Η κόλαση της βλακοκρατίας
Δημοσιεύθηκε: 20/06/2011 Filed under: Uncategorized ΣχολιάστεΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Τουλάχιστον από το 1511 κι έπειτα, όταν δημοσιεύθηκε το Μωρίας εγκώμιον του Εράσμου, πολυάριθμοι είναι οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το θέμα της ανθρώπινης βλακείας και τα επακόλουθά της. Σοβαρή, όμως, μελέτη επί του θέματος, και μάλιστα κοινωνιολογική, εκπόνησε μόνο ο Ευάγγελος Λεμπέσης το 1941: Περί της Τεραστίας Κοινωνικὴς Σημασίας τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ . Είχα ο ίδιος ασχοληθεί με το θέμα αυτό, το 2007, δηλαδή πριν γίνουν ορατά τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης. και τα αποτελέσματα της δημοσιονομικής μας ασωτίας Σήμερα μου φαίνεται σχεδόν υποτονικό, το άρθρο εκείνο, παρά το γεγονός ότι πολλοί φίλοι τότε θεώρησαν υπερβολικό να μιλώ για την ως αυτόνομη και αυθύπαρκτη δύναμη της βλακείας και όχι για τη βλακεία ως απλή απουσία φρόνησης.
Η αναφορά στη μαζική παρουσία της βλακείας, που ο Λεμπέσης ονομάζει βλακοκρατία, έγινε τότε με πρόθεση προειδοποίησης για την ενδεχομενικότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Σήμερα, το βάρος της επικάθεται επί των λίγων σκεπτομένων συμπατριωτών μας, μέσα σε μια πραγματική κόλαση βλακοκρατικής τυραννίας. Όταν λάβουμε υπόψη το σύνολο των θεωριών συνωμοσίας, των μύθων περί επαχθούς χρέους, περί απόρριψης ρωσικών και κινεζικών προτάσεων να ξεπληρώσουν το χρέος μας, περί υποταγής σε Νέα Κατοχή που επιβάλλει το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η επάρατη τρόικα, και το κυριότερο, την απήχηση αυτών των ανοησιών σε τόσους πολλούς, πέφτουμε σε βαθιά μελαγχολία .
Πολλές φορές οι αιτιάσεις αυτές εντάσσονται σε κείμενα με ιδιαίτερα αγωνιστικό παλμό, όπως το ακόλουθο. Ο επαιρόμενος για την ιδιαίτερη ευφυΐα του Έλληνας, διαδηλώνει άρνηση να ξεπληρώσει το δημόσιο χρέος – αλλά και άρνηση μείωσης του δημόσιου ελλείμματος, με το οποίο το συγχέει – και την προθυμία του να επιστρέψει στη δραχμή, μη αναλογιζόμενος καν τι κάνει και τι λέει. Και όλα αυτά με το ιδιόρρυθμο bravado impulsivo κάποιου χαρακτήρα ναπολιτάνικου λαϊκού θεάτρου.
Ένας είναι ο εχθρός: ο υπερρεαλισμός!
Δημοσιεύθηκε: 19/06/2011 Filed under: Uncategorized Σχολιάστε Οι δυσκολίες μιας παράταξης που είναι καταστατικά εναντιωμένη στην πολιτική που καλείται να εφαρμόσει ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ την έφεραν στο χείλος της αυτοκατάργησης στις 15 Ιουνίου. Στην ανάλυσή του ο Γιώργος Αρχόντας δείχνει, μεταξύ άλλων, τη βασική αυτή δυσαρμονία, η οποία δεν φαίνεται να θεραπεύεται με τον τελευταίο ανασχηματισμό. Η έκκληση για περισσότερη σοβαρότητα, συνεπάγεται, απαλλαγή από πολιτικές και κινήσεις που μόνο «σουρεαλιστικής» («υπερρεαλιστικής») έμπνευσης μπορούν να χαρακτηριστούν. Ας μην ξεχνάμε ότι η καλλιτεχνική κίνηση του υπερρεαλισμού στη ζωγραφική προσπάθησε με πρωταγωνιστή τον Salvador Dali να αναδείξει τη δύναμη του παραλόγου. Εκατό χρόνια νωρίτερα ο Francisco Goya προειδοποιούσε ότι ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα. Ο Γιώργος Αρχόντας δίνει εδώ ένα αντίστοιχο μήνυμα.Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ
Τα όσα πολιτικά και παραπολιτικά συνέβησαν την τελευταία εβδομάδα ξεπερνούν τα όρια της λογικής. Αν μη τι άλλο είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση, τόσο σε μας όσο και στους ξένους δανειστές μας, των τεράστιων εμποδίων που θα πρέπει όχι απλώς να ξεπεράσουμε, αλλά πρώτα απ’ όλα να σταματήσουμε να βάζουμε οι ίδιοι μπροστά μας, αν θέλουμε να επιβιώσουμε.
Το σίγουρο είναι πως η τελευταία πράξη του δράματος, ο βενιζέλειος ανασχηματισμός, δεν απαντά στους λόγους που οδήγησαν τους αγανακτισμένους στις πλατείες και από κει στις πέτρες και τα αυγά. Ξαναθυμίζω: η Κυβέρνηση εξελέγη για να κάνει άλλα, και κάνει περίπου τα αντίθετα. Η διάχυτη αυτή αίσθηση δυσαρμονίας, που τροφοδοτείται κυρίως από τους πολυάριθμους κοψοχέρηδες ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που κάποτε πείστηκαν πως «λεφτά υπάρχουν», δεν πρόκειται να ανατραπεί (μόνο) με τον ανασχηματισμό. Αρκεί μια ακόμα 15η Ιουνίου για να ξαναβρεθούμε εκεί πού ήμασταν πέντε μέρες πριν. Πράγμα εξαιρετικά πιθανό…
Τι μπορεί να γίνει λοιπόν για να γλιτώσουμε την τόσο πλέον ορατή εφόρμηση στο Κοινοβούλιο και τις συνέπειές της; Τρία πράγματα, όχι εξίσου πιθανά και αποτελεσματικά.
Πρώτον, εκλογές. Μια νέα κυβέρνηση, μονοκομματική ή συνεργασίας, που θα έχει εκλεγεί από τους πολίτες στη βάση της πραγματικότητας και ενός ρεαλιστικού προγράμματος, θα έχει βεβαίως να αντιμετωπίσει τις διαμαρτυρίες των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων που θα θίγονται από το εκάστοτε μέτρο, όχι όμως και μια γενική αμφισβήτηση του κοινοβουλευτισμού. Ίσως είναι και η πιο ξεκάθαρη λύση.
Δεύτερον, κυβέρνηση συνεργασίας. Σίγουρα το ενδεχόμενο αυτό, μετά και το ναυάγιο των τηλεφωνικών διαπραγματεύσεων Παπανδρέου – Σαμαρά, απομακρύνθηκε από το προσκήνιο. Όμως τίποτε δεν είναι απίθανο. Βεβαίως ούτε μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα είχε την εκλογική νομιμοποίηση να εφαρμόσει δύσκολα μέτρα. Ενδεχομένως μάλιστα, να η λαϊκή αγανάκτηση να γινόταν ακόμα μεγαλύτερη και πιο βίαιη, αν αυτή η Κυβέρνηση δεν κατάφερνε πολλά και ουσιαστικά. Όμως από την άλλη, ίσως, υπό προϋποθέσεις, να μετρίαζε κάπως το αντικοινοβουλευτικό μένος.
Τρίτον, στροφή στη σοβαρότητα. Ήδη, παρά το εγχώριο μπάχαλο, θεωρείται βέβαιη η εκταμίευση της πέμπτης δόσης. Ακόμα σημαντικότερο είναι πως τις τελευταίες μέρες έχει αρχίσει μια συζήτηση περί της αναγκαιότητας «να δοθεί στους Έλληνες προοπτική και ελπίδα». Το κλίμα στην Ευρώπη και εκτός αυτής, φαίνεται πως προετοιμάζει υπερβάσεις των μέχρι σήμερα απαράβατων κανόνων προκειμένου να διασφαλιστεί η διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους. Η δυνατότητα άντλησης κοινοτικών κεφαλαίων χωρίς εθνική συμμετοχή θα μπορούσε να είναι η αρχή ευρύτερων ευρωπαϊκών δράσεων για την αναπτυξιακή ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας πιο πολιτικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα δείξει.
Ακόμα όμως κι αν όλα αυτά και πολλά περισσότερα συμβούν, ακόμα κι αν το επικοινωνιακό επιτελείο της Κυβέρνησης λειτουργήσει άψογα, πάλι κάτι χρειάζεται παραπάνω.
Κι αυτό γιατί η δυσαρμονία ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις και στις μετεκλογικές πολιτικές της Κυβέρνησης δεν είναι ο μόνος λόγος που οδήγησε στην κρίση της πλατείας. Ναι, ειπώθηκαν χοντρά ψέματα. Ναι, τα μέτρα έπληξαν σοβαρά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Όμως ακόμα χειρότερο είναι το ότι τα μέτρα αυτά θεωρούνται από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αφενός άδικα και αφετέρου αναποτελεσματικά.
Ως προς το δεύτερο, την αναποτελεσματικότητα της ακολουθούμενης πολιτικής, η Κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν ώθηση στην οικονομία – πχ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Δεν το έκανε. Σ’ αυτό το σημείο που βρισκόμαστε, η αποτελεσματικότητα του Μνημονίου ΙΙ εξαρτάται πρωτίστως από τους όρους που θα θέσουν οι δανειστές μας, με τους δικούς τους σκοπούς κατά νου, και δευτερευόντως από τη δική μας περιορισμένη διαπραγματευτική ικανότητα. Η εφαρμογή έπεται.
Ως προς το πρώτο όμως, το αίσθημα δικαίου στην κατανομή των βαρών, η ευθύνη είναι αποκλειστικά της Κυβέρνησης. Κι εδώ χρειάζεται επιτέλους σοβαρότητα. Ο υπερρεαλισμός πρέπει να σταματήσει, ήτοι:
- Η στάση «εφαρμόζω μέτρα που δεν πιστεύω» ή «λέω έξω ότι κάνω κάτι (π.χ. ξανά άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων) και μέσα δεν το κάνω» που εκφραζόταν μέχρι σήμερα όχι μόνο από την κ. Κατσέλη, αλλά κι από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό
- Η προστασία των οργανωμένων προσοδοθηρικών ομάδων τύπου ΓΕΝΟΠ-Φωτόπουλος εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και κυρίως των πραγματικά ασθενέστερων ομάδων.
- Οι αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις ότι «δεν θα ληφθούν νέα μέτρα» που ποτέ δεν τηρήθηκαν.
- Οι συσκέψεις, διασκέψεις, συναντήσεις πολιτικών αρχηγών, brain storming, τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις, χωρίς ατζέντα και σκοπό.
- Τα «πιστόλια στο τραπέζι» και οι εν γένει ψευτολεονταρισμοί.
- Και πάνω απ’ όλα, πρέπει να σταματήσει η πλήρης απουσία λογοδοσίας. Η Κυβέρνηση (και σε δεύτερο βαθμό το πολιτικό σύστημα εν γένει) οφείλει να δώσει ξεκάθαρες και λογικές απαντήσεις που θα θέσουν επιτέλους ένα πλαίσιο πραγματικότητας στο δημόσιο διάλογο:
- Γιατί επελέγησαν νέοι φόροι και εισφορές έναντι της περικοπής των δημόσιων δαπανών;
- Γιατί κόβονται συντάξεις την ώρα που συνεχίζει να λειτουργεί ο ΕΟΜΜΕΧ και τα δεκάδες κανάλια της ΕΡΤ;
- Γιατί πλήττονται οι συνεπείς της μεσαίας τάξης την ώρα που η φοροδιαφυγή συνεχίζεται ανεμπόδιστη;
- Γιατί επιλέγουμε την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και την ΕΕ έναντι των άλλων καταστροφικών ενδεχομένων;
- Γιατί οι προτεινόμενες δεξιά και αριστερά μπαρούφες είναι ανεδαφικές και επικίνδυνες;
- Γιατί επί 30 χρόνια η δημιουργία ελλειμμάτων και η διόγκωση του χρέους, που διοχετευόταν στην κατανάλωση και κατέστρεψε την παραγωγική βάση της εθνικής οικονομίας, κατέστη ουσιαστικά μονόδρομος πολιτικής επιβίωσης για όποια κυβέρνηση βρισκόταν στην εξουσία; Τι κάνουμε για το έλλειμμα;
Περιγραφή της πραγματικότητας – εξήγηση του γιατί φτάσαμε ως εδώ – εξήγηση του πώς μπορούμε να γλιτώσουμε τα χειρότερα – δικαιολόγηση των όποιων μέτρων μέσα από το πρίσμα της δικαιοσύνης και της αποτελεσματικότητας. Η Κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα εν γένει οφείλουν να σκοτώσουν το τέρας που γέννησε και γιγάντωσε ο ύπνος της λογικής πρώτα απ’ όλα εντός τους. Δύσκολο για μια κυβέρνηση που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην Κοινοβουλευτική της Ομάδα. Όμως, διαφορετικά, το ρέμα του υπερρεαλισμού που διαρκώς φουσκώνει θα μας πάρει και θα μας σηκώσει όλους.
Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε;
Δημοσιεύθηκε: 14/06/2011 Filed under: Uncategorized ΣχολιάστεΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου ανακοίνωσε πριν ένα χρόνο ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ Ή ΒΟΥΛΙΑΖΟΥΜΕ. Επιτυχημένο σύνθημα, αλλά είναι φανερό ότι δεν συνοδεύθηκε από ανάλογα έργα. Οι λόγοι είναι γνωστοί και η σούμα είναι ότι κανένας δε θέλει να δεχθεί τίποτα και όλοι απαιτούν, καταδικάζουν και συγχέουν τα πάντα. Κάπως έτσι, μείον το οικονομικό χάλι, ήταν και η Γαλλία το 1958. Ο Ντε Γκολ πήγε στο Αλγέρι στις 4 Ιουνίου του 1958. βρήκε μια κατάσταση χαώδη, εκρηκτική. Οι στασιαστές αξιωματικοί του στρατού ήταν έτοιμοι να πάρουν την εξουσία, ακόμα και στη Γαλλία, όπου η 4η Δημοκρατία έπνεε τα λοίσθια. Ενθαρρυντικός ο Ντε Γκολ, όταν απευθύνθηκε στα παραληρούντα πλήθη τους είπε αυτό που ήθελαν: «Σας κατάλαβα».
«Je vous ai compris! Je sais ce qui s’est passé ici. Je vois ce que vous avez voulu faire.» Για να προσθέσει ότι εφόσον θέλουν την ανανέωση – βάλτε εκεί ότι θέλετε –έδινε ο ίδιος το παρών! Και το δέχθηκαν. Και ανανέωσε τους θεσμούς στη Γαλλία. Και τους πήγε πατερναλιστικά έως την ανεξαρτησία της Αλγερίας, θέλοντας και μη.
Μια χώρα δεν χρειάζεται αναγκαστικά μεγαλειώδεις προσωπικότητες. Σίγουρα, όμως, όταν μπρος σε μια πολλαπλώς επικίνδυνη κατάσταση βασιλεύει το χάος, η ανευθυνότητα, η παραπληροφόρηση, οι ιδεολογικές αγκυλώσεις και πάνω από όλα η βλακεία, κάποιος πρέπει να μπορέσει να δώσει μια άλλη κατεύθυνση στη διαγραφόμενη ροπή. Μπορεί να μην αυτοκτονούν οι λαοί, όπως λέει ο Κώστας Μητσοτάκης. Αλλά μπορούν να πληρώσουν πάρα πολύ ακριβά το γεγονός ότι επαναπαύθηκαν στην πεποίθηση ότι κάποιοι μπορούν να τους σώσουν ως δια μαγέιας.
Να μην ξοδεύουμε παρπάνω απ’ όσα βγάζουμε!
Δημοσιεύθηκε: 12/06/2011 Filed under: Uncategorized Σχολιάστε Εκείνο που απασχολεί τον καθένα μας είναι το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Αυτό είναι το νέο «μεγάλο εθνικό θέμα. Το πρόβλημα είναι πολύπτυχο και σύνθετο και ίσως να είναι αδύνατον να το αντιληφθεί κανείς συνολικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ορισμένες απλές διαπιστώσεις που μπορούμε να κάνουμε και ορισμένα μέτρα που μπορούμε να λάβουμε άμεσα, εφόσον μπορεί να υπάρξει εθνική συμφωνία. Ορισμένες φορές τέτοια εθνική συμφωνία μπορεί και να πρέπει να είναι πάνω σε απλά και ταπεινά πράγματα, όπως αυτό που προτείνει ο Γιώργος Αρχόντας: «Να μην ξοδεύουμε περισσότερα απ’ όσα βγάζουμε!» Δεν έχει τίποτε το μεγαλεπήβολο μια τέτοια πρόταση, ούτε προκύπτει από περίτεχνη και παρά προσδοκίαν επιχειρηματολογία στην οποία διάφοροι και περί πολλά τυρβάζοντες επιδίδονται στα μέσα ενημέρωσης. Το εφικτό μιας πρότασης είναι συνάρτηση της απλότητάς της.Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ
Πρόταση συναίνεσης αρ. 1: Να μην ξοδεύουμε περισσότερα απ’ όσα βγάζουμε!
Καθένας φαίνεται πως έχει κι από μία πρόταση για το πώς θα βγει η χώρα από την κρίση. Άλλες από αυτές είναι σοβαρές, άλλες μισοσόβαρες και άλλες τελείως ανεδαφικές και επικίνδυνες. Και όπως είναι λογικό, η διαμάχη έχει χτυπήσει κόκκινο σε πλατείες και παράθυρα, σε οθόνες και σελίδες, σε έδρες κι έδρανα.
Ανεξάρτητα όμως από το περιεχόμενο των προτάσεων, υπάρχει μια κοινή βάση που δυστυχώς δεν λαμβάνεται πάντα υπόψη: η πραγματικότητα του χρέους και – κυρίως – του ελλείμματος.
Ακόμα και με την ευνοϊκότερη ρύθμιση για το χρέος η ελληνική οικονομία θα συνεχίζει να χρειάζεται κάθε χρόνο πάνω από 10% περισσότερα χρήματα απ’ όσα μπορεί μόνη της να βρει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν αύριο ξυπνούσαμε στη χώρα του παραμυθιού και πετυχαίναμε να απαλλαγούμε από το σύνολο του χρέους με τρόπο που δεν θα επέφερε καμία άλλη αρνητική συνέπεια – όπως για παράδειγμα ευαγγελίζονται οι υποστηρικτές της πλήρους στάσης πληρωμών – σε ελάχιστα χρόνια θα ξαναβρισκόμασταν εκεί που είμαστε σήμερα: υπερχρεωμένοι και στην ανάγκη των άλλων.
Ανεξαρτήτως, λοιπόν, των όποιων διαφορετικών προσεγγίσεων, οφείλουμε να συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα: ότι θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να πετύχουμε μια ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά που βγάζουμε και σ’ αυτά που ξοδεύουμε. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση των πραγματικών μας δυνατοτήτων, να συζητούμε κάθε φορά το τι θέλουμε να κάνουμε.
Αυτή η νέα δημοσιονομική ισορροπία είναι το κρίσιμο ζητούμενο σήμερα. Είναι ζητούμενο κατ’ εξοχήν πολιτικό γιατί έχει να κάνει με το τι ιεραρχούμε ως σημαντικότερο, τι θεωρούμε εφικτό και τι επιθυμητό. Κανονικά θα έπρεπε πάντα να μας απασχολεί ως το κεντρικό διακύβευμα της πολιτικής. Όμως – τι να κάνουμε; – ο εθισμός στα δανεικά γέννησε και γιγάντωσε την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι δυνατά αρκεί να υπάρχει η «πολιτική βούληση».
Πριν και πάνω λοιπόν από τις όποιες υψιπετείς προτάσεις στρατηγικής, ας ξεκινήσει και μια «μπακάλικη» συζήτηση για το πώς θα αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα: τι κόβουμε και από πού, τι κρατάμε και γιατί, πώς ενισχύουμε τα έσοδα, την παραγωγή, την απασχόληση, την οικονομία. Διαφορετικά, η ελπίδα μας ότι τα όποια μέτρα θα είναι δίκαια και αποτελεσματικά, θα έγκειται στην κρίση του ΚΤΕ Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ…
Και βεβαίως, πέρα από την μπακαλική, είναι κρίσιμο να ξεκινήσει και η θεσμική συζήτηση για τους τρόπους που θα αφαιρέσουν από τους φορείς της πολιτικής εξουσίας την ευχέρεια να σωρεύουν ελλείμματα και χρέος. Το συνταγματικό φρένο στο έλλειμμα είναι μια προφανής λύση, αλλά σίγουρα δεν είναι η μόνη. Σε κάθε περίπτωση τα κιμπαριλίκια με δανεικά πρέπει να σταματήσουν.
Και κάτι τελευταίο: Το νοικοκύρεμα εσόδων-εξόδων είναι προϋπόθεση για τις περαιτέρω διαπραγματεύσεις, τους ελιγμούς και τα στρατηγήματα. Εδώ που φτάσαμε, η διαχείριση του χρέους της χώρας είναι κυρίως πολιτικό, παρά οικονομικό πρόβλημα. Εξαρτάται για παράδειγμα από το τι θέλουν οι εταίροι μας, και ιδίως οι ισχυροί, να κάνουν με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Σε μια τέτοια πολιτική διαπραγμάτευση λοιπόν, ό,τι κι αν ζητήσουμε, είναι αναγκαίο να μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι παράλληλα είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κι εμείς ό,τι χρειάζεται όχι μόνο για να σωθούμε, αλλά και για να συμμετάσχουμε ισότιμα στην επόμενη μέρα.
Περί λαϊκής κυριαρχίας και λαϊκισμού
Δημοσιεύθηκε: 10/06/2011 Filed under: Uncategorized ΣχολιάστεΠολύς λόγος γίνεται πρόσφατα από επώνυμους και μη, περί «κυρίαρχου λαού». Τι ακριβώς εννοούν μ’ αυτό; Είναι μέρος του πομφολυγώδους πολιτικού λόγου, που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με το λαϊκισμό; Έχει τη θέση του στη σύγχρονη αντίληψη της δημοκρατίας, που είναι συνυφασμένη με τον πολιτισμό της ανοιχτής κοινωνίας; Ή , είναι μια ανθρωπομορφική –και ως εκ τούτου, πλανερή – προβολή της του συνόλου των πολιτών με ενιαία συλλογική προσωπικότητα. Σ ‘ αυτό το άρθρο ο Δημήτρης Δημητράκος δίνει ορισμένες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα.
Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Αποτελεί κοινότατη πλάνη η ιδέα σύμφωνα με την οποία βάση της δημοκρατίας είναι το Σύνταγμα. Βάση της δημοκρατίας είναι η διάθεση όλων των μελών μιας κοινωνίας να σεβαστούν το Σύνταγμα, το οποίο, όπως ο καθένας ξέρει, είναι το σύνολο των καταστατικών κανόνων και βασικών πολιτικών αρχών του κράτους. Το Σύνταγμα κωδικοποιεί την κοινωνική νομιμότητα ενός πολιτικού καθεστώτος: αν δεν υπάρχει γενική συναίνεση για την εφαρμογή αυτών των κανόνων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το Σύνταγμα. Πρέπει η κοινωνία πολιτών να το αποδεχθεί και να το στηρίξει. Αν θέλουμε να το δούμε από την ευρύτερη κοινωνική σκοπιά, αυτό σημαίνει ότι το Σύνταγμα είναι το ανώτατο Συμβόλαιο ανάμεσα στην πολιτεία και την κοινωνία ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία και την κοινωνία πολιτών.
Ο όρος «κοινωνία πολιτών» σημαίνει το στρώμα των οργανωμένων κοινωνικών ομάδων που αποτελούν αντιστήριγμα στο κράτος[1]. Είναι ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη και συγχρόνως σφαίρα εκούσιας συμμετοχής του σ’ ένα πολιτικό και πολιτιστικό σύνολο. Το αντιστήριγμα αυτό, που αποτελεί η κοινωνία πολιτών ως προς το κράτος, παίζει ένα διπλό ρόλο ανταγωνιστικό και συγχρόνως συμπληρωματικό ως προς το κράτος. Από τη μια μεριά ο πολίτης στηρίζεται από την κοινωνία πολιτών ως φορέας δικαιωμάτων έναντι του κράτους. Από την άλλη μεριά, η κοινωνία πολιτών λειτουργεί επικουρικά ως προς το κράτος, εφόσον το τελευταίο εδράζεται στη συναίνεση, η οποία διαμορφώνεται μέσα από την κοινωνία πολιτών.
Με την έννοια αυτή, η ανάπτυξη της κοινωνίας πολιτών αποτελεί μέτρο πολιτιστικής ανάπτυξης και δημοκρατικής επιδεκτικότητας ενός κοινωνικού συνόλου: όσο πιο ανεπτυγμένη είναι η κοινωνία πολιτών τόσο πιο άρτια λειτουργεί το δημοκρατικό πολίτευμα. Αυτό συμβαίνει διότι η συχνά μη ισόρροπη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας πολιτών οφείλεται στην υπερτροφία του πρώτου εις βάρος της δεύτερης και όχι στο αντίθετο. Επιπλέον η ανάπτυξη μιας χώρας προϋποθέτει πάνω απ’ όλα την ανάπτυξη της κοινωνίας πολιτών. Κυρίως αυτό ισχύει για την πολιτική ανάπτυξη μιας χώρας: αν δεν υπάρχει ισορροπημένη σχέση μεταξύ κοινωνίας πολιτών και πολιτικής κοινωνίας (ή κράτους), δεν μπορεί να υπάρξει ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη αλλά ούτε και δημοκρατία. Και αυτό συμβαίνει διότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν έχει κοινωνικό αντίκρισμα.
Το Σύνταγμα, και η τήρησή του, επομένως, βασίζεται όχι στον εαυτό του ή σε άλλους θεσμούς, αλλά στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που σε τελευταία ανάλυση εμπίπτει και αυτός στο πεδίο αρμοδιότητας της κοινωνίας πολιτών. Και αυτό διότι πατριωτισμός δεν είναι μόνο η διάθεση να πολεμήσει κανείς τους εχθρούς του έθνους, αλλά και εθισμός στην τήρηση των κανόνων, για να μπορέσουν αυτοί να λειτουργήσουν. Και ο εθισμός αυτός δεν θεσμοθετείται. Είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής και παιδευτικής διαδικασίας η οποία αντανακλάται στην κοινωνία πολιτών[2].
Η ισχνότητα της κοινωνίας πολιτών σε μια χώρα δίνει λαβή σε μια συχνά απαντώμενες μορφές αυταρχισμού, όπου το κράτος γίνεται πανίσχυρο με το αιτιολογικό ότι η εξουσία του πηγάζει από τον λαό και ασκείται από αυτόν. Αυτή η αντίληψη της δημοκρατίας συνδέεται με τον λαϊκισμό με την ευρύτερη έννοια, όπως θα φανεί σ’ αυτό που ακολουθεί.
Ο λαϊκισμός, στην τρέχουσα πολιτική και δημοσιογραφική χρήση του όρου, συνδέεται με κάθε μορφή δημαγωγίας και κολακείας του λαϊκού στοιχείου. Αυτό πραγματοποιείται παράλληλα με την παράκαμψη των θεσμών: «Οχι θεσμοί, μονάχα λαός», όπως είχε πει επιγραμματικά ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1989. Η αντίληψη αυτή είναι συνυφασμένη με την πολιτική παράδοση του λαϊκισμού (ποπουλισμού) έτσι όπως εκδηλώθηκε τον 19ο και τον 20ό αιώνα, κυρίως σε περιοχές με μεγάλο αγροτικό πληθυσμό Ρωσία, Ανατολική Ευρώπη, Λατινική Αμερική, μεταξύ άλλων. Ο λαϊκισμός είναι κίνημα που εκθειάζει τον λαό και ό,τι πηγάζει από αυτόν, θεωρώντας τον μοναδική πηγή νομιμότητας. Βασίζεται σε μια «φυλετική» αντίληψη της πολιτικής σύμφωνα με την οποία δεν έχουν σημασία οι κανόνες ή οι αρχές αλλά ο λαός, η βούλησή του και κατ’ επέκτασιν η παράταξη ή η κυβέρνηση, που του αποδίδονται ως κατ’ εξοχήν «δικές του».
Ο λαϊκισμός συνδέεται και με μια άλλη έννοια που είναι αποδεκτή από πολλούς δημοκράτες, και αυτή είναι μια ορισμένη ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας η οποία θεοποιεί τον λαό: ο λαός είναι κυρίαρχος, ο λαός είναι παντοδύναμος και αλάνθαστος. Βέβαια, στη δημοκρατική θεωρία ο λαός είναι κυρίαρχος υπό την έννοια ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από αυτόν. Αυτό, όμως, σημαίνει μάλλον ότι οι εκάστοτε άρχοντες έχουν υποχρέωση λογοδοσίας σ’ αυτούς που τους εκλέγουν. Ο λαός, όπως ονομάζουμε αυτό το σύνολο, δεν είναι μια συγκεκριμένη ολότητα, με ενιαία προσωπικότητα και βούληση. Στις απώτερες λογικές της συνέπειες μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στον ολοκληρωτισμό[3]. Ως σύνολο των πολιτών, ας μην παραβλέπουμε ότι αποτελείται από διακριτά και συγκεκριμένα άτομα. Το εκλογικό σώμα, ως σύνολο με ενιαία συλλογική προσωπικότητα, αντίθετα, είναι μια αφαίρεση, μια νοητική κατασκευή. Αναμφίβολα, δεν είναι αυθαίρετη αυτή η κατασκευή. Δεν παύει όμως να έχει συμβατικό χαρακτήρα. Υφίσταται ως ολότητα μόνον από τη στιγμή που εμείς την ορίζουμε και την αποδεχόμαστε ως τέτοια, ταυτίζοντάς την με τον «λαό».
Η ολότητα αυτή ταυτίζεται με το εκλογικό σώμα, το σύνολο των ψηφοφόρων, που αποτελεί την πολιτικά συντεταγμένη έκφραση της κοινωνίας. Αυτή είναι η δημοκρατική αντίληψη για τον λαό. Δεν έχει καμιά σχέση με τη ρομαντική ιδέα που καλλιεργήθηκε για τον λαό, που τον ταυτίζει με την «ενάρετη φτωχολογιά» ή τη «ρωμαλέα εργατιά». Μια τέτοια εικόνα δεν χρησιμεύει στην πολιτική ανάλυση ούτε προσθέτει ένα δράμι αρετής ή ρώμης σ’ εκείνους που μπορεί να κολακεύονται από αυτήν, ακόμη και σήμερα.
Επομένως, όταν λέμε ότι ο λαός είναι κυρίαρχος, αν δεν εννοούμε απλώς ότι οι κυβερνώντες είναι υπόλογοι στο εκλογικό σώμα, δεχόμαστε έναν μύθο: ότι υπάρχει μια μεταφυσική, σχεδόν θεϊκή οντότητα που είναι ο λαός, ο οποίος ασκεί εξουσία. Αν όμως ο λαός ασκεί εξουσία, η οποία είναι εξ ορισμού αδιαίρετη, έπεται ότι και ο λαός είναι φορέας μιας ενιαίας και αδιαίρετης βούλησης. Ο λαός όμως, όπως ο καθένας γνωρίζει, δεν είναι αδιαίρετος. Επιπλέον, σε μια δημοκρατία, δεν ασκεί εξουσία ο λαός αλλά μια κυβέρνηση που λογοδοτεί στον λαό. Συνεπώς ο λαός αρκείται στο να ελέγχει την εξουσία. Και φυσικά, για να μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά η εξουσία, πρέπει να υπάρχει ανεπτυγμένη κοινωνία πολιτών. Η τελευταία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από το «λαϊκό κίνημα» ή να παρακαμφθεί από τους «λαϊκούς εκπροσώπους». Αλλιώς, ακόμη και το Σύνταγμα και οι υπόλοιποι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να παραμερισθούν με το αιτιολογικό ότι το απαιτεί η σωτηρία του λαού: αυτό επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός της δικτατορικής κυβέρνησης την επομένη του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, χρησιμοποιώντας τη γνωστή φράση: «η σωτηρία του Πατρίδος είναι ο υπέρτατος νόμος».
Αυτά εξηγούν γιατί είναι τόσο δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να πραγματοποιηθεί δικτατορικό πραξικόπημα σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία, όπως στη Βρετανία ή στη Δανία. Οχι διότι δεν μπορούν μερικοί πραξικοπηματίες να καταλάβουν τον μηχανισμό του κράτους. Δεν θα μπορούν όμως να τον θέσουν σε κίνηση. Διότι το πολιτικό σύστημα σε αυτές τις χώρες λειτουργεί με βάση μια απολύτως ισόρροπη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας πολιτών και η τελευταία, η οποία διεισδύει μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, εγγυάται την τήρηση του Συντάγματος και σε τελευταία ανάλυση τη νομιμότητα, η οποία είναι πριν από όλα κοινωνική και βασίζεται στη συναίνεση. Χωρίς την τελευταία δεν μπορεί να παραχθεί τεχνητή νομιμότητα από ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς με ψευδεπίγραφο «σύνταγμα» ή μονοκομματικό «κοινοβούλιο».
Η απεριόριστη λαϊκή κυριαρχία, η αντικατάσταση της απόλυτης κυριαρχίας του μονάρχη με την απόλυτη κυριαρχία του λαού, είναι δόγμα που δεν έχει σχέση με τη σύγχρονη έννοια της δημοκρατίας. Η σύγχρονη δημοκρατία βλέπει στο κράτος έναν εγγυητή των δικαιωμάτων του πολίτη, τα οποία εγγράφονται μέσα στη σφαίρα ελευθερίας που αποτελεί η κοινωνία πολιτών. Και η επικράτηση αυτής της αντίληψης της δημοκρατίας στο τέλος του αιώνα, αποτελεί και τον θρίαμβο του δημοκρατικού ιδανικού του John Locke εναντίον εκείνου τουJean-Jacques Rousseau, της δημοκρατίας ως πολιτεύματος που περιορίζει και ελέγχει την κρατική εξουσία έναντι εκείνου που την απολυτοποιεί ονομάζοντάς την «λαϊκή».
- [1] Βλ. Ernest Gellner (1994) Conditions of Liberty. Civil Society and Its Rivals. London: Hamish-Hamilton.- Ernest Gellner (1994) Η κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της. Συνθήκες ελευθερίας. Αθήνα: Παπαζήσης.
- [2] O Ernest Gellner δείχνει ότι δεν μπορεί να αρθρωθεί μια αντίληψη της εθνικής ιδέας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία (fragmented society). Θα είναι λειψή, υποκείμενη σε τοπικιστικούς ανταγωνισμούς κλπ., όπως συμβαίνει σήμερα στο Αφγανιστάν και εν μέρει στο Ιράκ. Βλ. Ernest Gellner (1983) Nations and Nationalism.Ithaca andNew York:CornellUniversity.
- [3] Η ιδέα της ενιαίας συλλογικής βούλησης ως βάση της «λαϊκής κυριαρχίας» πηγάζει από τον Jean-Jacques Rousseau (1762) Du Contrat Social. Κεφ. 6 Du pacte social : «Le Peuple est l’unité des individus associés par le pacte social. La volonté générale est la volonté du peuple». Βλ. http://www.etudes-litteraires.com/rousseau-contrat-social.php#ixzz1OmhJJTBY. Οδήγησε τελικά στην ιδέα που εκφράστηκε στη Γαλλική Επανάσταση από τον Maximilien de Robespierre και τον Antoine Saint-Just της ταύτισης του έθνους με μια ενιαία και αδιαίρετη βούληση (volonté une et indivisible). Αυτό-ανακηρυγμένοι κφραστές αυτής της θέλησης ήταν οι ιακωβίνοι. Το παράδειγμά τους το ακολοόυθησε συνειδητά ο Λένιν, αναφφερόμενος μάλιστα ρητά στους γάλλους ιακωβίνους. Βλ. άρθρο του «Πάνω στους εχθρούς του λαού» («O vragakh naroda») Πράβντα 20 Ιουνίου 1917. Απαντα. (ρωσ. Εκδ. 1973) τ. 32 σ.306-7. Ο Λένιν διατήρησε την «ιακωβινική» του επαγγελία έως το τέλος της ζωής του. Και η έννοια της «δημοκρατίας» που υιοθετούσε ήταν ολοκληρωτική-ιακωβινική, και αυτό πολύ πριν από τη Ρωσική επανάσταση, ήδη από το Γ΄Συνέδριο του Κόμματος των Μπολσεβίκων το 1905, όταν ανακοίνωσε τη θεωρία του για την «δημοκρατική δικτατορία(!) του προλεταριάτου και της αγροτιάς» . Λένιν ο.π. τ.10 σ.128 και 138-39. Αυτός είαι ο λόγος για τον οποίο ο J.L. Talmon, στην κλασική μελέτη του πάνω στη Γαλλική Επανάσταση και την μετέπειτα κληρονομιά της στους ρώσους επαναστάτες, αποφαίνεται ότι η αντίληψη της «λαϊκής κυριαρχίας» ως απόρροια μιας συλλογικής βούλησης είναι η αφετηρία της «ολοκληρωτικής δημοκρατίας». Βλ. J. L. Talmon (1952, 1961) The Origins of Totalitarian Democracy.London: Heinemann ,112.

