Σοσιαλισμός ή Φιλελευθερισμός;

Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Συνεχίζει η Ελλάδα να αποκαλείται η μοναδική χώρα υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη. Όσο και ανφαίνεται απίστευτο, ιδίως σε κατοίκους της Ανατολικής Ευρώπης, κυριαρχεί μια μη συστηματική ιδεολογία, μια νοοτροπία που συνδέεται με κάποιες θολές ιδέες περί σοσιαλισμού, είτε δημοκρατικού, είτε ολοκληρωτικού τύπου.

Η πλήρης χρεοκοπία αυτής της ιδέας δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητή. Άλλωστε και οι ίδιες οι κυβερνητικές παλινωδίες σήμερα συνδέονται με το γεγονός ότι η πλειονότητα των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να έχει κάποια χαλαρή και άναρθρη πίστη  σε κάτι που ονομάζουν σοσιαλισμό. Έστω κι αν δεν είναι απόλυτα βέβαιοι για το τι είναι και τι σημαίνει, πιστεύουν αόριστα, μαζί με ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, ότι ο σοσιαλισμός είναι «κάτι πολύ καλό», όπως ότι ο φιλελευθερισμός (ιδίως με το πρόθεμα «νεο») είναι κάτι «κάτι πολύ κακό», για λόγους ανεπιγνώστους.

 Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια μιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο αυτές πολιτικές προτάσεις, εξετάζοντας τις αντίστοιχες αρχές τους.

Δεν είναι αυτονόητο ότι σήμερα, εν έτει 2011, ο σοσιαλισμός έχει πεθάνει στη χώρα μας. Διότι στα μυαλά πολλών ανθρώπων, ζει και βασιλεύει. Ακόμα κι εκείνοι που πιστεύουν ότι οι «συνταγές» του σοσιαλισμού – δημόσιες επιχειρήσεις, επέκταση του δημόσιου τομέα για αύξηση επενδύσεων και εξασφάλιση κοινωνικού κράτους πρόνοιας – έχουν αποτύχει, δεν πιστεύουν ότι έχει χρεοκοπήσει η ιδέα του σοσιαλισμού. Υποστηρίζουν, μάλιστα, με στόμφο ότι ο σοσιαλισμός είναι μια πολύ καλή ιδέα, άσχετο με το γεγονός ότι απέτυχε στην πράξη. Ομολογώ ότι ουδέποτε κατόρθωσα να αντιληφθώ τη λογική ενός τέτοιου ισχυρισμού. Στην ηθική δεν στέκει με τίποτε, όπως έδειξε ο Kant[1] στο δοκίμιο του πάνω σ’ αυτό το θέμα.  Ούτε στην επιστήμη, βέβαια, ισχύει αυτή η πρόταση. Μια επιστημονική θεωρία έχει ορισμένες πρακτικές συνέπειες, οι οποίες είναι  εμπειρικά ελέγξιμες και συνηθέστατα τις ονομάζουμε «προβλέψεις». Αν μια πρόβλεψη βασισμένη σε μια θεωρία δεν πραγματοποιείται, τότε η θεωρία διαψεύδεται. Μάλιστα, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δοκιμάζεται η ισχύς μιας θεωρίας[2].

1. «Οριζόντιες» και «κάθετες σχέσεις»: η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική προοπτική

Γεγονός είναι ότι  η εμμονή, ή τουλάχιστον η διστακτικότητα ,που τόσοι επιδεικνύουν στην απόρριψη του σοσιαλισμού και ειδικότερα της θεωρίας του Marx, που αποτελεί και την σημαντικότερη θεωρητική του έκφραση, έγκειται στο ότι συνδέεται με μια ηθική στάση. Δεν είναι άδικο να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ο άνθρωπος μέσα από την εργασία του; Δεν αναγκάζεται ο εργάτης να πουλάει φτηνά την εργατική του δύναμη για να πλουτίζει παρασιτικά ο εργοδότης του; Δεν είναι η φιλελεύθερη θεωρία που δικαιολογεί αυτή την προφανή αδικία, και ακόμα περισσότερη η νεοφιλελεύθερη, η οποία είναι επιθετικότερη στις αιτιάσεις της; Ακόμα και ο πιο συντηρητικός αντίπαλος του μαρξισμού στη χώρα μας δεν μένει ασυγκίνητος μπρος σ’ αυτό το συνδυασμό λογικής και συναισθηματικής προσέγγισης. Ας  εξετάσουμε, όμως, αναλυτικά το περιεχόμενό της επιχειρηματολογίας αυτής για να την αξιολογήσουμε.

Η βασική θέση του μαρξιστή είναι ότι οποιοσδήποτε εργαζόμενος δεν έχει τίποτε δικό του εκτός από την εργατική του δύναμη, η οποία γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον κάτοχο κεφαλαίου[3]. Ο εργάτης, παρά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που παίζει στην παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου, περιθωριοποιείται και τελικά εξωθείται στη δυστυχία και την απελπισία. Ο Marx βλέπει τη σχέση του εργάτη με τον καπιταλιστή ως «κάθετη» : πάνω ο ένας, κάτω ο άλλος. Δεν μπορεί να αλλάξει αυτή η σχέση παρά μόνο με ανατροπή, επανάσταση. Στο σημείο αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Marx δεν παίρνει όσο θα έπρεπε σοβαρά την αρχική του θέση, ότι, δηλαδή, ο εργάτης δεν διαθέτει παρά μόνο την εργατική του δύναμη. Ας υποθέσουμε ότι αυτήν μπορεί να την διαπραγματευθεί προς όφελός του. Ότι μπορεί, αντί να είναι υποταγμένος «κάθετα» στο καπιταλιστικό σύστημα, να διαπραγματευθεί «οριζόντια».

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα σχήμα που ανάγεται σε παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, ενώ στη δεύτερη, είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος. Στο μαρξιστικό σχήμα, η υποδούλωση του μισθωτού στο κεφάλαιο είναι απόλυτη Γι αυτό και η απελευθέρωση που ευαγγελίζεται ο Marx παίρνει τη μορφή ανατροπής της σχέσης που καθυποτάσσει τον εργάτη στο κεφάλαιο. Στη φιλελεύθερη προοπτική, όπως είπαμε, το σχήμα είναι οριζόντιο. Ο εργαζόμενος ξεκινάει, όχι από μια κατάσταση απόλυτης εξάρτησης από τον καπιταλιστή, αλλά από το γεγονός ότι είναι κάτοχος της εργατικής του δύναμης: ο ίδιος ο Marx ξεκινάει από αυτό το κατώφλι. Αν, όμως, ο εργαζόμενος είναι ιδιοκτήτης του εαυτού του – και ως εκ τούτου και της εργατικής του δύναμης– τότε είναι κυρίαρχος ως προς την απόφαση που μπορεί να πάρει: επανάσταση-ανατροπή ή διαπραγμάτευση-ανταλλαγή;  Κάθετη ή οριζόντια διάδραση; Αν η δεύτερη συνδέεται με μια δελεαστική πρόταση για την εργατική δύναμη που πουλάει, δεν έχει λόγο να προτιμήσει την πρώτη, για τον απλό λόγο ότι το αμοιβαίο όφελος είναι προτιμότερο από τη σύγκρουση.  Θα του αντιταθεί, βέβαια, από τον υποστηρικτή του μαρξισμού ότι όσο δελεαστική και αν είναι η πρόταση που του γίνει, το «σύστημα» απαιτεί να αμειφθεί λιγότερο από την αξία που παράγει, εφόσον είναι παραγωγός υπεραξίας. Εφόσον, επομένως, εξ ορισμού, ο εργάτης είναι θύμα εκμετάλλευσης («εκμετάλλευση» και «παραγωγή υπεραξίας» όντας συνώνυμα), οφείλει να παλέψει ενάντια στο κεφάλαιο για να ανατρέψει τις σχέσεις παραγωγής που τον υποδουλώνουν σ’ αυτό.

Αυτή, σε διάφορες παραλλαγές, είναι η κλασική μαρξιστική επιχειρηματολογία. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται το κεντρικό σημείο της διαφωνίας ανάμεσα στο σοσιαλιστή και το φιλελεύθερο. Και το σημείο αυτό  βρίσκεται στο ηθικό πεδίο. Και αυτό διότι, ο φιλελεύθερος βλέπει να έχει ο μισθωτός μια επιλογή ανάμεσα στην «κάθετη» διάδραση που συνεπάγεται τη σύγκρουση και την «οριζόντια» που οδηγεί στη διαπραγμάτευση και ενδεχομένως στη συνεργασία. Θεωρεί, βέβαια, ο φιλελεύθερος, ότι η δεύτερη επιλογή είναι προτιμότερη για τον καθένα. Δεν παύει, όμως, από το να είναι επιλογή.

Ο μαρξιστής, από τη δική του μεριά, υποστηρίζει ότι η σύγκρουση με σκοπό την ανατροπή του συστήματος μισθωτής εργασίας στο οποίο υπάγεται, είναι αναγκαία. Δεν θεωρεί, όμως, ότι αποτελεί  επιλογή του μισθωτού.  Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο τελευταίος, ουσιαστικά δεν έχει καμία. Η παρουσίαση της δυνατότητας συνεργασίας με το κεφάλαιο ως μια δυνατή, και μάλιστα ελκυστική εναλλακτική πρόταση, είναι εξ ορισμού απατηλή. Το γεγονός ότι συχνά μπορεί να παρασυρθεί ο εργαζόμενος και ενταχθεί στο σύστημα, προτιμώντας τη συνεργασία με το κεφάλαιο από τη σύγκρουση μαζί του, δείχνει ότι δεν έχει επαρκώς ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση. Επομένως, δεν θα πρέπει να αφεθεί απροστάτευτος και ακαθοδήγητος να κάνει τις επιλογές του ανάμεσα στη σύγκρουση ή τη συνεργασία με το κεφάλαιο.

2. Η υποταγή της οικονομίας στην πολιτική

Εντελώς διαφορετική είναι η προσέγγιση του φιλελευθερισμού. Ο φιλελεύθερος βλέπει τον εργαζόμενο ως κυρίαρχο, έστω του μικρού ιδιόκτητου χώρου που αντιπροσωπεύει η προσωπικότητά του, θεωρώντας τον έλλογο άτομο και άξιο να κρίνει την τύχη του και το συμφέρον του. Ο σοσιαλιστής, ακόμα και ο μετριοπαθής παρατηρεί την κοινωνία sub specie auctoritatis, υπό το πρίσμα της εξουσίας που ασκεί ή επιδιώκει να αποκτήσει. Κατά συνέπεια η προσέγγισή του είναι πατερναλιστική: θεωρεί ότι αυτός ξέρει καλύτερα το καλό όλων μας. Δεν μπορεί, επομένως, να επιτρέψει την αυτοδιάθεση του εργαζόμενου σε θέματα που τον αφορούν, διότι τον θεωρεί ανυπεράσπιστο και αδύναμο μπρος τις επιβουλές του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρεί, μάλιστα, ότι και η ίδια η υπαγωγή του διλήμματος μεταξύ κάθετης και οριζόντιας διάδρασης είναι «εκ του πονηρού». Εφόσον έχουμε να κάνουμε με παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, η συναλλαγή είναι περιττή και μάλιστα βλαπτική στο συμφέρον του υπόδουλου. Ότι χάνει ο ένας, κερδίζει ο άλλος, και δεν υφίσταται δυνατότητα αμοιβαίου οφέλους από οποιαδήποτε συναλλαγή. Προβάλλει, επομένως, δογματικά την ιδέα ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις ανάγονται αναγκαστικά και αποκλειστικά σε σχέσεις κυριαρχίας-υποταγής και ότι επομένως πρέπει να ανατραπούν[4]. Αυτή η εμμονή (εν μέρει ρομαντική στο Marx) στην ανάγκη κάθετης σύγκρουσης με το κεφάλαιο και τα κατεστημένα συμφέροντα, ανεξαρτήτως κόστους, ήταν και παραμένει η κύρια ηθική αδυναμία του σοσιαλισμού έναντι του φιλελευθερισμού. Κι αυτό ισχύει πριν καν ξεκινήσει η συζήτηση πάνω στα άλλα αδύναμα σημεία του, όπως η συζήτηση πάνω στην αδυναμία υπολογισμού (το περίφημο calculation debate[5]) και το ακανθώδες πρόβλημα της ανάγκης εγκατάστασης μιας κατευθυνόμενης οικονομίας από τις «δεσπόζουσες κορυφές» που παρέχει η ηγεσία της πολιτείας[6].

Τόσο στη σοσιαλδημοκρατική, όσο και στην κομμουνιστική συνταγή, ο κεντρικός κρατικός έλεγχος είναι απαραίτητο συστατικό της στοιχείο. Επομένως, η υποταγή της οικονομίας στην πολιτική είναι conditio sine qua non  για την εφαρμογή της. Ο πολιτικός είναι ο εξουσιαστικός φορέας που είναι  επιφορτισμένος με τον καθορισμό, την ιεράρχηση και την πλήρωση των αναγκών ενός κοινωνικού συνόλου, και επομένως με την κατανομή των αγαθών και υπηρεσιών, είναι ίδιος με εκείνον που ελέγχει τα μέσα παραγωγής.

 Κατά τη σοσιαλιστική αντίληψη είναι αναγκαίο να ελέγχεται η οικονομία από την πολιτική. Ακόμα και αν τα μέσα παραγωγής δεν ανήκουν όλα στο κράτος, πρέπει  το τελευταίο , καθοδηγούμενο από την «ορθή» πολιτική ηγεσία, να ελέγχει τουλάχιστον τους βασικούς κλάδους της βαριάς βιομηχανίας. Στο σημείο αυτό ταυτίζεται η πολιτική του κομουνισμού με εκείνη της σοσιαλδημοκρατίας.

Προϋποτίθεται, μ’ άλλα λόγια, η παναρμοδιότητα της πολιτικής και η οιονεί παντογνωσία των πολιτικών που τοποθετούνται στις «δεσπόζουσες κορυφές». Αυτό είναι, άλλωστε και το νόημα της μαοϊκής αρχής σύμφωνα με την οποία πρέπει η πολιτική να έχει πάντα τον πρώτο λόγο [7], αλλά και εκείνων που εκφράζουν ακόμα και σήμερα την ανάγκη «επιστροφής του πολιτικού»: [8] όχι όμως με σκοπό την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής, αλλά εκείνης που εντάσσεται σε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Το πολιτικό αυτό πρόγραμμα, όμως, εμπνέεται από δύο ιδέες που έχουν διαψευσθεί. Η μία αφορά τη δυνατότητα παρέμβασης στην κοινωνία που έχουν οι φορείς πολιτικής βούλησης, πολιτικοί και  γραφειοκράτες που επιδιώκουν να σχεδιάσουν το μέλλον  «ορθολογικά». Η δεύτερη ιδέα αφορά το δικαίωμα της ατομικής  ιδιοκτησίας, η άσκηση του οποίου θα έπρεπε να περιορισθεί δραστικά και να ελεγχθεί από το παντοδύναμο κράτος.

3. Η «συνοπτική πλάνη»

Η πρώτη ιδέα συνδέεται με αυτό που ο Friedrich von Hayek ονομάζει «συνοπτική πλάνη» (synoptic fallacy),  που συνίσταται στην πεποίθηση ότι μπορεί να επιβληθεί μια οικονομική και κοινωνική τάξη εφόσον συγκεντρωθούν όλα τα σχετικά δεδομένα από μια κεντρική αρχή[9].  Οι αναλύσεις του F.A. Hayek[10], όπως και του δάσκαλού του Ludwig von Mises[11], έδειξαν από τις αρχές του 20ού αιώνα,  ότι η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού προϋποθέτει δυνατότητες πληροφόρησης που δεν μπορούν ποτέ να συγκεντρωθούν: όχι μόνο διότι η ποσότητα των πληροφοριών είναι τεράστια, αλλά διότι το είδος πληροφορίας που ζητείται δεν έχει νόημα παρά μόνο στο πλαίσιο της αγοράς, εφόσον η αξία – το κύριο αντικείμενο της οικονομικής πληροφορίας καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση.

Η αγορά είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής σε μια ασταθή και μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Όπως κάθε μηχανισμός προσαρμογής είναι ατελής, έχει όμως τη δυνατότητα διόρθωσης λαθών, ακριβώς διότι το γεγονός της άγνοιας – της προσαρμοστικής ατέλειας – είναι ενσωματωμένο στον τρόπο λειτουργίας του. Αυτό δεν συμβαίνει στα κολεκτιβιστικά συστήματα όπως ο σοσιαλισμός. Εκεί προϋποτίθεται κάποια μορφή παντογνωσίας ή τουλάχιστον παντοπτικής δυνατότητας επίβλεψης και ελέγχου. Οι «δεσπόζουσες κορυφές» της οικονομίας είναι γνωστικές και πολιτικές συγχρόνως. Ο έλεγχος πραγματοποιείται «κάθετα», από πάνω προς τα κάτω και είναι αναποτελεσματικός, ακριβώς διότι η ιεράρχηση των αναγκών γίνεται με κριτήρια αυθαίρετα, ενώ ο καθορισμός του κόστους είναι αδύνατος.

4. Η πάλη κατά της ατομικής ιδιοκτησίας

Η δεύτερη πλάνη  σχετίζεται με τη σοσιαλιστική θέση  αφορά την ατομική ιδιοκτησία, η οποία θεωρείται από την εποχή του Rousseau ως πηγή διαφθοράς και αλλοτρίωσης του ανθρώπου[12]. Γι αυτό και ενδείκνυται η ανακατανομή του πλούτου, ώστε να εξασφαλισθεί η κοινωνική δικαιοσύνη, να αποκατασταθεί η αρμονία και η τάξη στις κοινωνικές σχέσεις.

Τόσο η «συνοπτική πλάνη» όσο και η καταφορά κατά της ατομικής ιδιοκτησίας είναι αναπόσπαστα χαρακτηριστικά  της σοσιαλιστικής θεωρίας σε όλες της τις αποχρώσεις.  Η θεωρία αυτή, όμως, δεν συμβιβάζεται με την απαίτηση οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας που απαντάται σε όλο τον πλανήτη. Διαπρεπείς  οικονομολόγοι και ιστορικοί όπως ο Douglass North, o Robert P. Thomas, ο David Landes και ο Richard Pipes έδειξαν πώς συνδέεται η οικονομική ανάπτυξη με την ευρύτητα των συναλλαγών, οι οποίες προϋποθέτουν την κατοχύρωση των περιουσιακών δικαιωμάτων.[13]

Αυτό συμβαίνει διότι η λειτουργία της αγοράς προαπαιτεί την ατομική ιδιοκτησία. Ο Richard Pipes έδειξε ότι η ευρύτερη έννοια της ιδιοκτησίας δεν αφορά απλώς τα «περιουσιακά στοιχεία» του καθενός, αλλά την ίδια του την ιδιότητα και ατομικότητα, το suum, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο, συνυφασμένο με τον ηθικό χώρο της ατομικής προσωπικότητας. Η ετυμηγορία της ιστορίας είναι σαφής: εκεί όπου το θεσμικό πλαίσιο κατοχύρωσε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα υπήρξε πραγματική πρόοδος και οικονομική ανάπτυξη, όχι αλλού. Το άτομο αισθάνεται αυτοδύναμο απέναντι στην εξουσιαστική δύναμη του κράτους όταν οι νόμοι τον προστατεύουν έναντι των ισχυρών- και προστατεύουν κυρίως αυτά που ο ίδιος νόμιμα κατέχει. Η σημασία της ατομικής ιδιοκτησίας δεν είναι μόνο πρακτική, αλλά και θεωρητική. Ακριβώς, επειδή ως αυτόνομο υποκείμενο δράσης, το άτομο δεν είναι απλό μόριο μιας άμορφης μάζας, οι οριζόντιες διαδράσεις του προϋποθέτουν τη δυνατότητα συναλλαγής που έχει, επομένως την κυριότητα του sum του: της οντότητάς του, σε τελευταία ανάλυση, της ελευθερίας κίνησης και έκφρασης, της πρόσκτησης και ανταλλαγής αγαθών. Όταν η κοινωνία απαρτίζεται από τέτοια άτομα, που είναι αυτόνομα και αυτοδύναμα, πραγματοποιούν μεταξύ τους διαδράσεις στο επίπεδο της κοινωνίας πολιτών. Οι διαδράσεις αυτές είναι ελεύθερες, «οριζόντιες», αδιαμεσολάβητες και προς όλες τις κατευθύνσεις. Ενδυναμώνονται οι πολίτες –άτομα ως φορείς δράσης. Αντίθετα, υπό σοσιαλιστικό καθεστώς , μια τεράστια κρατική δύναμη ελέγχει «κάθετα» την κοινωνία, αστυνομεύοντας τις οικονομικές διαδράσεις μεταξύ ατόμων. Αντί, μέσα από την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας να ενδυναμώνεται ο πολίτης, ενδυναμώνεται  η εξουσία εις βάρος του.

Η δικαιολογία που συνήθως προβάλλεται για την ενδυνάμωση του κράτους υπό το σοσιαλισμό είναι  η ανάγκη αποδυνάμωσης των οικονομικά ισχυρών. Καταγγέλλεται ο αδίστακτος και θηριώδης «καπιταλιστής». Παραβλέπεται και αποσιωπάται, όμως, η πικρή αλήθεια ότι κυρίως ο κρατισμός είναι θηριώδης και οι φορείς του αδίστακτοί προαγωγοί του πιο ληστρικού καπιταλισμού: εκείνου που διαπλέκεται με το κράτος. Είναι κι αυτό συνέπεια του κρατισμού και της εξουσιαστικής ακράτειας που τον χαρακτηρίζει. Αυτό δεν είναι συνέπεια μιας τυχαία λανθασμένης επιλογής. Συνυφαίνεται με την όλη αντίληψη της σοσιαλιστικής ιδεολογίας όσον αφορά την ελευθερία και την ίδια υπόσταση του ανθρώπου, κι κατ’ ακολουθία και των ενεργειών του μέσα στην κοινωνία.  Η αναγωγή κάθε διάδρασης σε σχέση κυριαρχίας- υποταγής ανάγει όλες τις κοινωνικές σχέσεις σε παίγνια μηδενικού αθροίσματος. Αυτή η κοσμοθεωρία συνυφαίνεται με τις πολιτικές επιλογές του. Ειδικότερα συνοδεύει την τραγική ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η αντίληψη αυτή εκφράζεται με το φημισμένο σύνθημα του Λένιν: «Ποιος-ποιον» (κτο-κοβό), δηλαδή ποιος θα εξολοθρεύσει ποιον: ή εμείς θα επικρατήσουμε και θα εξαφανίσουμε τους αντιπάλους μας, ή θα συμβεί το αντίστροφο. Σ’ αυτό το σχήμα, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι πότε οριζόντιες, δηλαδή, συνεργατικές, ισότιμες, και πότε κάθετες, δηλαδή συγκρουσιακές, ανταγωνιστικές και εξουσιαστικές. Ολες ανάγονται στις τελευταίες και γι’ αυτό και η ζωή είναι ένας αγώνας, η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων και η βία επιστρατεύεται για να λύσει τα «μεγάλα ζητήματα ης Ιστορίας», όπως έγραφε ο Λένιν[14].

Υπό τις συνθήκες αυτές η ουτοπία της συνολικής ανατροπής εμπνέει αυτούς που εύκολα εντυπωσιάζονται από τις φαντασιώσεις αποκαλυπτικών οραμάτων ή εκείνους ­- και δεν είναι λίγοι -­ που έχουν μια υστερική ενασχόληση με την εξουσία, τη βία, την ηγεμονία ή την υποδούλωση. Καλείται επομένως ο δυναστευμένος να γίνει επαναστάτης, ανεξαρτήτως κόστους και προσδοκώμενου οφέλους.

Η φιλελεύθερη πρόκληση αμφισβητεί τη λογική αυτού του σχήματος. Αν πράγματι η κατάσταση του καθενός συνεχώς χειροτέρευε και δεν είχε διέξοδο, η επανάσταση με όλα τα τραυματικά της επακόλουθα θα ήταν η μόνη λύση: κάθετη αντίδραση στην κάθετη καθυπόταξη της εργασίας στο κεφάλαιο. Αν όμως ξεκινήσουμε από το ότι, έστω και υπό συνθήκες μεγάλης ένδειας, ο άνθρωπος είναι, αν μη τι άλλο, κυρίαρχος του εαυτού του, μπορεί να την αξιοποιήσει προς όφελός του. Αυτό αληθεύει κατά κύριο λόγο σε κράτη όπου ο πολίτης είναι ελεύθερος, δηλαδή κύριος του εαυτού του, της δύναμής του, των υπαρχόντων του και όπου τα δικαιώματα όλων ­ και όχι μόνο των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών ­ είναι σεβαστά και οι νόμοι εφαρμόζονται.

Ο σύγχρονος άνθρωπος αρνείται να αναγνωρίσει στο κράτος το δικαίωμα στην εξουσιαστική ακράτεια. Και γι αυτό απορρίπτει την ενδυνάμωση του κράτους, του «για το καλό του», που  είναι η επιδίωξη του σοσιαλισμού. Τουναντίον, απαιτεί τη θεσμική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και την ενδυνάμωση του πολίτη ως κατόχου ελευθερίας και ατομικής ιδιοκτησίας, αντιλαμβανόμενος ότι η ελευθερία και η ευημερία δεν συμβιβάζονται με τον κρατισμό και τον κολεκτιβισμό. Ο σοσιαλισμός αποτυγχάνει λόγω του μοιραίου εναγκαλισμού του με τον κρατισμό και την τοποθέτηση της πολιτικής υπεράνω της κοινωνίας και της οικονομίας. Παραμένουν, ασφαλώς, τα ανθρωπιστικά ιδανικά του. Αυτά, όμως, μπορούν να βρουν – και βρίσκουν – έκφραση έξω και πέρα τα σοσιαλιστικά ιδεολογήματα.


[1] Immanuel Kant (1793) “Über den Gemeinspruch: Das mag in der Theorie richtig sein, taugt aber nicht für die Praxis” [Πάνω στο κοινώς διαδεδομένο ρητό ‘αυτό είναι σωστό στη θεωρία, αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη’].

[2] Αυτό καταδεικνύει ο Karl Popper στο μείζον επιστημολογικό του Τhe Logic of Scientific Discovery (1934, 1959) London: Hutchinson σ. 59 κ.ε. Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει βασική διαφωνία με άλλους φιλοσόφους της επιστήμης, όπως ο Carl G. Hempel και  Wesley C. Salmon. Βλ.  Carl G. Hempel (1965) Aspects of Scientific Explanation.New York: Free Press σ. 366-376 και Wesley C. Salmon (1981) “Rational Prediction.” British Journal for the Philosophy of Science 32 σ. 115-125.

[3] Η ανάλυση της έννοιας της εργατικής δύναμης και της θέσης της στην παραγωγή αξίας βρίσκεται στο 5ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου του Marx (1867) Das Kapital.BandI. Fünftes Kapitel. Arbeitsprozeß und Verwertungsprozeß. Karl Marx – Friedrich Engels – Werke, Band 23, «Das Kapital», Bd. I, Dritter Abschnitt, S. 192 – 213 Dietz Verlag, Berlin/DDR 1968.

Βλ. http://www.mlwerke.de/me/me23/me23_192.htm.

[4] Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαπραγμάτευση δεν είναι μια από τις επιλογές στο επίπεδο τακτικής των σοσιαλιστών οποιασδήποτε τάσης.

[5] Friedrich A. Hayek (1935, 1948) Individualism and Economic Order.Chicago:University ofChicago Press. Κεφ. 6-9.

[6] Ο Λένιν είχε πει στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς το Νοέμβριο του 1922 ότι σκοπός του σοβιετικού καθεστώτος ήταν να τεθούν υπό έλεγχο οι «δεσπόζουσες κορυφές» της οικονομίας. Βλ. Λένιν Άπαντα ρωσ. έκδ. 1973 τ. 45 σ. 289. )    Τον ίδιο σκοπό δήλωνε στο πρόγραμμά του το Εργατικό Κόμμα το 1945 χρησιμοποιώντας την ίδια έκφραση: commanding heights of the economy. Tην αποτυχία της συνταγής αυτής, είτε στην «ήπια» της σοσιαλδημοκρατική μορφή, είτε στην «ισχυρή» της κομμουνιστική, κατέδειξαν στο πλύκροτο βιβλίο τους οι  Daniel Yergin και  Joseph Stanislaw. Βλ. Daniel Yergin & Joseph Stanislaw (1998, 2002) The Commanding Heights: The Battle for the World Economy. New York: Touchstone.

[7] Την αρχή αυτή είχε εξαγγείλει ο Μάο το 1958, εγκαινιάζοντας το «μεγάλο Πήδημα προς τα Εμπρος» και την επανέλαβε αρκετά συχνά και κατά την περίοδο της «Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης» 1966-68. Π.χ.: «Πρέπει να τοποθετείτε πάντα την πολιτική σε κυρίαρχη θέση, να πηγαίνετε στις μάζες και να γίνετε ένα μαζί τους και έτσι να πραγματοποιείστε καλύτερα  τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση». («Ανακοίνωση του Προέδρου Μάο Ζε Ντονγκ στο Έβδομο Συλλαλητήριο Ερυθροφρουρών», 10 Νοεμβρίου 1966)

[8] Βλ. Κ. Τσουκαλά « Έχει παγκόσμιο ρόλο η Ευρώπη;» ΤΟ ΒΗΜΑ 13-7-03.

[9] F.A. Hayek (1973) Law, Legislation and Liberty. Vol. I Rules and Order.London: Routledge & Kegan Paul p. 14-15.

[10] Βλ. κυρίως F.A. Hayek (193540) “Socialist Calculation I, II, & III” in F. Hayek (1980)  Individualism and Economic Order ο.π.  σ. 119, 208.

[11] Ludwig von Mises (1922, 1981) Die Gemeinwirtschaft: Untersuchungen über den Sozialismus (Jena: Gustav Fischer, 1922). Αγγλ. Μετάφρ. J. Kahane (1936), Socialism.London:JonathanCape, Repr. Indianapolis:Liberty Classics.

[12] Jean-Jacques Rousseau (1755) Discours sur l’origine et les fondements de l’inégalité parmi les hommes.http://fr.wikisource.org/wiki/Discours_sur_l%E2%80%99origine_et_les_fondements_de_l%E2%80%99in%C3%A9galit%C3%A9_parmi_les_hommes. http://fr.wikisource.org/wiki/Discours_sur_l%E2%80%99origine_et_les_fondements_de_l%E2%80%99in%C3%A9galit%C3%A9_parmi_les_hommes

[13] Douglass C. North & Robert Paul Thomas (1973)  The Rise of the Western World. Cambridge: Cambridge University Press.  David S. Landes (1998) The Wealth and Poverty of Nations. New York: W.W.Norton. Richard Pipes(2000) Property and Freedom.New York: Vintage Books.

[14] Β.Ι. Λένιν (1905). «Δύο τακτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση». Βλ. Στο Λένιν Άπαντα (ρωσ. Έκδ). 1973 ο.π. τομ. 11, σ. 18.

Advertisements

2 Σχόλια on “Σοσιαλισμός ή Φιλελευθερισμός;”

  1. Ο/Η lascapigliata λέει:

    Τώρα το πόση δυνατότητα έχει να διαπραγματευτεί ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας, μόνο η πιο ζωηρή φαντασία μπορεί να το συλλάβει.
    Αλήθεια ο συνδικαλισμός εντάσσεται στα εργαλεία διαπραγμάτευσης των εργατικών απολαβών, ή ακούγεται πολύ κομμουνιστικό;

  2. Ο/Η ΙσοτηταEquality λέει:

    Φιλελευθερος:
    ο φρονων οτι καθε ανθρωπος δικαιουται να απολαμβανει συγκεκριμενα (περιορισμενα αλλά σημαντικα) δικαιωματα και ελευθεριες, υπο τους εξης απαραβατους ορους: να ορκιζεται πιστη στο Θεο-Εμπορευμα και στο Αγιο Πνευμα-Χρημα, να αποδεχεται την ανισοτητα και την εμπορευματοποιηση των ανθρωπων, να υποτασσεται στην ολιγαρχια.

    Συχνα κανει εκκληση στο μαζοχισμο σου, εμφανιζοντας τον κομφορμισμο και τη μοιρολατρικη αποδοχη της εκμεταλλευσης ως ‘‘υπευθυνοτητα’’, ‘‘δημοκρατικο ηθος’’, ‘‘πολιτικο πολιτισμο’’. Αν γινεις ενοχλητικος για το καθεστως, θα σε ορισει ως ‘‘ακραιο’’, ‘‘μηδενιστη’’, ‘‘αναρχοφασιστα’’, ‘‘σταλινικο’’, ή εγκαθετο διεφθαρμενων κυκλωματων της ‘‘καθυστερησης’’.

    Οντας ιεροκηρυκας του Εμπορευματος, θα στιγματισει ως αμαρτωλο οποιον λειτουργει ‘‘αντιδημοκρατικα’’ και ‘‘ανορθολογικα’’, δηλαδη οποιον υπονομευει τη φεουδαρχια των εταιρειων και την εκμεταλλευτικη ‘‘νομιμοτητα’’. Σκιζει τα ρουχα του καταγγελοντας τη ‘‘βια’’, αλλα την εκμεταλλευση δεν τη θεωρει βια.

    ―Ευτυχης ο πνευματικος ανθρωπος που οι δημοκρατικες του αρχες και ευαισθησιες, η σωφροσυνη και η μετριοπαθεια του, καταληγουν παντα να ευνοουν το συμφερον των χορηγων του, την αγορα και τους ισχυρους.

    ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ – http://goo.gl/ecN3j

    http://isotita.wordpress.com


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s