Να κάνουμε την πλατεία Ταχρίρ, πλατεία Συντάγματος!


Η Ελλάδα περνάει μια παρατεταμένη κρίση που είναι οικονομική, πολιτική, αλλά και κοινωνική. Μία κρίση που ασφαλώς εγγίζει και τους θεσμούς και το Σύνταγμα – πράγμα που εξηγεί και την πρόσφατη κινητικότητα γύρω από αυτό. Η κρίση που περνάμε είναι ταυτόχρονα απειλή, αλλά και ευκαιρία για τη δημιουργία νέας συνταγματικής πραγματικότητας : είτε με αναθεώρηση του παρόντος Συντάγματος – που συζητείται ευρύτατα σήμερα – είτε χωρίς, αλλά με αλλαγή στάσης που να εξασφαλίζει τη νομοκρατία (rule of law). Αυτό είναι το ζητούμενο, αν θέλουμε να παραμείνουμε, όχι απλώς στη ζώνη του ευρώ και στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, αλλά στο χώρο των ανοιχτών κοινωνιών.  
Συχνά – και δικαιολογημένα – κατηγορείται η παρούσα κυβέρνηση ότι δεν δείχνει επαρκή βούληση, ότι φέρεται σαν να μην γνωρίζει τι θέλει. Το ζήτημα είναι να μπορέσουμε και εμείς οι υπόλοιποι να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε. Σε τελευταία ανάλυση το δίλημμα είναι θεσμικό αλλά και ιστορικό συνάμα, με την έννοια του προορισμού της ιστορικής μας πορείας.  Θέλουμε να έχουμε Ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τον οποίο επιλέξαμε εδώ και δύο αιώνες ή, αν αυτό αντίκειται στις δυνατότητές μας, να περιπέσουμε, αναγκαστικά στο «παράδειγμα» που αποτελεί η Αίγυπτος ή άλλα αντίστοιχα «παραδείγματα», κηδεμονευόμενων ή αναρχούμενων κρατών. : Πλατεία Συντάγματος ή Πλατεία Ταχρίρ; Το σημαντικό άρθρο του Γιώργου Αρχόντα δείχνει το ρόλο του Συντάγματος σε μια σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία
Δ. Δ..
 

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Στη προηγούμενη δημοσίευσή μου, συνέδεσα τη βία με την ανομία, την έλλειψη νομοκρατίας και την προσοδοθηρία. Ανάμεσα στα λίγα σχόλια που δέχθηκα ήταν και μια προτροπή να δω αλλιώς το θέμα, στην ιστορική του διάσταση, ως αποτέλεσμα της αποτυχίας να συγκροτηθεί στην Ελλάδα ένα νεωτερικό κράτος σε μια κοινωνία με προνεωτερικούς άτυπους κανόνες.

Δεν διαφωνώ με τη διάγνωση, η οποία άλλωστε είναι απολύτως συμβατή με τα όσα έγραψα. Όμως ο στόχος μου δεν ήταν και δεν είναι η ιστορικο-κοινωνιολογική ανάλυση – που συχνά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε σκέψη αλλαγής είναι μάταιη στον άδικο τούτο κόσμο – αλλά η προσπάθεια ιχνηλάτησης συγκεκριμένων προτάσεων για την αντιμετώπιση του περίπλοκου προβλήματος που αντιμετωπίζουμε. Και ως προς αυτό επιμένω ότι η λύση περιλαμβάνει και προϋποθέτει την επιβολή της νομοκρατίας – δίκαιων κανόνων που εφαρμόζονται καθολικά, χωρίς εξαιρέσεις και παραθυράκια.

Τι δέον γενέσθαι λοιπόν; Πρώτον, οι νόμοι να τηρούνται. Παραφράζοντας τη γνωστή όσο και ξύλινη αποστροφή, καμία ανοχή στην παρανομία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και βεβαίως καμία ανοχή σε φορείς της εξουσίας, εκλεγμένους ή διορισμένους που πιστεύουν ότι έχουν την ευχέρεια είτε «κοινωνικού ρεαλισμού στην εφαρμογή του νόμου» όπως διακήρυξε με στόμφο ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης, είτε, κατά το παράδειγμα του ανεκδιήγητου συναδέλφου του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, πότε να διατάζουν τα όργανα του νόμου να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην παρανομία, πότε να ανέχονται βαναυσότητες και πότε, όταν σφίγγουν τα πράγματα, να μιλούν για δημοκρατικά ελλείμματα.

Δεύτερον, οι νόμοι που αποδεδειγμένα είναι άδικοι, ή δεν μπορούν στην πράξη να εφαρμοστούν, προφανώς να αλλάζουν – κατά τις διαδικασίες όμως που προβλέπει το Σύνταγμα. Και βεβαίως να αλλάξει και το ίδιο το Σύνταγμα, ένα κείμενο πλέον χωρίς ειρμό και εσωτερική λογική, παραφορτωμένο και απαξιωμένο στην πράξη.

Απαξιωμένο όχι μόνο από τις λογικές και τις πρακτικές που αναφέρω παραπάνω, αλλά και από τη μακρόχρονη κακοποίησή του – από την ψήφο Αλευρά[1] , μέχρι την πρόσφατη στάση του νυν Πρωθυπουργού στην τελευταία αναθεώρηση[2], μέχρι το ισοζύγιο όλων των αναθεωρήσεων της μεταπολίτευσης, μέχρι ακόμα και την τελείως αστήριχτη σε οποιοδήποτε επιχείρημα περί δικαίου πρόβλεψη για την απαγόρευση ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ στο Σύνταγμα του 1975.

Σήμερα δεν υπάρχει – και εύλογα – ιδιαίτερη εμπιστοσύνη από πλευράς των πολιτών ότι ο εκάστοτε φορέας της εξουσίας ενδιαφέρεται να τηρήσει το Σύνταγμα, ούτε όμως και η πεποίθηση πως το Σύνταγμα, έτσι όπως είναι, ακόμα και αν τηρούνταν απαρεγκλίτως θα εξυπηρετούσε το συλλογικό καλό, στο οποίο θα επιχειρήσω να δώσω έναν ορισμό στη συνέχεια.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάσαμε στο σημείο να κολλάμε τη ρετσινιά του «αντισυνταγματικού» (κατά το «αντιλαϊκό» και το «νεοφιλελεύθερο») σε οτιδήποτε δεν μας αρέσει – μέχρι και την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ή τον υποβιβασμό του Ηρακλή – τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα του τι λέει το Σύνταγμα. Αρκεί η επίκληση στο πνεύμα του στην οποία, όπως φαίνεται, έχει κατά παράδοξο τρόπο πρόσβαση ο οποιοσδήποτε κατά δήλωσή του διακατέχεται από «δημοκρατικές ευαισθησίες». Μάλιστα, πολλοί χρησιμοποιούν την ταμπέλα της «αντισυνταγματικότητας», ενώ το ίδιο εύκολα υποτάσσουν το Σύνταγμα στις σκοπιμότητές τους κλείνοντας εθνικές οδούς, καταλαμβάνοντας δημόσια κτήρια και τα τοιαύτα. Ή ακόμα μερικοί, ακόμα και από τα έδρανα της Βουλής, διακηρύττουν ότι δεν τους δεσμεύει το «αστικό Σύνταγμα».

Απέναντι λοιπόν σε τυφλές διεκδικήσεις και σε καλέσματα για οργή και ξεσηκωμούς ενάντια σε δεν-ξέρω-γω-τι για να βγάλουμε το άχτι μας, ορίστε κάτι συγκεκριμένο. Ένα αίτημα για νομοκρατία, για νομιμότητα και δικαιοσύνη, για τη δημιουργία του κοινωνικού αγαθού που μόνο το Σύνταγμα, των φιλελεύθερων δημοκρατιών εννοείται, μπορεί να εγγυηθεί. Και ιδού το τι εννοώ ως συλλογικό καλό.

Πρώτα απ’ όλα, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει μια δραματική μείωση του κόστους συναλλαγής. Το γεγονός ότι μπορούμε το αργότερο κάθε τέσσερα χρόνια να αλλάζουμε Κυβερνήσεις μετρώντας ψήφους και όχι νεκρούς, καθώς και το ότι αυτή η διαδικασία είναι αδιαπραγμάτευτη, είναι μια τεράστια εξοικονόμηση δυνάμεων, που ο καθένας μπορεί να θέσει στην υπηρεσία των όποιων στόχων του. Εξοικονόμηση προσωπική μεν, που όμως αθροιζόμενη, υπό το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, παράγει οφέλη για τους πολλούς.

Άλλωστε, η συνταγματική διάκριση των εξουσιών αλλά και ο περιορισμός της ευχέρειας των εκάστοτε φορέων της εξουσίας να μοιράζουν πόρους στους δικούς τους, μετατρέπει κι άλλο ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος – και μόνο το ότι οι εκλογείς θα ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους κάνει ρουσφέτια, θα τους κάνει να χρησιμοποιήσουν άλλα κριτήρια επιλογής υποψηφίων. Κι αυτό δεν μπορώ να σκεφτώ υπό ποιο σύστημα αξιολόγησης θα μπορούσε να είναι αρνητικό.

Δεύτερον, το Σύνταγμα ιδανικά παρέχει διασφαλίσεις έναντι των ατελειών της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας. Η προστασία των δικαιωμάτων έναντι των όποιων πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, είναι ένα αγαθό που πρέπει επειγόντως να ξαναγαπήσουμε. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι στη χώρα όπου Υπουργοί Παιδείας το παίζουν έξυπνοι λέγοντας πως «οι καταλήψεις σχολείων δεν είναι νόμιμες γιατί δεν τις κάνουν οι πλειοψηφίες», μάλλον δεν καταλαβαίνουμε την αξία του.

Τρίτον, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι μια τέτοια πολύτιμη αρχή, όταν όμως διατυπώνεται με τρόπο εύλογο και εφαρμόσιμο. Η πρόβλεψη του Γερμανικού Συντάγματος που απαγορεύει τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς οι οποίοι δημιουργούν χρέος που, όπως αποδείχθηκε στην Ελλάδα, πληρώνουν έντοκα οι επόμενες γενιές, θα μας ήταν όμως ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως για τη δική μου γενιά και όσες ακολουθούν.

Τέταρτον, και κατ’ εμέ το σημαντικότερο μαζί με την αποφυγή της βίας για την εναλλαγή στην εξουσία, το Σύνταγμα ιδανικά ενσωματώνει τα διδάγματα από τη συνειδητοποίηση της καταστατικής μας άγνοιας. Χρειαζόμαστε την κατοχύρωση της ατομικής ελευθερίας κυρίως γιατί είναι γνωσιολογικά αδύνατο να σχεδιάσουμε το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας. Χρειαζόμαστε πολλές ταυτόχρονες και ανταγωνιστικές δοκιμές και λάθη, ώστε να προκύπτει αυτό που όταν το δούμε, θα το θέλουμε. Χρειαζόμαστε μετακανόνες για να αλλάζουμε όταν χρειάζεται συντεταγμένα τους κανόνες μας, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τις απρόθετες συνέπειες που θα έχει η εφαρμογή των σχεδιασμάτων μας.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, μια πολιτική κοινωνία μπορεί να εξυπηρετήσει και θετικούς στόχους, οι οποίοι έχουν κι αυτοί τη θέση τους στο Σύνταγμα, όπως την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλα τα μέλη της, αρκεί η επίτευξη των στόχων αυτών να μη δίνει ευχέρεια στους φορείς της εξουσίας για συναλλαγές και παίγνια μηδενικού αθροίσματος.

Ανακεφαλαιώνοντας: εφαρμογή των νόμων, Σύνταγμα απλό και ξεκάθαρο, με στόχευση την κατάργηση των παιγνίων μηδενικών αθροισμάτων που μας τυραννούν, την ελαχιστοποίηση του κόστους της κοινωνικής συναλλαγής και την κατοχύρωση έναντι των κινδύνων της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας, αλλά και της επιβουλής των ισχυρών μειοψηφιών. Δημιουργία του κοινωνικού αγαθού, με τη συνεπειοκρατική προσέγγιση της εξασφάλισης των όρων παραγωγής προστιθέμενης κοινωνικής αξίας, που τόσο μας λείπει.

Θα μου πείτε: πώς θα γίνει αυτό; Κι όμως, τώρα είναι η ευκαιρία. Ο φαύλος κύκλος των free-riders έχει για αντικειμενικούς λόγους (βλέπε έλλειψη χρημάτων) σπάσει. Στην τραγωδία των κοινών πόρων που περιέγραψε πρώτος ο Hardin[3] έπεσε αυλαία λόγω της καταστροφής τους. Τώρα, που το παράδειγμα κατάρρευσε, είναι η ώρα των επιχειρημάτων. Ιδού λοιπόν πεδίο δράσης, αν όχι λαμπρό, τουλάχιστον αναγκαίο. Η σχετική συζήτηση έχει ήδη πάρει φωτιά. Το καταδεικνύει η πρόσφατη παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου, η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου, η προτροπή της ΣΠΙΘΑΣ του Μίκη Θεοδωράκη προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναλάβει δράση γιατί το «Σύνταγμα παραβιάζεται».

Αν όντως η κοινωνική επιστήμη των τελευταίων 50 χρόνων έχει δίκιο και οι περισσότεροι είναι όντως διατεθειμένοι να τηρούν τους νόμους αν και οι περισσότεροι γύρω τους έκαναν το ίδιο, ιδού η σπανιότατη ευκαιρία να φανεί με ποια συγκεκριμένα βήματα, με ποιους κανόνες, με ποιους νόμους, με ποιο Σύνταγμα, κάτι τέτοιο μπορεί και να’ ναι εφικτό.


  • [1] Στην πολιτική και συνταγματική κρίση που δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 1985, με την παραίτηση του Προέδρου Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή και την πρόταση του ΠΑΣΟΚ του ονόματος του Χρήστου Σαρτζετάκη χρησιμοποιήθηκαν η αμφίβολης εγκυρότητας ψήφος του εκτελούντα τότε χρέη ΠτΔ και χρωματιστά ψηφοδέλτια σε ημιδιάφανους φακέλους για την εξασφάλιση πλειοψηφίας και κομματικής πειθαρχίας αντίστοιχα.
  • [2] Ο Γ.Α. Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2006,  υπαναχώρησε από δημόσια διακηρυγμένες θέσεις του, όπως για την υπερψήφιση της αναθεώρησης του άρθρου 16 περί ιδιωτικών πανεπιστημίων, προκειμένου να εξυπηρετήσει μικροκομματικούς στόχους της τότε συγκυρίας .
  • [3] Garrett Hardin (1915 -2003). Περιέγραψε στο άρθρο του με τίτλο “The Tragedy of the Commons” (Science, Vol. 162, No. 3859 (December 13, 1968), pp. 1243-1248), το οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ , το δίλημμα που ανακύπτει όταν πολλά άτομα που δρουν ανεξάρτητα επιδιώκοντας ορθολογικά το συμφέρον τους καταλήγουν να καταστρέψουν μια κοινή δεξαμενή ενός περιορισμένου πόρου, παρά το γεγονός ότι κανέναν δε συμφέρει μια τέτοια εξέλιξη. Για μια αισιόδοξη απάντηση στο δίλημμα του Hardin, βλέπε το έργο της πρόσφατα βραβευθείσας με το Νόμπελ Οικονομίας Elinor Ostrom και ιδίως το δημοσιευμένο στα ελληνικά Η διαχείριση των κοινών πόρων, Καστανιώτης: 2002

Πως μπορεί να καταπολεμηθεί η προσοδοθηρία

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ισως αποτελεί κοινοτοπία το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν προνομιούχο τάξη, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις χώρες. Κύριό τους προνόμιο είναι η μονιμότητα που κατέχουν. Το προνόμιο αυτό δεν είναι αδικαιολόγητο, θεωρητικά τουλάχιστον. Ενας κρατικός λειτουργός, με τις γνώσεις που κατέχει στον τομέα του, την πείρα που έχει συσσωρεύσει και κυρίως το αδέκαστο ήθος του, είναι απαραίτητος για την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής. Το προνόμιο της μονιμότητας ­ πέρα από την απολαβή ενός ικανοποιητικού μισθού ­ είναι το αντάλλαγμα που χορηγεί η πολιτεία για να μη χάσει τα πολύτιμα στελέχη της στην αγορά εργασίας.

Για να χρησιμοποιήσουμε τεχνική γλώσσα, τα προνόμια των δημόσιων υπαλλήλων αντιπροσωπεύουν το «κόστος ευκαιρίας» που πρέπει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρoυν. Αν όμως πληρωθεί περισσότερο από αυτό το «κόστος ευκαιρίας», το πλεόνασμα αποτελεί μορφή οικονομικής προσόδου, δηλαδή μιας πληρωμής πάνω και πέρα από αυτό που χρειάζεται ως κίνητρο για ένα οικονομικό υποκείμενο για να προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες. Και κάθε μορφή οικονομικής προσόδου με αυτή την έννοια είναι αδικαιολόγητη ­ από τα υπερκέρδη ενός μονοπωλίου ως την προνομιούχο μονιμότητα ενός κλητήρα. Αν και τα δύο είναι περιζήτητα, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η προσοδοθηρία (rent seeking)[1] είναι η «φυσική ροπή», κατά κάποιο τρόπο, κάθε οικονομικού υποκειμένου. Στη χώρα μας, όμως, η ροπή αυτή είναι συγχρόνως εθνική κατάρα.

 

Διορισμοί και προνόμια

Η προσοδοθηρία μικρής ή μεγάλης κλίμακας παίρνει πολλές και διάφορες μορφές στην Ελλάδα: χαριστικές συμβάσεις, υπερκέρδη, αργομισθίες, παρασιτικούς διορισμούς στο Δημόσιο, καθώς και επιδοτήσεις πάσης φύσεως. Πολλά παραδείγματα προσοδοθηρικής συμπεριφοράςείναι εξαιρετικά γνώριμα στο ελληνικό κοινό. Ένα από αυτά είναι η πίεση που ασκούν οργανωμένα συμφέροντα, συντεχνιακά, επαγγελματικά, αλλά και άλλα αδιαφανή και υπόγεια προς την πολιτική ηγεσία της χώρας για παροχές ή για φοροαπαλλαγές ή για οποιαδήποτε «ευνοϊκή ρύθμιση» που να μεταφράζεται σε αύξηση επιβάρυνσης των φορολογουμένων. Επίσης, προσοδοθηρικό είναι κάθε αίτημα για «ειδική μεταχείριση» ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών, που σημαίνει περιορισμό στις προσφερόμενες υπηρεσίες (ή στην ποιότητά τους) για τους μη ευνοούμενους, όπως είναι το στρίμωγμα που υφίσταται το προσωπικό, αλλά και οι ομαλώς εισαχθέντες φοιτητές σε ένα πανεπιστήμιο, όταν μια «ευεργετική διάταξη» για μια ορισμένη κατηγορία του πληθυσμού, επιβάλλει μέσω μετεγγραφής την πρόσθετη εισαγωγή φοιτητών ή την δωρεάν νοσοκομειακή περίθαλψη ασθενών ορισμένων κοινωνικών ομάδων κλπ. Γενικά, όταν οι πολιτικοί μιλούν για «ρύθμιση» , την οποία συνηθέστατα αποκαλούν «ευνοϊκή» για κάποια κατηγορία του πληθυσμού, το κόστος δεν το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, αλλά οι «άλλοι», δηλαδή οι φορολογούμενοι. Οι τελευταίοι, όμως, ακριβλως επειδή είναι  ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, δεν συναποτελούν ενιαία κοινωνική κατηγορία και μέχρι να ξεσπάσει η κρίση, δεν είχαν καν αντιληφθεί οι ίδιοι ότι … υπήρχαν.

Για τους παραπάνω λόγους, στον τόπο μας η προσοδοθηρία ανάγεται σε αρχή δράσης, ως νόμιμο δικαίωμα με κάποια έννοια. Το προσοδοφόρο προνόμιο όμως είναι ακριβώς εκείνο που είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητο. Σήμερα αντιστρέφονται οι όροι. Οι πληρωμές και οι διορισμοί όχι μόνο δεν γίνονται κατ’ αξίαν, αλλά θεωρείται επιτυχία ­ και το κυριότερο, θεωρείται θεμιτή η αναζήτηση μιας τέτοιας «επιτυχίας» ­ όταν γίνονται πέρα και πάνω από την αξία ή την καταλληλότητα του ωφελουμένου.

Ετσι, αντί να είναι ο κρατικός λειτουργός περιζήτητος και να πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για να συγκρατηθεί στο Δημόσιο εντός του οποίου λειτουργεί ως πολύτιμο στέλεχος, σε αρκετές περιπτώσεις κατέχει θέση που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της υπηρεσίας ή χωρίς ο ίδιος να κατέχει τα κατάλληλα προσόντα για αυτή τη θέση. Σε αυτή την περίπτωση δεν κινδυνεύει το Δημόσιο να τον «χάσει», αν αυτός απορροφηθεί στον ιδιωτικό τομέα. Αντίθετα, στην αγορά εργασίας δημιουργείται μια αφόρητη πίεση για τέτοιες δημόσιες θέσεις, ακριβώς διότι είναι προνομιούχες. Γι’ αυτό και η ύπατη φιλοδοξία του κάθε φερέλπιδα σπουδαστή είναι να καταστεί κρατικοδίαιτος διά βίου, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Δημόσιο. Η προσοδοθηρία του έχει εμφυσηθεί από την οικογενειακή του ανατροφή και έλκει την καταγωγή της από τον περασμένο αιώνα όταν ο Ροΐδης κατήγγειλε την «πτυχιούχο αγέλη ανορθογράφων θεσιθηρών».

 

Το κόστος για την οικονομία

Το ήθος του δημόσιου υπαλλήλου, τουλάχιστον κατά το πρότυπο που διαμόρφωσε η ευρωπαϊκή παράδοση των τελευταίων δύο αιώνων και διατύπωσε θεωρητικά ο Μax Weber, βρίσκεται στους αντίποδες αυτής της στάσης. Κανένας κρατικός λειτουργός που σέβεται τον εαυτό του δεν θα δεχόταν να απολαμβάνει προνόμια και να εισπράττει μισθούς που να μη βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις υπηρεσίες που προσφέρει. Από τη θέση του μάλιστα καταπολεμά την προσοδοθηρία ή τουλάχιστον την ελέγχει. Η επικράτηση όμως του «προσοδοθηρικού ήθους» ­ ­ και η εισβολή στο δημόσιο ευρύτατων ομάδων που διακατέχονται από αυτό το ήθος έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτών που αναρωτιούνται πού θα πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση, η οποία μεταξύ άλλων εκτρέφει και την απεργιακή επιτρεπτικότητα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ. Η επιτρεπτικότητα αυτή συνίσταται στην ανοχή που δείχνει η πολιτεία στις απεργιακές κινητοποιήσεις προκειμένου περί κρατικών υπαλλήλων. Απεργίες στον ιδιωτικό τομέα σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Η ελληνική οικονομία υφίσταται πάμπολλες ζημιές από απεργίες στον κρατικό τομέα, όπου ο απεργός δεν κινδυνεύει με απόλυση αλλά ούτε καν περικοπές μισθού στη διάρκεια της απεργίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί προτείνουν την άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων ή την απαγόρευση της απεργίας. Δηλαδή, ο δημόσιος υπάλληλος παραιτείται του δικαιώματος να απεργεί. Αυτό το ­ μέτρο ισχύει στη Γερμανία, για παράδειγμα. Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσω με τα δύο αυτά μέτρα. Κατά πρώτο λόγο, η άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων σημαίνει ότι το κράτος μένει χωρίς σοβαρούς κρατικούς λειτουργούς. Αν πάλι απαγορευθούν οι απεργίες, οι απεργοί μπορούν να βρουν άλλους άτυπους τρόπους κινητοποιήσεων με τους οποίους θα κρατούν την πολιτεία και την κοινωνία σε ομηρεία, χωρίς τυπικά να απεργούν.

 

Ένα προσοδοθηρικό μέτρο κατά της προσοδοθηρίας

Το ζητούμενο δεν είναι η άρση της μονιμότητας ούτε η απαγόρευση της απεργίας αλλά η καταπολέμηση της προσοδοθηρίας στο Δημόσιο. Και η απεργία είναι μια βίαιη και συμπυκνωμένη μορφή προσοδοθηρίας, με την έννοια ότι μέσα από αυτή επιζητείται η διατήρηση ή η επέκταση ενός οικονομικού προνομίου (ή ενός προνομίου που είναι μεταφράσιμο σε οικονομικούς όρους). Αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που τα συνδικάτα αποτελούν μορφή μονοπωλίου, με κοινωνική και κρατική ανοχή. Η πίεση που ασκείται είναι καθαρά πολιτική, διότι η κυβέρνηση προσμετρά το συνολικό «κόστος» επίλυσης του προβλήματος. Το κόστος αυτό είναι οικονομικό και πολιτικό. Το τελευταίο διογκώνεται  υπέρμετρα όσον αφορά τα αιτήματα απεργών που δεν ικανοποιούνται. Ως εκ τούτου οι τελευταίοι προβαίνουν σε κινητοποιήσεις, οι οποίες … ακινητοποιούν την κοινωνία φράζοντας δρόμους, πραγματοποιώντας καταλήψεις  κτλ.

Όμως,  πάσσαλος πασσάλω εκρούεται. Η προσοδοθηρία μπορεί να καταπολεμηθεί με προσοδοθρικά μέσα. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο… προσοδοθηρικό αντικίνητρο στις απεργίες στο δημόσιο;

Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η χορήγηση ενός ειδικού πριμ, υπολογισμένου με βάση το ετήσιο κόστος των απεργιών στην ελληνική οικονομία. Αν το κράτος εκχωρήσει ένα κλάσμα αυτού του κόστους, ας πούμε 50%, η κοινωνία θα έχει «κέρδος», πληρώνοντας σχετικά φθηνά για ένα «δημόσιο αγαθό» ή μάλλον θα εξαγοράζει σε αρκετά καλή τιμή το κόστος ενός «δημόσιου κακού». Το πριμ αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή συλλογικού επιδόματος εργασιακής παρουσίας (!) που θα χάριζε το κράτος σε εκείνους τους εργαζομένους που θα έχουν συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ημερών εργασίας ως το τέλος του έτους. (Ασφαλώς θα μπορούσε να βρεθεί κάποια ονομασία λιγότερο προκλητικό από τα επιδόματα «καυσοξύλων», «εργένη», «έξκαιρης προσέλευσης»). Δεν το δικαιούνται αυτό το επίδομα οι εργαζόμενοι στο δημόσιο. Δεν είναι μέρος του μισθού τους. Δεν τους το χρωστάει κανείς. Δίδεται χαριστικά σε εκείνους που ευδοκίμως υπηρέτησαν για αυτό το διάστημα. Δεν δίνεται σε εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο, που μπορεί να είναι και δική τους επιλογή η οποία δεν αποκλείεται και να τους τιμά, αποποιούνται αυτό το επίδομα συμμετέχοντας σε μια δίκαιη ίσως και ηρωική απεργία. Στην περίπτωση αυτή δεν συμμετέχουν στη μοιρασιά του συλλογικού αυτού επιδόματος. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των απεργών τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μερίδα του επιδόματος που θα εισπράξει ο μη απεργός.

Το ηθικό στήριγμα μιας τέτοιας πρότασης ­­ βρίσκεται στο ότι οι απεργοί στο δημόσιο αντιμετωπίζονται σήμερα ως «τζάμπα μάγκες» κατά την έκφραση που έγινε της μόδας, επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτε. Από τη στιγμή που, χωρίς να χάσουν τίποτε από τον μισθό τους ή την ίδια τους τη θέση στο δημόσιο, τους δίδεται η ευκαιρία να αποποιηθούν εθελοντικά ένα πλεονέκτημα «για την τιμή των όπλων», κανένας δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τους συνδικαλιστές στο δημόσιο για «τζάμπα μαγκιά». Ισα ίσα, η αποποίηση αυτή θα τους τιμά. Θα αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία της μαγκιάς τους. Αυτήν μπορούν να την αποδείξουν άλλωστε… απεργώντας κατά του μέτρου αυτού, αν και εφόσον υιοθετηθεί.

 

Ενας φάρος στην Ευρώπη

 

Το προτεινόμενο μέτρο, μ’ άλλα λόγια, έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι η εφαρμογή του δίνει την ευκαιρία στους απεργούς να αγωνιστούν για την τιμή των όπλων. Βέβαια, παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι δημιουργεί οφέλη υπέρ τρίτων που δεν τα αξίζουν. Ο μη απεργός επιβραβεύεται εις βάρος του απεργού που θυσιάζεται για το «κοινό καλό» Ας μην ξεχνάμε ότι οι απεργοί στο δημόσιο τομέα πάντα επικαλούνται το γενικό καλό και είναι, βέβαια, ειλικρινείς. Ποιος θα αμφισβητήσει την ειλικρίνεια του κ. Νίκου Φωτόπουλου, όταν δήλωσε γηθοσύνως ότι ο αγώνας της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ κατά της  αποκρατικοποίησης είναι υπέρ των καταναλωτών, διότι θα πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα. Ασφαλώς αυτή η δήλωση θα κίνησε τον αρχηγό του ΛΑΟΣ, ως υπερασπιστλή των λαϊκών συμφερόντων να δηλώασει στις 4 Μαίου 2011 την απόλυτη σύμπνοια του με τους σκοπόυς και τον αγώνα του κ. Φωτόπουλου. Βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=399102

Σε αυτό το προσοδοθηρικό παιχνίδι χάνει ο καθένας ακριβώς αυτό που κερδίζει ο άλλος. Και αυτό είναι δυνατόν να φθείρει το συνδικαλιστικό κίνημα στο Δημόσιο και να οδηγήσει στην πτώση της αγωνιστικότητας εν γένει, στην οποία η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τα πρωτεία σε μια Ευρώπη όπου η φλόγα αυτή έχει σβήσει προ πολλού.

Η ελληνική κοινωνία όμως καλά κρατεί. Δεν έχει κανένα λόγο να χάσει το προνόμιο αυτό που κατέχει η Ελλάδα στην Ευρώπη, εντός της οποίας αποτελεί φάρο αγωνιστικότητας στον δημόσιο τομέα. Απορρίπτει επομένως τους καπιταλιστικούς μύθους περί σύνδεσης της αμοιβής με την παραγωγικότητα και δίνει τη μάχη της εναντίον του δήθεν εκσυγχρονισμού με την ένταξη στην ΟΝΕ αψηφώντας τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών. Σε αυτό τον δρόμο είμαστε ταγμένοι και πρέπει να κρατηθούμε σε αυτή την πορεία μας αταλάντευτα.


[1] Η πρσοδοθηρία μπορεί να ορισθεί ως εξής: Η χρήση πόρων με σκοπό την χωρίς ανταπόδοση μεταβίβαση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών από ορισμένα πρόσωπα προς τον προσοδοθήρα με βάση κάποια «ευνοϊκή» απόφαση που προέρχεται από μια ακολουθούμενη πολιτική. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την Anne Krueger, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον  Gordon Tullock. Βλ. A.O. Krueger (1974) ‘The Political Economy of the Rent-Seeking Society’. Στο American Economic Review, 64, σ. 291- 303 και Gordon Tullock (1993)  Rent Seeking. Cambridge: Edward Elgar.


Πάνω στην υπόθεση DSK

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πολλά έχουν γραφεί για το «τεκμήριο αθωότητας»  που πρέπει να δοθεί στον Dominique Strauss-Kahn στις συζητήσεις για το εντυπωσιακό συμβάν. Αυτό αφορά τους δικαστές, όχι τους σχολιαστές. Το «τεκμήριο αθωότητας» είναι νομική έννοια. Από τη στιγμή που δεν είμαστε δικαστές, μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη – άλλο ΓΝΩΜΗ και άλλο ΚΡΙΣΗ. Ας παραμείνουμε, λοιπόν, στη γνώμη.

Είναι, δυστυχώς, ξεκάθαρο,  ότι ο DSK είναι μια μη ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με μεγάλες ικανότητες, αλλά με παλαιόθεν εγνωσμένη ικανότητα αυτογελοιοποίησης, λόγω της υπερώριμης θηλυμανίας του. Μετά από μια ορισμένη ηλικία αυτό είναι  αισθητικά απωθητικό: ο γεροντοκαψούρης μένει συνήθως αθεράπευτος. (Είχαμε κι εμείς στην Ελλάδα σπουδαία δείγματα).  Ίσως τη φορά αυτή, υπερέβη τα όρια της επιμονής παρήλικος να γίνει «το δικό του», με την προοπτική  εκ των υστέρων «μαζέματος». Le roi s’amuse. Και οι υπόλοιποι το δέχονται σιωπηρώς. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή φόρμουλα. Δεν είναι η φόρμουλα που ισχύει στις ΗΠΑ. Κάτι συνέβη εκεί το 1776 που δεν έχει γίνει πλήρως αντιληπτό στην Ευρώπη, ακόμα και την πιο προηγμένη, όπου κρίνουν εξ ιδίων ότι συμβαίνει εκεί. Εκεί οι θεσμοί και οι αρχές δεν υπολειτουργούν όταν αντιμετωπίζουν εκπρόσωπους της εξουσίας. Στη χώρα αυτή, όπου όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, δεν αναγνωρίζονται ορισμένοι ως πιο ίσοι από τους υπόλοιπους. Ο διασυρμός του είναι μάλλον αποτέλεσμα τηλεοπτικής ανθρωποφαγίας, όχι πολιτικά κατευθυνόμενης επιχείρησης, όπως υποστηρίζεται ευρύτατα – ιδίως από εκείνους που ρέπουν προς τη συνωμοσιολογία.

Από την άλλη μεριά, η πτώση του DSK περιέχει και ένα τραγικό στοιχείο. Το στοιχείο αυτό συνίσταται στο οικουμενικό νόημα μιας μεγάλης συμφοράς που υφίσταται ο τραγικός ήρωας. Συγκινεί η τύχη του Οιδίποδα ή του Hamlet, όχι διότι και εμείς μπορεί να βρεθούμε στη θέση του ενός ή του άλλου, αλλά διότι η ακραία συμφορά τους είναι προϊόν της κοινής μοίρας και όχι μιας «εξαιρετέας» συγκυρίας που δεν μας αγγίζει. Ο χλευασμός πρέπει να δώσει τη θέση του στο δέος μπρος την τραγική πτώση. Και γενικότερα λίγη σεμνότητα παραπάνω δεν έβλαψε ποτέ τους Αργείους.


Αθάνατη Ελλάδα

…Βγαίνοντας από το εστιατόριο συνέβη να εκτυλιχθεί μπροστά μου μία ακόμη σκηνή βαθύτατης ελληνικότητας: Ενα φορτηγάκι πέρασε με κόκκινο, η κυρία την οποία κόντεψε να χτυπήσει έβαλε τις φωνές στον τροχονόμο, πουπου ήταν μπροστά αλλά βαρέθηκε να επέμβει, όμως καθώς ο τροχονόμος άρχισε να κατευθύνεται με βήμα βαρύ προς τον οδηγό, τον πρόλαβε ο κόπρος της πλατείας, που άρχισε να γαβγίζει μανιωδώς στον παραβάτη! Σε ποια άλλη μεγαλούπολη του κόσμου ένας κόπρος κάθεται αμέριμνος στη μέση του κεντρικότερου δρόμου, χωρίς κανείς να ενοχλείται; Σε πολλές. (Μογκαντίσου, Κάιρο, Κουάλα Λουμπούρ κ. λπ.) Σε ποια όμως ο κόπρος έχει την ευφυΐα ώστε να αναλάβει χρέη τροχονόμου; Μόνον στην Ελλαδάρα.

Tου Στεφανου Κασιματη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-05-11



Η καταπολέμηση της διαφθοράς

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Μια ινδική ιδέα

Έχω μια ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΤΑΣΗ να υποβάλω, απευθυνόμενος στο «προοδευτικότερο» (τα εισαγωγικά είναι προαιρετικά) τμήμα  της κοινής γνώμης. Αφού ο ακτιβισμός παίρνει και δίνει στη χώρα μας, τόσο με νόμιμες και –κατά προτίμηση – παράνομες μορφές, γιατί να μην έχουμε ακτιβιστές ενάντια στη ΔΙΑΦΘΟΡΑ; Στην πολύπαθη Ινδία έχει στηθεί ένας ιστότοπος ipaidabribe.com από ακτιβιστές κατά της διαφθοράς που σκοπό έχει να ξεμπροστιάζει τους μικρομεσαίους δημοσίους υπαλλήλους που χρηματίζονται, δωροδοκώντας τους και καταγράφοντας πού και πώς σημειώθηκε κάθε περίπτωση. Το άθροισμα των (μικρο)ποσών που εισπράττουν είναι ιλιγγιώδες. Η εθελοντική αυτή οργάνωση ζητά τη νομιμοποίηση ορισμένων περιπτώσεων δωροδοκίας και τη δημιουργία μηχανισμών που να υποχρεώνουν το δωρολήπτη, μετά από ταχείες διαδικασίες ελέγχου, να πληρώνει το τριπλάσιο ποσόν που απέσπασε από το δωροδότη ή να λυθεί δικαστικώς η υπόθεση. Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό για να λυθεί το ζήτημα. Αξίζει, όμως, να μελετηθεί.

Βλ. σχετικό άρθρο στο ECONOMIST