Όμορφα και αμεσοδημοκρατικά

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

« Στην άμεση δημοκρατία, κερδισμένοι εντέλει δεν βγαίνουν οι πολλοί, αλλά αφ’ ενός οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ισχυροί και ηχηροί, και αφ’ ετέρου οι πιο λαϊκιστές – αρκεί κανείς να δει ποιοι οικονομολόγοι έχουν πέραση στις πλατείες.»

Όμορφα και αμεσοδημοκρατικά.

Να λοιπόν που η πλατεία στηρίζει με ψήφισμά της ανάμεσα στα άλλα και την απεργία της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ! Τι σημαίνει όμως αυτό; Προφανώς, αν οι Αγανακτισμένοι αμεσοδημοκράτες εννοούν αυτά που λένε, το ψήφισμα αυτό δεν αντιπροσωπεύει κανέναν άλλο πέρα από τους ψηφίσαντες, δηλαδή κάποιες εκατοντάδες ή έστω λίγες χιλιάδες άτομα. Αλλά και οι  υπόλοιπες αμεσοδημοκρατικές αποφάσεις των πλατειών δεν εκφράζουν κανέναν πέρα από τους ψηφίσαντες ή υπογράψαντες. Διαφορετικά φτάνουμε στο συμπέρασμα πως ακόμα κι οι αμεσοδημοκράτες κάποιους αντιπροσωπεύουν, κι αυτό το έχουν αποκηρύξει ως εξοβελιστέο.

Το αίτημα για άμεση δημοκρατία – που είναι η κυρίαρχη ερμηνεία του συνθήματος «πραγματική δημοκρατία τώρα!» – δεν γεννήθηκε βεβαίως στο κενό. Ήρθε να καλύψει ένα απολύτως υπαρκτό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης: η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψηφίστηκε για να κάνει άλλα και κάνει τα αντίθετα. Είναι όμως όντως η άμεση δημοκρατία η καλύτερη, ή έστω εφικτή, λύση στα προβλήματά μας; Έχω ως προς αυτό δύο ιστορίες.

Ιστορία Πρώτη

Στα τελευταία χρόνια της χιλιετίας που μας πέρασε, σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο που θεραπεύει τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες επί της λεωφόρου Συγγρού, ακουγόταν ηχηρό το αίτημα για κατάληψη. Μπορεί η κατάληψη να είναι αντισυνταγματική ως μέσο διαμαρτυρίας, όμως αφ’ ενός μια αυθαίρετη ερμηνεία του περί ασύλου άρθρου του Συντάγματος, αφ’ ετέρου οι απαράδεκτοι εκτελεστικοί νόμοι του άρθρου αυτού καθώς και η πρακτική δεκαετιών, είχαν πια δημιουργήσει τα δικά τους δεδομένα. Οι ευαγγελιστές της κατάληψης λοιπόν, θεωρώντας ότι οι νόμοι υπάρχουν για να σπάνε μπροστά στη βούληση της πλειοψηφίας, επικαλέστηκαν κατά τη συνήθειά τους την άμεση δημοκρατία. Συγκλήθηκε γι’ αυτό Γενική Συνέλευση με μόνο θέμα την κατάληψη. Από τους χιλιάδες ενεργούς φοιτητές του εν λόγω πανεπιστημίου συγκεντρώθηκε ο διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός των 1500, οι οποίοι και ψήφισαν κατά πλειοψηφία εναντίον της κατάληψης. Οι επίδοξοι καταληψίες δεν πτοήθηκαν. Συγκάλεσαν νέα Γενική Συνέλευση και μετά κι άλλη, κι ύστερα κι άλλη, με ρυθμό μία Συνέλευση κάθε τρεις ή τέσσερις μέρες. Σημειωτέον δε ότι η κάθε συνέλευση κρατούσε 4 με 5 ώρες και κάθε πρόταση για συμμάζεμα της διαδικασίας απορριπτόταν ως επίθεση στο δικαίωμα για έκφραση. Στο τέλος, οι μετριοπαθέστεροι αντικαταληψίες σιχάθηκαν να παρίστανται σ’ αυτά τα σόου και με τα πολλά η πρόταση για κατάληψη υπερψηφίστηκε.

Ιστορία Δεύτερη

Το ίδιο πανεπιστήμιο, κάποια χρόνια μετά, τελούσε υπό κατάληψη που είχε αποφασιστεί με παρόμοια διαδικασία. Έλα όμως που στο πλαίσιο ενός εργαστηριακού μαθήματος είχε κληθεί – πολύ πριν αρχίσει η κατάληψη – να παρουσιάσει τη δουλειά της μια ερευνήτρια από το εξωτερικό! Το εν λόγω μάθημα γινόταν σε χώρο εκτός του κεντρικού κτηριακού συγκροτήματος του Πανεπιστημίου και οι φοιτητές του μαθήματος, χωρίς να προηγηθεί είναι η αλήθεια ψηφοφορία, ήθελαν να γίνει η παρουσίαση. Όμως, ένα τέταρτο μετά την έναρξή του μαθήματος, εμφανίστηκαν στη αίθουσα πενήντα αμεσοδημοκράτες φοιτητές άλλων τμημάτων παρέα με γνωστό φοιτητοπατέρα καθηγητή – επίσης άλλου τμήματος – και φωνάζοντας συνθήματα ανακοίνωσαν ότι το μάθημα σταματά. Γιατί; «Διότι έτσι έχουν αποφασίσει οι συνάδελφοί σας στη Γενική τους Συνέλευση». Με πρωτοβουλία των φοιτητών που έκαναν μάθημα έγινε εκείνη τη στιγμή ψηφοφορία, που ομόφωνα αποφάσισε το μάθημα να συνεχιστεί. Οι καταληψίες ανένδοτοι! «Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης υπερτερεί και είναι δεσμευτική». Κάποιος άρχισε να επιχειρηματολογεί: «Αφ’ ενός έχουμε την πλειοψηφική απόφαση μιας Γενικής Συνέλευσης για κατάληψη. Εντάξει. Πλειοψηφία όμως υπάρχει κι από κάτω, στους φοιτητές του μαθήματος – και μάλιστα ομόφωνη. Πλειοψηφία υπάρχει και παραδίπλα, στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών όπου οι φοιτητές – για τους δικούς τους λόγους – έδωσαν αθροιστικά ποσοστό 75% σε παρατάξεις που αντιτίθενται στην κατάληψη. Πλειοψηφία υπάρχει κι από πάνω, στους πολίτες αυτής της χώρας που εξέλεξαν τη συγκεκριμένη Κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική με την οποία εσείς διαφωνείτε. Γιατί λοιπόν να δεχθούμε την πλειοψηφία επί του συνόλου που σας βολεύει; Εξάλλου η κατάληψη βάλλει εναντίον των δικαιωμάτων του έστω και ενός φοιτητή που θέλει να απολαύσει το δικαίωμα της χρήσης του δημόσιου αγαθού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Το αντεπιχείρημα; «Η πολιτική είναι παιχνίδι εξουσίας και ο καθένας παλεύει με τα μέσα που διαθέτει για τους στόχους του». Αυτό ακριβώς. Όταν η αμεσοδημοκρατικά εκφραζόμενη αρχή της πλειοψηφίας αναδεικνύεται σε ικανή συνθήκη λήψης αποφάσεων από μόνη της, η βία απέχει ένα μόνο βήμα.

Η άμεση δημοκρατία είναι εφικτή σε μικρές κοινότητες ή ομάδες ατόμων. Κι εκεί υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν σαφείς διαδικαστικοί κανόνες και εγγυήσεις υπέρ των εκάστοτε μειοψηφιών. Ίσως, αν εφαρμοστεί σε μικρή κλίμακα – στις γειτονιές, τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, τα δημοτικά διαμερίσματα, τις μικρές πόλεις – μπορεί να εμπλουτίσει τη δημόσια σφαίρα με υπευθυνότητα και συμμετοχική διάθεση, ιδιαίτερα αν οι μετέχοντες μπορούν να δουν τα αποτελέσματα της διαβούλευσής τους. Θέλει όμως κι εδώ προσοχή: εύκολα μπορεί να ξεφύγει σε ατέρμονες συζητήσεις και πολλοί μπορούν να βρουν καλύτερους τρόπους να περνάνε την ώρα τους, αφήνοντας εντέλει τους φανατισμένους να αποφασίζουν.

Σε κάθε περίπτωση, τα προβλήματα που παρουσιάζει η άμεση δημοκρατία όταν μιλάμε για κοινωνίες εκατομμυρίων ατόμων με περίπλοκα ζητήματα είναι ανυπέρβλητα. Και το χειρότερο απ’ όλα, είναι ακριβώς ότι επιτρέπει, ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι η καθ’ ημάς καθόλου ιδανική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη δυνατότητα οι όποιες ομάδες πίεσης να επιβάλλουν την ατζέντα τους.  Κερδισμένοι εντέλει δεν βγαίνουν οι πολλοί, αλλά αφ’ ενός οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ισχυροί και ηχηροί, και αφ’ ετέρου οι πιο λαϊκιστές – αρκεί κανείς να δει ποιοι οικονομολόγοι έχουν πέραση στις πλατείες.

Αν λοιπόν στόχος είναι η καλύτερη, δικαιότερη, αποτελεσματικότερη διαχείριση των κοινών υποθέσεων και όχι το να βρούμε κάτι να κάνουμε τα βράδια, πρέπει αλλού να αναζητήσουμε τις θεσμικές αλλαγές που χρειάζεται η δημοκρατία μας. Ήτοι στη λογοδοσία, στους μετρήσιμους στόχους, στην ξεκάθαρη παρουσίαση των μέσων που οδηγούν στην επίτευξή τους, στον περιορισμό της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας να την καταχρώνται, στην ουσιαστική προστασία των πολιτών έναντι της βίας της πλειοψηφίας και των ισχυρών ή ηχηρών μειοψηφιών.

Το πρόβλημα με άλλα λόγια δεν είναι το ποιος θα κυβερνά, αλλά το πώς αυτός που θα κυβερνά θα έχει όσο το δυνατόν μικρότερη δυνατότητα να κάνει κακό.

Με άλλα λόγια: Εγκληματικό το «λεφτά υπάρχουν» και εξοργιστικό το ότι η πλειονότητα των πολιτών αφέθηκε να εξαπατηθεί από αυτό. Αυτοκαταστροφική η στάση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά μπροστά στην κρίση. Όμως οι αμεσοδημοκρατικές μπαρούφες του οικονομολόγου κ. Καζάκη, αν ποτέ εφαρμόζονταν, θα είχαν – κι όμως γίνεται! – πολύ πιο τραγικά αποτελέσματα, ή έστω πολύ πιο γρήγορα στην τραγικότητά τους. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, η συντριπτική πλειονότητα των αμεσοδημοκρατών είναι έτοιμοι να αφεθούν να τους εξαπατήσει ο επόμενος δημαγωγός. Αρκεί να τους απευθύνεται από τις πλατείες.


Διαχείριση θυμού

«Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόππερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό»

 

Ο Γιώργος Αρχόντας στο άρθρο του σχολιάζει τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.
Ίσως αυτό που ζητούν είναι ακριβώς αυτό που δεν τους δίνει το πολιτικό σύστημα: ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας δεν λογοδοτούν πραγματικά, όταν η μόνη «ευθύνη» που έχουν αποτιμάται στην εκλογή τους και επανεκλογή τους, καθιστά το πολιτικό μας σύστημα μη λειτουργικό. Κάθε μορφή διακυβέρνησης (governance) απαιτεί το συνδυασμό εξουσίας και υποχρέωσης λογοδοσίας(powerwith accountability). Η αγανάκτηση δεν στρέφεται μόνο κατά του καταντήματος της οικονομίας, τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που προκαλεί, αλλά κυρίως κατά του κενού λογοδοσίας που αφήνει το πολιτικό σύστημα.
Δ. Δημητράκος

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Την προηγούμενη βδομάδα έγραψα για το Σύνταγμα-το-κείμενο. Σήμερα γράφω για το Σύνταγμα-την-πλατεία.

Στους Αγανακτισμένους δεν κατέβηκα και δεν σκοπεύω να το κάνω τις επόμενες μέρες. Η συμμετοχή / ανάδραση / αντίδρασή μου είναι αυτό το κείμενο – αλλά και τα δύο που προηγήθηκαν και όσα τυχόν ακολουθήσουν σ’ αυτή τη σειρά. Πιστεύω ότι είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω.

Πρώτα απ’ όλα, ξεκαθαρίζω ότι διαφωνώ με όσους σπεύδουν να κατακρίνουν τα όσα συμβαίνουν στο Σύνταγμα με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ανάμεσα στους Αγανακτισμένους ενιαία, συγκροτημένη ιδεολογία, συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα και τα σχετικά.

Όντως, πρόκειται για ένα αδιαμόρφωτο σύνολο ανθρώπων, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την κρίση, διαφορετικές προτάσεις και διαφορετικά συμφέροντα. Όντως πρόκειται για μια κυρίως θυμική αντίδραση. Όμως το γεγονός καθαυτό ότι ένα τέτοιο ετερόκλιτο σύνολο συστάθηκε και εκδηλώνεται, έστω με μόνο ενοποιητικό παράγοντα την αγανάκτηση, δεν είναι άνευ σημασίας. Και είναι πιστεύω χρέος, όποιου μπορεί, να προσπαθήσει να αναδείξει από αυτό το κοινωνικό φαινόμενο ένα περιεχόμενο που μπορεί ενδεχομένως να μας πάει παραπέρα.

Θα επιχειρήσω προς τούτο μια ίσως παρακινδυνευμένη ερμηνεία. Οι Αγανακτισμένοι διεκδικούν, έστω υπόρρητα, κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Κάτι που μέχρι πρότινος πιστεύαμε, λανθασμένα, ότι είχαμε: τη δυνατότητα, παρά τις όποιες επιμέρους μας διαφορές, να συνυπάρχουμε και να δρούμε από κοινού ως πολίτες. Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόπερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό.

Επί δεκαετίες ζούσαμε με την ψευδαίσθηση ότι τα επιμέρους συμφέροντα, οι κοινωνικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις ήταν μεταξύ τους συμβατά. Η κοινωνική ειρήνη διασφαλιζόταν με δανεικά, μέσα από μια συγκυρία παγκόσμιας ανάπτυξης και ευρωπαϊκής πιστοληπτικής εγγύησης. Το πολιτικό σύστημα, στο οποίο οι πολίτες εμπιστεύθηκαν το έργο της συναρμογής των επιμέρους συμφερόντων, παρουσίαζε, με ελάχιστες εξαιρέσεις τη στρεβλή εικόνα ενός παιγνίου θετικού αθροίσματος – παραφορτώναμε το Δημόσιο με προσλήψεις, αλλά τα ποσοστά ανάπτυξης ήταν υψηλά. Παραφορτώναμε το κράτος με ελλείμματα και χρέη, αλλά η ανεργία διατηρούταν σε ιστορικά χαμηλά.

Κι όμως, πιστεύω πως το μένος εναντίον των πολιτικών δεν έχει να κάνει τόσο με τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής μιας λανθασμένης πολιτικής. Πολύ περισσότερο, εδώ που φτάσαμε, ο αποδιοπομπαίος τράγος των πολιτικών συλλήβδην είναι από τους ελάχιστους ενοποιητικούς κοινούς τόπους που διαθέτουμε.

Σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες πίστευε ότι η συναρμογή των επιμέρους συμφερόντων ήταν με μαγικό τρόπο εξασφαλισμένη, η συνειδητοποίηση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε φαίνεται κανιβαλλιστική. Και εξηγούμαι. Για να φτάσουμε πλέον να ξοδεύουμε όσα βγάζουμε δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι: ή μειώνουμε τις δαπάνες, που σημαίνει ότι κάποιοι θα χάσουν τη δουλειά τους, ή αυξάνουμε τη φορολογία, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη μείωση της αγοραστικής δύναμης, ή ένας συνδυασμός από τα δύο. Και δεν μπαίνω καν στις παράπλευρες αρνητικές συνέπειες κάθε επιλογής. Το παιχνίδι είναι πια καταφανώς αρνητικού αθροίσματος – όπως και να το μετρήσουμε το πράγμα, πρέπει να κόψουμε από δω για να γλιτώσουμε από κει. Για τέτοιες αποφάσεις όμως προφανώς καμία κοινωνία δεν είναι πρόθυμη.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι η μόνη που ενθαρρύνεται από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών. Όλα τα άλλα – ιδεολογικές πεποιθήσεις, κομματικές συγγένειες, ταξικές υπαγωγές και τα συναφή διασπαστικά – οι Αγανακτισμένοι καλούνται να τα αφήσουν πίσω στο όνομα μιας ενότητας στα απολύτως αναγκαία και σημαντικά. Ή, θα έλεγε κανείς, στα μόνα εφικτά. Στα μόνα που φαίνεται πια πως εγγυούνται τη συνέχιση της πολιτικής μας κοινωνίας ως ενιαίας.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές: Μπορούμε να συνυπάρχουμε με τις διαφορές μας και έξω από τη πλατεία Συντάγματος, χωρίς να χρειαζόμαστε για αυτό ούτε τις ψευδαισθήσεις που ακυρώθηκαν πια οριστικά, ούτε την αγανάκτηση και τους αποδιοπομπαίους τράγους της; Πιστεύω πως ναι. Υπό προϋποθέσεις:

Πρώτον, στο βαθμό που καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις στο πλαίσιο παιγνίων αρνητικού αθροίσματος, χρειάζεται αιτιολόγηση των όποιων αποφάσεων, σαφή ιεράρχηση στόχων και αναφορά σε κριτήρια δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας. Οι οριζόντιες περικοπές που θίγουν χαμηλοσυνταξιούχους την ώρα που, για παράδειγμα, η ΕΡΤ συνεχίζει να έχει τουλάχιστον 6 τηλεοπτικά και δεκάδες ραδιοφωνικά κανάλια είναι πρόκληση. Είναι απόδειξη ότι η προσοδοθηρία ζει και βασιλεύει.

Δεύτερον, οφείλουμε να καταρρίψουμε με επιχειρήματα τις μαγικές λύσεις. Ανιδιοτελείς σωτήρες, κοιτάσματα άμεσα εκμεταλλεύσιμα, λύσεις που θα μας έσωζαν αλλά κάποιοι κακοί δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε – επιστροφή στη δραχμή, ή κήρυξη του χρέους ως απεχθούς – δυστυχώς δεν υπάρχουν. Απέναντι στην παραφιλολογία χρειάζεται ξεκάθαρη επιχειρηματολογία, τουλάχιστον για όσους έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Είναι η προϋπόθεση για να περάσουμε από την αγανάκτηση στην παραγωγή λύσεων.

Τρίτον, και μακροπρόθεσμα σημαντικότερο, χρειάζεται μια συστηματική συζήτηση υπέρ της νομοκρατίας. Η νομοκρατία είναι η προϋπόθεση για ένα Σύνταγμα (κείμενο και πλατεία) που να χωρά ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι η προϋπόθεση για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορών, για τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας, για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδεών, των προτάσεων, των λύσεων, από τον οποίο προκύπτει αυτό που όταν το δούμε θα το θέλουμε. Επαναλαμβάνω από τις προηγούμενες αναρτήσεις μου: εφαρμογή των νόμων, σύνδεση πράξεων και συνεπειών, δραστικός περιορισμός της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας, της προσοδοθηρίας, των παιγνίων μηδενικού και αρνητικού αθροίσματος.

Σε μια κοινωνία που όσο και αν προσποιείται πως εξεπλάγη, εδώ και καιρό έβλεπε κάτω από την επιφάνεια της κατ’ επίφαση αρμονίας πως ό,τι κέρδιζε ο ένας το έπαιρνε από τον άλλο, αυτό που χρειάζεται είναι να καταδείξουμε, όσοι πιστεύουμε σ’ αυτό, ότι η επιδίωξη των επιμέρους ατομικών συμφερόντων είναι δυνατόν υπό όρους να παράγει αποτέλεσμα επωφελές για τους πολλούς. Και βεβαίως να μιλήσουμε όσο το δυνατόν πιο πολύ και πιο πειστικά για τους όρους αυτούς.