Η βία και τα like

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Τα πρόσφατα κρούσματα βίας κατά πολιτικών δεν πρέπει να εκπλήσσουν κανέναν. Είναι το απολύτως φυσικό αποτέλεσμα ενός τεράστιου ελλείμματος λογοδοσίας που μέχρι πρότινος βόλευε εκλογείς και πολιτικούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τεράστια διάσταση ανάμεσα στα όσα ο νυν Πρωθυπουργός έλεγε προεκλογικά και στα όσα κάνει μετεκλογικά. Στην ευνοϊκότερη γι’ αυτόν ερμηνεία, θεώρησε το να πει ψέματα πως δήθεν «λεφτά υπάρχουν» ως το αναγκαίο κακό προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να εφαρμόσει το εθνοσωτήριο σχέδιό του.

Παρά τις διακηρύξεις του περί λογοδοσίας και ανοιχτής διακυβέρνησης, ο Πρωθυπουργός, όπως πολλοί πριν από αυτόν με πρώτο και καλύτερο τον πατέρα του, έκανε ακριβώς το αντίθετο: έκρινε τους πολίτες εκ των προτέρων ανίκανους να διαχειριστούν την πραγματικότητα και αποφάσισε να τους προστατεύσει από τους ίδιους τους εαυτούς τους.

Μ’ αυτό τον τρόπο, μπορεί να κέρδισε ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι αποφάσεις αυτής της πλειοψηφίας ανταποκρίνονται στη βούληση εκείνων που την εξέλεξαν. Κι έτσι το πρόβλημα λογοδοσίας γίνεται πρόβλημα αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης. Εξ ου και τα αντικοινοβουλευτικά συνθήματα της πλατείας, εξ ου και η βία κατά των πολιτικών συλλήβδην.

Σε ένα πράγμα συμφωνώ με τον Πρωθυπουργό. Θα ήταν ακόμα χειρότερα τα πράγματα – κι όμως είναι δυνατό! – αν τα όσα ακούγονται στο Σύνταγμα (κήρυξη του χρέος ως απεχθούς, επιστροφή στη δραχμή, λαϊκά δικαστήρια, οικονομική αυτάρκεια κτλ) θέτονταν προς εφαρμογή. Όμως την ευθύνη για την ποιότητα των απόψεων αυτών, πρώτα απ’ όλα την έχουν οι πολιτικοί εκείνοι που αντιμετωπίζοντας τους πολίτες ως ανώριμους έβαλαν μπρος μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Και εξηγούμαι. Η μακρά παράδοση του πολιτικού ψέματος εξοβέλισε κάθε δυνατότητα λογοδοσίας. Οι «ανώριμοι» πολίτες αντιλήφθηκαν νωρίς τους κανόνες του παιχνιδιού: οι περισσότεροι πολιτικοί τους έκρυβαν την αλήθεια – παρουσίαζαν την πραγματικότητα όπως τους βόλευε και υπερέβαλλαν στα όσα υπόσχονταν. Τα όποια πολιτικά επιχειρήματα θεωρούνταν εκ των προτέρων ρηχά και αφερέγγυα. Έτσι, δεν είχε νόημα η σύγκριση υποσχέσεων και αποτελεσμάτων. Ο πολιτικός κρινόταν από το αν γενικώς «τα πήγε καλά» και κυρίως από το αν εξυπηρέτησε προσωπικά και ομαδικά αιτήματα και συμφέροντα.

Αυτά τα δύο ήταν σ’ ένα βαθμό εφικτά σε περιόδους πιστωτικής επέκτασης, όπως αυτή που προηγήθηκε της κρίσης. Εμπιστοσύνη δεν υπήρχε, παρά μόνο κατ’ εξαίρεση και για λίγο, υπήρχε όμως ανοχή: «Μπορεί να ακούμε ψέματα, αλλά το πράμα λίγο-πολύ δουλεύει».

Όμως τα πράγμα σταμάτησε να δουλεύει. Και το τραγικό είναι πως δεν διαθέτουμε πλέον τα εργαλεία να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Η αναγκαία διαδικασία «εντοπίζω τα προβλήματα – θέτω στόχους – προτείνω τα μέσα για την επίτευξή τους – ασκώ κριτική» έχει εδώ και δεκαετίες υπονομευθεί. Τα ψέματα, οι υποσχεσιολογία και τα ευχολόγια μπόλιασαν σε βάθος τη δημόσια σφαίρα. Φτάσαμε στο σημείο να κατηγορείται ο  Αλογοσκούφης ότι με την απογραφή αποκάλυψε την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και όχι για το ότι δεν κατάφερε τελικά αυτή την κατάσταση να την αντιμετωπίσει. Φτάσαμε στο σημείο υπουργοί να δηλώνουν ευθαρσώς και επί μήνες ότι δεν τους εκφράζει η πολιτική που ακολουθούν. Φτάσαμε στο σημείο ο ένας στόχος του μνημονίου να χάνεται μετά τον άλλο, χωρίς κανείς να αισθάνεται την υποχρέωση να εξηγήσει το γιατί συμβαίνει αυτό.

Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι φυσικό τα συνθήματα του Συντάγματος να είναι αυτά που είναι. Με τη ρηχότητα, την ισοπέδωση και την πλήρη απουσία σύνδεσής τους με την πραγματικότητα, δεν διαφέρουν και πολύ ποιοτικά, για παράδειγμα, από τις ανεκδιήγητες ομιλίες του Πρωθυπουργού στο πλαίσιο της ιδιότητάς του ως Προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (θέλουμε έναν κόσμο ειρηνικό, χωρίς φτώχεια και αρρώστια…). Είναι και τα δύο μαγική σκέψη: και οι μεν και ο δε ζητούν την άμεση εγκαθίδρυση του παραδείσου επί γης. Θέτουν στόχους ή μάλλον οράματα, αλλά όχι τα μέσα που θα μας οδηγήσουν εκεί. Όμως το like  στην Ειρήνη, τη Δικαιοσύνη, την Εργασία, την Αξιοπρέπεια, σε όλες αυτές τις ωραίες λέξεις με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, από μόνο του δεν φτάνει, όπως δεν έφτανε ποτέ.

Κι όταν η μαγική σκέψη αποδεικνύεται ατελέσφορη, και δεν ξέρεις τι άλλο να δοκιμάσεις στη θέση της, τότε τα πράγματα σκουραίνουν επικίνδυνα.

Όσοι λοιπόν όψιμα εξεγείρονται εναντίον εκείνων που μουντζώνουν, βρίζουν, φτύνουν και πετούν πέτρες, ας αναλογιστούν τη δική τους ευθύνη για όλα αυτά. Και κυρίως, ας κάνουν ότι μπορούν μπας και επιτέλους, έστω και τώρα, αρχίσουμε να αποκτούμε έναν δημόσιο λόγο επιχειρημάτων: Περιγραφή της κατάστασης. Στοχοθεσία με ξεκάθαρη ιεράρχηση στόχων. Συγκεκριμένα μέτρα για την επίτευξή τους. Κριτική. Είναι ο μόνος τρόπος να διασωθεί ο κοινοβουλευτισμός. Δύσκολο ναι, αλλά η ορατή πια εναλλακτική είναι εφιαλτική για όλους.

Advertisements

One Comment on “Η βία και τα like”

  1. […] άρθρο του Γιώργου Αρχόντα μου δίνει έναυσμα για μια […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s