.Ι. Λένιν .Έκτακτο 7ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι). Πολιτική Έκθεση στην Κεντρική Επιτροπή. 7 Μαρτίου 1910.


ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Δ. Δημητράκος

Ο ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ *

Η έννοια του λαϊκισμού συνυφαίνεται με την ιδέα της απεριόριστης λαϊκής κυριαρχίας, όπως υποστήριξα σε προηγούμενο άρθρο μου[1]. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή η εξουσία ανήκει δικαιωματικά στο λαό και δεν πρέπει να τίθενται φραγμοί στην άσκησή της. Οι λαϊκιστές πολιτικοί ηγέτες και τα κινήματα ή τα κόμματα που κατευθύνουν συχνά μιλούν για την ανάγκη ανάκτησης της εξουσίας αυτής την οποία σφετερίστηκαν «οι άλλοι». Ποιοι είναι αυτοί «οι άλλοι»; Είναι η ελίτ, ή οι ξένοι τοποτηρητές, ή οι γραφειοκράτες, ή οι πουλημένοι πολιτικοί ή ακόμα αλλοδαποί ή αλλόφυλοι[2]. Πάντως κάποιοι που αποτελούν «ξένο σώμα», που δεν είναι καθαυτό λαός.

Ο  λαϊκιστικός πολιτικός λόγος στρέφεται κατά του «άλλου», αλλά είναι γενικότερα συγκρουσιακός. Μάχεται κατά του Κακού, επομένως αντιμετωπίζει τον αντίπαλό του, όχι σαν πολιτικό ανταγωνιστή, αλλά σαν αδυσώπητο εχθρό του λαού. Αυτός είναι ο λαϊκισμός που απαντάται σήμερα σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες. Σύγχρονοι μελετητές του φαινομένου τον ονομάζουν «νέο λαϊκισμό»[3] για να τον διακρίνουν από παλαιότερες μορφές του στον 20ό αιώνα, συνήθως σε αγροτικές περιοχές και με αιτήματα μερικού χαρακτήρα. O νέος λαϊκισμός έχει πολλά κοινά στοιχεία με παλιότερες μορφές του. Το κυριότερο είναι ότι αντιτίθεται γενικά στο στάτους κβο και αναγνωρίζει τον λαό ως ύστατη και μοναδική πηγή νομιμότητας της εξουσίας. Ο νέος λαϊκισμός πηγαίνει πιο πέρα: ζητάει την άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο το λαό. Και εφόσον ο λαός είναι πολυπληθής μάζα, η άσκηση εξουσίας θα πρέπει να γίνει από ηγέτες και ομάδες που ταυτίζονται μαζί του – που δημιουργούν με το λόγο, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους, την πεποίθηση ότι ανήκουν στο λαό, ότι μέσα από αυτούς ο ίδιος ο λαός θα ασκεί εξουσία.

Ο νέος λαϊκισμός, όμως, έχει και ορισμένα πρόσθετα χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η άρνηση της αλλαγής, η εναντίωση σε μεταρρυθμίσεις. [4] Μπορεί να πάρει μορφές ρατσισμού και ξενοφοβίας· ή πιέσεων για προστατευτισμό τοπικών προϊόντων· ή αντίδρασης σε μέτρα που απειλούν κατεστημένα προνόμια και συμφέροντα. Όμως, κινείται πάντα ενάντια σε κάποια αλλαγή στον κοινωνικό ορίζοντα.

Ένα άλλο νέο στοιχείο του νέου λαϊκισμού είναι η ολομέτωπη σύγκρουση με «το σύστημα», με ένα ακαθόριστο πλέγμα εξουσιών, κανόνων, μηχανισμών που αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Με την έννοια αυτή, όπως τονίζουν δύο σημαντικοί μελετητές του φαινομένου, ο νέος λαϊκισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης.[5] Επίσης, τα λαϊκιστικά κινήματα σήμερα δεν περιορίζονται σε περιοχές της περιφέρειας, αλλά απαντούν σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες τα τελευταία είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια.

Μπορούν να δοθούν πολλές εξηγήσεις για αυτή την έκρηξη κινημάτων όπου κυριαρχεί ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, και για την απήχηση που έχουν σε μεγάλο αριθμό πολιτών. Μία εξήγηση που προσφέρεται συχνά είναι το πρόβλημα της μαζικής μετακίνησης προσφύγων ή μεταναστών και η σχετική αδυναμία των κρατικών και διακρατικών υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό.

 Αυτή η εξήγηση είναι απόλυτα ορθή, αλλά ανεπαρκής. Δεν εξηγεί την έκφραση ολοκληρωτικής αντίθεσης στο «σύστημα». Εξηγεί, εν μέρει, την απήχηση κομμάτων που συγκαταλέγονται στο «δεξιό λαϊκισμό», όπως της Μαρίν Λεπέν. Δεν εξηγεί, όμως, τι είναι εκείνο που δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα της Λεπέν (ή άλλα αντίστοιχα στην Ευρώπη και στην Αμερική) να αποσπούν ψήφους από μέχρι πρόσφατα οπαδούς αριστερών κομμάτων. Και δεν εξηγεί πώς και γιατί ο πολιτικός λόγος που είναι ασυμβίβαστα αντιθεσμικός, είτε εντάσσεται σε ένα αριστερό ιδεολογικό πλαίσιο, είτε σε δεξιό αντίστοιχο, έχει μεγάλη απήχηση. Οι διαχωριστικές γραμμές παίζουν μικρότερο ρόλο σήμερα, εφόσον αυτές σχηματίστηκαν και παγιώθηκαν ξεκινώντας από άλλες ιστορικές βάσεις, σε παλιότερους καιρούς.  

Μια άλλη εξήγηση για την ανάδυση του νέου αυτού και ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση. Αυτή η εξήγηση είναι επίσης πειστική – και πάει πολύ περισσότερο στη ρίζα του προβλήματος σε σύγκριση με την προηγούμενη. Η παγκοσμιοποίηση είναι το όνομα το οποίο δίνουμε σε μια διαδικασία συνένωσης και διεθνοποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων και στρατηγικών. Μία νέα πραγματικότητα γεννιέται, ένας διαδικτυωμένος κόσμος με άπειρα νήματα επικοινωνίας, αλληλόδρασης, συντονισμού και συνεργασίας. Πολλαπλασιάζονται οι εμπορικές συναλλαγές παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Όμως, μοιραία δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους, και μάλιστα ορισμένους εντελώς περιθωριοποιημένους ανάμεσα στους τελευταίους. Σ’ αυτό συνίσταται το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού, τον οποίο ορθά καταγγέλλουν ως ένα από τα αρνητικά συμπτώματα της παγκοσμιοποίησης οι αντίπαλοι της τελευταίας.

Οι αντιδράσεις στην παγκοσμιοποίηση είναι συχνά βίαιες. Μάλιστα, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν ένα άυλο δίκτυο αφηρημένων διαδικασιών και όχι έναν ορατό «εχθρό» αυξάνει την ένταση και τη βία των αντιδράσεων: όχι διότι πιστεύεται ότι με τον τρόπο αυτό  όχι διότι πιστεύουν όσοι αντιδρούν έτσι, ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η παγκοσμιοποίηση, αλλά διότι η οργή και η βία εκφράζουν την διαμαρτυρία μπρος σε κάτι εντελώς καινούργιο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους σύγκρουσης. 

Όμως, και εδώ η εξήγηση είναι ανεπαρκής. Η παγκοσμιοποίηση μειώνει τη σημασία και το ρόλο του κράτους. Η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση δεν εκφράζει κατ’ ανάγκην αντίθεση στο κράτος και τους θεσμούς του. Ασφαλώς κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα σ’ αυτούς που εναντιώνονται στην παγκοσμιοποίηση και στους θιασώτες του ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η λογική της σύγκρουσης. Και ασφαλώς είναι πολλοί αυτοί που είναι λαϊκιστές και συγχρόνως κατά της παγκοσμιοποίησης. Όμως η αντιστοιχία δεν είναι ένα προς ένα. Μπορεί κάποιος να είναι κρατιστής και να αντιστρατεύεται την παγκοσμιοποίηση και να μην είναι λαϊκιστής· ή να υποστηρίζει μια ριζοσπαστική λαϊκιστική κίνηση, χωρίς να εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση.

Πιστεύω ότι η εξήγηση βρίσκεται αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε πολιτική αντίδραση ξεκινάει από κάποιο πρόβλημα που τα δρώντα υποκείμενα προσπαθούν να λύσουν. Ένα τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε στο τέλος του προηγούμενου αιώνα είναι η θεσμική ανεπάρκεια, τόσο του κράτους, όσο και διακρατικών οργανισμών στην επίλυση ζωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολίτης στις δυτικές δημοκρατίες. Οι κρατικοί και διακρατικοί μηχανισμοί εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε καταστάσεις που δεν απαιτούσαν την επίλυση σύνθετων προβλημάτων που ανακύπτουν σήμερα, όπως είναι – μεταξύ άλλων- το κράτος πρόνοιας και η χρηματοδότησή του, η μετακίνηση εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου, η διαχείριση του παγκόσμιου περιβάλλοντος, η ασφάλεια του πολίτη κ.α. Όχι μόνο δεν επαρκούν οι θεσμοί αυτοί, αλλά έχει δημιουργηθεί και σοβαρό πρόβλημα δημοκρατικού ελλείμματος, δηλαδή, ανεπάρκεια εγγυήσεων δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας. 

Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όταν μιλάμε για κρίση θεσμών, στην πραγματικότητα αναφερόμαστε στο ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν διότι διαμφισβητείται το κύρος τους, διότι μεγάλη μάζα πολιτών έχει χάσει την εμπιστοσύνη σ’ αυτούς. Αυτό είναι το γενικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Και ο λαϊκισμός έρχεται να τους προσφέρει μια λύση : να εμπιστευθούν τον λαϊκιστή ηγέτη, την οργάνωση και το πρόγραμμά του, που θα δώσει ένα αίσιο τέλος στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Περισσότερο ακόμα: την ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου.

Σ’ αυτό ο λαϊκιστής ηγέτης έχει ένα διπλό πλεονέκτημα. Από τη μια μεριά το μήνυμά του είναι εύπεπτο και άμεσο. Η αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τον πολιτικό του λόγο – ιδίως αν είναι χαρισματικός – είναι εύκολη. Από την άλλη, οι λύσεις και οι υποσχέσεις του έχουν άμεσο χαρακτήρα. Επομένως, ένα μήνυμα ολομέτωπης σύγκρουσης και ολικής εγκατάστασης του «συστήματος» από κάτι «καινούργιο», με βάση εικόνες, σύμβολα και «κινητικότητα» γίνεται πειστικό σε πολλούς, όταν οι υποστηρικτές του «παλιού» θεωρούνται ξοφλημένοι. Είναι ακόμα πιο αποδεκτό, το μήνυμα του ριζοσπαστικού λαϊκισμού όταν το «καινούργιο» που ευαγγελίζεται είναι στο όνομα μιας παλινόρθωσης: μιας εξουσίας που θεωρείται ότι δικαιωματικά ανήκει στο λαό στον οποίο απευθύνεται, και που οι εχθροί του έχουν σφετεριστεί.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης – απώλειας και ανάκτησής της – έχει, επομένως κεντρική σημασία στην κατανόηση του φαινομένου του νέου λαϊκισμού. Γεννιέται το εξής ερώτημα. Υπάρχει τρόπος αποκατάστασης της εμπιστοσύνης του πολίτη εντός του δημοκρατικού κανονιστικού πλαισίου; Μπορούμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους με τους οποίους συνδέεται η πολύ δύσκολη και λεπτή  αυτή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και θεσμών; Αυτό αποτελεί ξεχωριστό θέμα που θα καλυφθεί σε προσεχές άρθρο.


[1] ‘Ο λαός στην εξουσία’ ΝΕΑ 2/7/2016

[2] Pierre-André Taguieff (2002) L’illusion populiste. Paris: Champs Flammarion. σ. 18

[3] Margaret Canovan (2005) The People. Cambridge: Polity. Y.Mény & Y. Surel (2000) Par le peuple, pour le peuple. Paris: Fayard. Paul Taggart (1995) ‘New populist parties in Western Europe’ Western European Politics, 18, 1

[4] Dominique Reynié (2011) Populismes: la pente fatale. Pairs: Plon. σ. 134.

[5] Y.Mény & Y. Surel (2000) ό.π. σ. 181

*Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 30-7-2016


Ο Λαϊκισμός και τα Όρια του

Screenshot_1

 

Τα προβλήματα που συσσωρεύονται εδώ, στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής είναι τεράστια – όχι μόνο για μας, αλλά και για τον κόσμο και η επίλυσή τους δεν εξαρτάται από την εφαρμογή μιας απλής φόρμουλας. Πολύ συχνά νομίζεται ότι ο Γόρδιος Δεσμός «λύνεται» με τον τρόπο που επέλεξε ο Αλέξανδρος. Τις περισσότερες φορές δεν λύνεται καθόλου ή λύνεται με την υπομονητική μέθοδο των δοκιμών και λαθών (trial and error), με τη διπλωματία «μικρών βημάτων», με τις αλλεπάλληλες και συχνά άγονες συζητήσεις, με προσπάθειες που συχνά αποτυγχάνουν  αλλά πετυχαίνουν πολλές, μικρές βελτιώσεις του κόσμου μας. Η πρόοδος δεν είναι το αποτέλεσμα θεαματικών γεγονότων , αλλά κυρίως μικρών αλλαγών. Αυτό οφείλεται στο ότι σε τελική ανάλυση υπερισχύει ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ο ανθρώπινος Λόγος: μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν η παρουσία λαϊκιστικών κινημάτων είναι απειλητική ή και κυρίαρχη: περιπτώσεις Trump, Orban, Τσίπρα, Le Pen, Podemos. Eκφράσεις πολιτικού τσαμπουκά, που εμπνέουν πολλούς, αλλά το «προσδόκιμο» διάρκειας τους είναι περιορισμένο. Τα κινήματα αυτά εκτρέφονται από το ότι παραμένουν άλυτα ορισμένα βασικά προβλήματα πολλών κοινωνικών ομάδων και την απατηλή ιδέα ότι μπορούν να λυθούν με μια «μονοκονδυλιά» από πολιτικές δυνάμεις που διαθέτουν την κατάλληλη «βούληση».  Συχνά, μέσα στο πρόγραμμα τέτοιων κινημάτων είναι η επιστροφή σε μαζικές μορφές κλειστής κοινωνίας, που εξασφαλίζουν την ενότητα μέσα από δεσμούς ιδεολογικής ή θρησκευτικής ακεραιοφροσύνης.

Ακόμα και όταν αυτό επιτυγχάνεται, η κοινωνία που στο μεταξύ αναπτύσσεται, διαμορφώνει απαιτήσεις οι οποίες δεν ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα την απειλή ή την πραγματοποίηση ενδόρρηξης του συστήματος (π.χ. Αν. Ευρώπη 1989-92) ή  την βήμα-προς-βήμα μετάλλαξη, αν το κοινοβουλευτικό σύστημα προσφέρει αυτή την ευκαιρία, όπως συνέβη στη Βενεζουέλα, αλλά και στο Ιράν.

Οι πρόσφατες εκλογές εκεί ενίσχυσαν τον μεταρρυθμιστή Χασάν Ροχανί, ο οποίος πήρε και τις 30 έδρες στην Τεχεράνη. Ακόμα και το συντηρητικότερο τμήμα της περσικής κοινής γνώμης επιθυμεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Σήμερα γίνονται παντού γνωστοί και επιθυμητοί οι καρποί της ανάπτυξης- και πόσο μάλλον στο Ιράν που είναι μια σημαντική αναδυόμενη οικονομία, η οποία έχει πληρώσει ακριβά το τίμημα της απομόνωσής της και του πυρηνικού τσαμπουκά που θέλησε να επιδείξει επί σειρά ετών.

Πολιτικό τσαμπουκά, βεβαίως, πουλάει και ο Donald Trump. Δεν διαφέρει σε βαθμό άγνοιας και αφέλειας από τον λαϊκίστικο πολιτικό λόγο που απαντάται σε όλη την Ευρώπη σήμερα · που κυριαρχεί στα μπαράκια του Λονδίνου, του Μονάχου ή του Γκρατς, στα καφενεία της Αθήνας ή άλλης βαλκανικής πόλης. Είναι ο πολιτικός λόγος που συνίσταται στην προσφορά απλών λύσεων σε σύνθετα προβλήματα, της λύσης Γόρδιων Δεσμών με τον ελβετικό σουγιά που κατέχει ο επίδοξος λύτης. Και φυσικά, πείθει τους αδαείς και παραμυθιάζει τους πολιτικά αναλφάβητους, κερδίζοντας όλο νέο έδαφος: η μαζική πολιτική βλακεία έχει τη δική της αυτοδυναμική. Με τη διαφορά ότι έχει ένα όριο κι αυτή.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, το όριο αυτό είναι η εμπιστοσύνη στους αμερικανικούς θεσμούς που έχει, σε τελευταία ανάλυση ο ψηφοφόρος. Μπορεί να μένει ανικανοποίητος από τη λειτουργία τους – πράγμα που εξηγεί το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο του λαϊκισμού στην αμερικανική ιστορία. Αλλά ο φόβος αφανισμού τους από ανεξέλεγκτες αντιθεσμικές δυνάμεις συσπειρώνει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων προς αποτροπή αυτού του φαινομένου. Με αυτή την έννοια, το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης διαθέτει άτυπους μεν, αποτελεσματικούς δε, σταθεροποιητικούς ρυθμιστές που το προστατεύουν από θεσμική εκτροπή η οποία μπορεί να προέλθει από θερμοκέφαλους αν πάρουν το πηδάλιο της εξουσίας στα χέρια τους. Το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι αρκετά διαιρεμένο ως προς τον Trump, ενώ το προβάδισμα της Clinton  έναντι του λαϊκιστή Sanders είναι δεδομένο.

Αν θέλουμε να δούμε, όμως, τα όρια του λαϊκισμού, δεν αρκεί να σταθούμε στα τελευταία γεγονότα για να ανακαλύψουμε γενικές «τάσεις». Πρέπει να ανακαλύψουμε τα φυσικά του όρια. Και αυτά βρίσκονται στο ότι, υπό συνθήκες παγκοσμίωσης της πληροφορίας, αλλά και των απαιτήσεων των ανθρώπων, η ικανοποίηση που προσφέρει ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, ακόμα και στο φανατικότερο θιασώτη του, είναι μικρή και βραχύβια. Και έχει μεγάλο κόστος για αυτόν. Η εθνική περιχαράκωση, η ξενοφοβία, ο κρατισμός, ικανοποιούν τον λαϊκιστή, αλλά αργά ή γρήγορα – και μάλλον γρήγορα, τις μέρες μας – πληρώνει το λογαριασμό: φτώχια, αυταρχισμός, ανασφάλεια, απομόνωση.

Η αχίλλειος πτέρνα του λαϊκισμού βρίσκεται στην ταχύτητα της πληροφόρησης σήμερα. Αυτή δίνει την δυνατότητα σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων στον κόσμο να μαθαίνουν ταχύτατα από λάθη εκτίμησης που έχουν ή που θα μπορούσαν να είχαν διαπράξει. Δεν είναι, επομένως, μόνο το γεγονός ότι είναι βραχύβια η ικανοποίηση που νιώθει ο λαϊκιστής από την επικράτηση των πολιτικών με λαϊκίστική ατζέντα· είναι η επίγνωση, πλέον, ότι το κόστος αυτής της ατζέντας είναι βαρύτερο από ό,τι φαίνεται αρχικά. Άμα αυτό γίνεται αντιληπτό αρκετά γρήγορα, ο λαϊκισμός ως πολιτική δύναμη αποτυγχάνει και δεν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση – περίπτωση Farage και πιθανότατα Trump.

Μπορεί, όμως, να νικήσει και να αναλάβει τη διακυβέρνηση · όμως, γρήγορα απογοητεύει και αναγκαστικά βρίσκει τρόπους υποχώρησης, μη μπορώντας να επιβάλει ένα καθεστώς τύπου Κιμ Τζόνγκ-Ουν. Διότι πόσο καιρό μπορεί κανείς να τρέχει χαμογελαστός καβάλα σε μια τίγρη; Ιδίως αν η πείνα της τίγρης αυξάνεται λεπτό προς λεπτό;


Ισλάμ: Η Πλάνη Της Επαγωγής

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Όλοι σφάλλουμε πιστεύοντας στη «σιγουριά» που μας προσφέρει ο επαγωγικός συλλογισμός: η γενίκευση από το μερικό στο γενικό, και από την ιδέα ότι στο μέλλον θα γίνουν τα πράγματα όπως στο παρελθόν. Π.χ., αν μέχρι τώρα όλοι οι παρατηρημένοι κύκνοι ήταν άσπροι, αυτό σημαίνει ότι όλοι  οι κύκνοι είναι άσπροι. Λάθος, βέβαια, εφόσον υπάρχουν και μαύροι.

Είναι πολύ εύκολο και ανθρώπινο να πιστέψει κανείς στην υπερφυσική, μυστηριώδη, θεϊκή προστασία του, αν πηγαίνει από νίκη σε νίκη. Οι Βυζαντινοί πίστεψαν μετά από επανειλημμένες σωτηρίες της Κωνσταντινούπολης από πολιορκίες και επιδρομές, ότι ήταν θεοφύλακτη. Παραλογισμός; Τρέλα; Όχι. Απλή επαγωγική πλάνη. Επαγωγική χρήση της Ιστορίας για να προβλεφθεί το μέλλον.

Τώρα ας κοιτάξουμε την ιστορική εμπειρία του Ισλάμ. Μεταξύ 622 και 750 μ.Χ. οι αρχικά ελάχιστοι οπαδοί του Προφήτη είχαν εξαπλωθεί μαζί με την Νέα Πίστη που εξάγγειλαν, από τη Μέκκα και τη Μεδίνα, στο σύνολο της Αραβικής Χερσονήσου, είχαν κατακτήσει τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Ανατολία, την Περσία, τη ΒΔ Ινδία, την Αίγυπτο, όλη τη Β. Αφρική, όλη την Ιβυρική Χερσόνησο και μέρος της Ν. Γαλλίας. Πώς να μην πιστέψουν βαθιά στην ιστορική και μεταφυσική αναγκαιότητα της παγκόσμιας εξάπλωσής τους;

Map of expansion of Caliphate

Επέκταση του Χαλιφάτου 622-755 μ.Χ.

Η επαγωγική αυτή σκέψη είχε επανειλημμένες επιβεβαιώσεις και αργότερα, εφόσον το Ισλάμ κατέκτησε τη  Μαλαισία, την Ινδονησία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία, μέχρι και μέρος της σημερινής Κίνας…  Αλλά σταμάτησε κάποια στιγμή. Οι αιτίες μαζικών προσχωρήσεων σε ένα θρήσκευμα είναι εξαιρετικά σύνθετες. Δεν αρκεί η παρατήρηση μιας γενικής «τάσης», ενός «ρεύματος» που παρασύρει τα πάντα. Αλλά αυτός που πηγαίνει με το ρεύμα ή που εντυπωσιάζεται από αυτό,  καταλαμβάνεται από ισχυρό συναίσθημα στέρησης και αγανάκτησης όταν βλέπει να ματαιώνονται οι προσδοκίες του. Και όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται ιστορικό βίωμα και ενσωματώνεται μέσα στην ίδια την Πίστη που φιλοδοξεί να εξαπλωθεί με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει φονική έκφραση .

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι οφείλονται στο σφάλμα της επαγωγής. Αλλά νομίζω ότι ο ιστορικός επαγωγισμός συνδέεται με ορισμένες εκδοχές του ισλαμισμού. Η ιστορική επαγωγή είναι πηγή επιβεβαίωσης της αλήθειας του μηνύματος του Ισλάμ, όπως το λέει και η λέξη: ΥΠΟΤΑΓΗ στο θέλημα του Θεού. Η «αλήθεια» αυτού του μηνύματος επιβεβαιωνόταν με κάθε διαδοχική νίκη μέχρι την  στιγμή που …διαψεύσθηκε στο Poitiers  το 732. Η επέκταση, όμως, συνεχίστηκε, με νίκες και ήττες, και κάποτε η ανακοπή φάνηκε να μονιμοποιείται. Ο σύγχρονος Ισλαμισμός είναι μια εξέγερση κατά της ανακοπής αυτής, μια προσπάθεια να επιτευχθεί η ιστορική ρεβάνς κατά εκείνων που εμπόδισαν την ισλαμική εξάπλωση.

Η πίστη είναι πίστη, δεν υπάρχει επιχείρημα για την καθαρή και εξ ορισμού μη λογικά στηριγμένη fides. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται σε ένα υποτιθέμενα βέβαιο, πρόδηλο επαναλαμβανόμενο ιστορικό πάτερν. Αυτό το πάτερν είναι σχηματισμένο επαγωγικά. Και είναι, ως εκ τούτου βασισμένο σε ένα σφάλμα.

Και το σφάλμα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ…


ΜΕΤΑ 26 ΕΤΗ

Συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η πτώση αυτή σηματοδότησε το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και ευρύτερα στον κόσμο ολόκληρο. Το τείχος αυτό ανεγέρθηκε τον Αύγουστο του 1961 και είχε ζωή 28 ετών, δηλαδή μια γενιά μεγάλωσε μ’ αυτό ως βίωμα. Αναφέρομαι ειδικά στον κόσμο των διανοουμένων του Δυτικού κόσμου και όχι σ’ αυτό που βίωσαν άμεσα τα εκατομμύρια ανθρώπων υπό το πέλμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Για τους εδώ «προοδευτικούς» το Τείχος συμβόλιζε μια κατάσταση, που καλώς ή κακώς ήταν παγιωμένη – κάτι μόνιμο, σίγουρο, μια δεδομένη σταθερά. Αντιμετωπιζόταν, όμως, εντελώς διαφορετικά από τους ορθόδοξους κομμουνιστές και τους ανένταχτους αριστερούς, συνοδοιπόρους κλπ.

Το Τείχος δεν δημιουργούσε κανένα ηθικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για τους ορθόδοξους κομμουνιστές στη Δύση. Μπορεί να μην καμάρωναν γι’ αυτό, αλλά το θεωρούσαν αναγκαία προστασία των κατοίκων του Ανατολικού (ή «Δημοκρατικού , όπως το ονόμαζαν) Βερολίνου από την ύπουλη καπιταλιστική διείσδυση. Θεωρούσαν ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ήταν ένα αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για να φτάσει η ανθρωπότητα στον κομμουνισμό – αυτή την ύψιστη βαθμίδα της εξέλιξής της. Αυτοί έμειναν αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους ακόμα και μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Συνεχίζουν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Φταίει, βέβαια …ο εχθρός – ο ιμπεριαλισμός, ο ρεβιζιονισμός, και άλλα συνήθως αναφερόμενα φίδια.

Οι άνθρωποι αυτοί επί είκοσι έξι χρόνια ζούνε στο εσωτερικό μιας ιδεολογικής φαντασίωσης που δεν διαψεύδεται με τίποτα. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ οχυρώθηκε, ύψωσε νέο προστατευτικό ιδεολογικό Τείχος επαναφέροντας το σταλινισμό επισήμως μετά το 1992. Τη στιγμή που άλλα κομμουνιστικά κόμματα αυτοκαταργήθηκαν ή μεταλλάχτηκαν, οι Έλληνες κομμουνιστές κλείστηκαν ερμητικά στο καβούκι τους. Ταιριάζει γι’ αυτούς η ρήση του Ταλλεϋράνδου (1746-1838) για τους βασιλόφρονες της εποχής του: «δεν κατάλαβαν και δεν λησμόνησαν τίποτε». Και οι εδώ κομμουνιστές. Δεν καταλαβαίνουν την αλλαγή που συντελέστηκε με τη πτώση του Τείχους, και δεν θέλουν να ξεχάσουν τίποτα από την επαναστατική μυθολογία του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, οι εδώ κομμουνιστές έχουν κάτι το γραφικό. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχεδόν ή κάπως …συμπαθείς (εντός πλήθους εισαγωγικών), όπως οι παλαιοημερολογίτες ή οι πιστοί στη γεωκεντρική αστρονομία.

Υπάρχει όμως και η άλλη μερίδα της «προοδευτικής» κοινής γνώμης που δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπαθής με κανένα μέτρο. Αναφέρομαι στους «συνοδοιπόρους», τους «ανένταχτους προοδευτικούς», τους «παρ’ όλα αυτά αριστερούς». Αυτοί ήταν πρώτοι στην καταγγελία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο άντεχε, αλλά λυπούνται για το τέλος του. Ως μη δογματικοί κομμουνιστές, ως άχραντες και αμόλυντες σοσιαλιστικές ψυχές, προβάλλουν το δικό τους μοντέλο που είναι αγνό, ωραίο, αντικαπιταλιστικό και σοσιαλιστικό χωρίς γκουλάγκ, χωρίς Τείχος και αστυνομικό κράτος. Μάλιστα η φρίκη που τους προκαλούσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αναδείκνυε, κατά κάποιο τρόπο, την αξία του δικού τους οράματος. Το Τείχος τους βόλευε, μ’ άλλα λόγια. Επιπλέον το Τείχος – και το κομμουνιστικό σύστημα ως μόνιμο μοντέλο – τους έδινε μια βάση πραγματικότητας. Ο σοσιαλισμός, με ελλείψεις έστω, ήταν εφικτός. Το πρόταγμά τους ήταν, επομένως, πραγματοποιήσιμο: όταν θα κληθούν να το θέσουν σε εφαρμογή, δεν θα έχει «στρεβλώσεις». Θα εξαφανιστούν τα βάρβαρα και απάνθρωπα στοιχεία που οι ίδιοι καταγγέλλουν στο μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και στο μεταξύ, βολεύονταν μια χαρά με τα καλά του καπιταλισμού και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» ως μόνιμη κατάσταση.

Η «μόνιμη κατάσταση» ανατράπηκε από …τον εαυτό της, πράγμα εξόχως εξοργιστικό για την «προοδευτικούρα» – δηλαδή, την κατεστημένη νομενκλατούρα της αριστερής διανόησης. Ακολούθησε ένα βραχύχρονο μετασοβιετικό πένθος. Το διαδέχθηκε μια παρατεταμένη περίοδος ιερεμιάδων για την ανθρωπότητα και θρηνωδιών για το μέλλον της. Ο «προοδευτικός» διανοούμενος έγινε απαισιόδοξος. Περισσότερο ακόμα: η πολιτιστική απαισιοδοξία, ο Kulturpessimismus έγινε το σημάδι γνήσιας αριστεροφροσύνης, αλλά και πνευματικής βαθύτητας. Έπρεπε να βρεθεί νέος πολιτικός λόγος, και εξήγηση για τη μεγάλη κατάρρευση που σηματοδότησε η πτώση του Τείχους. Και αυτός βρέθηκε, χωρίς μεγάλο κόπο ή βαθιά ανάλυση: είναι ο (νέο)φιλελευθερισμός. Ο πραγματικός ένοχος είναι αυτός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν το 1989 ο αριστερός πολιτικός λόγος αναφερόταν στον σοσιαλισμό και στον ιμπεριαλισμό και όχι στο (νέο)φιλελευθερισμό. Μετά το 1989 συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς να γίνεται αναφορά στο υπόδειγμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει τον επάρατο καπιταλισμό, οι επιθέσεις εντείνονται κατά του αλάλητου και αιμοσταγούς (νέο)φιλελευθερισμού.

Όμως και αυτό το «αφήγημα» συναντά τα όρια του. Και τα όρια αυτά ορίζονται από γενιές, όχι τόσο ιδέες. Γεγονός είναι πως το Τείχος έθρεψε μια γενιά που κατά ένα μέρος έφριξε και κατά άλλο μέρος βολεύτηκε πολιτικά μ’ αυτό. Είναι, όμως, επίσης γεγονός ότι η επόμενη γενιά μεγάλωσε χωρίς αυτό το Τείχος και τους συμβολισμούς του. Ο κομμουνισμός ως σύστημα ιδεών, ως σύμβολο ή ως φόβητρο, βρίσκεται πίσω στις δικές μας μνήμες, αλλά δεν αφορά την τωρινή γενιά, ή τουλάχιστον το υγιές τμήμα της. Ο κομμουνισμός υπήρξε ανελεύθερο και εγκληματικό πολιτικό σύστημα – αυτή είναι ετυμηγορία της ιστορίας εκατό σχεδόν χρόνια μετά την επικράτησή του στη Ρωσία το 1917. Ο κομμουνισμός, όμως, αποτελεί επιπλέον ένα μοντέλο σήμερα αποτελεί ένα μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης που είναι εντελώς άσχετο με τα σημερινά προβλήματα, με τη σύγχρονη ζωή. Και να υπήρχε καθεστώς που να εμπνεόταν από τα σύμβολά του, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Και να ξαναχτίζανε το Τείχος, θα χρησίμευε ως …τουριστική ατραξιόν. Το Τείχος –και μαζί του ο κομμουνισμός- δεν υπάρχει διότι πιστεύει κανείς σ’ αυτά που αντιπροσωπεύει. Όπως δεν υπάρχει και ο Απόλλων ή η Ίσις.


Έχει πάντα δίκιο ο λαός;

Δ. Δημητράκος

ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ Ο ΛΑΟΣ;

Αποτελεί τετριμμένη αλήθεια ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία ο λαός θεωρείται ότι έχει πάντα δίκιο στην ετυμηγορία του

Λέω ότι είναι τετριμμένη αυτή η αλήθεια με την έννοια ότι ισχύει ταυτολογικά: σε μια εκλογική αναμέτρηση η βούληση του εκλογικού σώματος εκφράζεται κυρίαρχα με τους θεσμικά προβλεπόμενους τρόπους. Είναι τόσο αληθές αυτό όσο το ότι το μήκος μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από την ορθή μέτρησή της. Είναι επίσης αναγνωρισμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Φυσικά κι έχει πάντα δίκιο εκφράζοντας την ικανοποίηση ή την απαρέσκεια του για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που του προσφέρεται. Σημαίνει ότι ή έκφραση αυτή καταγράφεται ως έχει : δεν επιδέχεται «διόρθωση». Συχνά, όμως, παρεξηγείται το νόημα αυτής της αρχής με αποτέλεσμα να οδηγείται κανείς στην πλάνη. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την πλάνη αυτή ουσιοκρατική και συγχρόνως ολιστική και ανθρωπομορφική.

 

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

 

Η ρίζα της σύγχυσης

Η ουσιοκρατική πλάνη συνίσταται στην πίστη στην ύπαρξη κάποιας «ουσίας» που καθορίζει τις ιδιότητες ενός όντος. Δεν μπορεί παρά έχει αυτές τις ιδιότητες, διότι συνυφαίνονται με αυτή του την «ουσία». Μπορούμε να πούμε ότι «κάθε αντικείμενο Α έχει αναγκαία την ιδιότητα χ». Το χ είναι μέρος της «ουσίας» του Α. Αν, όμως εξ αρχής το Α ορίζεται ως έχον την ιδιότητα χ, τότε η διαπίστωση ότι κάθε Α έχει την ιδιότητα χ, είναι μεν ορθή, αλλά έχει μηδενικό πληροφοριακό περιεχόμενο. Δεν ανακαλύπτουμε μετά από έρευνα ότι το Α έχει την ιδιότητα χ, αλλά η ιδιότητα αυτή περιέχεται στον λεκτικό ορισμό του Α. Κάθε εργένης είναι ανύπαντρος: όχι διότι έγινε εμπειρική έρευνα σε ένα δείγμα 1000 εργένηδων και βρέθηκε ότι και οι 1000 ήταν ανύπαντροι, και στη συνέχεια σε 1000 παντρεμένους και δεν βρέθηκε ούτε ένας εργένης, αλλά διότι από την αρχή ορίσαμε τον εργένη ως τον ανύπαντρο άντρα.

Πολλές φορές η «ουσία» που επικαλείται ο ουσιοκράτης για να εξηγήσει κάτι έχει πάλι τον ορισμό του ως βάση, όμως λιγότερο φανερά από το παράδειγμα με τον εργένη.  Ο ουσιοκράτης, πολύ απλά, συγχέει τις ιδιότητες της γλώσσας με εκείνες του κόσμου, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Bertrand Russell , εφόσον αυτό που χρησιμεύει για να ορίσουμε αυτό στο οποίο αναφερόμαστε εκλαμβάνεται ως «γνώρισμα» που ορίζεται από τον ίδιο τον εμπειρικό κόσμο.

Αυτό συνδέεται με την πλάνη γνωστή ως “No true Scotsman fallacy” την οποία διατύπωσε ο  Antony Flew. Ένας Σκοτσέζος λέει υπερήφανα, διαβάζοντας για μια εγκληματική πράξη Άγγλου:   «Κανένας Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Την επόμενη μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ότι κάποιος συμπατριώτης του διέπραξε ακριβώς το ίδιο. Κανένα πρόβλημα για τη γενίκευση της προηγούμενης μέρας. Την επαναλαμβάνει ελαφρώς τροποποιημένη: «Κανένας γνήσιος Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Αν το διέπραξε, σημαίνει ότι δεν είναι γνήσιος Σκοτσέζος. Όμως, έχει συμπεριλάβει την ανικανότητα στο έγκλημα στον αρχικό ορισμό του Σκοτσέζου. Έχει εκ των προτέρων ανοσοποιηθεί κατά της διάψευσης η πρότασή του. Είναι, όμως, κενή πληροφοριακού περιεχομένου.

 

Η υποστασιοποίηση του «λαού»

Ας έρθουμε στην ιδέα ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο και να δούμε πώς η ουσιοκρατική πλάνη συνδέεται μαζί της. Το ότι ο λαός δεν σφάλλει στην ετυμηγορία του είναι, όπως είπα, ταυτολογικά ορθό. Καλείται να εκφράσει με ένα θεσμικά προβλεπόμενο τρόπο (εκλογές όπου ισχύει συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα) την προτίμησή του το εκλογικό σώμα, το οποίο συνίσταται από πολυάριθμα άτομα και που για λόγους συντομίας έκφρασης δίνουμε το όνομα «λαός».

Αυτός ο λαός, όπως τον ορίσαμε, εκφράζεται με τα θεσμικά μέτρα που προβλέπονται για αυτό. Η ετυμηγορία του είναι «ορθή» με την έννοια ότι εκλαμβάνεται για αυτό που είναι, όποια και αν είναι αυτή. Δεν σφάλλει, όπως και η πραγματικότητα δεν σφάλλει, όπως η φύση και τα γεγονότα δεν σφάλλουν. Εμείς, οι παρατηρητές και αναλυτές της φύσης και των γεγονότων μπορούμε να πέσουμε έξω στις εκτιμήσεις και τις κρίσεις μας. Η μη σφαλερότητα δεν είναι μέρος της «ουσίας» του λαού. Η μη σφαλερότητα που του αποδίδεται έχει την έννοια ότι ο σχολιαστής και ο ερευνητής δεν καλείται να κρίνει αν σωστά ή λανθασμένα εκφράστηκε ο λαός, αλλά να αναλύσει και να εξηγήσει την εκλογική συμπεριφορά, τις συνθήκες που υπαγόρευσαν ορισμένες συμπεριφορές, το σύστημα μέσω του οποίου οι επιλογές αυτές μεταφράζονται σε βουλευτικές έδρες κλπ.  

Φυσικά και σε μια τέτοια ανάλυση δεν τίθεται θέμα συλλογικής ευθύνης του εκλογικού σώματος για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Άλλωστε η ευθύνη είναι μια ηθική κατηγορία, και ως τέτοια ανήκει στην ατομική συνείδηση, όχι σε ομάδες, ή κατηγορίες σκέψης τις οποίες συμβατικά ονοματίζουμε, και  εντελώς εσφαλμένα τους αποδίδουμε οντολογική υπόσταση.

Όμως, αυτοί που αναπαυδήτως επαναλαμβάνουν το κλισέ περί της αλάνθαστης ετυμηγορίας του λαού – μη αντιλαμβανόμενοι τον κοινότοπο και ταυτολογικό χαρακτήρα της δήλωσής τους πηγαίνουν πιο πέρα. Λένε ότι η ετυμηγορία του λαού είναι σοφή, ότι ο λαός είναι σοφός. Η θεσμικά αναγνωρισμένη κυριαρχία του λαού –και επομένως η ετυμηγορία του – δεν τους αρκεί. Ο λαός είναι σοφός και κυρίαρχος συγχρόνως. Του αποδίδονται με τον τρόπο αυτό, ιδιότητες που μόνο στο Θεό αποδίδονται.

Με αφετηρία μια ταυτολογική αλήθεια – την οποία εκλαμβάνει ως σημαντική – προχωράει σε μια εξαγγελία η οποία είναι αυθαίρετη, πομφολυγώδης, και ολιστική. Μέσα από αυτήν ο λαός υποστασιοποιείται ανθρωπομορφικά. Αποδίδεται σ’ αυτόν μια συλλογική προσωπικότητα η οποία δρα, βούλεται, σκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει πάνω στα πολιτικά πράγματα με απόλυτη αρμοδιότητα. Η τελευταία δεν του αποδίδεται απλώς συμβατικά, αλλά ουσιαστικά. Η κρίση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας δεν θεωρείται μόνο «τύποις» αλλά και «ουσία» αλάνθαστη. Έχει, υποτίθεται, ορθολογική εξήγηση, κάθε εκλογικό αποτέλεσμα ως σοφά μελετημένη κρίση που σχηματίζει ο νους αυτής της συλλογικής προσωπικότητας. Αυξάνει ή μειώνει κατά περίπτωση τη δύναμη ενός κόμματος, τόσο όσο πραγματικά πρέπει.  

Δηλαδή, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί του λαού ως συλλογικής προσωπικότητας, κάθε ψηφοφόρος εκφράζει υποκειμενικά την προτίμησή του, ψηφίζει σύμφωνα με το συμφέρον του, την κρίση του, τις αξίες του, το θυμικό του, αλλά δεν είναι παρά ένα «μόριο» ενός όλου το οποίο λειτουργεί με άλλες νομοτέλειες και που ακολουθεί τη δική του «λογική». Η τελευταία ταιριάζει στις ανάγκες και τη βούληση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας.

Η όλη ιδέα είναι ολιστική και ανθρωπομορφική. Εκλαμβάνει τον λαό ως μια οντότητα, ως σύνολο που είναι ενιαίο παρά τις διαφοροποιήσεις των μερών μεταξύ τους. Παραθεωρεί το γεγονός ότι ο «λαός» δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνουμε σε ένα σύνολο που συμβατικά θεωρείται ενιαία ολότητα. Δεν είναι μια οντότητα που υφίσταται ανεξάρτητα από την σύμβαση να ονοματιστεί έτσι. Δεν υπάρχει κάποιος συλλογικός νους που σκέπτεται, βούλεται, αποφασίζει, εκφράζει προτιμήσεις, αποδοκιμασία, εύνοια ή απαρέσκεια. Συγκεκριμένα άτομα διαμορφώνουν σκέψεις και προβαίνουν σε αποφάσεις που τις εκφράζουν με τις ψήφους τους η συγκταρίθμηση των οποίων εκλαμβάνεται ως ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Συντομογραφικά χρησιμοποιείται η έκφραση «λαϊκή ετυμηγορία» στη θέση αυτής της περιγραφής.

Στην ίδια ανθρωπομορφική πλάνη περιπίπτουν και όσοι υποστηρίζουν ότι ο λαός «παραπλανήθηκε» στην ψήφο του, ή ότι  «φέρει ευθύνες» για αυτήν. Λειτουργεί η υπόρρητη παραδοχή ότι ο λαός έχει μια προσωπικότητα στην οποία μπορούν να αποδοθούν ευθύνες. Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο «λαός» δεν υφίσταται ως συλλογικό υποκείμενο. Είναι απλά ένα όνομα, μια νοητική κατασκευή που χρησιμεύει στην εξήγηση της λειτουργίας θεσμών. Με μια έννοια είναι το όνομα ενός θεσμού. Δεν φέρει ευθύνες, επειδή οι θεσμοί, οι αφηρημένες ιδέες ή τα σύνολα, δεν είναι φορείς ευθυνών. Ευθύνες έχουν άτομα. Και ο λαός είναι εξ ορισμού ανεύθυνος. Δεν «σφάλλει» : όχι διότι είναι πάνσοφος ή πανάρετος, αλλά διότι τα αποτελέσματα των επιλογών του, θετικά ή αρνητικά, τα απολαμβάνει ή τα υφίσταται ο ίδιος.

Μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι ως ιδεατό σύνολο δεν σφάλλει ο λαός. Ως άθροισμα συγκεκριμένων ατόμων ούτε σφάλλει, ούτε δικαιώνεται. Αλλά τα πολυάριθμα αυτά άτομα συχνά αντιλαμβάνονται, το καθένα ξεχωριστά- και συνήθως μετεκλογικά – αν διέπραξαν σφάλματα ή όχι.

Αν και επίσης συχνά δεν το αντιλαμβάνονται ή δεν το παραδέχονται.


Η Έκτη Φάλαγγα και ο Λαϊκισμός

Δ. Δημητράκος

Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση – και όχι μόνο η Ελλάδα- βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κρίση σήμερα. Απόρροια αυτής της κρίσης είναι ο λαϊκισμός, δηλαδή η αγνόηση αυτού που ισχύει θεσμικά και οικονομικά, εφόσον δεν το θέλει, δεν το ξέρει ή δεν το αντιλαμβάνεται «ο λαός». Και ο λαϊκισμός δεν έχει αριστερό ή δεξιό πρόσημο, όπως ορθά κρίνεται από το Economist – μάλλον το εγκυρότερο περιοδικό οικονομικής και πολιτικής ενημέρωσης και ανάλυσης παγκοσμίως.

Ο λαϊκισμός ευδοκιμεί εκεί όπου οι λύσεις σε άμεσα προβλήματα που βιώνει ο πολύς κόσμος είναι σύνθετες, απαιτούν χρόνο για να καρποφορήσουν, και οι προεκτάσεις των προβλημάτων δεν είναι άμεσα ορατές. Εκεί ο λαϊκισμός προσφέρει εύκολες και άμεσα κατανοητές συνταγές: λεφτά υπάρχουν -αλλά κάποιοι τα κρύβουν – πλουτοπαραγωγικές πηγές υπάρχουν, αλλά ξένα συμφέροντα εμποδίζουν την εκμετάλλευσή τους, δουλειές υπάρχουν, αλλά τις δίνουν στους ξένους – οι οποίοι «ρίχνουν» και τα μεροκάματα – λύσεις υπάρχουν αν υπήρχε «πολιτική βούληση» να ξεπεράσει τα θεσμικά εμπόδια, τα οποία έχουν τοποθετηθεί από το «σύστημα» κλπ.

Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη είναι μια απειλή:  Ο Nigel Farage με το UKIP στη Βρετανία, η Marine Le Pen με το Front National στη Γαλλία, ο Pablo Iglesias στην Ισπανία με το  Podemos, στην Ιταλία το Movimento 5 Stelle του Beppe Grillo, και ανάλογα σε Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και αλλού. Η απειλή συνίσταται όχι μόνο στην εφαρμογή δημαγωγικών πολιτικών με διανοητικά εύπεπτα συνθήματα (υπέρ της αναδιανομής του πλούτου ή της έξωσης των μεταναστών), αλλά  και σε θεσμικές ανατροπές με στόχο πάντα τη συντριβή του κατεστημένου.

Είναι φυσικό να ενισχύονται αυτά τα κινήματα από μεγάλες μάζες, όταν τα παραδοσιακά κόμματα δεν αντεπεξέρχονται σε σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Και δεν αντεπεξέρχονται, κυρίως διότι ο ιδεολογικός τους εξοπλισμός, αλλά και η ρουτίνα της πρακτικής τους, δεν επαρκούν πλέον. Γι’ αυτόν το λόγο, σε πολλούς τα κινήματα των λαϊκιστικών κομμάτων αναδίδουν μια απατηλή γεύση ανανεωτικού σφρίγους.

Κινδυνεύουν οι θεσμοί ή η ένταξη μιας χώρας-μέλους της ΕΕ από τέτοια κινήματα ; Υπάρχουν δυνάμεις που να έχουν συμφέροντα στη συνταγματική εκτροπή  μιας δημοκρατίας ή στην εκθεμελίωση της ΕΕ; Υπάρχουν εξωτερικοί κίνδυνοι από «σκοτεινές δυνάμεις»; Υπάρχουν κέντρα που συνωμοτούν κατά της δημοκρατίας, των λαών, της Ευρώπης και των θεσμών της.

Δεν νομίζω να υπάρχουν. Και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει Πέμπτη Φάλαγγα – κρυφοί και υποχθόνιοι εχθροί που υπονομεύουν τη σταθερότητα, και επιζητούν την εκτροπή με απώτερο σκοπό την εξολόθρευση του κατεστημένου. Υπάρχει λαϊκή οργή, όμως. Και η λαϊκή οργή δεν είναι διαχειρίσιμη από τα παραδοσιακά κόμματα. Αυτή αποτελεί το έδαφος που εκτρέφει τον λαϊκισμό.

Αξίζουν την συμπάθεια μας όλοι οι άνθρωποι που έχουν χτυπηθεί από πραγματική φτώχια με την κρίση. Πολλοί από αυτούς έχουν εξαθλιωθεί ή έχουν ωθηθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Με αυτήν την έννοια, δεν πρέπει να ως «φταίχτες» ή ως «άφρονες» οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι είναι κατά κάποιο τρόπο οι «φυσικοί» οπαδοί «αντισυστημικών», δηλαδή καθαρά λαϊκιστικών κομμάτων.

Από την άλλη μεριά, δεν νομίζω να αξίζουν τη συμπάθεια μας εκείνοι οι αστοί –  συνήθως συντηρητικής ιδεολογίας – που περιφέρουν την εθελοτυφλία τους ως «εξυπνάδα», που παραιτούνται του ορθολογισμού τους και της κριτικής τους ιδιότητας, χωρίς να έχουν τη δικαιολογία της απόλυτης εξαθλίωσης ή/και της απαιδευσίας.

Αυτοί είναι οι υπονομευτές της ανοιχτής κοινωνίας στην Ελλάδα, οι οποίοι στοχεύουν στην ολική καταστροφή, με προοπτική την μεγάλη αναγέννηση. Ζητούν την τιμωρία, ακόμα και τη διάλυση,  των κομμάτων που άσκησαν εξουσία μέχρι τώρα, ανεξάρτητα από τις συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου. Το παν για αυτούς είναι η και η καταστροφική απόληξη μιας τάξης πραγμάτων που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ισορροπία της.

Αυτοί αποτελούν την Έκτη Φάλαγγα που στρέφεται κατά της δημοκρατίας και της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ.

Αναγνωρίζω ότι πολλοί από αυτούς έχουν πράγματι πληγεί και αδικηθεί από τα κυβερνητικά μέτρα. Συμμερίζομαι την αγανάκτησή τους για τον παρασιτισμό και την φαυλότητα του συστήματος της μεταπολίτευσης, τις παλινωδίες της κυβερνητικής πολιτικής τις οικονομικές της επιθέσεις επί δικαίων και αδίκων. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους άνεργους, και τους κάτω του ανεκτού ορίου φτώχιας. Δεν δικαιολογείται, επομένως, η εκδικητικότητα που επιδεικνύουν και που  κυριαρχεί στον πολιτικό τους λόγο, ματαιώνοντας τη λειτουργία της λογικής τους.

Ο εκδικητικός τους παραλογισμός των ζηλωτών της Έκτης Φάλαγγας εμφανίζεται ως πολιτική σωφροσύνη, ως προϊόν έγκυρης ενημέρωσης και ορθής αποτίμησης της κατάστασης. Επιπλέον, παρουσιάζουν τις προβλέψεις τους όχι μόνο ως βέβαιες, αλλά και ως ευκταίες και ποθητές. Εξαγγέλλουν προφητείες που θα ήθελαν να είναι αυτο-εκπληρούμενες.

Δεν εκπληρώνονται, όμως, από τη στιγμή που δεν είναι οι ίδιοι αξιόπιστοι. Πρόκειται για καταστροφικούς  ανορθολογιστές, που παριστάνουν τους ορθολογικούς ρεαλιστές και ευαγγελίζονται την πολιτική του χειρότερου: ας επικρατήσει το χειρότερο για να θριαμβεύσει τελικά το καλύτερο. Επιπλέον, καθίστανται οι εξ αντικειμένου υπέρμαχοι του λαϊκισμού. Επομένως, ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είναι πλήρως ανίκανοι να αντιληφθούν τι πρεσβεύουν και προωθούν ∙ ή δημιουργούν προκαταβολικά μια «υποθήκη» κλείνοντας το μάτι στους λαϊκιστές. Δυστυχώς για τους εργάτες της Έκτης Φάλαγγας, τα δύο αυτά ενδεχόμενα δεν είναι  αλληλο-αποκλειόμενα. Όπως οι ιδιότητες της ανοησίας και της ιδιοτέλειας δεν είναι αλληλο-αποκλειόμενες.