Θεωρίες Συνωμοσίας
Δημοσιεύθηκε: 01/05/2011 Filed under: Uncategorized | Tags: conspiracy, Greece, reason 1 σχόλιοΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Μια ιδέα που δεν έχω αναφέρει όσον αφορά τις θεωρίες συνωμοσίας (στο παρελθόν την είχα αναφέρει στην αρθρογραφία μου στο ΒΗΜΑ) είναι ότι συνδέεται με μια ανθρωπομορφική ιδέα των συλλογικών φαινοέμων: κάποια «οντότητα» τα δημιουργεί. Κάποιος ‘έφτιαξε’ το μονοπάτι, κάποιος ‘παίζει’ με τις αγορές, κάποιος -πίσω από την πλάτη μας- ‘σκαρώνει’ την οικονομική κρίση κλπ. Και η ανθρωπομορφοποίηση της εξηγησης είναι εύκολα αφομοιώσημη – it does not tax the intellect – ενώ είναι συγχρόνως αφάνταστα ελκυσική, εφόσον εξάπτει τη φαντασία. Το κυριότερο: η παρεχόμενη ‘εξήγηση’ βασίζεται σε μια εμπρόθετη πράξη, που γίνεται πολύ πιο εύκολα αποδεκτή και κατανοητή σε σύγκριση με την εξήγηση γεγονότων ως απροθέτων συνεπeιών που προκύπτουν από διάφορες ατομικές πράξεις. Αυτό δεν αφορά μόνο τους αδαείς, που δεν καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί η αγορά και νομίζουν ότι κατευθύνεται από σκοτεινά ‘κέντρα’. Αφορά και πολλούς που έχουν θεωρητική κατάρτιση, αλλά δεν ξεφεύγουν από τον ανθρωπομορφισμό. Στο μαρξισμό, για παράδειγμα, η θεωρία συνωμοσίας κάνει την παρουσία της, ακριβώς διότι υποστασιοποιεί την κοινωνία, τις κοινωνικές τάξεις. Θα παω ένα βήμα πιο πέρα. Το γεγονός ότι ο μαρξιστής κατηγορεί – και μάλιστα, συχνά ειρωνεύεται – την ιδέα του «αόρατου χεριού» του Adam Smith οφείλεται στο ότι …δεν την καταλαβαίνει. Και δεν την καταλαβαίνει διότι νομίζει, κρίνοντας εξ ιδίων, ότι ο Adam Smith υποστασιοποιεί την αγορά η οποία υποτιθέμενα κινεί το αόρατο χέρι. Ο σκοτσέζος οικονομολόγος λέει ότι η αγορά συμπεριφέρεται ΩΣΑΝ να υπήρχε ένα αόρατο χέρι που την καθοδηγεί. Δηλαδή, το αποτέλεσμα πολλών πράξεων, ατόμων που δεν έχουν αυτή την πρόθεση είναι η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης που ο αδαής θα απέδιδε σε εμπρόθετη πράξη αόρατης οντότητας. Οι μαρξιστές επικριτές του Smith ανακράζουν ότι το χέρι αυτό δεν είναι απλώς αόρατο, αλλά ανύπαρκτο. Θρίαμβος. Η αποδοκιμαστική χειρονομία που απευθύνουν νοερώς στη φιλελεύθερη οικονομική σκέψη που νομίζουν ότι «πιστεύει» ευσεβώς στην μαγική δύναμη της αγοράς και του αόρατου χεριού που την κατευθύνει, στρέφεται στην πραγματικότητα κατά της δικής τους κεφαλής. Διότι μόνο αυτοί πιστεύουν στις ‘αποφάσεις’ που παίρνει το κεφάλαιο, τη ‘βούληση’ της εργατικής τάξης, την ‘ετυμηγορία’ της Ιστορίας. Δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτές είναι αφαιρέσεις, στις οποίες αποδίδει υπόσταση και επομένως προθέσεις και επιδιώξεις.
Ορθολογισμός και ανορθολογισμός στη σημερινή Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε: 27/04/2011 Filed under: Uncategorized | Tags: Greece, Joseph Schumpeter, Logos, rationalism 4 ΣχόλιαΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Ο ορθολογισμός, με την απλούστερη έννοια, είναι η διάθεση και η ικανότητα να σκεφθεί κανείς λογικά για να λύσει ένα πρόβλημα. Όμως, η συμπεριφορά μας και η στάση μας δεν ακολουθεί πάντα αυτό το δρόμο, ιδίως όταν έχει κανείς την «πολυτέλεια» να είναι ανορθολογικός. Έως ότου στριμωχτεί. Τότε, θέλοντας και μη, ακολουθεί το δρόμο της λογικής. Το ακόλουθο παράδειγμα, παρμένο από πολύ γνωστό κείμενο του αυστρο-αμερικανού οικονομολόγου Joseph Schumpeter δείχνει ανάγλυφα αυτή την αλήθεια[1]. Ο Schumpeter υποθέτει, μάλλον βάσιμα, ότι η ορθολογική στάση επιβλήθηκε στον άνθρωπο από την οικονομική πραγματικότητα. Έπρεπε να πάρει οικονομικές αποφάσεις για την επιβίωσή του από την αρχή της ύπαρξής του. Ας υποθέσουμε, λέει ο συγγραφέας, ότι ένας ‘πρωτόγονος’ άνθρωπος που χρησιμοποιεί ένα ραβδί για να ρίχνει καρπούς, διαπιστώνει ότι αυτό έχει σπάσει. Μπορεί να προσπαθήσει να βρει ή να κατασκευάσει ένα άλλο. Αυτή είναι η ορθολογική λύση. Μπορεί, όμως, να δοκιμάσει να το συγκολλήσει απαγγέλλοντας μια μαγική ευχή μερικές φορές. Αν δεν τον πιέζει η ανάγκη μπορεί να επιμείνει σ’ αυτή την στάση. Κάποια στιγμή, όμως, θα οδηγηθεί στην ορθολογική στάση, αλλιώς δεν θα επιβιώσει. Ο δρόμος που οδηγεί από τον ανορθολογισμό στον ορθολογισμό είναι οικονομικός – ο μόνος που βοηθάει τον άνθρωπο να ανακαλύψει «ένα θαυμαστό πράγμα, που είναι το Γεγονός (the Fact)».
Βρισκόμαστε σε μια ανάλογη κατάσταση. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά το Γεγονός, υπό τη μορφή της οικονομικής κρίσης. Η οποία, όμως, δεν είναι ένα αφηρημένο γεγονός μακριά από μας, αλλά εδώ, στο σπίτι μας. Και πώς το αντιμετωπίζει η πλειονότητα; Πρώτα-πρώτα με θεωρίες συνωμοσίας – παλιά μου τέχνη, κόσκινο. Φταίει η τρόικα και το διεθνές οικονομικό κατεστημένο που την έστειλε να μας ξεζουμίσει, το μυστικό συμβούλιο ξένων χρηματοπιστωτικών παραγόντων που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως πειραματόζωο και να επιβάλλει έτσι μια νέα τάξη διεθνώς με θύματα τους εργαζόμενους. Και τα παίρνουν πολλοί σοβαρά όλα αυτά, ακριβώς διότι οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα έναντι των ορθολογικών εξηγήσεων ότι δεν καταπονείται το πνεύμα μαζί τους. Θα επανέλθω σ’ αυτό πιο κάτω.
Γεγονός είναι ότι ο Λόγος δεν κυριαρχεί στην Ελλάδα[2]. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι καλλιεργείται ο ανορθολογισμός στον νεοελληνικό πολιτισμό, ούτε ότι εξαίρεται το παράλογο από τους διανοουμένους μας – πλην εξαιρέσεων, βέβαια. Εννοώ ότι δεν υποβάλλονται επαρκώς σε λογικό έλεγχο, δηλαδή, σε κριτική εξέταση, οι αιτιάσεις, οι θεωρίες, οι λύσεις που προτείνονται σε συγκεκριμένα προβλήματα ή οι εξηγήσεις που προβάλλονται για διάφορα φαινόμενα και γεγονότα.
Μα, μπορεί κάποιος να αντιτείνει, αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα; Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυτήν τη στιγμή πολλά και επείγοντα προβλήματα – προβλήματα που ονομάζονται πολιτική και οικονομική κρίση πρώτου μεγέθους, ένα απίστευτο δημόσιο χρέος, μια καλπάζουσα ανεργία, και επιπλέον απέναντι σ’ όλα αυτά την καταφανή αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, την πολιτική αβουλία και ατολμία πολλών από τους «τα πρώτα φέροντες» στην πολιτική ζωή της χώρας. Δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή, επομένως, να ασχοληθούμε με την ορθολογικότητα, την παρουσία ή την απουσία της στην κουλτούρα και στα ήθη μας.
Αυτή η επιχειρηματολογία σε διάφορες παραλλαγές κυκλοφορεί από συστάσεως του Ελληνικού κράτους. Αναρωτήθηκε, όμως, κανείς ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτής της άποψης αν δε εντοπίζεται εκεί ακριβώς η ρίζα του κακού; Αν, το ότι δεν κυριαρχεί ο Λόγος στην Ελλάδα, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό, πολλά από τα δεινά που υπέστη ο λαός της; Αν για όλα στην ιστορία μας δεν φταίνε ο «ξένος παράγων», το «διεθνές κεφάλαιο», τα «ξένα κέντρα» και άλλες σατανικές δυνάμεις, αλλά το κακό μας το κεφάλι[3];
Το πιο εξωφρενικό είναι ότι οποιαδήποτε διολίσθηση στο παράλογο, όχι μόνο συγχωρείται, αλλά συχνά επαινείται. Δηλαδή, όχι μόνο δεν κυριαρχεί ο Λόγος στην κουλτούρα μας, αλλά η λογική ανεμελιά και απειθαρχία αποδίδεται, με περίσσια εθνική υπερηφάνεια, στον ατίθασο και αδούλωτο χαρακτήρα της φυλής μας. Η περιφρόνηση στην ανάλυση είναι δείγμα μαγκιάς και μεγαλοπρέπειας: μόνο ο «ψείρας» είναι ψυχρός υπολογιστής. Ένα σύμπτωμα αυτής της στάσης είναι η στάση που επιδεικνύουν ορισμένοι μας σε συζητήσεις όταν κάποιος επικαλείται οικονομικά μεγέθη[4]. «Δεν μας ενδιαφέρουν τα νούμερα, αλλά οι άνθρωποι» είναι το αναπαύδητο ρεφρέν. Συχνά συνοδεύεται από το ευφυολόγημα κοπής 1960 που συνεχίζει να ευφραίνει τους χρήστες του: «Στην Ελλάδα ευημερούν οι αριθμοί, αλλά οι άνθρωποι υποφέρουν». Το ρητό αυτό απαλλάσσει το χρήστη του από τη δυσάρεστη και επίπονη ανάγκη λογικής επεξεργασίας των λεγομένων του, εφόσον οι αριθμοί δεν παίζουν κανένα ρόλο. Άλλοι πάλι, μη αρκούμενοι στην αποχή από τη χρήση του ορθού Λόγου, εκστρατεύουν εναντίον του. Ο ορθός λόγος είναι, λένε, ανίσχυρος μπρος το παράλογο.
Στην Ελλάδα, ακόμα και στον καιρό που η παιδεία δεν είχε ακόμα πάρει το δρόμο της παρακμής, η κουλτούρα του ορθολογισμού ήταν ελλιπής. Στη χώρα που γεννήθηκε η φιλοσοφία, η κριτική εξέταση των ιδεών αντικαθίσταται από την επικόλληση ετικετών. Ο «νεοφιλελευθερισμός»[5] σήμερα, όπως και ο μαρξισμός πριν τη μεταπολίτευση, απορρίπτονται χωρίς συζήτηση. Αρκεί η διαπίστωση ότι μια ιδέα που διατυπώνεται ανήκει σε μια τέτοια επάρατη κατηγορία για να μπει η αντίστοιχη ετικέτα, η οποία κραδαίνεται σε μια συζήτηση δίκην κίτρινης κάρτας.
Πώς να λειτουργήσει απρόσκοπτα ο Λόγος, υπό αυτές τις συνθήκες; Το ανορθολογικό πολιτιστικό σκηνικό που επικρατεί στη χώρα μας προσφέρει τη δυνατότητα παύσης του διαλόγου με την έξωση μιας ιδέας που θεωρείται γενικά ότι είναι κοινωνικά αντιπαθής. Η στάση αυτή, πέρα από τον απίστευτο συντηρητισμό της, εφόσον προδίδει προκατάληψη και θεωρητική αγοραφοβία, συνδέεται και με μια πλάνη που είναι κοινότατη στη χώρα μας, και που απαντάται ακόμα και σε υποτιθέμενα [6]σοβαρές μελέτες.
Πρόκειται για την πλάνη της ουσιοκρατίας – δηλαδή, της ιδέας ότι υπάρχουν κατηγορίες – ουσίες που είναι καθοριστικές όσον αφορά τη συμπεριφορά και τις ιδιότητες οποιουδήποτε όντος ανήκει σ’ αυτές. Στην πιο αφελή της εκδοχή η ουσιοκρατική πλάνη είναι αναγνωρίσιμη σε γενικεύσεις του τύπου : «Όλοι οι Χ (εδώ μπαίνει κάποιος εθνικός, θρησκευτικός, σεξουαλικός κλπ. προσδιορισμός) είναι Ψ (εδώ μπαίνει κάποιο κατηγόρημα, συνήθως με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, π.χ. φιλότιμοι, εργατικοί, κουτοί, κεφάτοι, φιλάργυροι κ.ά. ). Στην πιο «σοφιστικέ» της μορφή, η ουσιοκρατική προσέγγιση αποδίδει σε κάποια ιδέα ή αρχή ή προσωπικότητα ορισμένα χαρακτηριστικά που αποτελούν την «ουσία» της. Γιατί έκανε (ή δεν έκανε) ο Α το τάδε πράγμα; Διότι ανταποκρίνεται (ή διότι δεν ανταποκρίνεται) στην ουσία του Α. Η ουσία αυτή αναδίδεται παντού και εξηγεί τα πάντα. Για παράδειγμα η δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου για τον μη ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής πολιτικής με το αιτιολογικό ότι δεν ήταν καπιταλιστική χώρα, αποτελεί άριστο παράδειγμα ουσιοκρατικής αντίληψης γι τα πολιτικά πράγματα τα έτη ’80. Αλλά το ίδιο ουσιοκρατικές είναι και δηλώσεις που ακούστηκαν σχετικά πρόσφατα, όπως ότι ο ναζισμός είναι μέσα στη φύση των γερμανών, ή ότι αντίκειται στη φύση του Έλληνα να είναι ρατσιστής ή να μην είναι ορθόδοξος κ.α.
Η χειρότερη και η πιο διαδεδομένη μορφή ανορθολογισμού στη χώρα μας, όμως, είναι η θεωρία της συνωμοσίας με την οποία καταβάλλεται προσπάθεια να δοθεί εξήγηση σε διάφορα γεγονότα. Η ευδοκίμηση αυτού του τύπου εξήγησης οφείλεται σε πολλές αιτίες, η κύρια όμως είναι μία: δεν χρειάζεται, αυτός που τη δέχεται, να μπει στον κόπο να ελέγξει τις πληροφορίες σε σχέση με το ζήτημα που εξετάζει – εφόσον η συνωμοσία περιέχει ένα «απόρρητο» φάκελο, χωρίς τον οποίο δεν υφίσταται – ούτε να καταπονήσει το πνεύμα του με λογική ανάλυση ή να αντιληφθεί γρυ πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες του συνδέονται μεταξύ τους ή αν αντιφάσκουν με άλλα γεγονότα τα οποία είναι γνωστά και δημόσια.
Σε όλες σχεδόν τις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν στη χώρα μας την Ελλάδα, το κύριο ρόλο κάποιος «ξένος δάκτυλος», που απεργάζεται κάποιο πονηρό «τέχνασμα» πίσω από την πλάτη μας.. Αλλά η θεωρία συνωμοσίας χρησιμοποιείται και για να εξηγήσει κάθε τι που δεν είναι φανερό διά γυμνού οφθαλμού. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψη και η απόλυτη έλλειψη οικονομικής παιδείας στην Ελλάδα, ακόμα και μεταξύ ανθρώπων με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η εξήγηση ενός φαινομένου όπως η τωρινή οικονομική και η επαπειλούμενη – ή επικείμενη- χρεοκοπία της χώρας είναι δύσκολη υπόθεση. Απαιτεί γνώσεις, σοβαρή ανάλυση και προσοχή στη χρήση αριθμητικών δεδομένων. Επιπλέον απαιτεί και την κατανόηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κάποιος ιθύνων νους που μπορεί να γνωρίζει, να προσχεδιάζει όλα όσα γίνονται. Η συνωμοτική εξήγηση απαλλάσσει το χρήστη της από την ανάγκη αυτής της γνωστικής μετριοφροσύνης, αλλά και τον κόπο να αναλύσει την οικονομική πραγματικότητα, με την απαιτούμενη απόκτηση αναλυτικών εργαλείων που δεν διαθέτει. Η συνωμοτική εξήγηση, μάλιστα, μπορεί να πάει ένα βήμα πιο πέρα και να εξηγήσει πόσο… βλαβερή είναι η απόκτηση τέτοιων εργαλείων. (Εξυπηρετεί τον «ιμπεριαλισμό»).
Βέβαια, χρειάζεται και μια δόση αφέλειας για να πιστέψει κανείς σε τέτοιες θεωρίες. Ο φορέας πρέπει να εξηγήσει από πού αντλεί την προνομιακή πρόσβαση που έχει στις πληροφορίες που παρέχει. Υπάρχουν και φορές που χρειάζεται ο συνομιλητής με το συνωμοσιολόγο, αν έχει κουκούτσι μυαλό, να απορρίψει αυθωρεί και παραχρήμα την «πληροφορία» όταν ο παραλογισμός της βγάζει μάτι. Παράδειγμα η διάδοση που έκανε πάταγο στην Ελλάδα το 1997 και εξακολουθεί να έχει πέραση, παρά την διάψευσή της από τα γεγονότα, περί δήθεν δήλωσης του Κίσινγκερ ότι η Αμερική έπρεπε να πλήξει την πνευματική υπόσταση του ελληνισμού. Η υποτιθέμενη δήλωση έχει ως εξής: «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».[7] Χρειάζεται ελάχιστη λογική συγκρότηση για να διαπιστώσει κανείς (α) ότι δεν υπάρχει καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ «πολιτισμικών ριζών» και ευκολίας ή δυσκολίας να κυβερνηθεί ένας λαός (β) ότι ακόμα και αν είχε διανοηθεί ένας πολιτικός των ΗΠΑ κάτι τέτοιο, δεν θα το…εμπιστευόταν στην «πηγή» που το δημοσιεύει. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη σκέψη. Έστω ότι πράγματι το σκέφθηκε ο κ. Κίσινγκερ και ότι πράγματι το είπε και τελικά η «είδηση» διέρρευσε στον τύπο. Δεν υπήρξε κάποιος σύμβουλος να του πει ότι το εγχείρημα της υπονόμευσης της κουλτούρας των Ελλήνων είναι πολύ πιο πολυέξοδο και χρονοβόρο από άλλες μεθόδους; Το όλο επεισόδιο αποτελεί καθαρή περίπτωση αφήγησης που δε στέκει με τίποτε και περίττευε εντελώς η εμπειρική διερεύνηση – πλην της «αστυνομικής» περιέργειας – η προσπάθεια του Γιάννη Μαρίνου να μάθει τη «βάση» της. Ίσως κατηγορηθώ για δογματικός, αλλά θα απορρίψω χωρίς προκαταρκτική έρευνα την πληροφορία ότι βγήκε ένα καινούργιο αυτοκίνητο του οποίου το εσωτερικό μάκρος είναι μεγαλύτερο του εξωτερικού.
Ένα τελευταίο σχόλιο για το επεισόδιο αυτό. Αντιλαμβάνομαι την ανησυχία που έχουν πολλοί πιστεύοντας ότι κινδυνεύει να αλλοιωθεί ο πολιτισμός της Ελλάδας, ο πνευματικός της πλούτος, η γλώσσα, η θρησκεία της και ότι οφείλουν οι Έλληνες να την προστατέψουν. Είτε υπάρχει υπερβολή στην επισήμανση αυτού του κινδύνου, είτε όχι, η έγνοια για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς είναι σεβαστή. Δεν καταλαβαίνω, όμως, γιατί πρέπει να προβάλλεται σε αντι-αμερικανικό «περιτύλιγμα» για να προκληθεί …εθνική εγρήγορση. Δηλαδή, οι έλληνες δεν παίρνουν αρκετά μέτρα για να κρατήσουν ακέραιη την κουλτούρα τους, αλλά αν καταλάβουν ότι υπονομεύεται δολίως από τον Κίσινγκερ, θα συσπειρωθούν γύρω από τους κεκράκτες της ασύμμετρης πολιτιστικής απειλής.
Φυσικά, η θεωρία της συνωμοσίας γνώρισε νέα δόξα με ευκαιρία την τωρινή κρίση. Πολλοί είναι πεπεισμένοι ότι υπάρχει κάποιο Ύποπτο Σχέδιο πίσω από αυτήν. Όπως η αγορά θεωρείται ότι ελέγχεται και κατευθύνεται από κρυμμένες δυνάμεις, έτσι και η κρίση υποκινείται από κάποιους που σχεδιάζουν πίσω από την πλάτη μας, εις βάρος μας και εις βάρος «των Λαών». Ούτε τους νόμους της αγοράς χρειάζεται να γνωρίζουμε, ούτε ότι η αγορά είναι το όνομα που δίνουμε στο σύνολο ατομικών συναλλαγών που γίνονται και δεν κατευθύνεται από κανένα. Η συμμετοχή μας σ’ αυτό το γίγνεσθαι αγνοείται. Η αγανακτισμένη αντίδραση στη δήλωση «μαζί τα φάγαμε» τα λεφτά εξηγείται εν μέρει από αυτή την άγνοια. Υπήρχε ένα άσωτο φαγοπότι, με συμμετοχή όλων, εφόσον όλοι βελτίωσαν το επίπεδο ζωής τους, και ορισμένοι το βελτίωσαν πολύ περισσότερο. Με τη διαφορά ότι η «βελτίωση» ήταν φαινομενική διότι έγινε με βερεσέδες. Η έκφραση «μαζί τα φάγαμε» ήταν ατυχής, όπως προέκυψε, διότι εξελήφθη ότι φαγώθηκαν εις βάρος κάποιου άλλου. Οι αρές κατά του Πάγκαλου εκφράζουν το παράπονο ότι εμείς είμαστε ο «άλλος». Δεν θα είχαμε αντίρρηση να τα φάμε εις βάρος του «άλλου», όποιος και να ήταν αυτός εκτός από μας, βέβαια. Η αντίδραση που εκδηλώθηκε ήταν, επομένως, απόλυτα ορθολογική, παρά το ανορθολογικό κλίμα που επικρατεί στον τόπο μας. Άλλωστε, δεν είμαστε ο ευφυέστερος λαός του κόσμου, κατά γενική ομολογία[8] των συμπατριωτών μας;
[1] Joseph A. Schumpeter (1942)Capitalism, Socialism and Democracy. New York: Harper σ. 122
[2] Ο Λόγος [με Λ κεφαλαίο, για να διακριθεί από το λόγο ως ομιλία], δηλαδή, ο ορθός λόγος, η ορθολογικότητα αποτελεί είδος εν ανεπάρκεια στην κουλτούρα μας
[3] Χωρίς να ξεχνάμε άλλους παραδοσιακούς φταίχτες, όπως είναι οι πολυεθνικές, η C.I.A., ο διεθνής σιωνισμός, η μασονία κ.α.
[4] Σε συνέντευξη που είχε δώσει το 2006 ο τότε υπουργός Οικονομικώς Γιώργος Αλογοσκούφης σε γνωστό δημοσιογράφο, είχε πει ότι η πολιτική του είχε κατορθώσει να αυξήσει το ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν ενδιαφέρει εδώ η επιχειρηματολογία του υπουργού, τα στοιχεία που επικαλείται και αν η πολιτική που ακολούθησε ήταν η ορθή. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η αντίδραση του δημοσιογράφου: «Ο κοινός άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης». Προφανώς ο δημοσιογράφος μιλούσε ως «μέσος άνθρωπος», στον οποίο απέδιδε τη δική του οικονομική ασχετοσύνη. Το ότι αυτό πέρασε απαρατήρητο από την αρχισυνταξία της εφημερίδας, δείχνει κάτι για την κρατούσα κουλτούρα.
[5] Πάνω στον όρο «νεοφιλεύθερος». Η χρήση του προθέματος «νεο» αναφορικά με τη φιλελεύθερη ιδέα δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε αθώα. Δεν είναι θεμιτή διότι αναφέρεται σε θεωρίες που εντάσσονται φυσιολογικά σε μια παράδοση που έχει της ρίζες της στους John Locke John Stuart Mill.Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός έχει τις ίδιες ατομοκεντρικές προκείμενες με τον κλασικό φιλελευθερισμό και συμμερίζεται ανάλογους προβληματισμούς. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με φιλελεύθερες και όχι με «νεο- φιλελεύθερες» ιδέες. Από την άλλη μεριά, ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» υποβάλλει την ιδέα ότι οι φιλελεύθερες ιδέες είναι ιστορικά ξεπερασμένες και ότι οποιαδήποτε σύγχρονή τους έκφραση αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης μιας πεπαλαιωμένης αρχής. Γι αυτό και η χρήση αυτού του όρου δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα. Βέβαια, τα ονόματα που δίνει κανείς στις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιεί δεν έχουν μεγάλη σημασία, διότι είναι συμβατικά και δεν αποτελούν «ουσίες». Όμως, οι όροι με τους οποίους ονοματίζονται οι ιδέες είναι φορείς κοινωνικής εμπειρίας και επομένως έχουν συχνά συμβολική φόρτιση. Η τελευταία είναι άσχετη με την επιχειρηματολογία που υπηρετούν, όμως ανταποκρίνονται σε ορισμένες προσδοκίες στα μέλη μιας ιδεολογικής κοινότητας, οι οποίες δεν είναι καθόλου ουδέτερες. Για μια σοβαρή ανάλυση της σύγχρονης έννοιας του φιλελευθερισμού και της χρήσης του όρου «νεοφιλελευθερισμός» στην Ελλάδα βλ. Αριστείδης Ν. Χατζής (2004, 2007) “Η Επίσηµη Ιδεολογία της Παγκοσµιοποίησης: «Νεοφιλελευθερισµός», Φιλελευθερισµός και Οικονοµική Επιστήµη” http://www.civilitas.gr/books/ok/ideol.pdf
[7] Ολόκληρο το χρονικό της «δήλωσης» που δημοσιε΄πυθηκε στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΗ ΤΟ 1997, της διάψευσης από τον ίδιο τον Henry Kissinger, και της συνέχισης της διάδοσης και μετά τη διάψευση βρίσκεται στο http://www.e-telescope.gr/el/miscellaneous/556-kissinger-on-greece
Η πανδημία της διαφθοράς
Δημοσιεύθηκε: 13/09/2008 Filed under: Uncategorized | Tags: corruption, Greece, state, Transparency International ΣχολιάστεΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Πόσες φορές δεν έχει ακούσει ο καθένας μας ότι η διαφθορά έχει γενικευθεί στο δημόσιο, ότι όλοι «τα πιάνουν» και ότι αυτός ο τόπος «δεν σώζεται»; Η χώρα μας φαίνεται να εισέρχεται ραγδαία σ’ αυτό που είναι διεθνώς γνωστό ως «παγίδα της διαφθοράς» (corruption trap) : η διαφθορά αυτό-αναπαράγεται καταβροχθίζοντας ακόμα και τα μέσα καταπολέμησής της και μεταδίδεται πολλαπλασιαστικά από τον έναν στον άλλον, όπως συμβαίνει με τις πανδημικές νόσους.
Πριν δούμε αν αυτή η τάση είναι αναστρέψιμη, είναι ανάγκη να γίνει σωστά η διάγνωση. Και αυτή δεν γίνεται μέσω ηθικής καταδίκης της διαφθοράς. Παρατηρώντας τη διαφθορά εκτός πεδίου ηθικής, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι θεωρητικά αβλαβής, ότι δεν είναι παρά μια «μέθοδος δημόσιας επιλογής». Είναι μια αντίδραση, σχεδόν φυσιολογική στη γενικότερη αποτυχία του κράτους – φαινόμενο παγκόσμιο, πλέον -και μια διέξοδος σ’ αυτήν. Σλυμφωνα με αυτήν την άποψη, η διαφθορά δεν είναι και τόσο επιλήψιμη. Λειτουργεί όπως «ο κλέψας του κλέψαντος» και «ο διαφθαρείς του διαφθαρέντος», οι οποίοι μετακυλύουν την κλοπή και τη διαφθορά στον επόμενο. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η διαφθορά είναι ένας τρόπος συναλλαγής που δεν βλάπτει, εφόσον το σημαντικό είναι να «τζιράρει» το χρήμα και να γίνονται «δουλειές».
Η ιδέα αυτή είναι, βέβαια κυνική και βάναυση, ιδίως αν σκεφθεί κανείς ότι θύματα της διαφθοράς είναι κυρίως οι ανυπεράσπιστοι στην κοινωνία, δηλαδή οι φτωχοί και οι άνεργοι. Όμως είναι και κάτι χειρότερο από κυνική και βάναυση. Είναι λανθασμένη. Διότι η γενικευμένη διαφθορά αποτελεί μείζον αναπτυξιακό πρόβλημα από τη στιγμή που αυξάνει το συνολικό κόστος συναλλαγών: κόστος σε χρήμα, σε χρόνο, σε επιχειρηματικό κίνδυνο κλπ.. Για τον ξένο επενδυτή, αυτό το κόστος είναι συχνά απαγορευτικό. Διότι ο υγιής επιχειρηματίας δεν μπορεί και δεν θέλει να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με νοθευμένους όρους, όπου επικρατεί όχι αυτός που είναι ο πιο αποδοτικός, αλλά ο επιτήδειος σε παίγνια διαπλοκής και διαφθοράς. Γι αυτό και δεν πραγματοποιούνται παρά ελάχιστες ξένες επενδύσεις σε χώρες με υψηλό δείκτη διαφθοράς. Και γι αυτό ο γνωστός φαύλος κύκλος της υπανάπτυξης συνενώνεται αρμονικά με το φαύλο κύκλο της διαφθοράς. Γι αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι χώρες που η Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International) κατατάσσει ανάμεσα στις πρώτες σε απουσία διαφθοράς συμπίπτουν με εκείνες που άλλες διεθνείς οργανώσεις στις μετρήσεις τους εκτιμούν πρώτες στην ευημερία, την οικονομική καθώς και την πολιτική ελευθερία. Αντίστοιχα, οι πρώτες στη διαφθορά είναι τελευταίες στους δείκτες ανάπτυξης και ελευθερίας. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το πρόβλημα της διαφθοράς έχει αποκτήσει μέγιστη σημασία διεθνώς.
Μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν μελετήσει τρόπους καταπολέμησής της. Πηγή της είναι ο κρατισμός, δηλαδή ο πολλαπλασιασμός εστιών και ευκαιριών χρηματισμού κρατικών λειτουργών. Όσο περισσότερη οικονομική ελευθερία, τόσο λιγότερες μίζες πέφτουν και τόσο μικρότερος ο κρατικός «λουφές» μοιράζεται με παράνομα ή νομιμοφανή μέσα.
Σ’ αυτό παίζει σημαντικό ρόλο η προσοδοθηρία, δηλαδή η προσπάθεια απόκτησης ωφελημάτων (μικρών ή μεγάλων) μέσα από κρατική παρέμβαση. Η προσοδοθηρία είναι η συμπεριφορά που αυξάνει την ευημερία ορισμένων ατόμων μειώνοντας εκείνη άλλων. Αποτελεί με την έννοια αυτή παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Η επιζητούμενη πρόσοδος εξασφαλίζεται μέσα από την πολιτική, από τη στιγμή που το κράτος είναι εκείνο που δημιουργεί την ευκαιρία τέτοιας προσόδου, επιβάλλοντας συνθήκες τεχνητής ανεπάρκειας σε κάτι. Τότε οι άνθρωποι θα επενδύσουν χρήμα και προσπάθεια στην απόκτηση δυνατότητας προνομιακού οφέλους.
Ο έννοια της προσδοθηρίας καλύπτει φαινόμενα εξαιρετικά γνώριμα στη χώρα μας, από το «ρουσφετάκι» για μια αργομισθία μέχρι την «φωτογραφική» διάταξη μέσω τροπολογίας νόμου που χαρίζεται σε κάποια κατεστημένα συμφέροντα. Και φυσικά, η προσδοθηρία γεννά τη διαφθορά. Η διαφθορά κρατικών λειτουργών (δηλαδή, πολιτικών ή δημοσίων υπαλλήλων) είναι προσοδοθηρική και σχετίζεται άμεσα με την πληθώρα κανονισμών, διατάξεων και νόμων του κράτους επί των οποίων ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια στην ερμηνεία και εφαρμογή.Η προσοδοθηρία είναι συνυφασμένη μ’ αυτό που κάποτε αποκαλούσαμε ευνοιοκρατία. Ο προσοδοθήρας δεν δαπανά σε υλικό ή σε ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά σε μίζες και σε πολιτική επιρροή. «Επενδύει» σε εύνοια. Δεν τον ενδιαφέρει το υγιές επιχειρηματικό κέρδος (που τόσο έχει κακολογηθεί), αλλά η πρόσοδος πέραν του κέρδους. Και μόνο μέσω της κρατικής εύνοιας, και σε πιο προχωρημένο στάδιο, μέσω της διαπλοκής μπορεί να εξασφαλίσει την τελευταία. Το επόμενο βήμα είναι η δωροδοκία και η δημιουργία κυκλωμάτων διαφθοράς μέσα στους μηχανισμούς του κράτους.
Ο εντοπισμός της αιτίας της διαφθοράς στον κρατισμό και το εξώγαμο τέκνο του που είναι η προσοδοθηρία, δεν σημαίνει ότι αυτή μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο μέσα από τη μείωση του ρόλου και του μεγέθους του κράτους. Η μείωση αυτή δεν επέρχεται από τη μια μέρα στην άλλη. Επέρχεται μέσα από μια αργή και επίπονη διαδικασία. Η καταπολέμηση της διαφθοράς, όμως, επείγει. Και ο περιορισμός του κράτους είναι πολιτικά αποδεκτός όταν συνδυασθεί με την ανάγκη καταπολέμησης της διαφθοράς. Προς το σκοπό αυτό, είναι πάντα αναγκαίο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ελέγχου, χωρίς όμως, με αυτά να αυξάνεται η γραφειοκρατία και επομένως να δημιουργούνται νέες εστίες διαφθοράς.Συχνά λέγεται ότι η κοινωνία πολιτών, δηλαδή, ότι δεν ανήκει στο κράτος, οι οργανώσεις αλλά και οι επιχειρήσεις που παράγουν κοινωνικό και οικονομικό έργο, μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα που δεν μπορεί να λύσει το κράτος – ή μπορεί να συμβάλει επικουρικά στο τελευταίο για την επίλυσή τους. Μία συμβολή θα ήταν η ελεύθερη δήλωση επί τιμή – και η δημοσιοποίησή της – από όποια εταιρεία το αποφασίσει ότι δεν προβαίνει στην προσφορά «δώρων». Αποτελεί διεθνή πρακτική ορισμένων «επάρατων» πολυεθνικών, όπως η ΒΡ. Η δήλωση αυτή προβάλλεται παντού όπως παλιά η επιγραφή «βερεσές δεν γίνεται» με αποτέλεσμα να αποτρέπεται προκαταβολικά κάθε αίτημα προς αυτή την κατεύθυνση. Η δήλωση αυτή συνεπάγεται ότι η εταιρεία και οι διευθύνοντες σύμβουλοί της είναι ανοιχτοί σε κάθε έλεγχο που θα τους ζητηθεί για να εξασφαλίζεται η διαφάνεια. Φυσικά, σε τέτοια περίπτωση, τέτοιες εταιρείες θα πρέπει να προτιμώνται κατ’ αρχήν από άλλες που δεν έχουν ίσα τεκμήρια εντιμότητας, αν συμφωνεί κανείς ότι όσον αφορά τα δημόσια πράγματα οι έντιμες πρακτικές πρέπει σαν τη γυναίκα του Καίσαρα, να είναι και να φαίνεται έντιμη.
Η εθελοντική αυτή προβολή της άρνησης της δωροδοκίας, εκτός του ότι μπορεί να «κόψει το βήχα» σε ορισμένους υποψήφιους δωρολήπτες, δημιουργεί και ένα κλίμα στο οποίο συμμετέχει το κοινωνικό σύνολο και όχι μόνο η πολιτική ηγεσία με δηλώσεις αποφασιστικότητας. Η τελευταία είναι σημαντική, αρκεί να μη μένει σε λόγια ή να περιορίζεται σε ημίμετρα. Διότι ακριβώς τα ημίμετρα είναι που πολλαπλασιάζουν τη διαφθορά, όπως η Λερναία Ύδρα πολλαπλασίαζε τις κεφαλές της με κάθε αποκοπή μιας από αυτές.
Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι είναι αποφασισμένος να πατάξει τη διαφθορά. Δεν έχει κανένας λόγο να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια της πρόθεσής του. Με τη διαφορά ότι αυτό είναι αδύνατον να γίνει αν δεν υπάρχει το κατάλληλο κλίμα. Και αυτήν τη στιγμή, δυστυχώς, κυριαρχεί το αντίθετο – το οποίο μπορεί και να καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό, από κατεστημένα συμφέροντα: ένα κλίμα δυσπιστίας και απαισιοδοξίας που εκτρέφει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική ηγεσία και τους θεσμούς. Σ’ αυτό η Ελλάδα δεν είναι μοναδική. Η διεθνής εμπειρία δείχνει υψηλούς συντελεστές συσχετισμού μεταξύ έλλειψης εμπιστοσύνης του κοινού προς την πολιτική και το κράτος από τη μια μεριά και υψηλούς δείκτες διαφθοράς από την άλλη. Για την καταπολέμηση της διαφθοράς χρειάζεται κάτι περισσότερο από δήλωση αποφασιστικότητας εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, ακόμα και κάτι περισσότερο από τη διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος. Χρειάζεται η οικοδόμηση μιας «ηθικής υποδομής» (ethics infrastructure). Αν κράτος και κοινωνία πολιτών ενστερνισθούν αυτήν την ανάγκη, αν θεσπισθούν μέτρα που να δείχνουν πώς μετουσιώνεται σε πράξη αυτή η στάση, τότε απομονώνεται η διαφθορά και η μητέρα της που είναι η προσοδοθηρία και μαζί οι επίδοξοι «ήρωές» τους, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον κρατικό τομέα.
Σε μεγάλο βαθμό, οι τελευταίες εκλογές εκφράζουν την διαμαρτυρία για τη νοσηρότητα της διαφθοράς, αλλά και την παρασιτική λειτουργία της προσοδοθηρίας. Θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από την αρχή αυτή η έφεση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος με την δημιουργία συνθηκών «ηθικής υποδομής» στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να γίνει με πίστη στη «βουλησιαρχικής παντοδυναμίας της πολιτικής», για να χρησιμοποιήσω μια διατύπωση που ανήκει στον Αντώνη Παπαγιαννίδη.
Όμως, στο κράτος και στην πολιτική του ηγεσία ανήκει η πρωτοβουλία για μεταρρύθμιση. Ιδίως όταν απαιτείται από αυτήν να έχει ριζικό αν όχι σαρωτικό χαρακτήρα, ώστε να δώσει το κατάλληλο μήνυμα στην κοινή γνώμη: ότι η πολιτική βούληση είναι υπαρκτή, συγκεκριμένη και ρωμαλέα. Γιατί και από πλευράς του κράτους να μη γίνει αυτό που μπορεί μάλλον εύκολα να πραγματοποιήσει μια υγιής επιχείρηση: να προσφερθεί οικειοθελώς ο πολιτικός σε εξονυχιστικό δημόσιο έλεγχο, όχι μόνο «πόθεν έσχε», αλλά σχετικά με οποιαδήποτε δραστηριότητα αφορά το δημόσιο συμφέρον.
Η δημιουργία ενός σώματος κατά τεκμήριο αδιάφθορων κρατικών λειτουργών θα αποτελούσε μια συμπαγή βάση για την απομόνωση της διαφθοράς ευρύτερα στο δημόσιο. Θα μπορούσε να συνδυασθεί με άλλα πρόσθετα μέτρα που θωρακίζουν την ηθική υποδομή μιας χώρας, όπως είναι η ήδη υφιστάμενη πολιτική δέσμευση και αποφασιστικότητα για εξυγίανση της ηθικής υποδομής στο δημόσιο, η ύπαρξη αποτελεσματικού νομικού πλαισίου στη διοίκηση, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση μηχανισμών υπευθυνότητας, δηλαδή ύπαρξη αποτελεσματικών ελέγχων, υποχρέωση λογοδότησης σε επιφορτισμένα όργανα που περιλαμβάνουν διοικητικά όργανα αλλά και πολιτικά (κοινοβουλευτικές επιτροπές). Ίσως αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Περιλαμβάνει κάθε τι που καθιστά την αήθη συμπεριφορά του κρατικού λειτουργού επικίνδυνη και δυσχερή για τον ίδιο και ταυτοχρόνως εύκολα ελέγξιμη.
Η κυβέρνηση αυτή δεσμεύτηκε για την επανίδρυση του κράτους. Η διατύπωση αυτή (και όχι απλώς μεταρρύθμιση του κράτους) είναι εξαιρετικά επιτυχημένη. Πιστεύω ότι αν στηρίχθηκε από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παράλληλη και σχετική απαίτηση για αυτήν την δημιουργία ηθικής υποδομής και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αν το κράτος είναι κύρια εστία της διαφθοράς, αυτή μπορεί να καταπολεμηθεί μειώνοντας τα κρατικά κέντρα αποφάσεων, αλλά και αναμορφώνοντας εκ θεμελίων το ίδιο το κράτος, κοντολογίς επανιδρύοντάς το. Αλλά, όπως φαίνεται έχουμε λησμονήσει την περίφημη «επανίδρυση του κράτους». Ή μήπως θεωρούμε ότι έχει …ολοκληρωθεί;

