ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΛΗΤΕΙΑΣ

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πολιτική αλητεία είναι η συμπεριφορά πολιτικού ή πολιτικής ομάδας όταν παραβιάζει άγραφους κανόνες πολιτικής και κοινωνικής ευπρέπειας κατά τρόπο προκλητικό. Δεν πρόκειται για απλή παράβαση αυτών των κανόνων, αλλά χαρακτηρίζεται από ιδιάζουσα θρασύτητα και περιφρόνηση για τους θεσμούς της πολιτείας και παραδεδεγμένες αρχές ηθικής τάξης.

Το ιστορικό πρότυπο πολιτικής αλητείας είναι η σειρά γεγονότων του Μαρίου 1985, που άρχισε με την πρόταση που υπέβαλε αιφνιδιαστικά ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ να εγκρίνει την υποψηφιότητα του αρεοπαγίτη Χρήστου Σαρτζετάκη στη θέση του Κωνσταντίνου Καραμανλή για Πρόεδρο Δημοκρατίας, αθετώντας την δέσμευση που είχε αναλάβει να υποστηρίξει την υποψηφιότητα του τελευταίου. Ακολούθησαν τρεις επεισοδιακές ψηφοφορίες στη Βουλή που κατέληξαν στην εκλογή του Σαρτζετάκη, με τα λευκά και θαλασσιά ψηφοδέλτια και την αμφισβητούμενης εγκυρότητας ψήφου Αλευρά (Προέδρου της Βουλής, ο οποίος ασκούσε χρέη Προέδρου Δημοκρατίας, μετά την παραίτηση του  Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Η όλη μεθόδευση κρίθηκε στα όρια της κοινοβουλευτικής νομιμότητας – ακόμα και πέρα από αυτά. Το εγχείρημα ήταν χοντροκομμένο και διόλου πειστικό. Η οργάνωση και εκτέλεσή του ήταν μια παράκαμψη του «θεσμικού εμποδίου» που αποτελούσε η μυστική ψηφοφορία. Η ψήφος  των βουλευτών δεν ήταν διόλου μυστική, όπως προέβλεπε το σύνταγμα, εφόσον οι σχεδόν διαφανείς φάκελοι δεν έκρυβαν το χρώμα των ψηφοδελτίων. Η πίεση προς τους βουλευτές αυξήθηκε με τη μέθοδο της κινητοποίησης πλήθους έξω από τη Βουλή που αποθέωνε το συμβάν ως «νίκη του λαού».

Βέβαια, δεν είναι η μοναδική περίπτωση πολιτικής αλητείας. Υπήρξαν και άλλες – ευτυχώς, όχι πολλές. Όμως το παράδειγμα αυτό περιέχει όλα τα γνωρίσματα αυτής της συμπεριφοράς και κυρίως εκείνο που είναι η περιφρόνηση προς τους κανόνες, η καταδολίευση των θεσμών, η καταπάτηση άγραφων νόμων στο όνομα της προώθησης των συμφερόντων του Λαού –με λάμδα κεφαλαίο. Κυρίως περιέχει το πρόσθετο στοιχείο της προκλητικότητας και του  θράσους. Δεν είναι η χρήση απλού πονηρεύματος, αλλά και η ιδεολογική του «νομιμοποίηση», προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος, εφόσον ήταν φιλολαϊκός και αποτελούσε γροθιά κατά του κατεστημένου. Ήταν επίδειξη μαγκιάς.[1]

Η πολιτική αλητεία είναι η καρδιά του λαϊκισμού. Οι προφήτες και ζηλωτές του τελευταίου κλείνουν πονηρά το μάτι στους οπαδούς τους που αποτελούν, όπως διατείνονται, τον «γνήσιο» λαό στην ολότητά του, για χάρη του οποίου αγωνίζονται. Και ο λαός, όπως λένε, προέχει των θεσμών σε μια δημοκρατία, ορισμένες φορές, όμως, απαιτεί την αγνόηση ή την παράβαση νόμων ή θεσμοθετημένων κανόνων όταν βρίσκεται στην εξουσία η «δικιά του» κυβέρνηση.

Μια τέτοια κυβέρνηση εκφράζει την «κοινωνική νομιμότητα», επομένως μπορούν να μην πληροί απόλυτα τις συνθήκες «τυπικής νομιμότητας». Είναι, μάλιστα, δείγμα της γνησιότητας του λαϊκού ερείσματός της, το ότι δεν τις πληροί και ότι επομένως δεν μπορεί να της αποδοθεί η «ρετσινιά της αριστείας» ή «το στίγμα του καθωσπρεπισμού». Αρκεί και με το παραπάνω η αναγνώρισή της στο ρόλο της πολιτικής αλητείας στον οποίο διαπρέπει.

 

[1] Αυτή είναι μια ιδιότητα η οποία θαυμάζεται παρ’ ημίν ως υπέρτατη αρετή της φυλής μας. Αποτελεί  συνδυασμό δόλου και απίθανου θράσους. Διαπράττεται όχι εν κρυφώ και παραβύστω, αλλά εν πομπή και πανηγύρει. Εκζητεί και εισπράττει την έγκριση όχι παραβλέποντας τα τυπικά ολισθήματα, αλλά τιμώντας τα ως κατορθώματα.


ANTONIO GRAMSCI: 80 XΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Δ. Δημητράκος

Στις 27 Απριλίου 2017 συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από το θάνατο ενός κορυφαίου μαρξιστή στοχαστή: του Antonio Gramsci.

antonio-gramsci-3Ο Αntonio Gramsci γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου, πολιτικοποιήθηκε σε νεαρή ηλικία, εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και αργότερα συνέβαλε στην ίδρυση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, την ηγεσία του οποίου ανέλαβε μετά το 1924. Επίσης έπαιξε ηγετικό ρόλο στο κίνημα των εργατικών συμβουλίων στη Βόρειο Ιταλία και διηύθυνε την επαναστατική εφημερίδα Ordine Nuovo  στο Τορίνο.

Ο Gramsci  έπεσε θύμα του φασιστικού καθεστώτος, που τον συνέλαβε και τον καταδίκασε σε εικοσαετή φυλάκιση. Συνέγραψε τα περίφημα «Τετράδια της φυλακής» όσο ήταν έγκλειστος, ενώ  από τις κακουχίες υπέστη ανεπανόρθωτα πλήγματα η υγεία του και πέθανε στις 27 Απριλίου του 1937, τρεις μέρες μετά την απελευθέρωσή του.

Ο Antonio Gramsci θεωρείται από πολλούς ότι είναι ανάμεσα στους κορυφαίους θεωρητικούς του Δυτικού μαρξισμού. Οι έννοιες που επεξεργάστηκε, όπως εκείνη της ηγεμονίας, της κοινωνίας πολιτών, του ιστορικού συγκροτήματος, οι σκέψεις του πάνω στη σχέση παιδείας και κοινωνίας εξακολουθούν να συζητιούνται και χρησιμεύουν σε αναζητήσεις στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία.

 

Ο ορθολογισμός του Antonio Gramsci

Υπάρχει, όμως και ένα πρόσθετο στοιχείο στη σκέψη  του Antonio Gramsci  που είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και πρωτότυπο και αυτό είναι ο ορθολογισμός του. Αυτό φαίνεται τόσο σ’ αυτά που λέει για την επιστήμη, όσο και στη στάση του στην πολιτική.

Στο πρακτικό, πολιτικό πεδίο, ο ηγέτης αυτός ήταν εξ ιδιοσυγκρασίας ορθολογιστής. Αντέταξε με συνέπεια τον ορθολογισμό του στη «ρητορική» αντίληψη της πολιτικής που επικρατούσε στην ιταλική Αριστερά, ειρωνευόταν τη λεκτική υπερβολή και τον φανφαρονισμό της επαναστατικής φρασεολογίας και πάλεψε ακόμα και μέσα στη φυλακή για να επιβάλει μια ρεαλιστική στρατηγική για το κόμμα του, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες.

Θεωρούσε ότι ο ο μαρξισμός έπρεπε να απαλλαγεί από τα «λογικά σφάλματά του», και τόνιζε ότι η μαρξιστική θεωρία είχε γίνει ένας «κλειστός κύκλος», ενώ θα έπρεπε να έπρεπε να είναι μάλλον μια θεωρία κίνησης.  Δεν δίστασε, μάλιστα, να γράψει ότι «ο ιστορικός υλισμός έχει εκφυλισθεί σε δεισιδαιμονία και προκατάληψη» και ότι έχει γίνει «ιδεολογία με την κακή έννοια της λέξης». Αυτές οι σκέψεις διατυπώνονται μεταξύ 1933 και 1935, δηλαδή σε εποχή που κυριαρχεί απόλυτα ο δογματικός σταλινισμός στο κομμουνιστικό στρατόπεδο.

Αλλά το κυριότερο στοιχείο του ορθολογισμού του βρίσκεται στην αντίληψη που έχει για την αλήθεια και εξηγεί εν μέρει τη στάση που έχει για την επιστήμη. Ο Gramsci είχε μεγάλο σεβασμό για την αλήθεια. Όταν εξέδιδε την εφημερίδα “Ordine Nuovo”, έβαζε στην προμετωπίδα της πρώτης σελίδας το ρητό του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Ferdinand Lassalle «Το να λέγεται η αλήθεια είναι επαναστατική πράξη». Στα «Τετράδια της φυλακής» έγραφε ότι «η αλήθεια γίνεται οικουμενική όταν αποδεικνύεται μέσα σε ένα πλαίσιο ευρύτερο από εκείνο που την γεννά και που πετυχαίνει να εξηγήσει την πραγματικότητα ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνεται μέσα σ’ αυτήν την πραγματικότητα». Βρίσκω ότι αυτή η αντίληψη της αλήθειας είναι εκπληκτική σε καθαρότητα, αλλά και σε βάθος!

Ιστορικισμός, ορθολογισμός και κριτική προοπτική

Από την άλλη μεριά, όπως είδαμε, ο Gramsci έχει μεγάλο σεβασμό για την επιστήμη και την επιστημονική μέθοδο.  Μπορεί να παρασύρεται από τον Benedetto Croce (1868-1952) που τον επηρέασε βαθύτατα, και να  αποδέχεται την εργαλειακή αντίληψη του Ιταλού φιλοσόφου για την επιστήμη, θεωρώντας την ένα πρακτικό δημιούργημα του ανθρώπου, που δίνει μόνο μερική εικόνα της πραγματικότητας. Όμως, σε αντίθεση με τον μέντορά του, θεωρεί ότι η επιστήμη κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία, διότι μέσα από αυτήν ενώνεται η ανθρωπότητα πολιτιστικά. Με τη διαφορά  ότι η ενότητα αυτή επέρχεται μέσα από την ιστορία και δημιουργός της ιστορίας είναι ο άνθρωπος μέσα από την εξοχήν πολιτική του, και μάλιστα επαναστατική, δραστηριότητά του.

Μέσα από αυτό το ιστορικιστικό πρίσμα, οι θεωρίες δεν αποτιμούνται με βάση την αντιστοιχία τους στην πραγματικότητα, αλλά με την εναρμόνισή τους με την ιστορική διαδικασία. Όμως και πάλι αναφαίνεται ο ορθολογισμός του. Η εναρμόνιση με την ιστορική διαδικασία, απαιτεί την ενότητα θεωρίας και πράξης που απαιτεί ο μαρξισμός. Αλλά προσθέτει μια μικρή, αλλά μεγάλης σημασίας φράσης προς το τέλος των «Τετραδίων»: «η συνένωση θεωρίας και πράξης είναι μια κριτική πράξη» (un atto critico). Μια κριτική πράξη είναι προϊόν ορθολογικής κρίσης. Θα πρέπει να ισχύσουν κάποια κριτήρια ορθολογικότητας. Αυτά δεν μπορεί να έρχονται μέσα από την ιστορία, αλλιώς το επιχείρημα θα ήταν κυκλικό και συγχρόνως δογματικό.

Βέβαια,  στα «Τετράδια» δεν έχουμε μαρτυρία για αναζήτηση τέτοιων κριτηρίων. Μπορούμε, όμως, να λάβουμε υπόψη μας τη γενικότερη στάση του Gramsci πάνω στην  αλήθεια, την κριτική σκέψη, το δογματισμό, την αντι-ρομαντική του ιδιοσυγκρασία και μαζί μ’ αυτά το πλήθος των διανοητικών ενδιαφερόντων του που ξεπερνούσαν κατά πολύ το πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας.

Η γόνιμη, ελεύθερη και δροσερή σκέψη του Antonio Gramsci περιέχει τα στοιχεία μέσα από τα οποία ίσως να μπορούσε να ανανεωθεί ο μαρξισμός · τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνουν. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, με αφετηρία αυτή τη σκέψη, να δημιουργηθεί μια κριτική παράδοση μέσα στην ίδια την εστία του μαρξισμού;

Είναι αυτή η κληρονομιά που άφησε ο ιδρυτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην παράταξή του και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Αριστερά; Ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός του. Πάντως, αν ήταν, θα οδηγούσε ασφαλώς στην κατάργηση του «κλειστού κύκλου» του μαρξισμού και στην αναίρεση του τελευταίου, διότι αποτελεί από τη γένεσή του ένα τέτοιο κλειστό κύκλο. Ασφαλώς, όμως, η διανοητική κληρονομιά του Gramsci δημιούργησε μια «δευτεροβάθμια» παράδοση σκέψης μέσα στην οποία νομιμοποιείται η κριτική στο μαρξισμό. Στο πλαίσιο αυτής της δευτεροβάθμιας παράδοσης, ο υποφαινόμενος, εξετάζοντας προσεκτικά το έργο του μεγάλου αυτού διανοητή θεώρησε – ορθά ή λανθασμένα – ότι οδηγούσε το εγχείρημα αυτό έξω από το αρχικό πλαίσιο που το ενέπνευσε, έξω και πέρα από το μαρξισμό.  

 


Corbyn και Μονοκομματικό Κράτος

Δ. Δημητράκος

Ο Jeremy Corbyn θα εκλεγεί αρχηγός του Εργατικού Κόμματος μεθαύριο. Αυτό είναι βέβαιο – όσο βέβαιη είναι και η συντριβή του κόμματος με αυτόν αρχηγό, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές στη Βρετανία. Αυτό, όμως, δεν απασχολεί τον Κόρμπιν και τους εσωκομματικούς του υποστηρικτές. Έχουν ως μοντέλο τους τον Τσάβες, τον Μαδούρο και τον Σύριζα. Ο Κόρμπιν είναι προσηλωμένος  επίσης στα ιερά σύμβολα ακόμα πιο παλιάς επαναστατικής παράδοσης. Πρόσφατα ζήτησε στην Βρετανική Βουλή να κάνει παραστάσεις η κυβέρνηση της Αυτής Βρετανικής Μεγαλειότητος προς την κυβέρνηση της Ρωσίας, να αποκαταστήσει τη μνήμη του Λέον Τρότσκι. Αυτά τον απασχολούν. Και με αυτά κατακτά οπαδούς στο χώρο του ιδεολογικού αυτισμού μιας ορισμένης ιδέας της Αριστεράς – εκείνης που ζει σε ένα κόσμο που δεν έχει αλλάξει ούτε και πρέπει να αλλάξει.

Φαίνεται πως είναι φαινόμενο των καιρών να επικρατεί ορισμένες φορές σε ένα πολιτικό χώρο ή σε μια ολόκληρη κοινωνία, ένα κλίμα αυτόβουλης απομόνωσης, μια εμμονή σε ξεπερασμένα σχήματα, σε πείσμα της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Αυτό προσκρούει στη διάθεση των νέων για κάτι πιο προσαρμοσμένο στη σύγχρονη εποχή. Αλλά ο Κόρμπιν και οι οπαδοί του ενδιαφέρονται να διατηρήσουν το αραχνιασμένο παρελθόν, διότι τους προσφέρει θαλπωρή. Το παλιό αποστρέφεται και εκδιώκει το καινούργιο και αδιαφορεί για τις συνέπειες που έχει η αδιαφορία προς την πραγματικότητα. Οι «Κορμπινίστας» (Corbynistas) – κατά την επικρατούσα ονομασία των οπαδών του Κόρμπιν – είναι κατά της παγκοσμιοποίησης, κατά του διεθνούς κεφαλαίου, κατά της ελευθερίας του εμπορίου. Μέλη τους είναι νέα άτομα που εντυπωσιάζονται από την παρουσία μιας επαναστατικής παράδοσης και συμβόλων του προλεταριάτου: τις κόκκινες σημαίες, τα επαναστατικά άσματα, την επερχόμενη και ποθούμενη ανατροπή του παγκόσμιου καπιταλισμού… Από τη στιγμή που αυτά τα θεωρούν αναπόδραστες αλήθειες, δεν τους ενδιαφέρει το ότι η πολιτική δεν γίνεται όταν απλά (νομίζεις ότι) κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου, αλλά όταν κινείσαι με χιλιάδες, με εκατομμύρια ανθρώπους για να την φέρεις εις πέρας, όπως δίδασκε ο Λένιν, ήδη από το 1910. (*)

Από τη δική του μεριά το Συντηρητικό κόμμα αποτελεί τον κορμό των Brexiteers. Οι Tory ζηλωτές του Βρετανικού εξαιρετισμού και του ευρωσκεπτικισμού εκφράζουν μια πατροπαράδοτη, όχι όμως δεδομένη, στάση απομονωτισμού που αποδίδουν πολλοί Βρετανοί στη «συλλογική ταυτότητά» τους. Όμως, με τα χρόνια, το κόμμα αυτό έδειξε μεγάλη προσαρμοσιμότητα σε νέες καταστάσεις και ικανότητα ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Το Εργατικό Κόμμα, η μεγάλη πολιτική δύναμη των μεταρρυθμίσεων, σήμερα πνίγεται στην εσωστρέφεια του και βρίσκουν καταφύγιο οι οπαδοί του υπό τον Κόρμπιν σε μια εμμονή σε πεπαλαιωμένους συμβολισμούς και αδιέξοδες πολιτικές, αδιαφορώντας για την ευρύτερη απήχηση που αυτή η στάση μπορεί να έχει στο εκλογικό σώμα. Μάλιστα, ο κίνδυνος διάσπασης του κόμματος και δημιουργίας νέου πόλου μεταρρυθμιστικής κεντροαριστερής κατεύθυνσης είναι μεγάλος. Έχει ξαναγίνει στη Βρετανική ιστορία. Το μικρό, αλλά δυναμικό Εργατικό Κόμμα, εκτόπισε από το προσκήνιο το μεγάλο Φιλελεύθερο κόμμα που είχε χάσει κάθε ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Η.Β. , αλλά και στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η αυτοπεριθωριοποίηση του Εργατικού Κόμματος δεν είναι δυστύχημα για το ίδιο, αλλά και για τη Βρετανία, και για την Ευρώπη. Σημαίνει την μακροπρόθεσμη μονοκρατορία του Συντηρητικού κόμματος και επομένως μια σοβαρή υποχώρηση της δημοκρατικής ποιότητας του πολιτεύματος. Ουσιαστικά, η Βρετανία θα λειτουργεί ως οιονεί  μονοκομματικό κράτος υπό το Συντηρητικό κόμμα, που θα έχει κάθε λόγο να ξαναβρεί τον παλιό, απομονωτικό αντι-μεταρρυθμιστικό του εαυτό. Ιδίως μετά την πραγματοποίηση της εξόδου της Βρετανίας της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[1]


[1] «Η πολιτική αρχίζει εκεί που υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι· όχι χιλιάδες, αλλά εκατομμύρια: εκεί αρχίζει η σοβαρή πολιτική».[ Β.Ι. Λένιν .Έκτακτο 7ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι). Πολιτική Έκθεση στην Κεντρική Επιτροπή. 7 Μαρτίου 1910.


ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

Δ. Δημητράκος

Ο ΝΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ *

Η έννοια του λαϊκισμού συνυφαίνεται με την ιδέα της απεριόριστης λαϊκής κυριαρχίας, όπως υποστήριξα σε προηγούμενο άρθρο μου[1]. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή η εξουσία ανήκει δικαιωματικά στο λαό και δεν πρέπει να τίθενται φραγμοί στην άσκησή της. Οι λαϊκιστές πολιτικοί ηγέτες και τα κινήματα ή τα κόμματα που κατευθύνουν συχνά μιλούν για την ανάγκη ανάκτησης της εξουσίας αυτής την οποία σφετερίστηκαν «οι άλλοι». Ποιοι είναι αυτοί «οι άλλοι»; Είναι η ελίτ, ή οι ξένοι τοποτηρητές, ή οι γραφειοκράτες, ή οι πουλημένοι πολιτικοί ή ακόμα αλλοδαποί ή αλλόφυλοι[2]. Πάντως κάποιοι που αποτελούν «ξένο σώμα», που δεν είναι καθαυτό λαός.

Ο  λαϊκιστικός πολιτικός λόγος στρέφεται κατά του «άλλου», αλλά είναι γενικότερα συγκρουσιακός. Μάχεται κατά του Κακού, επομένως αντιμετωπίζει τον αντίπαλό του, όχι σαν πολιτικό ανταγωνιστή, αλλά σαν αδυσώπητο εχθρό του λαού. Αυτός είναι ο λαϊκισμός που απαντάται σήμερα σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες. Σύγχρονοι μελετητές του φαινομένου τον ονομάζουν «νέο λαϊκισμό»[3] για να τον διακρίνουν από παλαιότερες μορφές του στον 20ό αιώνα, συνήθως σε αγροτικές περιοχές και με αιτήματα μερικού χαρακτήρα. O νέος λαϊκισμός έχει πολλά κοινά στοιχεία με παλιότερες μορφές του. Το κυριότερο είναι ότι αντιτίθεται γενικά στο στάτους κβο και αναγνωρίζει τον λαό ως ύστατη και μοναδική πηγή νομιμότητας της εξουσίας. Ο νέος λαϊκισμός πηγαίνει πιο πέρα: ζητάει την άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο το λαό. Και εφόσον ο λαός είναι πολυπληθής μάζα, η άσκηση εξουσίας θα πρέπει να γίνει από ηγέτες και ομάδες που ταυτίζονται μαζί του – που δημιουργούν με το λόγο, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους, την πεποίθηση ότι ανήκουν στο λαό, ότι μέσα από αυτούς ο ίδιος ο λαός θα ασκεί εξουσία.

Ο νέος λαϊκισμός, όμως, έχει και ορισμένα πρόσθετα χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η άρνηση της αλλαγής, η εναντίωση σε μεταρρυθμίσεις. [4] Μπορεί να πάρει μορφές ρατσισμού και ξενοφοβίας· ή πιέσεων για προστατευτισμό τοπικών προϊόντων· ή αντίδρασης σε μέτρα που απειλούν κατεστημένα προνόμια και συμφέροντα. Όμως, κινείται πάντα ενάντια σε κάποια αλλαγή στον κοινωνικό ορίζοντα.

Ένα άλλο νέο στοιχείο του νέου λαϊκισμού είναι η ολομέτωπη σύγκρουση με «το σύστημα», με ένα ακαθόριστο πλέγμα εξουσιών, κανόνων, μηχανισμών που αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Με την έννοια αυτή, όπως τονίζουν δύο σημαντικοί μελετητές του φαινομένου, ο νέος λαϊκισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πρόκληση για το σύγχρονο σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης.[5] Επίσης, τα λαϊκιστικά κινήματα σήμερα δεν περιορίζονται σε περιοχές της περιφέρειας, αλλά απαντούν σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες τα τελευταία είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια.

Μπορούν να δοθούν πολλές εξηγήσεις για αυτή την έκρηξη κινημάτων όπου κυριαρχεί ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος, και για την απήχηση που έχουν σε μεγάλο αριθμό πολιτών. Μία εξήγηση που προσφέρεται συχνά είναι το πρόβλημα της μαζικής μετακίνησης προσφύγων ή μεταναστών και η σχετική αδυναμία των κρατικών και διακρατικών υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό.

 Αυτή η εξήγηση είναι απόλυτα ορθή, αλλά ανεπαρκής. Δεν εξηγεί την έκφραση ολοκληρωτικής αντίθεσης στο «σύστημα». Εξηγεί, εν μέρει, την απήχηση κομμάτων που συγκαταλέγονται στο «δεξιό λαϊκισμό», όπως της Μαρίν Λεπέν. Δεν εξηγεί, όμως, τι είναι εκείνο που δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα της Λεπέν (ή άλλα αντίστοιχα στην Ευρώπη και στην Αμερική) να αποσπούν ψήφους από μέχρι πρόσφατα οπαδούς αριστερών κομμάτων. Και δεν εξηγεί πώς και γιατί ο πολιτικός λόγος που είναι ασυμβίβαστα αντιθεσμικός, είτε εντάσσεται σε ένα αριστερό ιδεολογικό πλαίσιο, είτε σε δεξιό αντίστοιχο, έχει μεγάλη απήχηση. Οι διαχωριστικές γραμμές παίζουν μικρότερο ρόλο σήμερα, εφόσον αυτές σχηματίστηκαν και παγιώθηκαν ξεκινώντας από άλλες ιστορικές βάσεις, σε παλιότερους καιρούς.  

Μια άλλη εξήγηση για την ανάδυση του νέου αυτού και ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση. Αυτή η εξήγηση είναι επίσης πειστική – και πάει πολύ περισσότερο στη ρίζα του προβλήματος σε σύγκριση με την προηγούμενη. Η παγκοσμιοποίηση είναι το όνομα το οποίο δίνουμε σε μια διαδικασία συνένωσης και διεθνοποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων και στρατηγικών. Μία νέα πραγματικότητα γεννιέται, ένας διαδικτυωμένος κόσμος με άπειρα νήματα επικοινωνίας, αλληλόδρασης, συντονισμού και συνεργασίας. Πολλαπλασιάζονται οι εμπορικές συναλλαγές παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Όμως, μοιραία δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους, και μάλιστα ορισμένους εντελώς περιθωριοποιημένους ανάμεσα στους τελευταίους. Σ’ αυτό συνίσταται το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού, τον οποίο ορθά καταγγέλλουν ως ένα από τα αρνητικά συμπτώματα της παγκοσμιοποίησης οι αντίπαλοι της τελευταίας.

Οι αντιδράσεις στην παγκοσμιοποίηση είναι συχνά βίαιες. Μάλιστα, το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν ένα άυλο δίκτυο αφηρημένων διαδικασιών και όχι έναν ορατό «εχθρό» αυξάνει την ένταση και τη βία των αντιδράσεων: όχι διότι πιστεύεται ότι με τον τρόπο αυτό  όχι διότι πιστεύουν όσοι αντιδρούν έτσι, ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η παγκοσμιοποίηση, αλλά διότι η οργή και η βία εκφράζουν την διαμαρτυρία μπρος σε κάτι εντελώς καινούργιο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους σύγκρουσης. 

Όμως, και εδώ η εξήγηση είναι ανεπαρκής. Η παγκοσμιοποίηση μειώνει τη σημασία και το ρόλο του κράτους. Η εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση δεν εκφράζει κατ’ ανάγκην αντίθεση στο κράτος και τους θεσμούς του. Ασφαλώς κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα σ’ αυτούς που εναντιώνονται στην παγκοσμιοποίηση και στους θιασώτες του ριζοσπαστικού λαϊκισμού είναι η λογική της σύγκρουσης. Και ασφαλώς είναι πολλοί αυτοί που είναι λαϊκιστές και συγχρόνως κατά της παγκοσμιοποίησης. Όμως η αντιστοιχία δεν είναι ένα προς ένα. Μπορεί κάποιος να είναι κρατιστής και να αντιστρατεύεται την παγκοσμιοποίηση και να μην είναι λαϊκιστής· ή να υποστηρίζει μια ριζοσπαστική λαϊκιστική κίνηση, χωρίς να εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση.

Πιστεύω ότι η εξήγηση βρίσκεται αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε πολιτική αντίδραση ξεκινάει από κάποιο πρόβλημα που τα δρώντα υποκείμενα προσπαθούν να λύσουν. Ένα τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε στο τέλος του προηγούμενου αιώνα είναι η θεσμική ανεπάρκεια, τόσο του κράτους, όσο και διακρατικών οργανισμών στην επίλυση ζωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολίτης στις δυτικές δημοκρατίες. Οι κρατικοί και διακρατικοί μηχανισμοί εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε καταστάσεις που δεν απαιτούσαν την επίλυση σύνθετων προβλημάτων που ανακύπτουν σήμερα, όπως είναι – μεταξύ άλλων- το κράτος πρόνοιας και η χρηματοδότησή του, η μετακίνηση εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου, η διαχείριση του παγκόσμιου περιβάλλοντος, η ασφάλεια του πολίτη κ.α. Όχι μόνο δεν επαρκούν οι θεσμοί αυτοί, αλλά έχει δημιουργηθεί και σοβαρό πρόβλημα δημοκρατικού ελλείμματος, δηλαδή, ανεπάρκεια εγγυήσεων δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας. 

Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όταν μιλάμε για κρίση θεσμών, στην πραγματικότητα αναφερόμαστε στο ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν διότι διαμφισβητείται το κύρος τους, διότι μεγάλη μάζα πολιτών έχει χάσει την εμπιστοσύνη σ’ αυτούς. Αυτό είναι το γενικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Και ο λαϊκισμός έρχεται να τους προσφέρει μια λύση : να εμπιστευθούν τον λαϊκιστή ηγέτη, την οργάνωση και το πρόγραμμά του, που θα δώσει ένα αίσιο τέλος στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Περισσότερο ακόμα: την ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου.

Σ’ αυτό ο λαϊκιστής ηγέτης έχει ένα διπλό πλεονέκτημα. Από τη μια μεριά το μήνυμά του είναι εύπεπτο και άμεσο. Η αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τον πολιτικό του λόγο – ιδίως αν είναι χαρισματικός – είναι εύκολη. Από την άλλη, οι λύσεις και οι υποσχέσεις του έχουν άμεσο χαρακτήρα. Επομένως, ένα μήνυμα ολομέτωπης σύγκρουσης και ολικής εγκατάστασης του «συστήματος» από κάτι «καινούργιο», με βάση εικόνες, σύμβολα και «κινητικότητα» γίνεται πειστικό σε πολλούς, όταν οι υποστηρικτές του «παλιού» θεωρούνται ξοφλημένοι. Είναι ακόμα πιο αποδεκτό, το μήνυμα του ριζοσπαστικού λαϊκισμού όταν το «καινούργιο» που ευαγγελίζεται είναι στο όνομα μιας παλινόρθωσης: μιας εξουσίας που θεωρείται ότι δικαιωματικά ανήκει στο λαό στον οποίο απευθύνεται, και που οι εχθροί του έχουν σφετεριστεί.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης – απώλειας και ανάκτησής της – έχει, επομένως κεντρική σημασία στην κατανόηση του φαινομένου του νέου λαϊκισμού. Γεννιέται το εξής ερώτημα. Υπάρχει τρόπος αποκατάστασης της εμπιστοσύνης του πολίτη εντός του δημοκρατικού κανονιστικού πλαισίου; Μπορούμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους με τους οποίους συνδέεται η πολύ δύσκολη και λεπτή  αυτή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και θεσμών; Αυτό αποτελεί ξεχωριστό θέμα που θα καλυφθεί σε προσεχές άρθρο.


[1] ‘Ο λαός στην εξουσία’ ΝΕΑ 2/7/2016

[2] Pierre-André Taguieff (2002) L’illusion populiste. Paris: Champs Flammarion. σ. 18

[3] Margaret Canovan (2005) The People. Cambridge: Polity. Y.Mény & Y. Surel (2000) Par le peuple, pour le peuple. Paris: Fayard. Paul Taggart (1995) ‘New populist parties in Western Europe’ Western European Politics, 18, 1

[4] Dominique Reynié (2011) Populismes: la pente fatale. Pairs: Plon. σ. 134.

[5] Y.Mény & Y. Surel (2000) ό.π. σ. 181

*Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 30-7-2016


Ισλάμ: Η Πλάνη Της Επαγωγής

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Όλοι σφάλλουμε πιστεύοντας στη «σιγουριά» που μας προσφέρει ο επαγωγικός συλλογισμός: η γενίκευση από το μερικό στο γενικό, και από την ιδέα ότι στο μέλλον θα γίνουν τα πράγματα όπως στο παρελθόν. Π.χ., αν μέχρι τώρα όλοι οι παρατηρημένοι κύκνοι ήταν άσπροι, αυτό σημαίνει ότι όλοι  οι κύκνοι είναι άσπροι. Λάθος, βέβαια, εφόσον υπάρχουν και μαύροι.

Είναι πολύ εύκολο και ανθρώπινο να πιστέψει κανείς στην υπερφυσική, μυστηριώδη, θεϊκή προστασία του, αν πηγαίνει από νίκη σε νίκη. Οι Βυζαντινοί πίστεψαν μετά από επανειλημμένες σωτηρίες της Κωνσταντινούπολης από πολιορκίες και επιδρομές, ότι ήταν θεοφύλακτη. Παραλογισμός; Τρέλα; Όχι. Απλή επαγωγική πλάνη. Επαγωγική χρήση της Ιστορίας για να προβλεφθεί το μέλλον.

Τώρα ας κοιτάξουμε την ιστορική εμπειρία του Ισλάμ. Μεταξύ 622 και 750 μ.Χ. οι αρχικά ελάχιστοι οπαδοί του Προφήτη είχαν εξαπλωθεί μαζί με την Νέα Πίστη που εξάγγειλαν, από τη Μέκκα και τη Μεδίνα, στο σύνολο της Αραβικής Χερσονήσου, είχαν κατακτήσει τη Συρία, τη Μεσοποταμία, την Ανατολία, την Περσία, τη ΒΔ Ινδία, την Αίγυπτο, όλη τη Β. Αφρική, όλη την Ιβυρική Χερσόνησο και μέρος της Ν. Γαλλίας. Πώς να μην πιστέψουν βαθιά στην ιστορική και μεταφυσική αναγκαιότητα της παγκόσμιας εξάπλωσής τους;

Map of expansion of Caliphate

Επέκταση του Χαλιφάτου 622-755 μ.Χ.

Η επαγωγική αυτή σκέψη είχε επανειλημμένες επιβεβαιώσεις και αργότερα, εφόσον το Ισλάμ κατέκτησε τη  Μαλαισία, την Ινδονησία, την Κεντρική και Ανατολική Ασία, μέχρι και μέρος της σημερινής Κίνας…  Αλλά σταμάτησε κάποια στιγμή. Οι αιτίες μαζικών προσχωρήσεων σε ένα θρήσκευμα είναι εξαιρετικά σύνθετες. Δεν αρκεί η παρατήρηση μιας γενικής «τάσης», ενός «ρεύματος» που παρασύρει τα πάντα. Αλλά αυτός που πηγαίνει με το ρεύμα ή που εντυπωσιάζεται από αυτό,  καταλαμβάνεται από ισχυρό συναίσθημα στέρησης και αγανάκτησης όταν βλέπει να ματαιώνονται οι προσδοκίες του. Και όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται ιστορικό βίωμα και ενσωματώνεται μέσα στην ίδια την Πίστη που φιλοδοξεί να εξαπλωθεί με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει φονική έκφραση .

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι οφείλονται στο σφάλμα της επαγωγής. Αλλά νομίζω ότι ο ιστορικός επαγωγισμός συνδέεται με ορισμένες εκδοχές του ισλαμισμού. Η ιστορική επαγωγή είναι πηγή επιβεβαίωσης της αλήθειας του μηνύματος του Ισλάμ, όπως το λέει και η λέξη: ΥΠΟΤΑΓΗ στο θέλημα του Θεού. Η «αλήθεια» αυτού του μηνύματος επιβεβαιωνόταν με κάθε διαδοχική νίκη μέχρι την  στιγμή που …διαψεύσθηκε στο Poitiers  το 732. Η επέκταση, όμως, συνεχίστηκε, με νίκες και ήττες, και κάποτε η ανακοπή φάνηκε να μονιμοποιείται. Ο σύγχρονος Ισλαμισμός είναι μια εξέγερση κατά της ανακοπής αυτής, μια προσπάθεια να επιτευχθεί η ιστορική ρεβάνς κατά εκείνων που εμπόδισαν την ισλαμική εξάπλωση.

Η πίστη είναι πίστη, δεν υπάρχει επιχείρημα για την καθαρή και εξ ορισμού μη λογικά στηριγμένη fides. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση βασίζεται σε ένα υποτιθέμενα βέβαιο, πρόδηλο επαναλαμβανόμενο ιστορικό πάτερν. Αυτό το πάτερν είναι σχηματισμένο επαγωγικά. Και είναι, ως εκ τούτου βασισμένο σε ένα σφάλμα.

Και το σφάλμα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ…


Έχει πάντα δίκιο ο λαός;

Δ. Δημητράκος

ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ Ο ΛΑΟΣ;

Αποτελεί τετριμμένη αλήθεια ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία ο λαός θεωρείται ότι έχει πάντα δίκιο στην ετυμηγορία του

Λέω ότι είναι τετριμμένη αυτή η αλήθεια με την έννοια ότι ισχύει ταυτολογικά: σε μια εκλογική αναμέτρηση η βούληση του εκλογικού σώματος εκφράζεται κυρίαρχα με τους θεσμικά προβλεπόμενους τρόπους. Είναι τόσο αληθές αυτό όσο το ότι το μήκος μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από την ορθή μέτρησή της. Είναι επίσης αναγνωρισμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Φυσικά κι έχει πάντα δίκιο εκφράζοντας την ικανοποίηση ή την απαρέσκεια του για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που του προσφέρεται. Σημαίνει ότι ή έκφραση αυτή καταγράφεται ως έχει : δεν επιδέχεται «διόρθωση». Συχνά, όμως, παρεξηγείται το νόημα αυτής της αρχής με αποτέλεσμα να οδηγείται κανείς στην πλάνη. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την πλάνη αυτή ουσιοκρατική και συγχρόνως ολιστική και ανθρωπομορφική.

 

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

Εικόνα θεοποιημένου Λαού επί ηγεμονίας θεοποιημένου δικτάτορα

 

Η ρίζα της σύγχυσης

Η ουσιοκρατική πλάνη συνίσταται στην πίστη στην ύπαρξη κάποιας «ουσίας» που καθορίζει τις ιδιότητες ενός όντος. Δεν μπορεί παρά έχει αυτές τις ιδιότητες, διότι συνυφαίνονται με αυτή του την «ουσία». Μπορούμε να πούμε ότι «κάθε αντικείμενο Α έχει αναγκαία την ιδιότητα χ». Το χ είναι μέρος της «ουσίας» του Α. Αν, όμως εξ αρχής το Α ορίζεται ως έχον την ιδιότητα χ, τότε η διαπίστωση ότι κάθε Α έχει την ιδιότητα χ, είναι μεν ορθή, αλλά έχει μηδενικό πληροφοριακό περιεχόμενο. Δεν ανακαλύπτουμε μετά από έρευνα ότι το Α έχει την ιδιότητα χ, αλλά η ιδιότητα αυτή περιέχεται στον λεκτικό ορισμό του Α. Κάθε εργένης είναι ανύπαντρος: όχι διότι έγινε εμπειρική έρευνα σε ένα δείγμα 1000 εργένηδων και βρέθηκε ότι και οι 1000 ήταν ανύπαντροι, και στη συνέχεια σε 1000 παντρεμένους και δεν βρέθηκε ούτε ένας εργένης, αλλά διότι από την αρχή ορίσαμε τον εργένη ως τον ανύπαντρο άντρα.

Πολλές φορές η «ουσία» που επικαλείται ο ουσιοκράτης για να εξηγήσει κάτι έχει πάλι τον ορισμό του ως βάση, όμως λιγότερο φανερά από το παράδειγμα με τον εργένη.  Ο ουσιοκράτης, πολύ απλά, συγχέει τις ιδιότητες της γλώσσας με εκείνες του κόσμου, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Bertrand Russell , εφόσον αυτό που χρησιμεύει για να ορίσουμε αυτό στο οποίο αναφερόμαστε εκλαμβάνεται ως «γνώρισμα» που ορίζεται από τον ίδιο τον εμπειρικό κόσμο.

Αυτό συνδέεται με την πλάνη γνωστή ως “No true Scotsman fallacy” την οποία διατύπωσε ο  Antony Flew. Ένας Σκοτσέζος λέει υπερήφανα, διαβάζοντας για μια εγκληματική πράξη Άγγλου:   «Κανένας Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Την επόμενη μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ότι κάποιος συμπατριώτης του διέπραξε ακριβώς το ίδιο. Κανένα πρόβλημα για τη γενίκευση της προηγούμενης μέρας. Την επαναλαμβάνει ελαφρώς τροποποιημένη: «Κανένας γνήσιος Σκοτσέζος δεν θα διέπραττε αυτό το έγκλημα». Αν το διέπραξε, σημαίνει ότι δεν είναι γνήσιος Σκοτσέζος. Όμως, έχει συμπεριλάβει την ανικανότητα στο έγκλημα στον αρχικό ορισμό του Σκοτσέζου. Έχει εκ των προτέρων ανοσοποιηθεί κατά της διάψευσης η πρότασή του. Είναι, όμως, κενή πληροφοριακού περιεχομένου.

 

Η υποστασιοποίηση του «λαού»

Ας έρθουμε στην ιδέα ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο και να δούμε πώς η ουσιοκρατική πλάνη συνδέεται μαζί της. Το ότι ο λαός δεν σφάλλει στην ετυμηγορία του είναι, όπως είπα, ταυτολογικά ορθό. Καλείται να εκφράσει με ένα θεσμικά προβλεπόμενο τρόπο (εκλογές όπου ισχύει συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα) την προτίμησή του το εκλογικό σώμα, το οποίο συνίσταται από πολυάριθμα άτομα και που για λόγους συντομίας έκφρασης δίνουμε το όνομα «λαός».

Αυτός ο λαός, όπως τον ορίσαμε, εκφράζεται με τα θεσμικά μέτρα που προβλέπονται για αυτό. Η ετυμηγορία του είναι «ορθή» με την έννοια ότι εκλαμβάνεται για αυτό που είναι, όποια και αν είναι αυτή. Δεν σφάλλει, όπως και η πραγματικότητα δεν σφάλλει, όπως η φύση και τα γεγονότα δεν σφάλλουν. Εμείς, οι παρατηρητές και αναλυτές της φύσης και των γεγονότων μπορούμε να πέσουμε έξω στις εκτιμήσεις και τις κρίσεις μας. Η μη σφαλερότητα δεν είναι μέρος της «ουσίας» του λαού. Η μη σφαλερότητα που του αποδίδεται έχει την έννοια ότι ο σχολιαστής και ο ερευνητής δεν καλείται να κρίνει αν σωστά ή λανθασμένα εκφράστηκε ο λαός, αλλά να αναλύσει και να εξηγήσει την εκλογική συμπεριφορά, τις συνθήκες που υπαγόρευσαν ορισμένες συμπεριφορές, το σύστημα μέσω του οποίου οι επιλογές αυτές μεταφράζονται σε βουλευτικές έδρες κλπ.  

Φυσικά και σε μια τέτοια ανάλυση δεν τίθεται θέμα συλλογικής ευθύνης του εκλογικού σώματος για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Άλλωστε η ευθύνη είναι μια ηθική κατηγορία, και ως τέτοια ανήκει στην ατομική συνείδηση, όχι σε ομάδες, ή κατηγορίες σκέψης τις οποίες συμβατικά ονοματίζουμε, και  εντελώς εσφαλμένα τους αποδίδουμε οντολογική υπόσταση.

Όμως, αυτοί που αναπαυδήτως επαναλαμβάνουν το κλισέ περί της αλάνθαστης ετυμηγορίας του λαού – μη αντιλαμβανόμενοι τον κοινότοπο και ταυτολογικό χαρακτήρα της δήλωσής τους πηγαίνουν πιο πέρα. Λένε ότι η ετυμηγορία του λαού είναι σοφή, ότι ο λαός είναι σοφός. Η θεσμικά αναγνωρισμένη κυριαρχία του λαού –και επομένως η ετυμηγορία του – δεν τους αρκεί. Ο λαός είναι σοφός και κυρίαρχος συγχρόνως. Του αποδίδονται με τον τρόπο αυτό, ιδιότητες που μόνο στο Θεό αποδίδονται.

Με αφετηρία μια ταυτολογική αλήθεια – την οποία εκλαμβάνει ως σημαντική – προχωράει σε μια εξαγγελία η οποία είναι αυθαίρετη, πομφολυγώδης, και ολιστική. Μέσα από αυτήν ο λαός υποστασιοποιείται ανθρωπομορφικά. Αποδίδεται σ’ αυτόν μια συλλογική προσωπικότητα η οποία δρα, βούλεται, σκέπτεται, κρίνει και αποφασίζει πάνω στα πολιτικά πράγματα με απόλυτη αρμοδιότητα. Η τελευταία δεν του αποδίδεται απλώς συμβατικά, αλλά ουσιαστικά. Η κρίση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας δεν θεωρείται μόνο «τύποις» αλλά και «ουσία» αλάνθαστη. Έχει, υποτίθεται, ορθολογική εξήγηση, κάθε εκλογικό αποτέλεσμα ως σοφά μελετημένη κρίση που σχηματίζει ο νους αυτής της συλλογικής προσωπικότητας. Αυξάνει ή μειώνει κατά περίπτωση τη δύναμη ενός κόμματος, τόσο όσο πραγματικά πρέπει.  

Δηλαδή, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί του λαού ως συλλογικής προσωπικότητας, κάθε ψηφοφόρος εκφράζει υποκειμενικά την προτίμησή του, ψηφίζει σύμφωνα με το συμφέρον του, την κρίση του, τις αξίες του, το θυμικό του, αλλά δεν είναι παρά ένα «μόριο» ενός όλου το οποίο λειτουργεί με άλλες νομοτέλειες και που ακολουθεί τη δική του «λογική». Η τελευταία ταιριάζει στις ανάγκες και τη βούληση αυτής της συλλογικής προσωπικότητας.

Η όλη ιδέα είναι ολιστική και ανθρωπομορφική. Εκλαμβάνει τον λαό ως μια οντότητα, ως σύνολο που είναι ενιαίο παρά τις διαφοροποιήσεις των μερών μεταξύ τους. Παραθεωρεί το γεγονός ότι ο «λαός» δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνουμε σε ένα σύνολο που συμβατικά θεωρείται ενιαία ολότητα. Δεν είναι μια οντότητα που υφίσταται ανεξάρτητα από την σύμβαση να ονοματιστεί έτσι. Δεν υπάρχει κάποιος συλλογικός νους που σκέπτεται, βούλεται, αποφασίζει, εκφράζει προτιμήσεις, αποδοκιμασία, εύνοια ή απαρέσκεια. Συγκεκριμένα άτομα διαμορφώνουν σκέψεις και προβαίνουν σε αποφάσεις που τις εκφράζουν με τις ψήφους τους η συγκταρίθμηση των οποίων εκλαμβάνεται ως ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Συντομογραφικά χρησιμοποιείται η έκφραση «λαϊκή ετυμηγορία» στη θέση αυτής της περιγραφής.

Στην ίδια ανθρωπομορφική πλάνη περιπίπτουν και όσοι υποστηρίζουν ότι ο λαός «παραπλανήθηκε» στην ψήφο του, ή ότι  «φέρει ευθύνες» για αυτήν. Λειτουργεί η υπόρρητη παραδοχή ότι ο λαός έχει μια προσωπικότητα στην οποία μπορούν να αποδοθούν ευθύνες. Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο «λαός» δεν υφίσταται ως συλλογικό υποκείμενο. Είναι απλά ένα όνομα, μια νοητική κατασκευή που χρησιμεύει στην εξήγηση της λειτουργίας θεσμών. Με μια έννοια είναι το όνομα ενός θεσμού. Δεν φέρει ευθύνες, επειδή οι θεσμοί, οι αφηρημένες ιδέες ή τα σύνολα, δεν είναι φορείς ευθυνών. Ευθύνες έχουν άτομα. Και ο λαός είναι εξ ορισμού ανεύθυνος. Δεν «σφάλλει» : όχι διότι είναι πάνσοφος ή πανάρετος, αλλά διότι τα αποτελέσματα των επιλογών του, θετικά ή αρνητικά, τα απολαμβάνει ή τα υφίσταται ο ίδιος.

Μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι ως ιδεατό σύνολο δεν σφάλλει ο λαός. Ως άθροισμα συγκεκριμένων ατόμων ούτε σφάλλει, ούτε δικαιώνεται. Αλλά τα πολυάριθμα αυτά άτομα συχνά αντιλαμβάνονται, το καθένα ξεχωριστά- και συνήθως μετεκλογικά – αν διέπραξαν σφάλματα ή όχι.

Αν και επίσης συχνά δεν το αντιλαμβάνονται ή δεν το παραδέχονται.