Πως μπορεί να καταπολεμηθεί η προσοδοθηρία
Δημοσιεύθηκε: 19/05/2011 Filed under: Uncategorized Σχολιάστε
Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Ισως αποτελεί κοινοτοπία το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν προνομιούχο τάξη, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις χώρες. Κύριό τους προνόμιο είναι η μονιμότητα που κατέχουν. Το προνόμιο αυτό δεν είναι αδικαιολόγητο, θεωρητικά τουλάχιστον. Ενας κρατικός λειτουργός, με τις γνώσεις που κατέχει στον τομέα του, την πείρα που έχει συσσωρεύσει και κυρίως το αδέκαστο ήθος του, είναι απαραίτητος για την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής. Το προνόμιο της μονιμότητας πέρα από την απολαβή ενός ικανοποιητικού μισθού είναι το αντάλλαγμα που χορηγεί η πολιτεία για να μη χάσει τα πολύτιμα στελέχη της στην αγορά εργασίας.
Για να χρησιμοποιήσουμε τεχνική γλώσσα, τα προνόμια των δημόσιων υπαλλήλων αντιπροσωπεύουν το «κόστος ευκαιρίας» που πρέπει να πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρoυν. Αν όμως πληρωθεί περισσότερο από αυτό το «κόστος ευκαιρίας», το πλεόνασμα αποτελεί μορφή οικονομικής προσόδου, δηλαδή μιας πληρωμής πάνω και πέρα από αυτό που χρειάζεται ως κίνητρο για ένα οικονομικό υποκείμενο για να προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες. Και κάθε μορφή οικονομικής προσόδου με αυτή την έννοια είναι αδικαιολόγητη από τα υπερκέρδη ενός μονοπωλίου ως την προνομιούχο μονιμότητα ενός κλητήρα. Αν και τα δύο είναι περιζήτητα, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η προσοδοθηρία (rent seeking)[1] είναι η «φυσική ροπή», κατά κάποιο τρόπο, κάθε οικονομικού υποκειμένου. Στη χώρα μας, όμως, η ροπή αυτή είναι συγχρόνως εθνική κατάρα.
Διορισμοί και προνόμια
Η προσοδοθηρία μικρής ή μεγάλης κλίμακας παίρνει πολλές και διάφορες μορφές στην Ελλάδα: χαριστικές συμβάσεις, υπερκέρδη, αργομισθίες, παρασιτικούς διορισμούς στο Δημόσιο, καθώς και επιδοτήσεις πάσης φύσεως. Πολλά παραδείγματα προσοδοθηρικής συμπεριφοράςείναι εξαιρετικά γνώριμα στο ελληνικό κοινό. Ένα από αυτά είναι η πίεση που ασκούν οργανωμένα συμφέροντα, συντεχνιακά, επαγγελματικά, αλλά και άλλα αδιαφανή και υπόγεια προς την πολιτική ηγεσία της χώρας για παροχές ή για φοροαπαλλαγές ή για οποιαδήποτε «ευνοϊκή ρύθμιση» που να μεταφράζεται σε αύξηση επιβάρυνσης των φορολογουμένων. Επίσης, προσοδοθηρικό είναι κάθε αίτημα για «ειδική μεταχείριση» ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών, που σημαίνει περιορισμό στις προσφερόμενες υπηρεσίες (ή στην ποιότητά τους) για τους μη ευνοούμενους, όπως είναι το στρίμωγμα που υφίσταται το προσωπικό, αλλά και οι ομαλώς εισαχθέντες φοιτητές σε ένα πανεπιστήμιο, όταν μια «ευεργετική διάταξη» για μια ορισμένη κατηγορία του πληθυσμού, επιβάλλει μέσω μετεγγραφής την πρόσθετη εισαγωγή φοιτητών ή την δωρεάν νοσοκομειακή περίθαλψη ασθενών ορισμένων κοινωνικών ομάδων κλπ. Γενικά, όταν οι πολιτικοί μιλούν για «ρύθμιση» , την οποία συνηθέστατα αποκαλούν «ευνοϊκή» για κάποια κατηγορία του πληθυσμού, το κόστος δεν το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, αλλά οι «άλλοι», δηλαδή οι φορολογούμενοι. Οι τελευταίοι, όμως, ακριβλως επειδή είναι ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, δεν συναποτελούν ενιαία κοινωνική κατηγορία και μέχρι να ξεσπάσει η κρίση, δεν είχαν καν αντιληφθεί οι ίδιοι ότι … υπήρχαν.
Για τους παραπάνω λόγους, στον τόπο μας η προσοδοθηρία ανάγεται σε αρχή δράσης, ως νόμιμο δικαίωμα με κάποια έννοια. Το προσοδοφόρο προνόμιο όμως είναι ακριβώς εκείνο που είναι οικονομικά και κοινωνικά αδικαιολόγητο. Σήμερα αντιστρέφονται οι όροι. Οι πληρωμές και οι διορισμοί όχι μόνο δεν γίνονται κατ’ αξίαν, αλλά θεωρείται επιτυχία και το κυριότερο, θεωρείται θεμιτή η αναζήτηση μιας τέτοιας «επιτυχίας» όταν γίνονται πέρα και πάνω από την αξία ή την καταλληλότητα του ωφελουμένου.
Ετσι, αντί να είναι ο κρατικός λειτουργός περιζήτητος και να πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για να συγκρατηθεί στο Δημόσιο εντός του οποίου λειτουργεί ως πολύτιμο στέλεχος, σε αρκετές περιπτώσεις κατέχει θέση που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της υπηρεσίας ή χωρίς ο ίδιος να κατέχει τα κατάλληλα προσόντα για αυτή τη θέση. Σε αυτή την περίπτωση δεν κινδυνεύει το Δημόσιο να τον «χάσει», αν αυτός απορροφηθεί στον ιδιωτικό τομέα. Αντίθετα, στην αγορά εργασίας δημιουργείται μια αφόρητη πίεση για τέτοιες δημόσιες θέσεις, ακριβώς διότι είναι προνομιούχες. Γι’ αυτό και η ύπατη φιλοδοξία του κάθε φερέλπιδα σπουδαστή είναι να καταστεί κρατικοδίαιτος διά βίου, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Δημόσιο. Η προσοδοθηρία του έχει εμφυσηθεί από την οικογενειακή του ανατροφή και έλκει την καταγωγή της από τον περασμένο αιώνα όταν ο Ροΐδης κατήγγειλε την «πτυχιούχο αγέλη ανορθογράφων θεσιθηρών».
Το κόστος για την οικονομία
Το ήθος του δημόσιου υπαλλήλου, τουλάχιστον κατά το πρότυπο που διαμόρφωσε η ευρωπαϊκή παράδοση των τελευταίων δύο αιώνων και διατύπωσε θεωρητικά ο Μax Weber, βρίσκεται στους αντίποδες αυτής της στάσης. Κανένας κρατικός λειτουργός που σέβεται τον εαυτό του δεν θα δεχόταν να απολαμβάνει προνόμια και να εισπράττει μισθούς που να μη βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις υπηρεσίες που προσφέρει. Από τη θέση του μάλιστα καταπολεμά την προσοδοθηρία ή τουλάχιστον την ελέγχει. Η επικράτηση όμως του «προσοδοθηρικού ήθους» και η εισβολή στο δημόσιο ευρύτατων ομάδων που διακατέχονται από αυτό το ήθος έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτών που αναρωτιούνται πού θα πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση, η οποία μεταξύ άλλων εκτρέφει και την απεργιακή επιτρεπτικότητα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ. Η επιτρεπτικότητα αυτή συνίσταται στην ανοχή που δείχνει η πολιτεία στις απεργιακές κινητοποιήσεις προκειμένου περί κρατικών υπαλλήλων. Απεργίες στον ιδιωτικό τομέα σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Η ελληνική οικονομία υφίσταται πάμπολλες ζημιές από απεργίες στον κρατικό τομέα, όπου ο απεργός δεν κινδυνεύει με απόλυση αλλά ούτε καν περικοπές μισθού στη διάρκεια της απεργίας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί προτείνουν την άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων ή την απαγόρευση της απεργίας. Δηλαδή, ο δημόσιος υπάλληλος παραιτείται του δικαιώματος να απεργεί. Αυτό το μέτρο ισχύει στη Γερμανία, για παράδειγμα. Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσω με τα δύο αυτά μέτρα. Κατά πρώτο λόγο, η άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων σημαίνει ότι το κράτος μένει χωρίς σοβαρούς κρατικούς λειτουργούς. Αν πάλι απαγορευθούν οι απεργίες, οι απεργοί μπορούν να βρουν άλλους άτυπους τρόπους κινητοποιήσεων με τους οποίους θα κρατούν την πολιτεία και την κοινωνία σε ομηρεία, χωρίς τυπικά να απεργούν.
Ένα προσοδοθηρικό μέτρο κατά της προσοδοθηρίας
Το ζητούμενο δεν είναι η άρση της μονιμότητας ούτε η απαγόρευση της απεργίας αλλά η καταπολέμηση της προσοδοθηρίας στο Δημόσιο. Και η απεργία είναι μια βίαιη και συμπυκνωμένη μορφή προσοδοθηρίας, με την έννοια ότι μέσα από αυτή επιζητείται η διατήρηση ή η επέκταση ενός οικονομικού προνομίου (ή ενός προνομίου που είναι μεταφράσιμο σε οικονομικούς όρους). Αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που τα συνδικάτα αποτελούν μορφή μονοπωλίου, με κοινωνική και κρατική ανοχή. Η πίεση που ασκείται είναι καθαρά πολιτική, διότι η κυβέρνηση προσμετρά το συνολικό «κόστος» επίλυσης του προβλήματος. Το κόστος αυτό είναι οικονομικό και πολιτικό. Το τελευταίο διογκώνεται υπέρμετρα όσον αφορά τα αιτήματα απεργών που δεν ικανοποιούνται. Ως εκ τούτου οι τελευταίοι προβαίνουν σε κινητοποιήσεις, οι οποίες … ακινητοποιούν την κοινωνία φράζοντας δρόμους, πραγματοποιώντας καταλήψεις κτλ.
Όμως, πάσσαλος πασσάλω εκρούεται. Η προσοδοθηρία μπορεί να καταπολεμηθεί με προσοδοθρικά μέσα. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο… προσοδοθηρικό αντικίνητρο στις απεργίες στο δημόσιο;
Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η χορήγηση ενός ειδικού πριμ, υπολογισμένου με βάση το ετήσιο κόστος των απεργιών στην ελληνική οικονομία. Αν το κράτος εκχωρήσει ένα κλάσμα αυτού του κόστους, ας πούμε 50%, η κοινωνία θα έχει «κέρδος», πληρώνοντας σχετικά φθηνά για ένα «δημόσιο αγαθό» ή μάλλον θα εξαγοράζει σε αρκετά καλή τιμή το κόστος ενός «δημόσιου κακού». Το πριμ αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή συλλογικού επιδόματος εργασιακής παρουσίας (!) που θα χάριζε το κράτος σε εκείνους τους εργαζομένους που θα έχουν συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ημερών εργασίας ως το τέλος του έτους. (Ασφαλώς θα μπορούσε να βρεθεί κάποια ονομασία λιγότερο προκλητικό από τα επιδόματα «καυσοξύλων», «εργένη», «έξκαιρης προσέλευσης»). Δεν το δικαιούνται αυτό το επίδομα οι εργαζόμενοι στο δημόσιο. Δεν είναι μέρος του μισθού τους. Δεν τους το χρωστάει κανείς. Δίδεται χαριστικά σε εκείνους που ευδοκίμως υπηρέτησαν για αυτό το διάστημα. Δεν δίνεται σε εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο, που μπορεί να είναι και δική τους επιλογή η οποία δεν αποκλείεται και να τους τιμά, αποποιούνται αυτό το επίδομα συμμετέχοντας σε μια δίκαιη ίσως και ηρωική απεργία. Στην περίπτωση αυτή δεν συμμετέχουν στη μοιρασιά του συλλογικού αυτού επιδόματος. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των απεργών τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μερίδα του επιδόματος που θα εισπράξει ο μη απεργός.
Το ηθικό στήριγμα μιας τέτοιας πρότασης βρίσκεται στο ότι οι απεργοί στο δημόσιο αντιμετωπίζονται σήμερα ως «τζάμπα μάγκες» κατά την έκφραση που έγινε της μόδας, επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτε. Από τη στιγμή που, χωρίς να χάσουν τίποτε από τον μισθό τους ή την ίδια τους τη θέση στο δημόσιο, τους δίδεται η ευκαιρία να αποποιηθούν εθελοντικά ένα πλεονέκτημα «για την τιμή των όπλων», κανένας δεν θα μπορεί να κατηγορήσει τους συνδικαλιστές στο δημόσιο για «τζάμπα μαγκιά». Ισα ίσα, η αποποίηση αυτή θα τους τιμά. Θα αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία της μαγκιάς τους. Αυτήν μπορούν να την αποδείξουν άλλωστε… απεργώντας κατά του μέτρου αυτού, αν και εφόσον υιοθετηθεί.
Ενας φάρος στην Ευρώπη
Το προτεινόμενο μέτρο, μ’ άλλα λόγια, έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι η εφαρμογή του δίνει την ευκαιρία στους απεργούς να αγωνιστούν για την τιμή των όπλων. Βέβαια, παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι δημιουργεί οφέλη υπέρ τρίτων που δεν τα αξίζουν. Ο μη απεργός επιβραβεύεται εις βάρος του απεργού που θυσιάζεται για το «κοινό καλό» Ας μην ξεχνάμε ότι οι απεργοί στο δημόσιο τομέα πάντα επικαλούνται το γενικό καλό και είναι, βέβαια, ειλικρινείς. Ποιος θα αμφισβητήσει την ειλικρίνεια του κ. Νίκου Φωτόπουλου, όταν δήλωσε γηθοσύνως ότι ο αγώνας της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ κατά της αποκρατικοποίησης είναι υπέρ των καταναλωτών, διότι θα πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα. Ασφαλώς αυτή η δήλωση θα κίνησε τον αρχηγό του ΛΑΟΣ, ως υπερασπιστλή των λαϊκών συμφερόντων να δηλώασει στις 4 Μαίου 2011 την απόλυτη σύμπνοια του με τους σκοπόυς και τον αγώνα του κ. Φωτόπουλου. Βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=399102
Σε αυτό το προσοδοθηρικό παιχνίδι χάνει ο καθένας ακριβώς αυτό που κερδίζει ο άλλος. Και αυτό είναι δυνατόν να φθείρει το συνδικαλιστικό κίνημα στο Δημόσιο και να οδηγήσει στην πτώση της αγωνιστικότητας εν γένει, στην οποία η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τα πρωτεία σε μια Ευρώπη όπου η φλόγα αυτή έχει σβήσει προ πολλού.
Η ελληνική κοινωνία όμως καλά κρατεί. Δεν έχει κανένα λόγο να χάσει το προνόμιο αυτό που κατέχει η Ελλάδα στην Ευρώπη, εντός της οποίας αποτελεί φάρο αγωνιστικότητας στον δημόσιο τομέα. Απορρίπτει επομένως τους καπιταλιστικούς μύθους περί σύνδεσης της αμοιβής με την παραγωγικότητα και δίνει τη μάχη της εναντίον του δήθεν εκσυγχρονισμού με την ένταξη στην ΟΝΕ αψηφώντας τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών. Σε αυτό τον δρόμο είμαστε ταγμένοι και πρέπει να κρατηθούμε σε αυτή την πορεία μας αταλάντευτα.
[1] Η πρσοδοθηρία μπορεί να ορισθεί ως εξής: Η χρήση πόρων με σκοπό την χωρίς ανταπόδοση μεταβίβαση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών από ορισμένα πρόσωπα προς τον προσοδοθήρα με βάση κάποια «ευνοϊκή» απόφαση που προέρχεται από μια ακολουθούμενη πολιτική. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την Anne Krueger, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τον Gordon Tullock. Βλ. A.O. Krueger (1974) ‘The Political Economy of the Rent-Seeking Society’. Στο American Economic Review, 64, σ. 291- 303 και Gordon Tullock (1993) Rent Seeking. Cambridge: Edward Elgar.
Πάνω στην υπόθεση DSK
Δημοσιεύθηκε: 19/05/2011 Filed under: Uncategorized | Tags: constitution, Dominique Strauss-Kahn, DSK, institution ΣχολιάστεΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Πολλά έχουν γραφεί για το «τεκμήριο αθωότητας» που πρέπει να δοθεί στον Dominique Strauss-Kahn στις συζητήσεις για το εντυπωσιακό συμβάν. Αυτό αφορά τους δικαστές, όχι τους σχολιαστές. Το «τεκμήριο αθωότητας» είναι νομική έννοια. Από τη στιγμή που δεν είμαστε δικαστές, μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη – άλλο ΓΝΩΜΗ και άλλο ΚΡΙΣΗ. Ας παραμείνουμε, λοιπόν, στη γνώμη.
Είναι, δυστυχώς, ξεκάθαρο, ότι ο DSK είναι μια μη ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με μεγάλες ικανότητες, αλλά με παλαιόθεν εγνωσμένη ικανότητα αυτογελοιοποίησης, λόγω της υπερώριμης θηλυμανίας του. Μετά από μια ορισμένη ηλικία αυτό είναι αισθητικά απωθητικό: ο γεροντοκαψούρης μένει συνήθως αθεράπευτος. (Είχαμε κι εμείς στην Ελλάδα σπουδαία δείγματα). Ίσως τη φορά αυτή, υπερέβη τα όρια της επιμονής παρήλικος να γίνει «το δικό του», με την προοπτική εκ των υστέρων «μαζέματος». Le roi s’amuse. Και οι υπόλοιποι το δέχονται σιωπηρώς. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή φόρμουλα. Δεν είναι η φόρμουλα που ισχύει στις ΗΠΑ. Κάτι συνέβη εκεί το 1776 που δεν έχει γίνει πλήρως αντιληπτό στην Ευρώπη, ακόμα και την πιο προηγμένη, όπου κρίνουν εξ ιδίων ότι συμβαίνει εκεί. Εκεί οι θεσμοί και οι αρχές δεν υπολειτουργούν όταν αντιμετωπίζουν εκπρόσωπους της εξουσίας. Στη χώρα αυτή, όπου όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, δεν αναγνωρίζονται ορισμένοι ως πιο ίσοι από τους υπόλοιπους. Ο διασυρμός του είναι μάλλον αποτέλεσμα τηλεοπτικής ανθρωποφαγίας, όχι πολιτικά κατευθυνόμενης επιχείρησης, όπως υποστηρίζεται ευρύτατα – ιδίως από εκείνους που ρέπουν προς τη συνωμοσιολογία.
Από την άλλη μεριά, η πτώση του DSK περιέχει και ένα τραγικό στοιχείο. Το στοιχείο αυτό συνίσταται στο οικουμενικό νόημα μιας μεγάλης συμφοράς που υφίσταται ο τραγικός ήρωας. Συγκινεί η τύχη του Οιδίποδα ή του Hamlet, όχι διότι και εμείς μπορεί να βρεθούμε στη θέση του ενός ή του άλλου, αλλά διότι η ακραία συμφορά τους είναι προϊόν της κοινής μοίρας και όχι μιας «εξαιρετέας» συγκυρίας που δεν μας αγγίζει. Ο χλευασμός πρέπει να δώσει τη θέση του στο δέος μπρος την τραγική πτώση. Και γενικότερα λίγη σεμνότητα παραπάνω δεν έβλαψε ποτέ τους Αργείους.
Αθάνατη Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε: 19/05/2011 Filed under: Uncategorized Σχολιάστε…Βγαίνοντας από το εστιατόριο συνέβη να εκτυλιχθεί μπροστά μου μία ακόμη σκηνή βαθύτατης ελληνικότητας: Ενα φορτηγάκι πέρασε με κόκκινο, η κυρία την οποία κόντεψε να χτυπήσει έβαλε τις φωνές στον τροχονόμο, πουπου ήταν μπροστά αλλά βαρέθηκε να επέμβει, όμως καθώς ο τροχονόμος άρχισε να κατευθύνεται με βήμα βαρύ προς τον οδηγό, τον πρόλαβε ο κόπρος της πλατείας, που άρχισε να γαβγίζει μανιωδώς στον παραβάτη! Σε ποια άλλη μεγαλούπολη του κόσμου ένας κόπρος κάθεται αμέριμνος στη μέση του κεντρικότερου δρόμου, χωρίς κανείς να ενοχλείται; Σε πολλές. (Μογκαντίσου, Κάιρο, Κουάλα Λουμπούρ κ. λπ.) Σε ποια όμως ο κόπρος έχει την ευφυΐα ώστε να αναλάβει χρέη τροχονόμου; Μόνον στην Ελλαδάρα.
Tου Στεφανου Κασιματη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-05-11
Η καταπολέμηση της διαφθοράς
Δημοσιεύθηκε: 16/05/2011 Filed under: Uncategorized ΣχολιάστεΔ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Μια ινδική ιδέα
Έχω μια ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΤΑΣΗ να υποβάλω, απευθυνόμενος στο «προοδευτικότερο» (τα εισαγωγικά είναι προαιρετικά) τμήμα της κοινής γνώμης. Αφού ο ακτιβισμός παίρνει και δίνει στη χώρα μας, τόσο με νόμιμες και –κατά προτίμηση – παράνομες μορφές, γιατί να μην έχουμε ακτιβιστές ενάντια στη ΔΙΑΦΘΟΡΑ; Στην πολύπαθη Ινδία έχει στηθεί ένας ιστότοπος ipaidabribe.com από ακτιβιστές κατά της διαφθοράς που σκοπό έχει να ξεμπροστιάζει τους μικρομεσαίους δημοσίους υπαλλήλους που χρηματίζονται, δωροδοκώντας τους και καταγράφοντας πού και πώς σημειώθηκε κάθε περίπτωση. Το άθροισμα των (μικρο)ποσών που εισπράττουν είναι ιλιγγιώδες. Η εθελοντική αυτή οργάνωση ζητά τη νομιμοποίηση ορισμένων περιπτώσεων δωροδοκίας και τη δημιουργία μηχανισμών που να υποχρεώνουν το δωρολήπτη, μετά από ταχείες διαδικασίες ελέγχου, να πληρώνει το τριπλάσιο ποσόν που απέσπασε από το δωροδότη ή να λυθεί δικαστικώς η υπόθεση. Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό για να λυθεί το ζήτημα. Αξίζει, όμως, να μελετηθεί.
Βλ. σχετικό άρθρο στο ECONOMIST
Βία στη βία για εξουσία
Δημοσιεύθηκε: 16/05/2011 Filed under: Uncategorized | Tags: Greece, Politics, violence ΣχολιάστεΓ.ΑΡΧΟΝΤΑΣ
Τα κρούσματα βίας των τελευταίων ημερών – και η δολοφονία του Έλληνα, και η δολοφονία του μετανάστη, και οι συνήθεις πια τραυματισμοί διαδηλωτών από τα ΜΑΤ και οι εξίσου συνήθεις πια καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας από συγκεκριμένες υποομάδες διαδηλωτών – δεν έχουν ως αιτία την οικονομική κρίση. Αντίθετα! Τόσο η βία, όσο και η οικονομική κρίση, έχουν ρίζα κοινή: την απαξίωση της ισχύος του νόμου, την έλλειψη νομοκρατίας.
Η ελαστικότητα των νόμων για δεκαετίες θεωρούταν στην Ελλάδα περίπου δημοκρατική κατάκτηση. Η δυνατότητα της κατά περίπτωση ερμηνείας ή εφαρμογής των νόμων, φαινόταν στους περισσότερους, ανεξάρτητα από ιδεολογική στάση ή εκλογική συμπεριφορά, ένα χρήσιμο αντιστάθμισμα στον απρόσωπο χαρακτήρα των νομικών κειμένων. Χρήσιμο για πολλούς λόγους:
– ο πραγματικά ή κατά φαντασία αναξιοπαθής μπορούσε να επικαλεστεί την κατάστασή του ζητώντας εξαιρέσεις από το νόμο,
– ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, εκλεγμένος ή διορισμένος, μπορούσε να ανταλλάσσει την άσκηση της ευρείας ευχέρειας του με ψήφους ή χρήμα,
– κοινωνικές ομάδες, συνδικάτα, επιχειρηματικά συμφέροντα, γνωρίζοντας ότι η ευχέρεια αυτή υπάρχει, διεκδικούσαν προνόμια πέρα από το νόμο ή, πράγμα που ισοδυναμεί μ’ αυτό, τη ψήφιση νόμων ενάντια στο κοινό, συλλογικό συμφέρον.
Δημιουργήθηκε έτσι ένας φαύλος κύκλος. Αφ’ ενός ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των εκλογέων ψήφιζε εκείνους τους υποψηφίους που του εξασφάλιζαν άδικα, παράνομα ή παράτυπα, οφέλη. Ανταλλασσόταν δηλαδή η ψήφος με διορισμούς, ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Η εξυπηρέτηση επιμέρους συμφερόντων έναντι του συλλογικού έγινε έτσι για πολλούς πολιτικούς εξαιρετικά αποδοτική πρακτική.
Αφ’ ετέρου, τόσο πολιτικοί όσο και πολιτικές δυνάμεις, ανταγωνίζονταν στην υποστήριξη αιτημάτων και πρακτικών πέρα από το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Η παροχή υποστήριξης στο κλείσιμο δρόμων, στις καταλήψεις – συμβολικές ή μη – σε αιτήματα «υπέρβασης» του νόμου, «νομιμοποίησης» παρανομιών ή απαλλαγής παραβατών του νόμου από τις έννομες συνέπειες των παραβάσεών τους, έγιναν προνομιακά εργαλεία πολιτικής συναλλαγής. Και αν ένας πολιτικός έχει υποστηρίξει έστω και μια σχολική κατάληψη, δύσκολα αποκτά το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να εφαρμόσει το νόμο σε παρόμοιες, μεγαλύτερης έκτασης και συνέπειας καταστάσεις. Οι παράνομα διεκδικούντες ξέρουν καλά ότι παρόμοιες πρακτικές είχαν στο παρελθόν την υποστήριξη ή την ανοχή των φορέων της εξουσίας. Και ξέρουν εξίσου καλά ότι οι πρακτικές αυτές αποδίδουν.
Ταυτόχρονα, η ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων από αυτά τα αιτήματα, και άρα η εξαγορά της εξουσίας, μόνο με ένα τρόπο μπορούσε να επιτευχθεί, τουλάχιστον για όσα από αυτά τα αιτήματα συνεπαγόταν χρηματικό κόστος: με ολοένα και μεγαλύτερο δανεισμό (ή έστω φορολόγηση), κυρίως εφόσον η παραγωγή ως τρόπος προσπορισμού των αναγκαίων και επιθυμητών κατέστη λιγότερο ελκυστική από την προσοδοθηρία, την συναλλαγή ‘ψήφοι για προνόμια’. Αυτή είναι η πολιτική αιτία της οικονομικής κρίσης.
Έτσι όμως, το πεδίο της κοινωνικής διεκδίκησης ξεχείλωσε υπερβολικά και έχασε τους κανόνες του. Ο νόμος από έκφραση του δικαίου και θεματοφύλακας του κοινού συμφέροντος έγινε σε μεγάλο βαθμό η επίσημη δεσμευτική κατοχύρωση του αποτελέσματος των πολιτικών συναλλαγών. Ακόμα και το Σύνταγμα, που διακηρυκτικά οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα ατόμων και ομάδων από τον εξαναγκασμό πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον κατακερματισμό των επιμέρους συμφερόντων.
Όταν όμως οι νόμοι χάνουν το εχέγγυο της δικαιοσύνης, όταν εφαρμόζονται επιλεκτικά και όταν αλλάζουν προς όφελος των καλύτερα τοποθετημένων στο παιχνίδι της συναλλαγής, τότε μαζί τους χάνεται και ο μοναδικός τρόπος αρμονικής συνάρθρωσης των επιμέρους ατομικών και ομαδικών συμφερόντων.
Και βεβαίως ταυτόχρονα χάνει το νόημα της η θεσπισμένη πολιτική διαδικασία. Ιδανικά ο πολιτικός αγώνας για την κατίσχυση στη δημόσια σφαίρα και στην κάλπη γίνεται στο πεδίο των επιχειρημάτων και έχει ως τρόπαιο την – συνταγματικά περιορισμένη – δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Στην πράξη, διευρύνθηκαν τόσο τα όπλα του, με τη δυνατότητα της συναλλαγής αλλά και της καταφυγής σε έκνομες πράξεις, όσο και το ίδιο το τρόπαιο: η ευχέρεια του εκάστοτε φορέα της πολιτικής εξουσίας να διανέμει προσόδους έγινε τεράστια.
Σ’ αυτό το νοσηρό περιβάλλον, θαμπώνει ο λόγος της εκχώρησης του μονοπωλίου της βίας στο κράτος. Ο διαδηλωτής πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί ούτε τα δικά του συμφέροντα, ούτε το γενικό καλό. Ο αστυνόμος, των ΜΑΤ ή άλλων ομάδων, που παίρνει κατά περίπτωση εντολές να εφαρμόσει νόμους και κανονισμούς, δεν διαθέτει αυτόματα πρωτόκολλα σύννομης δράσης – όλο και πιο εύκολα εκτρέπεται. Οι εγκληματίες, εγχώριοι και αλλοδαποί, βλέπουν ότι οι νόμοι εφαρμόζονται στην καλύτερη περίπτωση με «κοινωνικό ρεαλισμό» και σίγουρα όχι σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας. Οι αγανακτισμένοι – εντός και εκτός εισαγωγικών -πολίτες βλέπουν ομοίως ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Το γενικό συμφέρον, ταυτόχρονα στόχος και προϋπόθεση της ευνομούμενης δημοκρατίας, εξαφανίζεται ως έννοια.
Συνεπώς, η καταφυγή στη βία, ως το ύστατο και εντέλει αποτελεσματικό μέσο για την επιδίωξη πολιτικών στόχων σε καθεστώς ανομίας, γίνεται η εύλογη επιλογή. Το πολιτικό παιχνίδι υποβαθμίζεται σε μηδενικού αθροίσματος – ότι κερδίσει κανείς, το αποσπά από κάποιον άλλο. Η ανομία φέρνει τη βία και όχι η βία την παρανομία.
Στο Σύνταγμα της Ελευθερίας, ο Friedrich Hayek προσδιορίζει τις αναγκαίες συνθήκες της νομοκρατίας: νόμοι με γενικό και αφηρημένο και όχι συγκεκριμένο και προνομιακό χαρακτήρα, σαφήνεια, καθολική εφαρμογή, βέβαιη σύνδεση πράξεων με τις συνέπειες τους. Μόνο έτσι μειώνεται το κοινωνικό κόστος συναλλαγής, μόνο έτσι εξαλείφεται η προσοδοθηρία και το καταλλακτικό παίγνιο γίνεται θετικού αθροίσματος, μόνο έτσι η καταφυγή στη βία χάνει τόσο τις αιτίες όσο και την αποτελεσματικότητά της.
Είναι προφανές ότι από αυτή τη συνθήκη απέχουμε υπερβολικά πολύ. Και το ζητούμενο είναι πώς η νομοκρατία, ή έστω το αίτημα γι’ αυτήν, μπορεί να εμπεδωθεί σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες έχει μάθει στην πράξη ότι νόμος είναι το δίκιο κάποιου ή κάποιων, όμως σε καμία περίπτωση όλων. Τουλάχιστον ας εκτεθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο στην ιδέα ότι, όντως, ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.


