Μπρος Στο Πολιτικό Κενό

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Σε στιγμές σαν αυτές που ζούμε το κενό πολιτικής ηγεσίας – ενός Κων/νου Καραμανλή, ενός Κων/νου Μητσοτάκη, ακόμα (τολμώ να πω) κι ενός Ανδρέα Παπανδρέου είναι εξόφθαλμο. Η ηγεσία του τόπου, εφόσον είναι υπαρκτή, σε τέτοιες περιπτώσεις κάνει προσκλητήριο στο έθνος να στρατευθεί παίρνοντας συγχρόνως ορισμένα μέτρα: όχι απλώς εισπρακτικά, αλλά και (κυρίως) θεσμικά. Διότι είναι η απουσία θεσμών που οδηγεί σε αυθόρμητες εκδηλώσεις ανταρσίας και «τζάμπα μαγκιάς.»

Το εξουσιαστικό κενό που επιδεικνύει αυτήν τη στιγμή το κράτος δεν θα υπήρχε, εφόσον λειτουργούσαν οι θεσμοί. Διότι θεσμός δεν είναι μόνο το σχολείο, η Βουλή, οι νόμοι κ.α. Αυτό μας φέρνει απευθείας στο ζητούμενο σε μια δημοκρατία. Η τελευταία προϋποθέτει ορισμένα θεσμικά αυτονόητα. Ότι μια κυβέρνηση, όσο κακή και αν αποδεικνύεται στην πορεία της, είναι κυβέρνηση. Έχει το μονοπώλιο της εξουσίας. Όταν η ίδια συμπεριφέρεται σαν να μην το έχει, ή σαν να μην είναι σίγουρη για την κατοχή του, τότε διαμορφώνονται ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας. Η φύση απεχθάνεται το κενό. Και η πολιτική το ίδιο. Στη Γαλλία το Μάιο του 1968, κινδύνεψε η έννομη τάξη, αν και υπήρχε ένα δημιουργικό στοιχείο στο κίνημα εκείνο, ακόμα και στην ασάφεια του. Βέβαια, η θεσμική και κοινωνική διάλυση που παρατηρείται εδώ, δεν είχε καμιά σχέση με το κλίμα αναρχίας που επικρατούσε τότε. Αλλά η οικονομία κινδύνευε και η πολιτική αστάθεια μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Ο Πρόεδρος De Gaulle, εξαφανίστηκε για δυο εικοσιτετράωρα, μέχρι να πάρει τις οριστικές του αποφάσεις. Τελικά τις πήρε. Προέβη σε ένα εξαιρετικά σύντομο διάγγελμα διάρκειας 7 λεπτών (430 λέξεις). Το σύνθημά του ήταν ότι η χώρα έπρεπε να σταθεί στα πόδια της, ο καθένας στη θέση του, να τεθεί τέρμα στο χαβαλέ κάθε είδους και να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο με άμεση προσφυγή στις κάλπες. Το κλίμα αναστράφηκε απότομα. Διότι προστέθηκε στην εξίσωση μια μεγάλη δόση ενός στοιχείου που προηγουμένως απουσίαζε: του ηγετικού στοιχείου.

Πέρα, όμως, από αυτό, υπήρχε το θεσμικό υπόβαθρο. Ο De Gaulle απέδιδε τεράστια σημασία στους θεσμούς. Είχε προνοήσει για αυτό στο σύνταγμα του 1958 όταν εγκαθιδρύθηκε η 5η Γαλλική Δημοκρατία. Και υπήρχε, τότε όπως και τώρα, το βαθύτερο θεσμικό στοιχείο που είναι μια κουλτούρα η οποία υπερθεματίζει στην τήρηση των κανόνων.

Η δημοκρατία έχει ανάγκη από θεσμούς και κυρίως την κουλτούρα που επιβάλλει το σεβασμό σ’ αυτούς. Σε περίπτωση, όμως, που οι θεσμοί υποσκάπτονται ή, έστω υποχωρούν, χρειάζεται μια ανορθωτική προσπάθεια για την οποία μόνο η πολιτική εξουσία έχει αρμοδιότητα. Όταν οι χειριστές της είναι προκλητικά ανεπαρκείς σε τόλμη και σε πνοή, η κοινωνική και οικονομική διάλυση επέρχεται ραγδαία.

Συχνά λέγεται – και ορθά, σε μεγάλο βαθμό – ότι η τωρινή κυβέρνηση δεν πήρε έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης, όταν ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας με το σύνθημα «Λεφτά υπάρχουν», αλλά έγινε πολύ χειρότερη με τις καθυστερήσεις και τους δισταγμούς του Πρωθυπουργού. Επί πλέον, η πρωθυπουργική και γενικότερα η κυβερνητική αβουλία οφείλεται στο ότι το ΠΑΣΟΚ, η μάζα των μελών του κόμματος, αλλά και οι ψηφοφόροι του, ανθίστανται στα μέτρα που πρέπει να λάβει η κυβέρνηση και παίρνει ορισμένα από αυτά «με βαριά καρδιά».  Όλα αυτά είναι πασίγνωστα. Αλλά και η «αυτοκτονική» απόφαση του Κώστα Καραμανλή για εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2009, και η μετέπειτα παραίτησή του, δεν ήταν επίσης δείγματα πολιτικής αβουλίας;

Δεν υποστηρίζω την ανάγκη «ισχυρών» προσωπικοτήτων. Ακόμα λιγότερο θα υποστηρίξω την ιδέα ότι πρέπει να βρεθεί κάποιος «εθνικός σωτήρας». Αλλά υπάρχει μια κοινότοπα αναγνωρισμένη ανάγκη ότι οι κυβερνήτες εκλέγονται για να κυβερνούν. Δηλαδή, να παίρνουν τη δουλειά τους στα σοβαρά, όπως κάθε επαγγελματίας που έχει να δώσει λόγο για τις πράξεις του στον προϊστάμενο και στους πελάτες του.

Η σημερινή κυβέρνηση προσπαθεί να κινηθεί μέσα σε ένα κενό εξουσίας που η ίδια δημιούργησε : αν το κληρονόμησε εν πολλοίς από την προηγούμενη διακυβέρνηση, το πολλαπλασίασε. Η αδράνεια της οφείλεται σε μια απορία μεθόδων δράσης, όταν έχει πεθάνει η πολιτική μυθολογία στην οποία έκτισε το πιστεύω της ο κόσμος που την στήριξε εδώ και 30 χρόνια, αλλά που έχει αποδεχθεί το σύνολο, σχεδόν, της ελληνικής κοινωνίας: ότι είναι δίκαιο και εφικτό κάποιος άλλος να πληρώνει για μένα. Αυτό είναι μέσα στην κουλτούρα μας των νεωτέρων χρόνων, η οποία έχει τη μοναδικότητα να εκθειάζει τον μάγκα, που είναι ένα είδος μακιαβελικού ηγεμόνα του φτωχού. Διότι ο μάγκας αυτό-επιβεβαιώνεται κάθε φορά που με μπαγαποντιές ή με νταηλίκι μπορεί να αναιρεί την αρχή του Milton Friedman: There is no such thing as a free lunch.   Ο μάγκας ανταπαντά There is! MY lunch!”  Μπορεί να αποβληθεί αυτό το αηδές πρότυπο από την κουλτούρα μας, από τα εργασιακά, κοινωνικά και πολιτικά ήθη μας; Μπορεί το κράτος, με την πλήρη έννοια του, που περιλαμβάνει και την νομοκρατία (rule of law), να επιβληθεί στον κάθε μάγκα; Αν όχι, τότε μόνο η άτακτη πτώχευση θα τιθασεύει τον τελευταίο, και μαζί του θα συμπαρασύρει το κοινωνικό σύνολο σε κατάσταση απόλυτης διάλυσης. Το πολιτικό κενό, ακριβώς επειδή είναι συγχρόνως θεσμικό και πολιτισμικό, και όχι απλώς απόρροια της απουσίας «χαρισματικής» προσωπικότητας, διαιωνίζει και βαθαίνει το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Το πολιτικό κενό απειλεί με ραγδαία  αποσάθρωση του είδους που απαντάται σε ορισμένες χώρες της Αφρικής οι οποίες είναι  «συστημικά» ακυβέρνητες  (ungovernable). Μπορεί να καλυφθεί; Πιστεύω ότι μπορεί. Αλλά επειδή η πρωτοβουλία γι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική, είναι μάλλον αδύνατο να ληφθεί από το παρόν πολιτικό σχήμα. Και εφόσον σε όλα σύρονται , ας συρθούν, επιτέλους σε εκλογές εδώ και τώρα, ή τουλάχιστον σε σχήμα πολυκομματικής διακυβέρνησης.


Το Ratio Vincit Επανέρχεται Δριμύτερο!

Μετά την αναπόφευκτη ραστώνη του καλοκαιριού, το Ratio Vincit βρίσκεται πάλι στις επάλξεις του ορθού Λόγου σε μια εποχή που ο τελευταίος μοιάζει να υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα στη χώρα μας. Η δική μας πεποίθηση είναι ότι τελικά υπερισχύει ο ορθός Λόγος, διότι, όπως έλεγε ο Δημοσθένης για τα χρήματα  νευ τούτου  οδν στι γενέσθαι .

 


Έχουμε άγραφο Σύνταγμα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το φθινόπωρο του 1989 όταν έγινε ολιγοήμερη κατάληψη του Υπουργείου Παιδείας, επί υπουργίας Σημίτη-Κοντογιαννόπουλου, από σχετικά μικρή ομάδα σπουδαστών ξένων γλωσσών με αίτημα την ισοτιμία των διπλωμάτων τους με πανεπιστημιακά πτυχία.  Το γεγονός αυτό ήταν τόσο μπανάλ, που ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως. Ο λόγος για τον οποίο το θυμάμαι είναι η υποδειγματική αμεριμνησία της τότε Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα, μπρος σε πράξεις που ο στενοκέφαλος θα ονόμαζε παράνομες. Ήμουν τότε σύμβουλος του Υπουργού και μετέπειτα Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας Βασίλη Κοντογιαννόπουλου και είχα απουσιάσει μερικές μέρες λόγω ασθενείας. Έφτασα κατά τις 11 το πρωί και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, για να πάω στο γραφείο μου στον 3ο όροφο (Ο ανελκυστήρας ήταν σχεδόν μονίμως χαλασμένος).

Ο ευτραφής και συμπαθής αστυνομικός που ήταν στην είσοδο, με «αναγνώρισε» και δεν μου ζήτησε έγγραφη άδεια εισόδου. Το ίδιο δεν συνέβη με νεαρό διοπτροφόρο που μπήκε βιαστικός και με ξεπέρασε δρασκελώντας τρία – τρία τα σκαλοπάτια. «Εσύ που πάς;» τον ρώτησε. Ο νεαρός, από πάνω από τη σκάλα, έστριψε και του είπε με το φυσικότερο τρόπο: «Κατάληψη». Μαγική λέξη, σαν το «Σουσάμι, άνοιξε!», στις «Χίλιες και μια νύχτες». Ο αστυνομικός χαμογέλασε συγκαταβατικά και είπε : «Α! Πέστο, ντε!». Δηλαδή, δηλώνεις «Κατάληψη!» και όλοι πρέπει να οπισθοχωρήσουν.

Η κατάληψη δημοσίων χώρων είναι αυτό που στην επιστήμη του μάνατζμεντ ονομάζεται S.O.P. – Standard Operating Procedure, δηλαδή μια σταθερή μέθοδο δράσης, απόλυτα κατανοητή  και αποδεκτή, όταν μια αναξιοπαθούσα ομάδα την αποφασίσει. Τόσο πολύ έχει γίνει αυτό καθεστώς, που προ ετών, ο κ. Ευρυπίδης Στυλιανίδης, Υπουργός Παιδείας, είχε πει ότι «είναι δικαίωμα του κάθε μαθητή να αντιδράσει με τον τρόπο που αυτός νομίζει σωστό». Το παράνομο σχετικοποιείται. Αν ορισμένοι αισθάνονται «ριγμένοι», κάνουν κατάληψη. Είναι δικαίωμά τους. Και αυτό είναι αποδεκτό σε ένα χώρο που η λογική έχει αποδημήσει εδώ και καιρό, ωσάν να ζούσαμε σε ένα σουρεαλιστικό τόπο και χρόνο, όπου το άτοπο και το εξωφρενικό θεωρείται αυτονόητο..  Παραπέμπει απ’ ευθείας στο διήγημα του Γκόγκολ «Η μύτη» (1835), που θεωρείται ως ένα από τα πρώτα δείγματα της λογοτεχνίας του παραλόγου. Ένας αξιωματούχος χάνει τη μύτη του. Η μύτη φεύγει, ξανάρχεται, ταξιδεύει με αμάξι, ντύνεται, μιλάει, την ψάχνουν πολλοί, παίρνει ύφη μεγαλειώδη. Το παράλογο δεν βρίσκεται, όμως, στο ότι κάνει όλα αυτά που λογικά δεν θα ανέμενε κανείς από τη μύτη να κάνει. Το παράλογο συνίσταται στο ότι όλοι οι χαρακτήρες μέσα στη νουβέλα δεν σαστίζουν με τους παράλογους ρόλους που παίζει η πανταχού παρούσα μύτη.

Αυτό ισχύει και για τις καταλήψεις ως σιωπηρά ανεκτές, ιδίως όταν αυτοπροσδιορίζονται ως «συμβολικές». Η ίδια η έκφραση είναι δηλωτική της μεστής βλακείας που ενέπνευσε την πράξη που περιγράφει. Οι μηχανικοί τις προάλλες κατέλαβαν «συμβολικά» ορισμένα γραφεία Πολεοδομίας[1] Η απόφαση πάρθηκε «πανελλαδικά». Η συνήθης ερώτηση δημοσιογράφων είναι αν πράγματι ήταν «πανελλαδική» μια τέτοια ή άλλη ανάλογης υφής απόφαση, αν πάρθηκε «ομόφωνα» ή «κατά πλειοψηφία», χωρίς ούτε στιγμή να τους περάσει από το νου ότι η ίδια η κατάληψη είναι παράνομη και απαράδεκτη. Από την άλλη μεριά, πώς να δεχθούμε ότι είναι παράνομη η κατάληψη, αν έχει καθιερωθεί ως τρόπος διαμαρτυρίας αποδεκτή από το «άγραφο σύνταγμα» ;  Όταν υπάρχει μια «σχετική» ανοχή στην παρανομία, σημαίνει ότι αυτή δεν είναι «απόλυτη» αλλά μόνο «σχετική». Ένας μηχανικός μιμητισμός την καθιερώνει ως πρακτική ρουτίνας. Την έχει επιλέξει και εγκρίνει η κοινή γνώμη εδώ και χρόνια. Μπορεί να στοιχίζει κάπως, αλλά της αξίζει!

Ας σταθούμε, όμως, στην ίδια την «στρατηγική» της κατάληψης και να εξετάσουμε τη λογική της. Δεν αμφιβάλλω ότι πάρα πολλές φορές ο καταληψίας αισθάνεται απελπισμένος και αδικαίωτος. Δεν αρνούμαι ότι αξίζει τον κόπο να συζητήσει η κυβέρνηση και να ανακαλύψει τα αίτια της οργής, να εντοπίσει το πρόβλημα και να προχωρήσει σε κάποια λύση που να μην είναι μπάλωμα. Αν μπούμε στη θέση των καταληψιών, πρέπει να εξετάσουμε, αν εξυπηρετεί τους εκάστοτε στόχους μας μια κατάληψη ή αν είναι ατελέσφορη και ζημιογόνα για μας τους ίδιους. Και η αλήθεια είναι ότι μια κατάληψη τονώνει ψυχολογικά εκείνους που την αναλαμβάνουν και φέρουν εις πέρας. Χαρίζει αμέσως την αίσθηση μιας κατάκτησης. Πλην όμως, η αίσθηση αυτή είναι απατηλή. Και αυτό συμβαίνει διότι ο «αντίπαλος» δεν είναι ούτε το κτήριο,  ούτε το άψυχο και έμψυχο υλικό που περιέχει, αλλά κάτι το άυλο και αφηρημένο, που δεν «καταλαμβάνεται». Γι αυτό και πέρα από τη ζημιά που προκαλείται, η κατάληψη δεν απολήγει σε υποχώρηση μιας απόφασης.

Ας προχωρήσουμε πιο πέρα. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι μια κατάληψη απαντά σε κάποια στρατηγική που να πηγαίνει πέρα από τη σκοπιμότητα της «επαναστατικής γυμναστικής». Η κατάληψη δημόσιου χώρου δίνει στους καταληψίες μια άλλη απατηλή αίσθηση: μιας νίκης στο πεδίο της μάχης, ότι αποτελεί τεκμήριο υπεροχής επί του αντιπάλου. Η αλήθεια είναι ότι αυτό  ισχύει ενίοτε, υπό ορισμένες συνθήκες. Τελικός σκοπός μιας αναμέτρησης, όμως, δεν είναι η κατάληψη. Και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις η κατάληψη είναι μέσον και όχι αυτοσκοπός. Η κατάληψη χωρίς στρατηγικό ή τακτικό στόχο γινόταν μόνο από ατάκτους – όπως ήταν οι βασιβουζούκοι του οθωμανικού στρατού. Οι «συμβολικοί» καταληψίες, που είναι συχνά μορφωμένοι άνθρωποι, τι επιδιώκουν; Συνήθως για να έχουν την αίσθηση ότι κάνουν «κάτι». Παρά «τίποτε» καλύτερα «κάτι». Ο  συνήθης συλλογισμός του αμήχανου πολιτικού, του αδιάβαστου μαθητή, του άπειρου τεχνίτη.

Βέβαια, η συμβολική κατάληψη, μπορεί να νοηθεί ως μια θεατρική παράσταση στον μακρινό απόηχο του παρισινού  Μάη του 1968. Εκεί, όμως, οι καταληφθέντες χώροι του πανεπιστημίου και του Θεάτρου ODÉON άνοιξαν στο κοινό και ακολούθησε γόνιμος διάλογος ιδεών. Δεν υπήρχε ίχνος συντεχνιακής πίεσης. Δεν υπήρχε υποψία απόφασης με «δημοκρατικές διαδικασίες», εφόσον το φαινόμενο ήταν αυθόρμητο και ανοργάνωτο.  Ηταν μια ανεπανάληπτη περίοδος άνθησης του πνεύματος, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία». Έστω, με αυτόν τον ουτοπικό σκοπό, οι καταλήψεις αυτής της περιόδου είχαν το νόημά τους. Έχουν  να επιδείξουν κάτι αντίστοιχο οι δικές μας καταλήψεις ή το καθ’ ημάς πνεύμα τους.;Οραματίζονται – ουτοπικά, έστω – μια άλλη κοινωνία, όπως οι γάλλοι φοιτητές του 1968;

Βέβαια, οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων στην Ελλάδα αντλούν και από την παράδοση του αντιδικτατορικού αγώνα, που είχε ως αποκορύφωμα την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973[2]. Εκεί, όμως, είχαμε να κάνουμε με μια δικτατορία, όπου δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης, ούτε αλλαγής μέσα από νόμιμες διαδικασίες. Η αντίσταση σ’ αυτό το καθεστώς ήταν απόλυτα δικαιολογημένη να «παρανομεί»: τα εισαγωγικά τίθενται για να ακυρώσουν την έννοια της λέξης που περιέχουν, διότι η αντίσταση σε ένα παράνομο καθεστώς δεν υπόκειται σε νόμους που επιβάλλει το ίδιο. Όσοι, επομένως, αντιστάθηκαν σ’ αυτό το καθεστώς μετήλθαν «παράνομα» μέσα διότι υπηρετούσαν μια ανώτερη νομιμότητα που αντιπροσωπεύει η δημοκρατία. Υπό καθεστώς δημοκρατίας δεν νομιμοποιούνται όσοι μετέρχονται αυτά τα μέσα, τα οποία είναι παράνομα – χωρίς εισαγωγικά. Γι’ αυτό και η κατάληψη δεν εκφράζει καμιά έννοια νομιμότητας.

Η ανοχή της κοινής γνώμης στην παραβίαση του νόμου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις καταλήψεις, οφείλεται – εν μέρει, τουλάχιστον – στη θολή αναγνώριση του θεμιτού της χαρακτήρα επί δικτατορικού καθεστώτος. Η δημοκρατία, όμως, δεν ανέχεται να συγχέεται με τη δικτατορία 37 ολόκληρα χρόνια μετά την κατάργηση της τελευταίας. Η ιδέα, επιπλέον, ότι η κατάληψη αποτελεί μια νίκη και ότι μπορεί να αποτελέσει βάση για επιβολή όρων όταν προβάλλεται κάποιο αίτημα είναι όχι μόνο ηθικά απαράδεκτη αλλά, όπως έχει αποδειχθεί, πολιτικά ατελέσφορη, εφόσον δεν εξυπηρετεί  τους διακηρυγμένους σκοπούς των καταληψιών. Μόνο εκείνοι που λεηλατούν αυτούς τους χώρους συμπεριφέρονται λογικά από τη δική τους σκοπιά.

Οι σύγχρονοι αυτοί βασιβουζούκοι ευφραίνονται καταστρέφοντας ότι δεν μπορούν να αρπάξουν. Καταστρέφουν ή βεβηλώνουν με τα ανορθόγραφα ορνιθοσκαλίσματά τους, εθνικά μνημεία. Καταστρέφουν σε πανεπιστημιακούς χώρους βιβλία, εργαστήρια, πίνακες. Το σκάνδαλο δεν βρίσκεται στην ίδια την καταστροφή. Το σκάνδαλο βρίσκεται στο γεγονός ότι η πολιτεία αναλάμβάνει το κόστος του κεφιού των κυρίων αυτών, αντί να το επωμίζονται οι μαμάδες και μπαμπάδες τους. Το ότι το κόστος το αναλαμβάνουμε εμείς, οι φορολογούμενοι, δικαιολογείται, όταν η κατάληψη με τα συνοδευτικά της – καταστροφές και κλοπές- θεωρείται νόμιμη εν ευρεία εννοία.

Αυτό ακριβώς, όμως, συνεπάγεται η ιδέα που έχει εκφρασθεί επανειλημμένως από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις, σύμφωνα με την οποία οι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων αποτελούν δημιουργική εμπειρία για τους νέους και ότι είναι καλύτερο η σύγχρονη νεολαία να επιδίδεται στη ρίψη βομβών μολότοφ παρά να κάθεται σε καναπέδες. Αν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι αυτών των δυνάμεων πιστεύουν ειλικρινά τέτοιο πράγμα, δεν έχουν παρά να προτείνουν να περιληφθεί το κόστος της μύησης στην ευγενή τέχνη των καταλήψεων στον προϋπολογισμό και να ορισθεί αντίστοιχος «κωδικός» από το υπουργείο Οικονομικών[3]. Και θα πρέπει όλες οι πολιτικές δυνάμεις να το δεχθούν, διότι είναι απόλυτα συμβατή με την αρχή της αναγνώρισης της κατάληψης ως νόμιμης εν ευρεία εννοία, από το άγραφο, πλην όμως, καθ’ όλα αποδεκτό κομμάτι του Συντάγματος.


[1] http://www.youtube.com/watch?v=-w6TTl-4lmE.

[2] Αναφέρονται οι χρονολογίες επακριβώς, διότι φαίνεται ότι είναι άγνωστες στους καταληψίες της Πλατείας Συντάγματος με το σύνθημά τους «η Χούντα δεν τελείωσε το 73».  Τελείωσε το 1974

[3] Θα μου αντιταθεί, ίσως, ότι μάλλον θα προβάλλουν αντιρρήσεις τα μέλη της τρόικας. Μα εμείς είμαστε η Ελλάδα που αντιστέκεται στους τροϊκανούς και άλλους εχθρούς του  Έθνους μας. Άλλωστε, για να επαναλάβω τα απλά και σοφά λόγια του κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τους τροϊκανού: « Με βλάκες και προτεστάντες δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα»  βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=411305


Εμπρός παλικάρια να βγούμε στους δρόμους!

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Αφού λοιπόν έχουμε κατοχυρώσει ως κοινωνία, πολύ πριν τις απεργίες της ΓΕΝΟΠ και των ταξί, πως όποιος πιστεύει ότι έχει δίκιο μπορεί και να παραβιάζει το νόμο, εκβιάζοντας την εκάστοτε κυβέρνηση και τους συμπολίτες του μέχρι να πετύχει τις διεκδικήσεις του, και εφόσον κι εγώ με τη σειρά μου πιστεύω πως έχω δίκιο ως προς τη διεκδίκηση που θα διατυπώσω παρακάτω, έχω να κάνω μια απλή πρόταση και όσοι πιστοί προσέλθετε.

Η διεκδίκησή μου, ή με άλλα λόγια, το δίκιο μου – εφόσον δημόσια μας σφαίρα ταυτίζουμε τις δύο έννοιες – είναι η εξής απλή: να μην παραβιάζει καμία ομάδα στις διεκδικήσεις και τις κινητοποιήσεις της το νόμο. Ήτοι, όχι κλείσιμο δρόμων, όχι συμβολικές καταλήψεις, όχι σπασίματα μαγαζιών και δημόσιας περιουσίας, όχι σκουπίδια – όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές.

Νομίζω ότι το δίκιο μου αυτό κατ’ αναλογία προς τα όσα επί δεκαετίες συμβαίνουν ανάμεσά μας, μού επιτρέπει να πάρω την παρέα μου να κλείσω δρόμους, να καταλάβω – συμβολικά πάντα – κάποια υπηρεσία και τα τοιαύτα. Εδώ λοιπόν έρχεται η δική σας συμβολή.

Με το που θα κόψουν οι ζέστες, ή ακόμα καλύτερα όταν θα έχουν γυρίσει στην Αθήνα όσοι έφυγαν για διακοπές, έτσι ώστε να ταλαιπωρήσουμε – ευαισθητοποιήσουμε για τον ευγενή μας σκοπό όσο γίνεται περισσότερους συμπολίτες μας, πάμε να πιάσουμε δουλειά! Να τυπώσουμε πανό με συνθήματα του στυλ «κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κλείνει δρόμους» και να κάνουμε ακριβώς αυτό που θα λένε τα πανό μας ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε!

Για ακόμα μεγαλύτερο εφφέ προτείνω να περιορίσουμε αυστηρά τον αριθμό των συμμετεχόντων σε κάθε τέτοιο χάπενινγκ άσκησης του δημοκρατικού μας φρονήματος, ας πούμε στους εκατό. Να τυπώσουμε μπλουζάκια με τους αριθμούς από το 1 ως το 100, να τα φορέσουμε και να σηκώσουμε περήφανα το πανό μας που θα λέει «Είμαστε 100 και κλείνουμε την Πανεπιστήμιου. Business as usual»!

Βεβαίως, μάλλον θα φάμε πολύ ξύλο, και μάλιστα διμέτωπο, τόσο από τους πάντα πρόθυμους αστυνομικούς (όργανα του Νόμου), όσο και από τους κατά συνήθεια διαμαρτυρόμενους – από το διπώλιο δηλαδή του κοινωνικού τσαμπουκά που, αν όλα πάνε καλά, θα νιώσει να απειλείται. Όμως πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο, έστω για να δείξουμε ότι δεν είμαστε τελείως «του καναπέ» αλλά συμμετέχουμε και εμείς στη ζωντανή δημοκρατία του τόπου μας. Εξάλλου, αν τα πράγματα ξεφύγουν, μπορούμε κάλλιστα να ρίξουμε καμιά μολότωφ ή να σπάσουμε μάρμαρα και να τα πετάμε, ή να σπάσουμε κάνα κατάστημα ή κάτι αντίστοιχο τέλος πάντων που θα καταδείξει έμπρακτα την αγωνιστικότητα μας, την απόρριψη του κατεστημένου όπως το αντιλαμβανόμαστε και το βιωμένο δίκιο που μας πνίγει, πέρα από τα χημικά που θα φάμε. Στο κάτω-κάτω και να μας συλλάβουν, θα απαιτήσουμε να μας απελευθερώσουν – θα είμαστε πλέον κοινωνικοί αγωνιστές! Και τι στο καλό, όλο και κάποια πολιτική δύναμη θα σπεύσει προς υπεράσπισή μας.

Αν λοιπόν κι εσείς αισθάνεστε προσβεβλημένοι που μετά από κινητοποιήσεις όπως αυτή των ταξί όλοι μιλούν για την ταλαιπωρία που υφίστανται οι τουρίστες και κανείς γι’ αυτή που τραβάμε εμείς οι πολίτες αυτού του τόπου, ελάτε να οργανωθούμε! Με μπλογκ και επιχειρήματα, με νόμους και άλλα νεκρά γράμματα, άκρη δεν βγαίνει. Φάπες λοιπόν! Να φάμε – ήδη τρώμε καθημερινά – αλλά, βρε αδερφέ, να ρίξουμε και καμία!


Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Karl Popper

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Είναι ευτύχημα ότι η ΕΡΤ αφιέρωσε τότε μια ωριαία εκπομπή στη σκέψη και στο έργο του Karl Popper.

Έχει θέση η σκέψη του Karl Popper στη χώρα μας; Είναι η Ελλάδα μια ανοιχτή κοινωνία; Φυσικά, δεν εννοώ αν έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία, απλώς και μόνο, αλλά αν ως πολιτισμός, έχουμε δεχθεί και ενστερνισθεί την ιδέα της κοινωνίας ως forum, όπου η ιδέα της αλήθειας λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή,  και όπου η κριτική σκέψη μπορεί να παραχθεί και να εκφρασθεί απρόσκοπτα. Η εμπειρία της επίσκεψης του Popper στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν το θάνατό του δείχνει ότι οι ιδέες του δεν έχουν διεισδύσει στην πατρίδα μας και ότι είναι ξένες σε σχέση με τα ενδιαφέροντα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ της χώρας μας.

Η πεποίθηση ότι η ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας δεν είχε ριζώσει στην Ελλάδα και ότι υπήρχε ανάγκη να γίνει αυτό οδήγησε μια μικρή ομάδα φίλων, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο υπογράφων, να οργανώσουν έναν κύκλο ομιλιών το 1983. δώσαμε στην άτυπη ομάδα αυτή ένα όνομα:   Όμιλος Κριτικής και Επιστημονικής Σκέψης. Είχαμε επίγνωση ότι δεν ήταν μόνο η πολιτική ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας που απουσίαζε στον τόπο μας, αλλά η ευρύτερη θεώρηση του  Karl Popper, δηλαδή, τον κριτικό ορθολογισμό, του φιλελευθερισμό και τον ανοιχτό και δημόσιο χαρακτήρα της επιστημονικής και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, βέβαια, ότι αυτά ήταν και είναι πολυτέλειες για την Ελλάδα. Όμως, δεν είναι, διότι οι συνεπαγωγές της ανοιχτής κοινωνίας, με την ευρύτερη έννοια, αφορούν όλους μας. Η επαφή με την κριτική σκέψη, έστω ενός αρχικού πυρήνα, μπορεί να μπολιάσει το σύνολο, από τη στιγμή που η αρχική προκείμενη της ποπεριανής σκέψης δεν είναι κοινωνικά απωθητική ή διανοητικά δυσπρόσιτη: «Μπορεί εσύ να έχεις δίκιο, κι εγώ άδικο, αλλά με μια κοινή προσπάθεια μπορούμε να φτάσουμε πιο κοντά στην αλήθεια»[1].

Με πρωτοβουλία του Ομίλου οργανώθηκαν άτυπες εβδομαδιαίες συζητήσεις γύρω από ένα «σεμιναριακό» τραπέζι σε χώρο που μας παραχώρησε το Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών, στην Οδό Χάρητος. Αλλά η τότε κυρίαρχη ιδεολογία ήταν βαριά. Η ιδεολογία αυτή ήταν ένας κακοχωνεμένος μαρξισμός, όπως τον απορροφούσε αβανταδόρικα η δημοσιογραφική προχειρολογία και η «προοδευτική» μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Την εποχή εκείνη, ακόμα και το όνομα του Popper ήταν εκτός «πολιτικής ορθότητας». Τι ρόλο μπορούσε να παίξει η κριτική σκέψη όταν «ο λαός ήταν στην εξουσία»; Τι σημαίνει η φιλοσοφία του Popper, που είναι ο κριτικός ορθολογισμός, από τη στιγμή που δεν εκθειάζεται η ανάγκη «πολιτικοποίησης» της γνώσης; Δεν είχε γράψει ο Popper εναντίον του ολοκληρωτισμού, εναντίον όχι μόνο του Hegel αλλά και του ίδιου του Marx; Δεν ήταν φίλος και συνοδοιπόρος του Hayek, του αντιδραστικού εκείνου μέντορα της φοβερής Margaret Thatcher; Αλλά και στους συντηρητικούς κύκλους, ο Popper ήταν persona non grata αφού καταφέρθηκε κατά του Πλάτωνος, που είναι «εθνικός» μας φιλόσοφος. Δεν υπήρχε, επομένως, πρόσφορο έδαφος για την υποδοχή των ιδεών του Karl Popper.  Κάποια στιγμή, το 1985, ο όμιλος αυτοδιαλύθηκε, λόγω εσωτερικών διαφωνιών, μέσα στο βαρύ κλίμα της περιόδου κατά την οποία ο Αγ. Κουτσόγιωργας είχε πει ότι από τη μια μεριά υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις του φωτός και από την άλλη οι δυνάμεις του σκότους, εννοώντας τις πολιτικές δυνάμεις που ανήκαν στην «εν ευρεία εννοία» Αριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ  και «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις») και τη ΝΔ ως διάδοχο και συνεχιστή της δικτατορίας, με επικεφαλής τον «αρχιαποστάτη» Μητσοτάκη.

Ξεφεύγοντας από τον επαρχιωτισμό της ελληνικής διανοητικής πρόσληψης του Popper, ας θυμηθούμε τι συνέβη στη διεθνή σκηνή,την εποχή εκείνη. Το 1985 είναι το έτος ανάληψης της εξουσίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και η αρχή της πολιτικής της διαφάνειας και της περεστρόικα, που τελικά θα επιφέρει το τέλος του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη το 1989-90, το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το 1992 και το μετασχηματισμό όλων των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων πλην του ελληνικού. Σκέφθηκα ότι κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να κληθεί επίσημα ο θαλερός 90χρόνος στην Ελλάδα, προκειμένου να τιμηθεί ως επίτιμος διδάκτωρ από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τότε ήμουν καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και όχι της Αθήνας, αλλά φίλοι μου στο Φιλοσοφικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών με διαβεβαίωσαν ότι θα περνούσαν την πρόταση από τη Γενική Συνέλευση και δεν θα υπήρχε αντίρρηση, εφόσον η τίμηση  του μεγάλου φιλοσόφου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών τιμούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Αυτό  και έγινε με τη συμβολή του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ευάγγελου Μητσόπουλου, ο οποίος και έκανε την προσφώνηση στην τελετή. Είχα, ευτυχώς, την αμέριστη υποστήριξη του τότε πρύτανη και φίλου Πέτρου Γέμτου. Έχοντας επίγνωση των συνηθισμένων καθυστερήσεων, όταν είδα τον Popper το Σεπτέμβριο του 1992, του έκανα την πρόταση και του είπα ότι η καλύτερη περίοδος θα ήταν  ο Μάιος του επομένου έτους. Αυτό μας άφηνε αρκετό περιθώριο χρόνου για την ολοκλήρωση των διαδικασιών για να δρομολογηθεί για να πραγματοποιηθεί επίσκεψη .

Η αντίδραση του φιλοσόφου ήταν χαρακτηριστική. Ενθουσιάστηκε σαν να ήταν παιδί. Μου είπε, όμως, ότι είχε δεχθεί μια πρόσκληση για το Μάιο από το Πανεπιστήμιο της Πράγας. Του πρότεινα τότε, να έρθει τον Οκτώβριο στην Αθήνα. Όμως ο Popper φοβόταν μην πεθάνει πριν προλάβει να τιμηθεί από την Αθήνα, διότι γι αυτόν ο συμβολισμός και η σημασία της δεν είχε όμοιο, παρά το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Πράγας είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο και τον ανέμεναν πώς και πώς. Προτρέχω για να πω ότι τελικά πήγε τον Οκτώβριο και στην Πράγα, μετά την Αθήνα. Η επίσκεψή του αποτέλεσε εθνικό γεγονός για την Τσεχοσλοβακία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Václav Havel τον δέχθηκε και η προσέλευση στο Πανεπιστήμιο για την τελετή της περιένδυσης δεν είχε προηγούμενο.

Θεωρώντας ότι ήταν πολύ μεγάλη τιμή για την Ελλάδα να έρθει ο σημαντικότερος από τους τότε ζώντες φιλοσόφους, αλλά και ότι η «φιλελεύθερη παράταξη» που τότε κυβερνούσε θα  είχε τη διάθεση να «αξιοποιήσει» την επίσκεψη ενός πολύ μεγάλου φιλελεύθερου στοχαστή, προσπάθησα να κάνω ότι ήταν δυνατό ώστε να μην περάσει απαρατήρητη. Έστειλα, μαζί με τις επίσημα τυπωμένες προσκλήσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών προς συναδέλφους καθηγητές, βουλευτές, υπουργούς, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, στο Δήμο της Αθήνας, σε προσωπικότητες των γραμμάτων και τεχνών, με τη βοήθεια του Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών ως συνοργανωτή. Σε ορισμένους γνωστούς μου συναδέλφους είχα στείλει και ιδιόχειρο σημείωμα.

Δεν παρέλειψα να απευθυνθώ και στην  Προεδρία της Δημοκρατίας. Σκέφθηκα ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έδινε μισή ώρα από το χρόνο του για να δεχθεί τον επίσημο ξένο, εφόσον κάποιος τον ενημέρωνε για τη σημασία αυτής της επίσκεψης. Αυτός ο «κάποιος» μου ήταν γνωστός και προσιτός και ήταν απόλυτα κατάλληλος για αυτή την αποστολή, ως νομικός σύμβουλος του Προέδρου και πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Πρόκειται για τον καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλο. Με διαβεβαίωσε, αφού τον επισκέφθηκα επί τούτω στο γραφείο του στο Προεδρικό Μέγαρο, ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Πρόεδρος να μη δεχθεί τον Karl Popper  o Πρόεδρος και ότι αναλάμβανε ο ίδιος να τον ενημερώσει για τη σημασία της επίσκεψης αυτής.

Ο Karl Popper  έφτασε στις 16 Μάιου και η τελετή έγινε την επομένη. Από τους προσκεκλημένους δεν είχαν έρθει παρά ελάχιστοι συνάδελφοι. Η Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου ήταν μισοάδεια. Τον κράτησε για αρκετή ώρα ο πρύτανης στο γραφείο του για να προστεθούν και μερικοί ακόμη. Από τον πολιτικό κόσμο δεν είχε έρθει κανένας. Μόνο ο Μίμης Ανδρουλάκης είχε έρθει, στον οποίο δεν είχε σταλεί επίσημη πρόσκληση, εφόσον δεν είχε επίσημη ιδιότητα τότε. Πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες και ήρθε από δικό του προσωπικό ενδιαφέρον.

Δεν δόθηκε συνέχεια στις διαβεβαιώσεις του καθηγητή Παυλόπουλου και δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ουδέποτε μου δόθηκε η ελάχιστη εξήγηση αν ενημερώθηκε ή όχι, αν απορρίφθηκε η πρόταση από τον Καραμανλή, ή αν ο σύμβουλός του έκρινε ότι δεν μπορούσε να τον ενοχλεί με επουσιώδη ζητήματα. Ο Karl Popper  τις επόμενες μέρες πέρασε ένα τριήμερο στην αγαπημένη του τοποθεσία που είναι οι Δελφοί και είχα κι εγώ την ευκαιρία να συζητήσω μαζί του επί θεμάτων γύρω από τη φιλοσοφία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει κάτι τρομερά αρνητικό για το πολιτιστικό τοπίο της σημερινής Ελλάδας. Επιπλέον, εκθέτει ανεπανόρθωτα την πολιτική τάξη και ιδίως την συντηρητική παράταξη, ακόμα και όταν αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη.

Επειδή προσπαθώ να συνδυάσω, στο μέτρο των δυνάμεών μου, την αισιοδοξία μου με τον ορθολογισμό, πιστεύω ότι κάποτε θα αντιληφθούν οι συμπατριώτες μου πόσο ζημιώνουν με το να αγνοούν ή να παρανοούν ή να υποτιμούν τη σκέψη ενός μεγάλου θαυμαστή της αρχαίας τους παράδοσης. Μια παράδοση που «οι τα πρώτα φέροντες»  της κοινωνίας μας δεν ήξεραν να τιμήσουν με την υποδοχή που του επιφύλαξαν. Ο Karl Popper, όμως, την τίμησε. Όσοι παρευρέθηκαν στην τελετή, δεν θα ξεχάσουν τα λόγια του, απευθυνόμενος σε 50 το πολύ άτομα: «Εδώ, στην Αθήνα, αισθάνομαι ότι πατώ σε ιερό έδαφος»! 


[1] “I may be wrong and you may be right, and by an effort we may get nearer to the truth”. Karl Popper (1945) The Open Society and its Enemies.. Vol. II p.225 and (1994) The Myth of the Framework.London: Routledge p. xii.