Βαϊμάρη

Δ. Δ.

Υπάρχουν κόμματα που είναι απαλλαγμένα από λαϊκισμό- τα φιλελεύθερα- που γι αυτόν ακριβώς το λόγο, συγκεντρώνουν μικρά ποσοστά οπαδών. Υπάρχουν άλλα κόμματα, μεγάλα και κυβερνώντα, που πάντα περιείχαν το στοιχείο του λαϊκισμού, χωρίς όμως να ταυτίζονται μ’ αυτόν. Και υπάρχουν και άλλα, νεόκοπα, που είναι ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΑ ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΑ. Βασίζονται σε μια ΠΙΣΤΩΣΗ ΑΝΕΥ ΟΡΙΩΝ που χορηγούν σε ό,τι πιο χαμερπές κινεί τον ανθρώπινο ψυχισμό υπό συνθήκες φόβου ανακατεμένου με πολλή οργή και ακόμα περισσότερη άγνοια.

Βαϊμάρη, Ιούλιος 1932.

Παρέλαση του κομμουνιστικού Roter Frontkämpferbund στο Βερολίνο, 1927

Συγκέντρωση μελών του ναζιστικού Harzburger Front, Βερολίνο 1932


Η απειλή της αυτοκαταστροφής: Από τις καρδάρες, στα περίστροφα.

 Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Τρία δεδομένα:

Πρώτον, αν πιστέψουμε στις δημοσκοπήσεις, οι Έλληνες που δηλώνουν ως αποκλειστικό κριτήριο της επικείμενης ψήφου τους την τιμωρία του πολιτικού συστήματος – αδιαφορώντας για τις όποιες άλλες συνέπειες θα έχει πιθανώς αυτή η επιλογή τους – υπερβαίνουν σταθερά το 40%.

Δεύτερον, η προσέγγιση «Κούγκι» για την αντιμετώπιση της κρίσης (να απειλήσουμε δηλαδή τους Ευρωπαίους ότι θα τους πάρουμε μαζί μας αν δεν εκπληρώσουν τα αιτήματά μας), συνεχίζει να είναι εξαιρετικά δημοφιλής παρά τις διαβεβαιώσεις της ΕΕ περί θωράκισής της έναντι μιας δικής μας (αυτό)ανάφλεξης.

Τρίτον, έχουμε το ολοένα και συχνότερα εκφραζόμενο πνεύμα της επιστολής του συνταξιούχου κ. Δημήτρη Φωτάκη προς τους Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελο Βενιζέλο που δημοσιεύθηκε στην Αυγή στις 5 Απριλίου.[1] Γράφει ο κ. Φωτάκης:«Σας θεωρώ επικίνδυνους ηθικούς αυτουργούς που με τη θανατική ποινή των Μνημονίων που μου επιβάλατε με εξαθλιώνετε πλήρως, με οδηγείτε στην «Αυτοχειρία». Όμως σας βεβαιώ ότι σ’ αυτό το αδιέξοδο ταξίδι μου, αν δεν ικανοποιήσετε το δίκαιο αίτημά μου [να αποπληρώσουν οι Σαμαράς και Βενιζέλος τα δάνειά του], θα με «ακολουθήσετε» χωρίς επιστροφή.».[2]

Αν μη τι άλλο, η κρίση άλλαξε ριζικά τη λογική της κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Για όσο καιρό τα φτηνά δανεικά καθιστούσαν την εκπλήρωση της όποιας διεκδίκησης θέμα «πολιτικής απόφασης», το παιχνίδι ήταν «σου δίνω – μου δίνεις». Αν βάλουμε στην άκρη της μελλοντικές σωρευμένες συνέπειες αυτής της προσοδοθηρίας – όπως αδιαμφισβήτητα οι τότε συναλλασσόμενοι τις έβαζαν στην άκρη – επρόκειτο για ένα παιχνίδι θετικού αθροίσματος: όλοι κέρδιζαν. Όμως αυτές ακριβώς οι σωρευτικές συνέπειες άλλαξαν εντέλει και το παιχνίδι. Πλέον η ικανοποίηση της συντριπτικής πλειονότητας των κοινωνικών αιτημάτων δεν είναι ζήτημα απόφασης, δεν είναι καν διαθέσιμη επιλογή. Έτσι, κάποιοι από τους αιτούντες καταφεύγουν στην απειλή για  μεγιστοποίηση του κόστους της μη ικανοποίησης των αιτημάτων τους– ακόμα κι αυτό σημαίνει την αυτοκαταστροφή: εκεί που όλοι κέρδιζαν, τώρα όλοι να χάνουν και μάλιστα με τον τραγικότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να έχει εντρυφήσει κανείς στη θεωρία παιγνίων για να κατανοήσει τη λογική αυτής της μπλόφας – στο βαθμό που είναι μπλόφα. Όπως επίσης, δεν χρειάζεται επιστημονική εξοικείωση για να εντοπίσει κανείς τις προϋποθέσεις για την επιτυχή της έκβαση:

–          Πρώτα απ’ όλα, η απειλή πρέπει να είναι πιστευτή. Για να γίνονται πιστευτές τέτοιες απειλές, αυτοί που τις εκφέρουν πρέπει ολοένα και περισσότερο να φαίνονται παράλογοι – να φαίνονται όχι απλώς ότι δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν, αλλά επίσης ότι εκτιμούν την αυτοκαταστροφή τους (και τις παράπλευρες συνέπειές της) ως προτιμότερη από τη μη εκπλήρωση των όποιων αιτημάτων τους.

–          Δεύτερον, η ζημιά που θα καταφέρει αυτοκαταστρεφόμενος ο απειλών στον απειλούμενο να είναι σημαντική και, πάντως, μεγαλύτερη της ζημιάς που θα υποστεί ο τελευταίος αν φάει την μπλόφα – συμπεριλαμβανομένης της  μακροχρόνιας ζημιάς από τη δημιουργία προηγουμένου.

Με άλλα λόγια, η πρόβλεψη δυστυχώς είναι απαισιόδοξη: ολοένα και μεγαλύτερες απειλές, ολοένα και πιο παράλογες, ακραίες , τραγικές συμπεριφορές. Ήδη οι γραφικές καρδάρες με το γάλα που χύνονταν πριν την κρίση στην άσφαλτο από τους παραγωγούς δίνουν τη θέση τους στα περίστροφα.

Η νόρμα της απειλής για αυτοκαταστροφή σχετίζεται συνεπώς με τη θεσμική μας δυσλειτουργία. Δεν είναι εύκολο, αν δεν είναι και τελείως ανέφικτο, σ’ αυτές τις συνθήκες να εμπεδωθεί μια νέα κουλτούρα θεσμικής διαφάνειας και κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Τουλάχιστον, να γίνει, έστω και τώρα, αυτό που μπορεί να γίνει: από το στενότατο πια περιθώριο των εναλλακτικών για τη διάθεση πόρων ή την επιβολή βαρών οι επιλογές που θα γίνουν στο εξής να θεμελιώνονται σε ρητά κριτήρια δικαιοσύνης – το γεγονός ότι το σχετικό κριτήριο πχ του φιλελεύθερου διαφέρει απ’ αυτό το σοσιαλιστή είναι εντέλει και το αντικείμενο της πολιτικής διαμάχης.

Σε κάθε περίπτωση, η  ρητή ιεράρχηση των αναγκών (κατάργηση του περιοδικού Ραδιοτηλεόραση ή μείωση συντάξεων; – μείωση κομματικών επιχορηγήσεων ή έκτακτες εισφορές;), η δήλωση μετρήσιμων στόχων και η λογοδοσία ως προς την επίτευξή τους, η διακυβέρνηση των πεπερασμένων μέσων και όχι της «πολιτικής βούλησης», ίσως οδηγήσουν κάποτε σε μια συνθήκη που θα ακυρώνει τόσο τις απειλές αυτοκαταστροφής, όσο και τους πολιτικούς δρόμους που τις καθιστούν τελευταίες επιλογές αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης ή, χειρότερα και τραγικότερα, αξιοπρεπούς στάσης ζωής, στο μυαλό όσων τις εκφέρουν.

Όλα αυτά βεβαίως, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι ήδη πολύ αργά…


  • [2]^ Προς αποφυγή παρεξηγήσεων τονίζω με κάθε δυνατή έμφαση ότι δεν αναφέρομαι στις πράξεις αυτοκτονίας, αλλά στις απειλές αυτοκαταστροφής.

Ένα έθιμο που γελοιοποιεί την Ελλάδα

Δεν συνηθίζω να υπεισέρχομαι σε θέματα θρησκευτικής πίστης, όποια και αν είναι αυτή. Δεν έχω ανάγκη να την συμμερίζομαι για να τη σέβομαι. Το θρησκεύεσθαι, αλλά και το μη θρησκεύεσθαι είναι ατομικό δικαίωμα του καθενός. Αν το πάρουμε αυτό το δικαίωμα σοβαρά, θα δεχθούμε ότι δεν πρέπει να χλευάζουμε την πίστη του άλλου ή να τον  παρεμποδίζουμε στην εκτέλεση των θρησκευτικών του καθηκόντων. Η προσβολή και η παρεμπόδιση αυτή είναι ένα κόστος που επιβάλλουμε σε κάποιον – και μάλιστα χωρίς να αντλούμε από αυτό κάποιο όφελος πέρα από το χαιρέκακο συναίσθημα ότι προσβάλλουμε ή καταπιέζουμε κάποιον που έχει άλλη πίστη από τη δική μας. Ένας άνθρωπος με φιλελεύθερες, προοδευτικές και δημοκρατικές αντιλήψεις δεν μπορεί να επιτρέψει την επιβολή ενός τέτοιου –ή οποιουδήποτε άλλου – κόστους σε κάποιον.  Είναι σημαντικό να εμπεδώσει ο καθένας από μας ότι καταπίεση κάτω από οποιαδήποτε μορφή είναι επιβολή κάποιου κόστους στον άλλο. Αυτό το κόστος που υφίσταται παρουσιάζεται σε διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι κόστος  σε χρήμα ή σε κόπο, ή να επιβάλλει επιβάρυνση στην  υγεία, αισθητική ή περιβαλλοντική υποβάθμιση ή περιορισμό στην ελευθερία ή προσβολή στην προσωπικότητα και τα πιστεύω του. Ο απόλυτος σεβασμός, επομένως, της ελευθερίας του θρησκεύεσθαι, η ανεξιθρησκία και γενικότερα η ανεκτικότητα,  που η πολιτισμένη ανθρωπότητα έχει αποδεχθεί ως βασικό ανθρώπινο δικαίωμα είναι η πιο σημαντική μορφή του δικαιώματος στην ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Εκεί που δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία και δημοκρατία.


Υπάρχει, όμως και ένα έθιμο για το οποίο υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις. Αυτό είναι η μεταφορά του Αγίου Φωτός από την Ιερουσαλήμ μετά την Τελετή της Αφής το Μεγάλο Σάββατο. Προσοχή: δεν παίρνω θέση, όπως, άλλωστε, και το ίδιο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων,  πάνω στο θαυματουργό χαρακτήρα της Αφής. Είναι, ασφαλώς, θέμα πίστης, όπως όλα τα θαύματα. Ο πιστός μπορεί να παρακολουθήσει την τελετή αυτή, που είναι ένα πολύ παλιό έθιμο και είναι ως εκ τούτου,  διατηρητέο. Επιπλέον, δεν βλέπω γιατί όσοι δεν πιστεύουν, είτε στο θαυματουργό χαρακτήρα της Αφής, είτε στην αξία της διατήρησης του εθίμου αυτού, πρέπει να το χλευάζουν. Το ίδιο θα έλεγα για οποιαδήποτε τελετή άλλης θρησκείας, εφόσον δεν δημιουργεί προβλήματα σε τρίτους.Ας πάμε παρακάτω. Είπαμε, λοιπόν ότι ο σεβασμός στη θρησκεία του άλλου είναι βασική υποχρέωση του καθενός από μας, γιατί αλλιώς του επιβάλλουμε ένα κόστος το οποίο ή θα πρέπει να υποστεί, ή να αντιδράσει βίαια. Εδώ, όμως, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον αντίλογο. Η θρησκευτική πρακτική, είτε της «επικρατούσας» θρησκείας, είτε άλλη, συνεπάγεται κάποιο κόστος. Η διακοπή της κυκλοφορίας και η περιφορά του Επιταφίου, για παράδειγμα, επιβάλλει στο κοινωνικό σύνολο ένα κόστος. Θεωρούμε ότι στην πλειονότητά τους οι Έλληνες, ως ορθόδοξοι, δέχονται πρόθυμα να υποστούν αυτό το κόστος. Εφόσον το δέχονται, δεν είναι επιβολή. Τα έθιμα τηρούνται, όσο η θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση αναγνωρίζει την ανάγκη τους.

Η ίδια η τελετή, όμως, είναι ένα πράγμα και η μεταφορά του Θείου και Αχράντου Φωτόςμε τιμές αρχηγού κράτους είναι άλλο. Οι αντιρρήσεις στην τήρηση και διατήρηση αυτού του εθίμου είναι δύο (α) για το αν αποτελεί όντως αρχαίο έθιμο (β) για το αν το οικονομικό κόστος τήρησής του + το κόστος  της εθνικής γελοιοποίησης που συνεπάγεται δικαιολογούν  τη  συνέχισή του.Ας ξεκινήσω από το πρώτο. Το παλαιόθεν έθιμο της τελετής στα Ιεροσόλυμα χρονολογείται από τον 9ο αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να καταργηθεί. Επιπλέον, αυτό είναι θέμα τοπικό και δοξαστικό που αφορά το Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, το ποίμνιο των πιστών και το κράτος του Ισραήλ. Αλλά το έθιμο της μεταφοράς του Αγίου  Φωτός, με τιμές αρχηγού κράτους και «πλαισιωμένο από σχηματισμό μαχητικών υπό την ευθύνη του Τομέα Ειδικών Επιχειρήσεων»  χρονολογείται από το έτος 1988. Αυτό έγινε με πρωτοβουλία του τότε Εξάρχου και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ειρηναίου, και ασφαλώς παραγόντων του Ελληνικού κράτους. Το Υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει τη διοργάνωση της μεταφοράς του Αγίου Φωτός έκτοτε.

Επομένως, αυτό το «έθιμο» μας προέκυψε επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ αρκετά πρόσφατα: 1988. Τόσο παλιές είναι οι τιμημένες περγαμηνές του. Σε περίοδο που άνθισε η διαπλοκή και ο κρατισμός – παραμονές του «Τσοβόλα, δώστα όλα»- ένας αμφιλεγόμενος ιεράρχης, ο οποίος στη συνέχεια καθαιρέθηκε και εκθρονίσθηκε, πήρε αυτή τη «θεάρεστη» πρωτοβουλία. Ήταν από εκείνα τα κατορθώματα λαϊκισμού του ΠΑΣΟΚ, που είναι δύσκολα αναστρέψιμα, ακριβώς διότι προστατεύονται από την προβλέψιμη κατακραυγή εκείνων που φρονούν ότι είναι παλιό έθιμο, και κυρίως, ότι οφείλουν όλοι να χρεώνονται το κόστος αυτής της μεταφοράς: ΟΛΟΙ να το χρεώνονται, είτε το δέχονται είτε δεν το δέχονται, ιδίως αν δεν το δέχονται! Εντάσσεται στη νοοτροπία που ενεθάρρυνε και γιγάντωσε η τότε Κατάσταση, τα επίχειρά της οποίας πληρώνουμε τώρα: να πληρώσουν άλλοι για να έχω εγώ την ικανοποίηση και την αγαλλίαση να υποδεχθώ το Άγιο Φως εδώ. Δηλαδή, πριν από το 1988 που δεν γινόταν αυτό, ήταν οι πιστοί αδικημένοι; Ήταν σε χειρότερη μοίρα οι παππούδες τους , που λάβαιναν το Άγιο φως την ώρα της Ανάστασης συμβολικά, από τον ιερέα και στη συνέχεια,  ο ένας από τον άλλον;

Βέβαια, δεν θα είχε κανείς αντίρρηση, να γινόταν ναύλωση ειδικού αεροσκάφους, και να ερχόταν με έξοδα εκείνων που ενδιαφέρονται, χωρίς την πολεμική αεροπορία και ειδικά αεροσκάφη, και χωρίς τιμές αρχηγού κράτους, πράγμα που ξεπερνά το μέτρο. Και αυτό μας φέρνει στη δεύτερη αντίρρηση, που έχει να κάνει με την εθνική γελοιοποίηση. Στα μάτια οποιουδήποτε εχέφρονος ανθρώπου, η υποστασιοποίηση ενός άφατου θρησκευτικού μυστηρίου, η μεταχείρισή του σαν να ήταν πράγμα – ένα αντικείμενο που μεταφέρεται, είναι η αποθέωση του παραλόγου. Δεν μπορεί δε,  παρά να προκαλέσει θυμηδία στον ξένο  παρατηρητή η  πληροφορία ότι σ’ αυτό το πράγμα αποδίδονται τιμές αρχηγού κράτους, και ότι η μεταφορά του είναι πολυέξοδη υπόθεση για ένα καταχρεωμένο έθνος. Η γνώση, μάλιστα ότι σοσιαλιστική κυβέρνηση καθιέρωσε αυτό το έθιμο υπογραμμίζει τον λαϊκίστικο κυνισμό της απόφασης: δώσε στους αδαείς κάτι που να τους κάνει εθνικά και δοξαστικά υπερήφανους και βάλτους να πληρώσουν το λογαριασμό, μαζί με όλες τις άλλες «παροχές».

Αυτή η γελοιότητα είναι ένα επιπλέον κόστος  που μας επιβάλλεται. Ασφαλώς κάποιοι περινούστατοι στο Υπουργείο Εξωτερικών τότε, σκέφτηκαν ότι μέσα από την θεσμική παρουσία της Ορθοδοξίας στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα θα μπορούσε να παίξει ένα «ειδικό ρόλο». Μια μικρογραφία της –αποτυχημένης- «μεγάλης πολιτικής» του στρατηγού Ντεγκόλ της δεκαετίας ’60 στην Πρόσω Ανατολή! Η έμπνευση πάσχει από πλήρη έλλειψη μέτρου, αν μη τι άλλο. Αλλά η γελοιότητα του μέσου που χρησιμοποιεί οδηγεί στην εις άτοπον απαγωγή της πολιτικής αυτής.

Καλείται, λοιπόν, ο έλληνας φορολογούμενος να γίνει ανάδοχος των εξόδων αυτής της πολιτικής. Θα μου πείτε: αφού δεν ωφελεί κανέναν, γιατί δεν τίθεται τέρμα σ’ αυτό το νεόκοπο έθιμο; Η απάντηση είναι η συνήθης: κανένας δεν αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος τερματισμού του. Και όταν μιλάμε για πολιτικό κόστος, αναφερόμαστε στην αδυναμία του πολιτικού σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο να πει και να εξηγήσει εκείνο που ισχύει, είτε διότι αυτοί  στους οποίους απευθύνεται είναι -επιεικώς- ανώριμοι, είτε διότι ενέχεται ο ίδιος στην αρχική σύλληψη ή την εφαρμογή της πολιτικής που καλείται να αναστρέψει. Φοβάται, επομένως, την κατακραυγή, που θα είναι ισχυρότερη από την επιχειρηματολογία του.  Δεν πρέπει, βέβαια, να υποτιμάται η ορθοκρισία που διακρίνει το έθνος και την κοινωνία μας, αλλά, όπως είπε κάποτε γνωστός πολιτικός σε ιδιωτική συζήτηση «Κανένας δεν έχασε λεφτά υποτιμώντας την ευφυΐα του Ελληνικού λαού»
.


Εθνικοί γκουρού και βιομηχανία του κενού

Γκουρού στην ινδική παράδοση είναι ο δάσκαλος και καθοδηγητής.  Στις δυτικές χώρες ο όρος έχει και μια αρνητική συνδήλωση αφέλειας εκ μέρους των οπαδών του ή/και αγυρτείας του ιδίου. Λειτουργεί ως «νοητάρχης» – λίγο φιλόσοφος, λίγο προφήτης – ως πνεύμα που. Οι εύπιστοι του αποδίδουν ιδιότητες, αν όχι παντογνωσίας, ασφαλώς όμως γνωστικής παναρμοδιότητας όσον αφορά τα παρόντα και τα μέλλοντα στο οικείο περιβάλλον.

Πολλοί σημαντικοί στοχαστές στην ιστορία της δυτικής σκέψης λειτούργησαν ως πνευματικοί γκουρού με αυτήν την έννοια.  Αυτό έγινε συχνά άθελά τους: δεν θέλησαν να δημιουργήσουν κάποιον «-ισμό» στο όνομά τους. Παρά τα εκατομμύρια οπαδούς που ορκίστηκαν επί δεκαετίες στο όνομά του, ο Καρλ Μαρξ είχε πει επανειλημμένως  απευθυνόμενος στο γαμπρό του Paul Lafargue  «το βέβαιο είναι ότι δεν είμαι μαρξιστής»[1]. Μεγάλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι όπως ο Adam Smith, ο Charles Darwin, ο Albert Einstein , ο Bertrand Russell, ο John Maynard Keynes, ο Friedrich von Hayek, o Karl Popper, ασφαλώς δημιούργησαν σχολές σκέψης στην ειδικότητά τους, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν να γίνουν γκουρού, δηλαδή,  προφήτες με τη γενική έννοια, δηλαδή, καθοδηγητές και κήρυκες.  Ακόμα και στις περιπτώσεις δημοσίων διανοουμένων όπως ο Bertrand Russell, ο JeanPaul Sartre και ο Noam Chomsky,  οι οποίοι εντάχθηκαν σε κινήματα που επέλεξαν να υπηρετήσουν, δεν το έκαναν ως προφήτες και γκουρού, δηλαδή, ως άρχοντες του επιστητού[2].

Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται η εξής πρωτοτυπία. Ελλείψει  «εθνικών σωτήρων», «εθναρχών» και άλλων θεοποιημένων οντοτήτων αναφύονται εδώ και καιρό Ersatz προφήτες και νοητάρχες, επί το πλείστον διανοούμενοι γιαλαντζί, από το χώρο του θεάματος : του θεάτρου, του κινηματογράφου, του τραγουδιού. Ο λόγος γι αυτό  είναι ότι «εις την φυγόπονον Ελλάδα» όπως έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης, οι άνθρωποι δεν επιδίδονται στην ανάγνωση βιβλίων, αλλά μάλλον στο θέαμα.  Αυτό επιτάθηκε στη διάρκεια μιας τριακονταετίας λαϊκισμού .

Η εθνική μας κουλτούρα αντλεί τις παραστάσεις της από το παλκοσένικο, την τηλεοπτική ή κινηματογραφική οθόνη, το γήπεδο. Ο λαϊκός αοιδός, ο τραγουδοποιός, ο θεατρικός ή/και τηλεοπτικός γελωτοποιός, γίνεται απόλυτα αποδεκτός σε ρόλο εθνικού γκουρού, ο οποίος κατέχει κάποιο ανεπίγνωστο γνωστικό προνόμιο να διαβάζει σωστά «τα σημεία των καιρών». Ειδικά αν είναι καλλιτεχνικός δημιουργός.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κακοί, στο είδος του, ο καθένας, αλλά αντίθετα από το Λουμίδη, δεν περιορίζονται σ’ αυτό. Έτσι, έξοχος τραγουδιστής αποφαινόταν κάποτε επί του γλωσσικού ζητήματος, καταφερόμενος κατά του μονοτονικού. Διάσημος ηθοποιός δίκασε και καταδίκασε στη «χλεύη των λαών» τον Πρόεδρο Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος το 1999. Υπερήλικας μουσικοσυνθέτης κηρύσσει «εθνική επανάσταση».  Στο ίδιο μήκος κύματος, γνωστός σκηνοθέτης, στην αρχή της κρίσης, παρουσιάστηκε σε τηλεοπτικό κανάλι και με περίσσια θεατρικότητα έκανε τη βαρύγδουπη δήλωση ότι οι Γερμανοί έχουν μέσα στα γονίδια τους το Άουσβιτς, ενώ οι έλληνες έχουν τον Παρθενώνα.

Δεν θέλω να σχολιάσω την ίδια τη δήλωση: οποιοσδήποτε  σχολιασμός κινδυνεύει να νοθεύσει  τη διαμαντένια –ή σμαραγδένια –  καθαρότητα της βλακείας που την εμπνέει. Με ενδιαφέρει κυρίως να απαντηθεί το εξής : τι ιδέες πρυτάνευσαν στη σκέψη αυτών που σκέφθηκαν να τον καλέσουν; Ασφαλώς έκριναν ότι ως καλλιτεχνικός δημιουργός «βλέπει μακρύτερα» από μυωπικούς τεχνοκράτες και άλλους και στενόμυαλους ειδικούς. Και έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι λέει στον Έλληνα αυτά που θέλει να ακούσει, χωρίς να καταπονείται το πνεύμα του.

Εθνικός γκουρού, προφήτης, θεωρός, διδάσκαλος του έθνους, γνώστης των «σημείων των καιρών» : μορφές εθνικής αγυρτείας που εκτρέφει η απουσία θεσμών και η έλλειψη παιδείας στον τόπο μας. Είναι μορφές που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας του κενού – μιας βιομηχανίας που, δυστυχώς δεν είναι εξαγώγιμη. Προορίζεται αποκλειστικά προς εσωτερική κατανάλωση στη χώρα που κατοικείται από τον ευφυέστερο λαό του κόσμου, όπως ο ίδιος λέει –ασφαλώς μετά λόγου γνώσεως.

 


[1]  « Ce qu’il y a de certain, c’est que moi, je ne suis pas marxiste » http://archive.wikiwix.com/cache/?url=http://www.collectif-smolny.org/article.php3?id_article=1343#nh9&title=L%E2%80%99%C3%A9dification%20d%E2%80%99une%20doctrine%20marxiste

[2] Επί πλέον, ασφαλώς και αυτές τους οι δραστηριότητες δεν αποτελούν τη σημαντικότερή τους προσφορά στο δημόσιο χώρο του πνεύματος.


Η γλώσσα ως δημόσιο αγαθό

Η γλώσσα είναι ένα δημόσιο αγαθό – μάλιστα το κατ΄εξοχήν δημόσιο αγαθό, εφόσον αποτελεί το κύριο επικοινωνιακό εργαλείο μιας κοινωνίας, ενώ συγχρόνως λειτουργεί και ως ιστός της ενότητάς της. Υπάρχουν και άλλα δημόσια αγαθά, όπως είναι το καθαρό περιβάλλον, το νομικό σύστημα, η πολιτιστική κληρονομιά ή η ασφάλεια μιας χώρας. Δημόσιο λογίζεται ένα αγαθό η χρήση του οποίου από κάποιον δεν συνεπάγεται την ανάγκη αποκλεισμού άλλων – όπως γίνεται στην περίπτωση ιδιωτικών αγαθών.

Το σημαντικό με τα δημόσια αγαθά είναι ότι η προστασία τους είναι δημόσια υπόθεση. Δεν αφήνεται ένα δημόσιο αγαθό στο έλεος του ατομικού κεφιού και της προσωπικής προτίμησης του καθενός. Η πολιτεία, μάλιστα, προστατεύει με αρκετό ζήλο τη δημόσια περιουσία[1], είτε πρόκειται περί χρήματος, είτε περί ακινήτων, είτε περί τηλεοπτικών συχνοτήτων. Δεν υπερασπίζεται με τον ίδιο ζήλο τα δημόσια αγαθά, διότι ο χαρακτήρας τους ως δημόσια κτήση έχει πιο αφηρημένο χαρακτήρα. Στο πεδίο αυτό, το κράτος αρκείται στην επιβολή ορισμένων απαγορεύσεων, χωρίς να αντανακλά η νομοθεσία ή να συνειδητοποιεί η πολιτική τάξη την ύπαρξη δημόσιων αγαθών που αποτελούν ιδιοκτησία της κοινωνίας στο σύνολό της και έχουν επιτακτική ανάγκη προστασίας.

Είναι ανάγκη να δει κανείς τα δημόσια αγαθά ως μέρος της κοινής ιδιοκτησίας, διότι μόνο έτσι γίνεται αντιληπτή ως αδικοπραξία η εμπρόθετη ή απρόθετη καταστροφή τους. Η καταστροφή αυτή δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, ιδίως όσον αφορά τη γλώσσα, διότι επέρχεται «βαθμηδόν και λεληθότως» και δεν είναι πάντα εύκολο να επιμερισθούν οι ευθύνες.

Η ελληνική γλώσσα, το πολύτιμο αυτό δημόσιο αγαθό, καταστρέφεται μέρα με τη μέρα, μπρος τα μάτια μας, χωρίς να εξεγείρονται παρά ελάχιστοι συμπολίτες μας. Είναι δυνατό να αντιτάξει κανείς σ’ αυτό ότι εκείνο που οι «γλωσσαμύντορες» ονομάζουν «καταστροφή» της γλώσσας είναι η απρόσωπη αυτό-δημιουργικότητά της, που είναι πηγή της δυναμικής της και ότι η δυναμική αυτή δεν μπαίνει σε καλούπια που φτιάχνουν οι γραμματικοί. Η απάντηση είναι ότι οι τελευταίοι δεν καταγράφουν απλώς, αλλά έχουν και κανονιστικό ρόλο – ακριβώς όπως ο χαρακτήρας ενός λεξικού είναι κανονιστικός και όχι μόνο περιγραφικός. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα.

Η Ελλάδα έχει μια ιστορική ιδιομορφία έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η λόγια πνευματική της κληρονομιά αποκόπηκε από το ζωντανό, αλλά υπόδουλο τμήμα του πληθυσμού της. Επομένως, τα βιώματα και μαζί τους, η γλώσσα που αυτό ανέπτυξε αποχωρίστηκε, με ορισμένες εξαιρέσεις, από τη λόγια παράδοση. Η ζώσα, δημοτική γλώσσα ήταν αποκλειστικό προϊόν ενός προφορικού πολιτισμού. Δεν ελέγχθηκε, δεν καθοδηγήθηκε, δεν προστατεύθηκε από δημιουργούς πνεύματος – και επομένως γλώσσας – επί τέσσερις αιώνες. Επέζησε, βέβαια, και μπόρεσε με την ανεξαρτησία να προσαρτήσει η νέα γλώσσα εκείνα τα λήμματα της αρχαίας που της ήταν απαραίτητα στο σύγχρονο πολιτισμό – στη διοίκηση, στην επιστήμη, στη φιλοσοφία, στις τέχνες και την πνευματική παραγωγή εν γένει[2]. Ξεπέρασε με τον καιρό και το πρόβλημα της διγλωσσίας με αποτέλεσμα η σύγχρονη δημοτική να είναι επαρκής για τις ανάγκες της ζωής του Έθνους υπό συνθήκες νεωτερικότητας.

Στο σημείο αυτό, όμως, η είσοδος στον κόσμο της νεωτερικότητας υπό συνθήκες ραγδαίας παγκοσμιοποίησης, απειλεί τη γλώσσα μας. Δεν εννοώ ότι τα αγγλικά θα την εκτοπίσουν. Ούτε διακατέχομαι από οποιαδήποτε μορφή πολιτιστικής απαισιοδοξίας ή μελλοντοφοβίας. Πιστεύω, όμως, ότι η γλώσσα εξελίσσεται άναρχα και δεν συμβαδίζει η εξέλιξη αυτή με την εξέλιξη εκείνου που είναι σημαντικό στην πρόοδο της κοινωνίας που είναι η επιστήμη, οι τέχνες και τα γράμματα. «Δημιουργοί» της γλώσσας είναι μάλλον οι πρωταγωνιστές της γλωσσικής αναρχίας με αποτέλεσμα να απειλείται η γλώσσα μαςμε κάτι ανάλογο με αυτό που ο Durkheim  ονομάζει «ανομία» (anomie) όταν δεν ισχύει κανένας κανόνας σε μια κοινωνία. Συγχρόνως παρατηρούμε αυξανόμενα κρούσματα ακυρολεξίας στα ΜΜΕ, στα σχολεία, στα πανεπιστημιακά έδρανα και στη Βουλή των Ελλήνων, με φόντο την απόλυτη αδιαφορία του κοινού  μπρος το γλωσσικό αλαλούμ. Συμπεριφερόμαστε προς τη γλώσσα, σαν να ήταν ένας απέραντος χώρος για ελεύθερη τσουλήθρα όπου ο καθένας πάει όπου θέλει, όπως θέλει. Η γλώσσα φθείρεται και τελικά καταστρέφεται όταν οι χρήστες της δεν σέβονται τις μορφές της και ορισμένους παγιωμένους τύπους της – στοιχεία που συνδέονται με τη δύναμή της και επομένως με τις δικές μας επικοινωνιακές δυνατότητες.

Αν θεωρήσουμε ότι η γλώσσα μας είναι δημόσιο αγαθό, όπως ο αέρας που αναπνέουμε, θα πρέπει η πολιτεία να λάβει ορισμένα μέτρα, τουλάχιστον στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, που είναι οι πιο κεντρικοί και ισχυροί διαμορφωτές γλωσσικών τύπων. Διότι μέσα από αυτά αν δεν παράγονται, πάντως αναπαράγονται οι γλωσσικές φρικαλεότητες – ο «ΟκτώΜβριος», ο «ΣεΜπτέβριος» και άλλα ανάλογα με τα οποία, όσοι διατηρούν ακόμα κάποια γλωσσική ευαισθησία, έχουν κυριολεκτικά «απΗυδήσει».


[1] Τελευταία, βέβαια, ούτε αυτό συμβαίνει λόγω γενικότερης κρατικής παραλυσίας.

[2] Όχι, όμως, χωρίς ατυχείς αντιγραφές από ξένους τύπους, όπως «τα δεδουλευμένα» και «έλαβε χώραν» μεταξύ άλλων.