Φ – όπως Φιλελεύθερος

 

Δημήτρης Δημητράκος

Εδώ και καιρό γίνονται συζητήσεις με αναφορές στο  φιλελευθερισμό, επικλήσεις σε αρχές του ή χρησιμοποιείται ο όρος αρνητικά, χωρίς να έχει διευκρινιστεί τι είναι ακριβώς ο φιλελευθερισμός και ποια η σημασία του σήμερα.

Το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του καθηγητή Αριστείδη Χατζή[1] είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στο σύγχρονο φιλελευθερισμό, ενώ συγχρόνως αποτελεί ένα μήνυμα αισιοδοξίας γι’ αυτούς που τον δέχονται και τον υποστηρίζουν.

Ιστορία και αρχές του φιλελευθερισμού

john_lockeΣτο βιβλίο αυτό παρατίθεται μια σύντομη περίληψη της ιστορίας του φιλελευθερισμού από τη σχολή της Σαλαμάνκας στο 16ο αιώνα  και φτάνει στη σύγχρονη φιλελεύθερη σκέψη που συναντάμε στα κείμενα των Isaiah Berlin, John Rawls, Robert Nozick και άλλων σύγχρονων πολιτικών φιλοσόφων, περνώντας από τον John Locke, τον Adam Smith και τον John Stuart Mill, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί κύριος εμπνευστής του σύγχρονου αγωνιστικού φιλελευθερισμού, τον οποίο  εκφράζει ο συγγραφέας.

 Ο Αριστείδης Χατζής εξηγεί με απλό και σαφή τρόπο ορισμένες βασικές έννοιες του σύγχρονου φιλελευθερισμού, όπως είναι η θετική και η αρνητική ελευθερία, η σημασία και τα είδη των δικαιωμάτων, τα οποία μπορούν και αυτά να είναι θετικά ή αρνητικά, καθώς και η θέση της ελευθερίας και της ισότητας στο αξιακό σύστημα του φιλελευθερισμού.

 Η ανάγνωσή του γίνεται συναρπαστική με την παράθεση σειράς υποθετικών καταστάσεων με σκοπό την ανάδειξη προβλημάτων που αντιμετωπίζονται στη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία. Αυτό γίνεται, ακριβώς διότι στο φιλελευθερισμό δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Ο φιλελεύθερος είναι σε συνεχή αναζήτηση, γεννά και αντιμετωπίζει νέους προβληματισμούς γύρω από τις αρχές του φιλελευθερισμού, και διατηρεί μια κριτική απόσταση από αυτόν, γνωρίζοντας ότι δεν αποτελεί ένα «κλειστό κύκλο», όπως συμβαίνει με ένα δόγμα.

Η ελευθερία και η αρχή της βλάβης

130629-004-149b27fbΙδιαίτερη έμφαση δίνει ο συγγραφέας στην «αρχή της βλάβης» όσων αφορά την κατανόηση των ορίων της ελευθερίας. Σύμφωνα με την αρχή  αυτή, την οποία διατύπωσε ο John Stuart Mill το 1859, το κράτος οφείλει να περιορίζει την ελευθερία του ατόμου αν η άσκησή της βλάπτει ένα άλλο άτομο ή πολλά άλλα άτομα. Η ίδια αυτή αρχή διατυπώνεται νωρίτερα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789[2]. Με τη διατύπωση του Mill, όμως, όπως ορθά τονίζει ο Αριστείδης Χατζής, η αρχή αυτή γίνεται θεμέλιο του φιλελευθερισμού, εφόσον αναγνωρίζει την προτεραιότητα της ελευθερίας όταν δεν προξενεί βλάβη σε άλλους (σ.43). Έτσι, σε ένα γνήσια φιλελεύθερο καθεστώς η ελευθερία είναι κυρίαρχη: δεν την παρέχει το κράτος εν τη μεγαθυμία του, ούτε την «ανέχεται» κατ’ εξαίρεση. Προϋπάρχει του κράτους ως δικαίωμα του ανθρώπινου ατόμου, και το κράτος υπάρχει για τον πολίτη και όχι ο πολίτης για το κράτος. Το κράτος, μέσα σ’ ένα τέτοιο καθεστώς οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία, εμποδίζοντας πράξεις ατόμων που θα βλάψουν άλλα άτομα.

Πώς, όμως,  ορίζεται η βλάβη; Πρέπει, λέει ο Αριστείδης Χατζής, να είναι απτή, χειροπιαστή, όπως αυτή που προκαλείται από το φόνο, την κλοπή, την απάτη, την απειλή βίας. Δεν είναι αυτό για το οποίο κάποιος παραπονιέται από ιδιοτροπία ή καπρίτσιο ή αυθαίρετη άποψη.

Φιλελευθερισμός και δικαιώματα

Επειδή, όμως, είναι συχνά δυσδιάκριτη η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτό που είναι γενικά ή μόνο μερικά αναγνωρίσιμο ως βλάβη που υφίσταται κάποιος, ένας τρόπος ορισμού της είναι με βάση τα δικαιώματα του ατόμου: υφίσταμαι βλάβη αν και μόνο αν παραβιάζεται κάποιο απαράγραπτο δικαίωμά μου. Τα δικαιώματα αυτά προϋπάρχουν του κράτους. Αν, όμως, προϋπάρχουν του κράτους, σημαίνει ότι είναι φυσικά δικαιώματα, όπως τα περιγράφει ο John Locke (1690) οι ιδέες του οποίου ενέπνευσαν την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (1776) [3]  Τα δικαιώματα αυτά είναι η ζωή, η ελευθερία, και η ιδιοκτησία[4].

Βέβαια, η ιδέα των φυσικών δικαιωμάτων συναντά πολλές αντιρρήσεις. Ένας ωφελιμιστής, όπως ο Jeremy Bentham χλεύαζε τα φυσικά δικαιώματα ως καθαρή ανοησία (1843). Μπορεί επίσης να τα απορρίψει κανείς ως «ουσιοκρατικά» ή «μεταφυσικά» εφόσον είναι συνυφασμένα με μια υποτιθέμενη ανθρώπινη «ουσία» ή «φύση».

Αυτό, όμως, δεν είναι απαραίτητο. Ο φιλελευθερισμός έχει ως αφετηρία το άτομο. Το άτομο είναι η ακέραιη αυτόνομη μονάδα στη φιλελεύθερη αντίληψη του πολιτικού. Το άτομο δεν τέμνεται, δεν διαιρείται και δεν πρέπει να υποβιβάζεται. Πρέπει να το αντιληφθούμε ως κυρίαρχο στο χώρο του. Και ο χώρος αυτός που τον περιβάλλει είναι ηθικός. Αυτός ακριβώς είναι ο χώρος των δικαιωμάτων του τα οποία του αναγνωρίζονται ως συνυφασμένα με την ανθρώπινη ιδιότητά του. Το άτομο, περιβεβλημένο με τα δικαιώματα που του ανήκουν αναντίρρητα ενεργεί ελεύθερα και κυρίαρχα στο δικό του χώρο. Αν δεν του αναγνωριστούν αυτά τα δικαιώματα, δεν μπορεί να λογιστεί ως αυτόνομη μονάδα.

Κράτος, φιλελευθερισμός και παγκοσμιοποίηση

Σημαντική – και θα έλεγα θαρραλέα- είναι η κριτική που ασκείται από τον Αριστείδη Χατζή σε ορισμένες στερεότυπες καταγγελίες κατά του φιλελευθερισμού (ή του «νεοφιλελευθερισμού» όπως τον αποκαλούν συχνά οι εχθροί του), όπως είναι η ιδέα ότι ορισμένες αξίες έχουν «ιδιάζουσα βαρύτητα» και δεν πρέπει να «εμπορευματοποιούνται». Ο Αριστείδης Χατζής δείχνει ότι όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη –  π.χ. όσον αφορά την παρένθετη μητρότητα – δεν αντιλαμβάνονται ή δε θέλουν να δεχθούν ότι οι δικές τους αξίες διαφέρουν από εκείνες που πρεσβεύουν άλλοι.

Ένα άλλο θετικό στοιχείο του βιβλίου είναι  ότι εξετάζει κριτικά ορισμένες αδυναμίες του καπιταλισμού που δικαιολογούν την κρατική παρέμβαση για να διορθώσουν την αποτυχία της αγοράς. Αυτό δημιουργεί συχνά άλλα, χειρότερα προβλήματα που συνιστούν την αποτυχία του κράτους. Οι ομάδες πίεσης – ή «διανεμητικές συσπειρώσεις» όπως τις αποκαλεί ο Αιστείδης Χατζής – είναι κατεστημένα συμφέροντα –επιχειρηματικά, συντεχνιακά, μιντιακά- που αποκτούν την εύνοια του κράτους το οποίο τους προσφέρει προστασία και προνομιακή μεταχείριση. Ο κρατισμός, μ’ άλλα λόγια, εκτρέφει στρεβλώσεις στην οικονομία, οι οποίες δεν είναι τυχαίες, αλλά προωθούνται από ομάδες που επιδίδονται στην προσοδοθηρία, δηλαδή την αναζήτηση της πολιτικής εύνοιας, η οποία αποτελεί κύριο εμπόδιο στην ανάπτυξη, όπως δείχνουν σύγχρονες μελέτες στις οποίες αναφέρεται το βιβλίο.

Και αυτό μας φέρνει σε ένα άλλο στοιχείο και που είναι η οικονομική ελευθερία και η σχέση της με την οικονομική ανάπτυξη, σύμφωνα με την ετυμηγορία της ιστορικής εμπειρίας. Αν μη τι άλλο, η ελευθερία, και ιδίως η οικονομική, προάγει την ευημερία μιας κοινωνίας, όπως δείχνει ο Αριστείδης Χατζής στο τέλος του βιβλίου, παραθέτοντας στοιχεία και γραφήματα.

Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ένα επιχείρημα υπέρ του φιλελευθερισμού από αυτή την αφετηρία και αυτό είναι ότι ελευθερία ως συντελεστής αύξησης της οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας είναι αυτό-εφαρμόσιμη. Δεν χρειάζεται να …εξαναγκαστεί ο πολίτης να ασκήσει την πολιτική και οικονομική ελευθερία του. Η τελευταία δρα ευεργετικά, για το γενικό συμφέρον με το μικρότερο δυνατό κόστος. Υπό συνθήκες παγκοσμίωσης των συναλλαγών και της πληροφόρησης, αυτό γίνεται φανερό σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, πράγμα που εξηγεί την επιτυχία του φιλελευθερισμού στον κόσμο και δικαιολογεί την αισιοδοξία του συγγραφέα που εκφράζεται στο τέλος του βιβλίου του:

«Θεωρώ …ότι η εξέλιξη προς περισσότερη ελευθερία και ευημερία είναι προδιαγεγραμμένη και πλέον θα είναι ταχύτατη».

 

[1] Αριστείδης Χατζής (2017) Φιλελευθερισμός. Αθήνα: Εκδ. Παπαδόπουλος

[2] Άρθρο 4 – «Ελευθερία σημαίνει το να μπορεί να πράττει το κάθε άτομο ό,τιδήποτε δε βλάπτει ένα άλλο άτομο. Έτσι, η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου θέτει σαν όριο το σημείο εκείνο, από το οποίο αρχίζει η άσκηση των ίδιων δικαιωμάτων για το άλλο άτομο. Το όριο αυτό δεν καθορίζεται παρά μόνον από το νόμο».

[3] John Locke (1690) Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως. Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίας. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης. 2η έκδοση,εκδ. «Πόλις», Αθήνα, 2010

[4] Οι αρχές αυτές αναγνωρίζονται στο κείμενο της Ομόφωνης Διακήρυξης των Δεκατριών Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με μια τροποποίηση που έχει συζητηθεί πολύ, εφόσον τη θέση της ιδιοκτησίας ανάμεσα σ’ αυτά τα δικαιώματα παίρνει η επιδίωξη της ευτυχίας: «Δεχόμαστε τις εξής αλήθειες ως αυταπόδεικτες, πως όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, και προικίζονται από τον Δημιουργό τους με συγκεκριμένα απαραβίαστα Δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα στη Ζωή, το δικαίωμα στην Ελευθερία, και το δικαίωμα στην επιδίωξη της Ευτυχίας».

 


ANTONIO GRAMSCI: 80 XΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Δ. Δημητράκος

Στις 27 Απριλίου 2017 συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από το θάνατο ενός κορυφαίου μαρξιστή στοχαστή: του Antonio Gramsci.

antonio-gramsci-3Ο Αntonio Gramsci γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου, πολιτικοποιήθηκε σε νεαρή ηλικία, εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και αργότερα συνέβαλε στην ίδρυση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, την ηγεσία του οποίου ανέλαβε μετά το 1924. Επίσης έπαιξε ηγετικό ρόλο στο κίνημα των εργατικών συμβουλίων στη Βόρειο Ιταλία και διηύθυνε την επαναστατική εφημερίδα Ordine Nuovo  στο Τορίνο.

Ο Gramsci  έπεσε θύμα του φασιστικού καθεστώτος, που τον συνέλαβε και τον καταδίκασε σε εικοσαετή φυλάκιση. Συνέγραψε τα περίφημα «Τετράδια της φυλακής» όσο ήταν έγκλειστος, ενώ  από τις κακουχίες υπέστη ανεπανόρθωτα πλήγματα η υγεία του και πέθανε στις 27 Απριλίου του 1937, τρεις μέρες μετά την απελευθέρωσή του.

Ο Antonio Gramsci θεωρείται από πολλούς ότι είναι ανάμεσα στους κορυφαίους θεωρητικούς του Δυτικού μαρξισμού. Οι έννοιες που επεξεργάστηκε, όπως εκείνη της ηγεμονίας, της κοινωνίας πολιτών, του ιστορικού συγκροτήματος, οι σκέψεις του πάνω στη σχέση παιδείας και κοινωνίας εξακολουθούν να συζητιούνται και χρησιμεύουν σε αναζητήσεις στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία.

 

Ο ορθολογισμός του Antonio Gramsci

Υπάρχει, όμως και ένα πρόσθετο στοιχείο στη σκέψη  του Antonio Gramsci  που είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και πρωτότυπο και αυτό είναι ο ορθολογισμός του. Αυτό φαίνεται τόσο σ’ αυτά που λέει για την επιστήμη, όσο και στη στάση του στην πολιτική.

Στο πρακτικό, πολιτικό πεδίο, ο ηγέτης αυτός ήταν εξ ιδιοσυγκρασίας ορθολογιστής. Αντέταξε με συνέπεια τον ορθολογισμό του στη «ρητορική» αντίληψη της πολιτικής που επικρατούσε στην ιταλική Αριστερά, ειρωνευόταν τη λεκτική υπερβολή και τον φανφαρονισμό της επαναστατικής φρασεολογίας και πάλεψε ακόμα και μέσα στη φυλακή για να επιβάλει μια ρεαλιστική στρατηγική για το κόμμα του, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες.

Θεωρούσε ότι ο ο μαρξισμός έπρεπε να απαλλαγεί από τα «λογικά σφάλματά του», και τόνιζε ότι η μαρξιστική θεωρία είχε γίνει ένας «κλειστός κύκλος», ενώ θα έπρεπε να έπρεπε να είναι μάλλον μια θεωρία κίνησης.  Δεν δίστασε, μάλιστα, να γράψει ότι «ο ιστορικός υλισμός έχει εκφυλισθεί σε δεισιδαιμονία και προκατάληψη» και ότι έχει γίνει «ιδεολογία με την κακή έννοια της λέξης». Αυτές οι σκέψεις διατυπώνονται μεταξύ 1933 και 1935, δηλαδή σε εποχή που κυριαρχεί απόλυτα ο δογματικός σταλινισμός στο κομμουνιστικό στρατόπεδο.

Αλλά το κυριότερο στοιχείο του ορθολογισμού του βρίσκεται στην αντίληψη που έχει για την αλήθεια και εξηγεί εν μέρει τη στάση που έχει για την επιστήμη. Ο Gramsci είχε μεγάλο σεβασμό για την αλήθεια. Όταν εξέδιδε την εφημερίδα “Ordine Nuovo”, έβαζε στην προμετωπίδα της πρώτης σελίδας το ρητό του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Ferdinand Lassalle «Το να λέγεται η αλήθεια είναι επαναστατική πράξη». Στα «Τετράδια της φυλακής» έγραφε ότι «η αλήθεια γίνεται οικουμενική όταν αποδεικνύεται μέσα σε ένα πλαίσιο ευρύτερο από εκείνο που την γεννά και που πετυχαίνει να εξηγήσει την πραγματικότητα ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνεται μέσα σ’ αυτήν την πραγματικότητα». Βρίσκω ότι αυτή η αντίληψη της αλήθειας είναι εκπληκτική σε καθαρότητα, αλλά και σε βάθος!

Ιστορικισμός, ορθολογισμός και κριτική προοπτική

Από την άλλη μεριά, όπως είδαμε, ο Gramsci έχει μεγάλο σεβασμό για την επιστήμη και την επιστημονική μέθοδο.  Μπορεί να παρασύρεται από τον Benedetto Croce (1868-1952) που τον επηρέασε βαθύτατα, και να  αποδέχεται την εργαλειακή αντίληψη του Ιταλού φιλοσόφου για την επιστήμη, θεωρώντας την ένα πρακτικό δημιούργημα του ανθρώπου, που δίνει μόνο μερική εικόνα της πραγματικότητας. Όμως, σε αντίθεση με τον μέντορά του, θεωρεί ότι η επιστήμη κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία, διότι μέσα από αυτήν ενώνεται η ανθρωπότητα πολιτιστικά. Με τη διαφορά  ότι η ενότητα αυτή επέρχεται μέσα από την ιστορία και δημιουργός της ιστορίας είναι ο άνθρωπος μέσα από την εξοχήν πολιτική του, και μάλιστα επαναστατική, δραστηριότητά του.

Μέσα από αυτό το ιστορικιστικό πρίσμα, οι θεωρίες δεν αποτιμούνται με βάση την αντιστοιχία τους στην πραγματικότητα, αλλά με την εναρμόνισή τους με την ιστορική διαδικασία. Όμως και πάλι αναφαίνεται ο ορθολογισμός του. Η εναρμόνιση με την ιστορική διαδικασία, απαιτεί την ενότητα θεωρίας και πράξης που απαιτεί ο μαρξισμός. Αλλά προσθέτει μια μικρή, αλλά μεγάλης σημασίας φράσης προς το τέλος των «Τετραδίων»: «η συνένωση θεωρίας και πράξης είναι μια κριτική πράξη» (un atto critico). Μια κριτική πράξη είναι προϊόν ορθολογικής κρίσης. Θα πρέπει να ισχύσουν κάποια κριτήρια ορθολογικότητας. Αυτά δεν μπορεί να έρχονται μέσα από την ιστορία, αλλιώς το επιχείρημα θα ήταν κυκλικό και συγχρόνως δογματικό.

Βέβαια,  στα «Τετράδια» δεν έχουμε μαρτυρία για αναζήτηση τέτοιων κριτηρίων. Μπορούμε, όμως, να λάβουμε υπόψη μας τη γενικότερη στάση του Gramsci πάνω στην  αλήθεια, την κριτική σκέψη, το δογματισμό, την αντι-ρομαντική του ιδιοσυγκρασία και μαζί μ’ αυτά το πλήθος των διανοητικών ενδιαφερόντων του που ξεπερνούσαν κατά πολύ το πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας.

Η γόνιμη, ελεύθερη και δροσερή σκέψη του Antonio Gramsci περιέχει τα στοιχεία μέσα από τα οποία ίσως να μπορούσε να ανανεωθεί ο μαρξισμός · τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνουν. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, με αφετηρία αυτή τη σκέψη, να δημιουργηθεί μια κριτική παράδοση μέσα στην ίδια την εστία του μαρξισμού;

Είναι αυτή η κληρονομιά που άφησε ο ιδρυτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην παράταξή του και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Αριστερά; Ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός του. Πάντως, αν ήταν, θα οδηγούσε ασφαλώς στην κατάργηση του «κλειστού κύκλου» του μαρξισμού και στην αναίρεση του τελευταίου, διότι αποτελεί από τη γένεσή του ένα τέτοιο κλειστό κύκλο. Ασφαλώς, όμως, η διανοητική κληρονομιά του Gramsci δημιούργησε μια «δευτεροβάθμια» παράδοση σκέψης μέσα στην οποία νομιμοποιείται η κριτική στο μαρξισμό. Στο πλαίσιο αυτής της δευτεροβάθμιας παράδοσης, ο υποφαινόμενος, εξετάζοντας προσεκτικά το έργο του μεγάλου αυτού διανοητή θεώρησε – ορθά ή λανθασμένα – ότι οδηγούσε το εγχείρημα αυτό έξω από το αρχικό πλαίσιο που το ενέπνευσε, έξω και πέρα από το μαρξισμό.  

 


Corbyn και Μονοκομματικό Κράτος

Δ. Δημητράκος

Ο Jeremy Corbyn θα εκλεγεί αρχηγός του Εργατικού Κόμματος μεθαύριο. Αυτό είναι βέβαιο – όσο βέβαιη είναι και η συντριβή του κόμματος με αυτόν αρχηγό, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές στη Βρετανία. Αυτό, όμως, δεν απασχολεί τον Κόρμπιν και τους εσωκομματικούς του υποστηρικτές. Έχουν ως μοντέλο τους τον Τσάβες, τον Μαδούρο και τον Σύριζα. Ο Κόρμπιν είναι προσηλωμένος  επίσης στα ιερά σύμβολα ακόμα πιο παλιάς επαναστατικής παράδοσης. Πρόσφατα ζήτησε στην Βρετανική Βουλή να κάνει παραστάσεις η κυβέρνηση της Αυτής Βρετανικής Μεγαλειότητος προς την κυβέρνηση της Ρωσίας, να αποκαταστήσει τη μνήμη του Λέον Τρότσκι. Αυτά τον απασχολούν. Και με αυτά κατακτά οπαδούς στο χώρο του ιδεολογικού αυτισμού μιας ορισμένης ιδέας της Αριστεράς – εκείνης που ζει σε ένα κόσμο που δεν έχει αλλάξει ούτε και πρέπει να αλλάξει.

Φαίνεται πως είναι φαινόμενο των καιρών να επικρατεί ορισμένες φορές σε ένα πολιτικό χώρο ή σε μια ολόκληρη κοινωνία, ένα κλίμα αυτόβουλης απομόνωσης, μια εμμονή σε ξεπερασμένα σχήματα, σε πείσμα της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Αυτό προσκρούει στη διάθεση των νέων για κάτι πιο προσαρμοσμένο στη σύγχρονη εποχή. Αλλά ο Κόρμπιν και οι οπαδοί του ενδιαφέρονται να διατηρήσουν το αραχνιασμένο παρελθόν, διότι τους προσφέρει θαλπωρή. Το παλιό αποστρέφεται και εκδιώκει το καινούργιο και αδιαφορεί για τις συνέπειες που έχει η αδιαφορία προς την πραγματικότητα. Οι «Κορμπινίστας» (Corbynistas) – κατά την επικρατούσα ονομασία των οπαδών του Κόρμπιν – είναι κατά της παγκοσμιοποίησης, κατά του διεθνούς κεφαλαίου, κατά της ελευθερίας του εμπορίου. Μέλη τους είναι νέα άτομα που εντυπωσιάζονται από την παρουσία μιας επαναστατικής παράδοσης και συμβόλων του προλεταριάτου: τις κόκκινες σημαίες, τα επαναστατικά άσματα, την επερχόμενη και ποθούμενη ανατροπή του παγκόσμιου καπιταλισμού… Από τη στιγμή που αυτά τα θεωρούν αναπόδραστες αλήθειες, δεν τους ενδιαφέρει το ότι η πολιτική δεν γίνεται όταν απλά (νομίζεις ότι) κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου, αλλά όταν κινείσαι με χιλιάδες, με εκατομμύρια ανθρώπους για να την φέρεις εις πέρας, όπως δίδασκε ο Λένιν, ήδη από το 1910. (*)

Από τη δική του μεριά το Συντηρητικό κόμμα αποτελεί τον κορμό των Brexiteers. Οι Tory ζηλωτές του Βρετανικού εξαιρετισμού και του ευρωσκεπτικισμού εκφράζουν μια πατροπαράδοτη, όχι όμως δεδομένη, στάση απομονωτισμού που αποδίδουν πολλοί Βρετανοί στη «συλλογική ταυτότητά» τους. Όμως, με τα χρόνια, το κόμμα αυτό έδειξε μεγάλη προσαρμοσιμότητα σε νέες καταστάσεις και ικανότητα ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Το Εργατικό Κόμμα, η μεγάλη πολιτική δύναμη των μεταρρυθμίσεων, σήμερα πνίγεται στην εσωστρέφεια του και βρίσκουν καταφύγιο οι οπαδοί του υπό τον Κόρμπιν σε μια εμμονή σε πεπαλαιωμένους συμβολισμούς και αδιέξοδες πολιτικές, αδιαφορώντας για την ευρύτερη απήχηση που αυτή η στάση μπορεί να έχει στο εκλογικό σώμα. Μάλιστα, ο κίνδυνος διάσπασης του κόμματος και δημιουργίας νέου πόλου μεταρρυθμιστικής κεντροαριστερής κατεύθυνσης είναι μεγάλος. Έχει ξαναγίνει στη Βρετανική ιστορία. Το μικρό, αλλά δυναμικό Εργατικό Κόμμα, εκτόπισε από το προσκήνιο το μεγάλο Φιλελεύθερο κόμμα που είχε χάσει κάθε ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Η.Β. , αλλά και στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η αυτοπεριθωριοποίηση του Εργατικού Κόμματος δεν είναι δυστύχημα για το ίδιο, αλλά και για τη Βρετανία, και για την Ευρώπη. Σημαίνει την μακροπρόθεσμη μονοκρατορία του Συντηρητικού κόμματος και επομένως μια σοβαρή υποχώρηση της δημοκρατικής ποιότητας του πολιτεύματος. Ουσιαστικά, η Βρετανία θα λειτουργεί ως οιονεί  μονοκομματικό κράτος υπό το Συντηρητικό κόμμα, που θα έχει κάθε λόγο να ξαναβρεί τον παλιό, απομονωτικό αντι-μεταρρυθμιστικό του εαυτό. Ιδίως μετά την πραγματοποίηση της εξόδου της Βρετανίας της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[1]


[1] «Η πολιτική αρχίζει εκεί που υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι· όχι χιλιάδες, αλλά εκατομμύρια: εκεί αρχίζει η σοβαρή πολιτική».[ Β.Ι. Λένιν .Έκτακτο 7ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι). Πολιτική Έκθεση στην Κεντρική Επιτροπή. 7 Μαρτίου 1910.


ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Δ. Δημητράκος

Ο ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ *

Η έννοια του λαϊκισμού συνυφαίνεται με την ιδέα της απεριόριστης λαϊκής κυριαρχίας, όπως υποστήριξα σε προηγούμενο άρθρο μου[1]. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή η εξουσία ανήκει δικαιωματικά στο λαό και δεν πρέπει να τίθενται φραγμοί στην άσκησή της. Οι λαϊκιστές πολιτικοί ηγέτες και τα κινήματα ή τα κόμματα που κατευθύνουν συχνά μιλούν για την ανάγκη ανάκτησης της εξουσίας αυτής την οποία σφετερίστηκαν «οι άλλοι». Ποιοι είναι αυτοί «οι άλλοι»; Είναι η ελίτ, ή οι ξένοι τοποτηρητές, ή οι γραφειοκράτες, ή οι πουλημένοι πολιτικοί ή ακόμα αλλοδαποί ή αλλόφυλοι[2]. Πάντως κάποιοι που αποτελούν «ξένο σώμα», που δεν είναι καθαυτό λαός.

Ο  λαϊκιστικός πολιτικός λόγος στρέφεται κατά του «άλλου», αλλά είναι γενικότερα συγκρουσιακός. Μάχεται κατά του Κακού, επομένως αντιμετωπίζει τον αντίπαλό του, όχι σαν πολιτικό ανταγωνιστή, αλλά σαν αδυσώπητο εχθρό του λαού. Αυτός είναι ο λαϊκισμός που απαντάται σήμερα σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες. Σύγχρονοι μελετητές του φαινομένου τον ονομάζουν «νέο λαϊκισμό»[3] για να τον διακρίνουν από παλαιότερες μορφές του στον 20ό αιώνα, συνήθως σε αγροτικές περιοχές και με αιτήματα μερικού χαρακτήρα. O νέος λαϊκισμός έχει πολλά κοινά στοιχεία με παλιότερες μορφές του. Το κυριότερο είναι ότι αντιτίθεται γενικά στο στάτους κβο και αναγνωρίζει τον λαό ως ύστατη και μοναδική πηγή νομιμότητας της εξουσίας. Ο νέος λαϊκισμός πηγαίνει πιο πέρα: ζητάει την άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο το λαό. Και εφόσον ο λαός είναι πολυπληθής μάζα, η άσκηση εξουσίας θα πρέπει να γίνει από ηγέτες και ομάδες που ταυτίζονται μαζί του – που δημιουργούν με το λόγο, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους, την πεποίθηση ότι ανήκουν στο λαό, ότι μέσα από αυτούς ο ίδιος ο λαός θα ασκεί εξουσία.

Ο νέος λαϊκισμός, όμως, έχει και ορισμένα πρόσθετα χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η άρνηση της αλλαγής, η εναντίωση σε μεταρρυθμίσεις. [4] Μπορεί να πάρει μορφές ρατσισμού και ξενοφοβίας· ή πιέσεων για προστατευτισμό τοπικών προϊόντων· ή αντίδρασης σε μέτρα που απειλούν κατεστημένα προνόμια και συμφέροντα. Όμως, κινείται πάντα ενάντια σε κάποια αλλαγή στον κοινωνικό ορίζοντα.

Ένα άλλο νέο στοιχείο του νέου λαϊκισμού είναι η ολομέτωπη σύγκρουση με «το σύστημα», με ένα ακαθόριστο πλέγμα εξουσιών, κανόνων, μηχανισμών που αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Με την έννοια αυτή, όπως τονίζουν δύο σημαντικοί μελετητές του φαινομένου, ο νέος λαϊκισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης.[5] Επίσης, τα λαϊκιστικά κινήματα σήμερα δεν περιορίζονται σε περιοχές της περιφέρειας, αλλά απαντούν σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες τα τελευταία είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια.

Μπορούν να δοθούν πολλές εξηγήσεις για αυτή την έκρηξη κινημάτων όπου κυριαρχεί ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, και για την απήχηση που έχουν σε μεγάλο αριθμό πολιτών. Μία εξήγηση που προσφέρεται συχνά είναι το πρόβλημα της μαζικής μετακίνησης προσφύγων ή μεταναστών και η σχετική αδυναμία των κρατικών και διακρατικών υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό.

 Αυτή η εξήγηση είναι απόλυτα ορθή, αλλά ανεπαρκής. Δεν εξηγεί την έκφραση ολοκληρωτικής αντίθεσης στο «σύστημα». Εξηγεί, εν μέρει, την απήχηση κομμάτων που συγκαταλέγονται στο «δεξιό λαϊκισμό», όπως της Μαρίν Λεπέν. Δεν εξηγεί, όμως, τι είναι εκείνο που δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα της Λεπέν (ή άλλα αντίστοιχα στην Ευρώπη και στην Αμερική) να αποσπούν ψήφους από μέχρι πρόσφατα οπαδούς αριστερών κομμάτων. Και δεν εξηγεί πώς και γιατί ο πολιτικός λόγος που είναι ασυμβίβαστα αντιθεσμικός, είτε εντάσσεται σε ένα αριστερό ιδεολογικό πλαίσιο, είτε σε δεξιό αντίστοιχο, έχει μεγάλη απήχηση. Οι διαχωριστικές γραμμές παίζουν μικρότερο ρόλο σήμερα, εφόσον αυτές σχηματίστηκαν και παγιώθηκαν ξεκινώντας από άλλες ιστορικές βάσεις, σε παλιότερους καιρούς.  

Μια άλλη εξήγηση για την ανάδυση του νέου αυτού και ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση. Αυτή η εξήγηση είναι επίσης πειστική – και πάει πολύ περισσότερο στη ρίζα του προβλήματος σε σύγκριση με την προηγούμενη. Η παγκοσμιοποίηση είναι το όνομα το οποίο δίνουμε σε μια διαδικασία συνένωσης και διεθνοποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων και στρατηγικών. Μία νέα πραγματικότητα γεννιέται, ένας διαδικτυωμένος κόσμος με άπειρα νήματα επικοινωνίας, αλληλόδρασης, συντονισμού και συνεργασίας. Πολλαπλασιάζονται οι εμπορικές συναλλαγές παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Όμως, μοιραία δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους, και μάλιστα ορισμένους εντελώς περιθωριοποιημένους ανάμεσα στους τελευταίους. Σ’ αυτό συνίσταται το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού, τον οποίο ορθά καταγγέλλουν ως ένα από τα αρνητικά συμπτώματα της παγκοσμιοποίησης οι αντίπαλοι της τελευταίας.

Οι αντιδράσεις στην παγκοσμιοποίηση είναι συχνά βίαιες. Μάλιστα, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν ένα άυλο δίκτυο αφηρημένων διαδικασιών και όχι έναν ορατό «εχθρό» αυξάνει την ένταση και τη βία των αντιδράσεων: όχι διότι πιστεύεται ότι με τον τρόπο αυτό  όχι διότι πιστεύουν όσοι αντιδρούν έτσι, ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η παγκοσμιοποίηση, αλλά διότι η οργή και η βία εκφράζουν την διαμαρτυρία μπρος σε κάτι εντελώς καινούργιο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους σύγκρουσης. 

Όμως, και εδώ η εξήγηση είναι ανεπαρκής. Η παγκοσμιοποίηση μειώνει τη σημασία και το ρόλο του κράτους. Η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση δεν εκφράζει κατ’ ανάγκην αντίθεση στο κράτος και τους θεσμούς του. Ασφαλώς κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα σ’ αυτούς που εναντιώνονται στην παγκοσμιοποίηση και στους θιασώτες του ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η λογική της σύγκρουσης. Και ασφαλώς είναι πολλοί αυτοί που είναι λαϊκιστές και συγχρόνως κατά της παγκοσμιοποίησης. Όμως η αντιστοιχία δεν είναι ένα προς ένα. Μπορεί κάποιος να είναι κρατιστής και να αντιστρατεύεται την παγκοσμιοποίηση και να μην είναι λαϊκιστής· ή να υποστηρίζει μια ριζοσπαστική λαϊκιστική κίνηση, χωρίς να εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση.

Πιστεύω ότι η εξήγηση βρίσκεται αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε πολιτική αντίδραση ξεκινάει από κάποιο πρόβλημα που τα δρώντα υποκείμενα προσπαθούν να λύσουν. Ένα τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε στο τέλος του προηγούμενου αιώνα είναι η θεσμική ανεπάρκεια, τόσο του κράτους, όσο και διακρατικών οργανισμών στην επίλυση ζωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολίτης στις δυτικές δημοκρατίες. Οι κρατικοί και διακρατικοί μηχανισμοί εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε καταστάσεις που δεν απαιτούσαν την επίλυση σύνθετων προβλημάτων που ανακύπτουν σήμερα, όπως είναι – μεταξύ άλλων- το κράτος πρόνοιας και η χρηματοδότησή του, η μετακίνηση εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου, η διαχείριση του παγκόσμιου περιβάλλοντος, η ασφάλεια του πολίτη κ.α. Όχι μόνο δεν επαρκούν οι θεσμοί αυτοί, αλλά έχει δημιουργηθεί και σοβαρό πρόβλημα δημοκρατικού ελλείμματος, δηλαδή, ανεπάρκεια εγγυήσεων δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας. 

Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όταν μιλάμε για κρίση θεσμών, στην πραγματικότητα αναφερόμαστε στο ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν διότι διαμφισβητείται το κύρος τους, διότι μεγάλη μάζα πολιτών έχει χάσει την εμπιστοσύνη σ’ αυτούς. Αυτό είναι το γενικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Και ο λαϊκισμός έρχεται να τους προσφέρει μια λύση : να εμπιστευθούν τον λαϊκιστή ηγέτη, την οργάνωση και το πρόγραμμά του, που θα δώσει ένα αίσιο τέλος στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Περισσότερο ακόμα: την ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου.

Σ’ αυτό ο λαϊκιστής ηγέτης έχει ένα διπλό πλεονέκτημα. Από τη μια μεριά το μήνυμά του είναι εύπεπτο και άμεσο. Η αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τον πολιτικό του λόγο – ιδίως αν είναι χαρισματικός – είναι εύκολη. Από την άλλη, οι λύσεις και οι υποσχέσεις του έχουν άμεσο χαρακτήρα. Επομένως, ένα μήνυμα ολομέτωπης σύγκρουσης και ολικής εγκατάστασης του «συστήματος» από κάτι «καινούργιο», με βάση εικόνες, σύμβολα και «κινητικότητα» γίνεται πειστικό σε πολλούς, όταν οι υποστηρικτές του «παλιού» θεωρούνται ξοφλημένοι. Είναι ακόμα πιο αποδεκτό, το μήνυμα του ριζοσπαστικού λαϊκισμού όταν το «καινούργιο» που ευαγγελίζεται είναι στο όνομα μιας παλινόρθωσης: μιας εξουσίας που θεωρείται ότι δικαιωματικά ανήκει στο λαό στον οποίο απευθύνεται, και που οι εχθροί του έχουν σφετεριστεί.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης – απώλειας και ανάκτησής της – έχει, επομένως κεντρική σημασία στην κατανόηση του φαινομένου του νέου λαϊκισμού. Γεννιέται το εξής ερώτημα. Υπάρχει τρόπος αποκατάστασης της εμπιστοσύνης του πολίτη εντός του δημοκρατικού κανονιστικού πλαισίου; Μπορούμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους με τους οποίους συνδέεται η πολύ δύσκολη και λεπτή  αυτή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και θεσμών; Αυτό αποτελεί ξεχωριστό θέμα που θα καλυφθεί σε προσεχές άρθρο.


[1] ‘Ο λαός στην εξουσία’ ΝΕΑ 2/7/2016

[2] Pierre-André Taguieff (2002) L’illusion populiste. Paris: Champs Flammarion. σ. 18

[3] Margaret Canovan (2005) The People. Cambridge: Polity. Y.Mény & Y. Surel (2000) Par le peuple, pour le peuple. Paris: Fayard. Paul Taggart (1995) ‘New populist parties in Western Europe’ Western European Politics, 18, 1

[4] Dominique Reynié (2011) Populismes: la pente fatale. Pairs: Plon. σ. 134.

[5] Y.Mény & Y. Surel (2000) ό.π. σ. 181

*Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 30-7-2016


Ο Λαϊκισμός και τα Όρια του

Screenshot_1

 

Τα προβλήματα που συσσωρεύονται εδώ, στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής είναι τεράστια – όχι μόνο για μας, αλλά και για τον κόσμο και η επίλυσή τους δεν εξαρτάται από την εφαρμογή μιας απλής φόρμουλας. Πολύ συχνά νομίζεται ότι ο Γόρδιος Δεσμός «λύνεται» με τον τρόπο που επέλεξε ο Αλέξανδρος. Τις περισσότερες φορές δεν λύνεται καθόλου ή λύνεται με την υπομονητική μέθοδο των δοκιμών και λαθών (trial and error), με τη διπλωματία «μικρών βημάτων», με τις αλλεπάλληλες και συχνά άγονες συζητήσεις, με προσπάθειες που συχνά αποτυγχάνουν  αλλά πετυχαίνουν πολλές, μικρές βελτιώσεις του κόσμου μας. Η πρόοδος δεν είναι το αποτέλεσμα θεαματικών γεγονότων , αλλά κυρίως μικρών αλλαγών. Αυτό οφείλεται στο ότι σε τελική ανάλυση υπερισχύει ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ο ανθρώπινος Λόγος: μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν η παρουσία λαϊκιστικών κινημάτων είναι απειλητική ή και κυρίαρχη: περιπτώσεις Trump, Orban, Τσίπρα, Le Pen, Podemos. Eκφράσεις πολιτικού τσαμπουκά, που εμπνέουν πολλούς, αλλά το «προσδόκιμο» διάρκειας τους είναι περιορισμένο. Τα κινήματα αυτά εκτρέφονται από το ότι παραμένουν άλυτα ορισμένα βασικά προβλήματα πολλών κοινωνικών ομάδων και την απατηλή ιδέα ότι μπορούν να λυθούν με μια «μονοκονδυλιά» από πολιτικές δυνάμεις που διαθέτουν την κατάλληλη «βούληση».  Συχνά, μέσα στο πρόγραμμα τέτοιων κινημάτων είναι η επιστροφή σε μαζικές μορφές κλειστής κοινωνίας, που εξασφαλίζουν την ενότητα μέσα από δεσμούς ιδεολογικής ή θρησκευτικής ακεραιοφροσύνης.

Ακόμα και όταν αυτό επιτυγχάνεται, η κοινωνία που στο μεταξύ αναπτύσσεται, διαμορφώνει απαιτήσεις οι οποίες δεν ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα την απειλή ή την πραγματοποίηση ενδόρρηξης του συστήματος (π.χ. Αν. Ευρώπη 1989-92) ή  την βήμα-προς-βήμα μετάλλαξη, αν το κοινοβουλευτικό σύστημα προσφέρει αυτή την ευκαιρία, όπως συνέβη στη Βενεζουέλα, αλλά και στο Ιράν.

Οι πρόσφατες εκλογές εκεί ενίσχυσαν τον μεταρρυθμιστή Χασάν Ροχανί, ο οποίος πήρε και τις 30 έδρες στην Τεχεράνη. Ακόμα και το συντηρητικότερο τμήμα της περσικής κοινής γνώμης επιθυμεί ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Σήμερα γίνονται παντού γνωστοί και επιθυμητοί οι καρποί της ανάπτυξης- και πόσο μάλλον στο Ιράν που είναι μια σημαντική αναδυόμενη οικονομία, η οποία έχει πληρώσει ακριβά το τίμημα της απομόνωσής της και του πυρηνικού τσαμπουκά που θέλησε να επιδείξει επί σειρά ετών.

Πολιτικό τσαμπουκά, βεβαίως, πουλάει και ο Donald Trump. Δεν διαφέρει σε βαθμό άγνοιας και αφέλειας από τον λαϊκίστικο πολιτικό λόγο που απαντάται σε όλη την Ευρώπη σήμερα · που κυριαρχεί στα μπαράκια του Λονδίνου, του Μονάχου ή του Γκρατς, στα καφενεία της Αθήνας ή άλλης βαλκανικής πόλης. Είναι ο πολιτικός λόγος που συνίσταται στην προσφορά απλών λύσεων σε σύνθετα προβλήματα, της λύσης Γόρδιων Δεσμών με τον ελβετικό σουγιά που κατέχει ο επίδοξος λύτης. Και φυσικά, πείθει τους αδαείς και παραμυθιάζει τους πολιτικά αναλφάβητους, κερδίζοντας όλο νέο έδαφος: η μαζική πολιτική βλακεία έχει τη δική της αυτοδυναμική. Με τη διαφορά ότι έχει ένα όριο κι αυτή.

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, το όριο αυτό είναι η εμπιστοσύνη στους αμερικανικούς θεσμούς που έχει, σε τελευταία ανάλυση ο ψηφοφόρος. Μπορεί να μένει ανικανοποίητος από τη λειτουργία τους – πράγμα που εξηγεί το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο του λαϊκισμού στην αμερικανική ιστορία. Αλλά ο φόβος αφανισμού τους από ανεξέλεγκτες αντιθεσμικές δυνάμεις συσπειρώνει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων προς αποτροπή αυτού του φαινομένου. Με αυτή την έννοια, το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης διαθέτει άτυπους μεν, αποτελεσματικούς δε, σταθεροποιητικούς ρυθμιστές που το προστατεύουν από θεσμική εκτροπή η οποία μπορεί να προέλθει από θερμοκέφαλους αν πάρουν το πηδάλιο της εξουσίας στα χέρια τους. Το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι αρκετά διαιρεμένο ως προς τον Trump, ενώ το προβάδισμα της Clinton  έναντι του λαϊκιστή Sanders είναι δεδομένο.

Αν θέλουμε να δούμε, όμως, τα όρια του λαϊκισμού, δεν αρκεί να σταθούμε στα τελευταία γεγονότα για να ανακαλύψουμε γενικές «τάσεις». Πρέπει να ανακαλύψουμε τα φυσικά του όρια. Και αυτά βρίσκονται στο ότι, υπό συνθήκες παγκοσμίωσης της πληροφορίας, αλλά και των απαιτήσεων των ανθρώπων, η ικανοποίηση που προσφέρει ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, ακόμα και στο φανατικότερο θιασώτη του, είναι μικρή και βραχύβια. Και έχει μεγάλο κόστος για αυτόν. Η εθνική περιχαράκωση, η ξενοφοβία, ο κρατισμός, ικανοποιούν τον λαϊκιστή, αλλά αργά ή γρήγορα – και μάλλον γρήγορα, τις μέρες μας – πληρώνει το λογαριασμό: φτώχια, αυταρχισμός, ανασφάλεια, απομόνωση.

Η αχίλλειος πτέρνα του λαϊκισμού βρίσκεται στην ταχύτητα της πληροφόρησης σήμερα. Αυτή δίνει την δυνατότητα σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων στον κόσμο να μαθαίνουν ταχύτατα από λάθη εκτίμησης που έχουν ή που θα μπορούσαν να είχαν διαπράξει. Δεν είναι, επομένως, μόνο το γεγονός ότι είναι βραχύβια η ικανοποίηση που νιώθει ο λαϊκιστής από την επικράτηση των πολιτικών με λαϊκίστική ατζέντα· είναι η επίγνωση, πλέον, ότι το κόστος αυτής της ατζέντας είναι βαρύτερο από ό,τι φαίνεται αρχικά. Άμα αυτό γίνεται αντιληπτό αρκετά γρήγορα, ο λαϊκισμός ως πολιτική δύναμη αποτυγχάνει και δεν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση – περίπτωση Farage και πιθανότατα Trump.

Μπορεί, όμως, να νικήσει και να αναλάβει τη διακυβέρνηση · όμως, γρήγορα απογοητεύει και αναγκαστικά βρίσκει τρόπους υποχώρησης, μη μπορώντας να επιβάλει ένα καθεστώς τύπου Κιμ Τζόνγκ-Ουν. Διότι πόσο καιρό μπορεί κανείς να τρέχει χαμογελαστός καβάλα σε μια τίγρη; Ιδίως αν η πείνα της τίγρης αυξάνεται λεπτό προς λεπτό;


Ισλάμ: Η Πλάνη Της Επαγωγής

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Όλοι σφάλλουμε πιστεύοντας στη «σιγουριά» που μας προσφέρει ο επαγωγικός συλλογισμός: η γενίκευση από το μερικό στο γενικό, και από την ιδέα ότι στο μέλλον θα γίνουν τα πράγματα όπως στο παρελθόν. Π.χ., αν μέχρι τώρα όλοι οι παρατηρημένοι κύκνοι ήταν άσπροι, αυτό σημαίνει ότι όλοι  οι κύκνοι είναι άσπροι. Λάθος, βέβαια, εφόσον υπάρχουν και μαύροι.

Είναι πολύ εύκολο και ανθρώπινο να πιστέψει κανείς στην υπερφυσική, μυστηριώδη, θεϊκή προστασία του, αν πηγαίνει από νίκη σε νίκη. Οι Βυζαντινοί πίστεψαν μετά από επανειλημμένες σωτηρίες της Κωνσταντινούπολης από πολιορκίες και επιδρομές, ότι ήταν θεοφύλακτη. Παραλογισμός; Τρέλα; Όχι. Απλή επαγωγική πλάνη. Επαγωγική χρήση της Ιστορίας για να προβλεφθεί το μέλλον.

Τώρα ας κοιτάξουμε την ιστορική εμπειρία του Ισλάμ. Μεταξύ 622 και 750 μ.Χ. οι αρχικά ελάχιστοι οπαδοί του Προφήτη είχαν εξαπλωθεί μαζί με την Νέα Πίστη που εξάγγειλαν, από τη Μέκκα και τη Μεδίνα, στο σύνολο της Αραβικής Χερσονήσου, είχαν κατακτήσει τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Ανατολία, την Περσία, τη ΒΔ Ινδία, την Αίγυπτο, όλη τη Β. Αφρική, όλη την Ιβυρική Χερσόνησο και μέρος της Ν. Γαλλίας. Πώς να μην πιστέψουν βαθιά στην ιστορική και μεταφυσική αναγκαιότητα της παγκόσμιας εξάπλωσής τους;

Map of expansion of Caliphate

Επέκταση του Χαλιφάτου 622-755 μ.Χ.

Η επαγωγική αυτή σκέψη είχε επανειλημμένες επιβεβαιώσεις και αργότερα, εφόσον το Ισλάμ κατέκτησε τη  Μαλαισία, την Ινδονησία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία, μέχρι και μέρος της σημερινής Κίνας…  Αλλά σταμάτησε κάποια στιγμή. Οι αιτίες μαζικών προσχωρήσεων σε ένα θρήσκευμα είναι εξαιρετικά σύνθετες. Δεν αρκεί η παρατήρηση μιας γενικής «τάσης», ενός «ρεύματος» που παρασύρει τα πάντα. Αλλά αυτός που πηγαίνει με το ρεύμα ή που εντυπωσιάζεται από αυτό,  καταλαμβάνεται από ισχυρό συναίσθημα στέρησης και αγανάκτησης όταν βλέπει να ματαιώνονται οι προσδοκίες του. Και όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται ιστορικό βίωμα και ενσωματώνεται μέσα στην ίδια την Πίστη που φιλοδοξεί να εξαπλωθεί με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει φονική έκφραση .

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι οφείλονται στο σφάλμα της επαγωγής. Αλλά νομίζω ότι ο ιστορικός επαγωγισμός συνδέεται με ορισμένες εκδοχές του ισλαμισμού. Η ιστορική επαγωγή είναι πηγή επιβεβαίωσης της αλήθειας του μηνύματος του Ισλάμ, όπως το λέει και η λέξη: ΥΠΟΤΑΓΗ στο θέλημα του Θεού. Η «αλήθεια» αυτού του μηνύματος επιβεβαιωνόταν με κάθε διαδοχική νίκη μέχρι την  στιγμή που …διαψεύσθηκε στο Poitiers  το 732. Η επέκταση, όμως, συνεχίστηκε, με νίκες και ήττες, και κάποτε η ανακοπή φάνηκε να μονιμοποιείται. Ο σύγχρονος Ισλαμισμός είναι μια εξέγερση κατά της ανακοπής αυτής, μια προσπάθεια να επιτευχθεί η ιστορική ρεβάνς κατά εκείνων που εμπόδισαν την ισλαμική εξάπλωση.

Η πίστη είναι πίστη, δεν υπάρχει επιχείρημα για την καθαρή και εξ ορισμού μη λογικά στηριγμένη fides. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται σε ένα υποτιθέμενα βέβαιο, πρόδηλο επαναλαμβανόμενο ιστορικό πάτερν. Αυτό το πάτερν είναι σχηματισμένο επαγωγικά. Και είναι, ως εκ τούτου βασισμένο σε ένα σφάλμα.

Και το σφάλμα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ…


ΜΕΤΑ 26 ΕΤΗ

Συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η πτώση αυτή σηματοδότησε το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και ευρύτερα στον κόσμο ολόκληρο. Το τείχος αυτό ανεγέρθηκε τον Αύγουστο του 1961 και είχε ζωή 28 ετών, δηλαδή μια γενιά μεγάλωσε μ’ αυτό ως βίωμα. Αναφέρομαι ειδικά στον κόσμο των διανοουμένων του Δυτικού κόσμου και όχι σ’ αυτό που βίωσαν άμεσα τα εκατομμύρια ανθρώπων υπό το πέλμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Για τους εδώ «προοδευτικούς» το Τείχος συμβόλιζε μια κατάσταση, που καλώς ή κακώς ήταν παγιωμένη – κάτι μόνιμο, σίγουρο, μια δεδομένη σταθερά. Αντιμετωπιζόταν, όμως, εντελώς διαφορετικά από τους ορθόδοξους κομμουνιστές και τους ανένταχτους αριστερούς, συνοδοιπόρους κλπ.

Το Τείχος δεν δημιουργούσε κανένα ηθικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για τους ορθόδοξους κομμουνιστές στη Δύση. Μπορεί να μην καμάρωναν γι’ αυτό, αλλά το θεωρούσαν αναγκαία προστασία των κατοίκων του Ανατολικού (ή «Δημοκρατικού , όπως το ονόμαζαν) Βερολίνου από την ύπουλη καπιταλιστική διείσδυση. Θεωρούσαν ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ήταν ένα αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για να φτάσει η ανθρωπότητα στον κομμουνισμό – αυτή την ύψιστη βαθμίδα της εξέλιξής της. Αυτοί έμειναν αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους ακόμα και μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Συνεχίζουν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Φταίει, βέβαια …ο εχθρός – ο ιμπεριαλισμός, ο ρεβιζιονισμός, και άλλα συνήθως αναφερόμενα φίδια.

Οι άνθρωποι αυτοί επί είκοσι έξι χρόνια ζούνε στο εσωτερικό μιας ιδεολογικής φαντασίωσης που δεν διαψεύδεται με τίποτα. Ιδιαίτερα το ΚΚΕ οχυρώθηκε, ύψωσε νέο προστατευτικό ιδεολογικό Τείχος επαναφέροντας το σταλινισμό επισήμως μετά το 1992. Τη στιγμή που άλλα κομμουνιστικά κόμματα αυτοκαταργήθηκαν ή μεταλλάχτηκαν, οι Έλληνες κομμουνιστές κλείστηκαν ερμητικά στο καβούκι τους. Ταιριάζει γι’ αυτούς η ρήση του Ταλλεϋράνδου (1746-1838) για τους βασιλόφρονες της εποχής του: «δεν κατάλαβαν και δεν λησμόνησαν τίποτε». Και οι εδώ κομμουνιστές. Δεν καταλαβαίνουν την αλλαγή που συντελέστηκε με τη πτώση του Τείχους, και δεν θέλουν να ξεχάσουν τίποτα από την επαναστατική μυθολογία του παρελθόντος. Με αυτή την έννοια, οι εδώ κομμουνιστές έχουν κάτι το γραφικό. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχεδόν ή κάπως …συμπαθείς (εντός πλήθους εισαγωγικών), όπως οι παλαιοημερολογίτες ή οι πιστοί στη γεωκεντρική αστρονομία.

Υπάρχει όμως και η άλλη μερίδα της «προοδευτικής» κοινής γνώμης που δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπαθής με κανένα μέτρο. Αναφέρομαι στους «συνοδοιπόρους», τους «ανένταχτους προοδευτικούς», τους «παρ’ όλα αυτά αριστερούς». Αυτοί ήταν πρώτοι στην καταγγελία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο άντεχε, αλλά λυπούνται για το τέλος του. Ως μη δογματικοί κομμουνιστές, ως άχραντες και αμόλυντες σοσιαλιστικές ψυχές, προβάλλουν το δικό τους μοντέλο που είναι αγνό, ωραίο, αντικαπιταλιστικό και σοσιαλιστικό χωρίς γκουλάγκ, χωρίς Τείχος και αστυνομικό κράτος. Μάλιστα η φρίκη που τους προκαλούσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αναδείκνυε, κατά κάποιο τρόπο, την αξία του δικού τους οράματος. Το Τείχος τους βόλευε, μ’ άλλα λόγια. Επιπλέον το Τείχος – και το κομμουνιστικό σύστημα ως μόνιμο μοντέλο – τους έδινε μια βάση πραγματικότητας. Ο σοσιαλισμός, με ελλείψεις έστω, ήταν εφικτός. Το πρόταγμά τους ήταν, επομένως, πραγματοποιήσιμο: όταν θα κληθούν να το θέσουν σε εφαρμογή, δεν θα έχει «στρεβλώσεις». Θα εξαφανιστούν τα βάρβαρα και απάνθρωπα στοιχεία που οι ίδιοι καταγγέλλουν στο μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και στο μεταξύ, βολεύονταν μια χαρά με τα καλά του καπιταλισμού και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» ως μόνιμη κατάσταση.

Η «μόνιμη κατάσταση» ανατράπηκε από …τον εαυτό της, πράγμα εξόχως εξοργιστικό για την «προοδευτικούρα» – δηλαδή, την κατεστημένη νομενκλατούρα της αριστερής διανόησης. Ακολούθησε ένα βραχύχρονο μετασοβιετικό πένθος. Το διαδέχθηκε μια παρατεταμένη περίοδος ιερεμιάδων για την ανθρωπότητα και θρηνωδιών για το μέλλον της. Ο «προοδευτικός» διανοούμενος έγινε απαισιόδοξος. Περισσότερο ακόμα: η πολιτιστική απαισιοδοξία, ο Kulturpessimismus έγινε το σημάδι γνήσιας αριστεροφροσύνης, αλλά και πνευματικής βαθύτητας. Έπρεπε να βρεθεί νέος πολιτικός λόγος, και εξήγηση για τη μεγάλη κατάρρευση που σηματοδότησε η πτώση του Τείχους. Και αυτός βρέθηκε, χωρίς μεγάλο κόπο ή βαθιά ανάλυση: είναι ο (νέο)φιλελευθερισμός. Ο πραγματικός ένοχος είναι αυτός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν το 1989 ο αριστερός πολιτικός λόγος αναφερόταν στον σοσιαλισμό και στον ιμπεριαλισμό και όχι στο (νέο)φιλελευθερισμό. Μετά το 1989 συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς να γίνεται αναφορά στο υπόδειγμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει τον επάρατο καπιταλισμό, οι επιθέσεις εντείνονται κατά του αλάλητου και αιμοσταγούς (νέο)φιλελευθερισμού.

Όμως και αυτό το «αφήγημα» συναντά τα όρια του. Και τα όρια αυτά ορίζονται από γενιές, όχι τόσο ιδέες. Γεγονός είναι πως το Τείχος έθρεψε μια γενιά που κατά ένα μέρος έφριξε και κατά άλλο μέρος βολεύτηκε πολιτικά μ’ αυτό. Είναι, όμως, επίσης γεγονός ότι η επόμενη γενιά μεγάλωσε χωρίς αυτό το Τείχος και τους συμβολισμούς του. Ο κομμουνισμός ως σύστημα ιδεών, ως σύμβολο ή ως φόβητρο, βρίσκεται πίσω στις δικές μας μνήμες, αλλά δεν αφορά την τωρινή γενιά, ή τουλάχιστον το υγιές τμήμα της. Ο κομμουνισμός υπήρξε ανελεύθερο και εγκληματικό πολιτικό σύστημα – αυτή είναι ετυμηγορία της ιστορίας εκατό σχεδόν χρόνια μετά την επικράτησή του στη Ρωσία το 1917. Ο κομμουνισμός, όμως, αποτελεί επιπλέον ένα μοντέλο σήμερα αποτελεί ένα μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης που είναι εντελώς άσχετο με τα σημερινά προβλήματα, με τη σύγχρονη ζωή. Και να υπήρχε καθεστώς που να εμπνεόταν από τα σύμβολά του, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Και να ξαναχτίζανε το Τείχος, θα χρησίμευε ως …τουριστική ατραξιόν. Το Τείχος –και μαζί του ο κομμουνισμός- δεν υπάρχει διότι πιστεύει κανείς σ’ αυτά που αντιπροσωπεύει. Όπως δεν υπάρχει και ο Απόλλων ή η Ίσις.