Διαχείριση θυμού

«Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόππερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό»

 

Ο Γιώργος Αρχόντας στο άρθρο του σχολιάζει τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.
Ίσως αυτό που ζητούν είναι ακριβώς αυτό που δεν τους δίνει το πολιτικό σύστημα: ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας δεν λογοδοτούν πραγματικά, όταν η μόνη «ευθύνη» που έχουν αποτιμάται στην εκλογή τους και επανεκλογή τους, καθιστά το πολιτικό μας σύστημα μη λειτουργικό. Κάθε μορφή διακυβέρνησης (governance) απαιτεί το συνδυασμό εξουσίας και υποχρέωσης λογοδοσίας(powerwith accountability). Η αγανάκτηση δεν στρέφεται μόνο κατά του καταντήματος της οικονομίας, τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που προκαλεί, αλλά κυρίως κατά του κενού λογοδοσίας που αφήνει το πολιτικό σύστημα.
Δ. Δημητράκος

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Την προηγούμενη βδομάδα έγραψα για το Σύνταγμα-το-κείμενο. Σήμερα γράφω για το Σύνταγμα-την-πλατεία.

Στους Αγανακτισμένους δεν κατέβηκα και δεν σκοπεύω να το κάνω τις επόμενες μέρες. Η συμμετοχή / ανάδραση / αντίδρασή μου είναι αυτό το κείμενο – αλλά και τα δύο που προηγήθηκαν και όσα τυχόν ακολουθήσουν σ’ αυτή τη σειρά. Πιστεύω ότι είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω.

Πρώτα απ’ όλα, ξεκαθαρίζω ότι διαφωνώ με όσους σπεύδουν να κατακρίνουν τα όσα συμβαίνουν στο Σύνταγμα με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ανάμεσα στους Αγανακτισμένους ενιαία, συγκροτημένη ιδεολογία, συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα και τα σχετικά.

Όντως, πρόκειται για ένα αδιαμόρφωτο σύνολο ανθρώπων, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την κρίση, διαφορετικές προτάσεις και διαφορετικά συμφέροντα. Όντως πρόκειται για μια κυρίως θυμική αντίδραση. Όμως το γεγονός καθαυτό ότι ένα τέτοιο ετερόκλιτο σύνολο συστάθηκε και εκδηλώνεται, έστω με μόνο ενοποιητικό παράγοντα την αγανάκτηση, δεν είναι άνευ σημασίας. Και είναι πιστεύω χρέος, όποιου μπορεί, να προσπαθήσει να αναδείξει από αυτό το κοινωνικό φαινόμενο ένα περιεχόμενο που μπορεί ενδεχομένως να μας πάει παραπέρα.

Θα επιχειρήσω προς τούτο μια ίσως παρακινδυνευμένη ερμηνεία. Οι Αγανακτισμένοι διεκδικούν, έστω υπόρρητα, κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Κάτι που μέχρι πρότινος πιστεύαμε, λανθασμένα, ότι είχαμε: τη δυνατότητα, παρά τις όποιες επιμέρους μας διαφορές, να συνυπάρχουμε και να δρούμε από κοινού ως πολίτες. Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόπερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό.

Επί δεκαετίες ζούσαμε με την ψευδαίσθηση ότι τα επιμέρους συμφέροντα, οι κοινωνικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις ήταν μεταξύ τους συμβατά. Η κοινωνική ειρήνη διασφαλιζόταν με δανεικά, μέσα από μια συγκυρία παγκόσμιας ανάπτυξης και ευρωπαϊκής πιστοληπτικής εγγύησης. Το πολιτικό σύστημα, στο οποίο οι πολίτες εμπιστεύθηκαν το έργο της συναρμογής των επιμέρους συμφερόντων, παρουσίαζε, με ελάχιστες εξαιρέσεις τη στρεβλή εικόνα ενός παιγνίου θετικού αθροίσματος – παραφορτώναμε το Δημόσιο με προσλήψεις, αλλά τα ποσοστά ανάπτυξης ήταν υψηλά. Παραφορτώναμε το κράτος με ελλείμματα και χρέη, αλλά η ανεργία διατηρούταν σε ιστορικά χαμηλά.

Κι όμως, πιστεύω πως το μένος εναντίον των πολιτικών δεν έχει να κάνει τόσο με τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής μιας λανθασμένης πολιτικής. Πολύ περισσότερο, εδώ που φτάσαμε, ο αποδιοπομπαίος τράγος των πολιτικών συλλήβδην είναι από τους ελάχιστους ενοποιητικούς κοινούς τόπους που διαθέτουμε.

Σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες πίστευε ότι η συναρμογή των επιμέρους συμφερόντων ήταν με μαγικό τρόπο εξασφαλισμένη, η συνειδητοποίηση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε φαίνεται κανιβαλλιστική. Και εξηγούμαι. Για να φτάσουμε πλέον να ξοδεύουμε όσα βγάζουμε δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι: ή μειώνουμε τις δαπάνες, που σημαίνει ότι κάποιοι θα χάσουν τη δουλειά τους, ή αυξάνουμε τη φορολογία, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη μείωση της αγοραστικής δύναμης, ή ένας συνδυασμός από τα δύο. Και δεν μπαίνω καν στις παράπλευρες αρνητικές συνέπειες κάθε επιλογής. Το παιχνίδι είναι πια καταφανώς αρνητικού αθροίσματος – όπως και να το μετρήσουμε το πράγμα, πρέπει να κόψουμε από δω για να γλιτώσουμε από κει. Για τέτοιες αποφάσεις όμως προφανώς καμία κοινωνία δεν είναι πρόθυμη.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι η μόνη που ενθαρρύνεται από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών. Όλα τα άλλα – ιδεολογικές πεποιθήσεις, κομματικές συγγένειες, ταξικές υπαγωγές και τα συναφή διασπαστικά – οι Αγανακτισμένοι καλούνται να τα αφήσουν πίσω στο όνομα μιας ενότητας στα απολύτως αναγκαία και σημαντικά. Ή, θα έλεγε κανείς, στα μόνα εφικτά. Στα μόνα που φαίνεται πια πως εγγυούνται τη συνέχιση της πολιτικής μας κοινωνίας ως ενιαίας.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές: Μπορούμε να συνυπάρχουμε με τις διαφορές μας και έξω από τη πλατεία Συντάγματος, χωρίς να χρειαζόμαστε για αυτό ούτε τις ψευδαισθήσεις που ακυρώθηκαν πια οριστικά, ούτε την αγανάκτηση και τους αποδιοπομπαίους τράγους της; Πιστεύω πως ναι. Υπό προϋποθέσεις:

Πρώτον, στο βαθμό που καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις στο πλαίσιο παιγνίων αρνητικού αθροίσματος, χρειάζεται αιτιολόγηση των όποιων αποφάσεων, σαφή ιεράρχηση στόχων και αναφορά σε κριτήρια δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας. Οι οριζόντιες περικοπές που θίγουν χαμηλοσυνταξιούχους την ώρα που, για παράδειγμα, η ΕΡΤ συνεχίζει να έχει τουλάχιστον 6 τηλεοπτικά και δεκάδες ραδιοφωνικά κανάλια είναι πρόκληση. Είναι απόδειξη ότι η προσοδοθηρία ζει και βασιλεύει.

Δεύτερον, οφείλουμε να καταρρίψουμε με επιχειρήματα τις μαγικές λύσεις. Ανιδιοτελείς σωτήρες, κοιτάσματα άμεσα εκμεταλλεύσιμα, λύσεις που θα μας έσωζαν αλλά κάποιοι κακοί δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε – επιστροφή στη δραχμή, ή κήρυξη του χρέους ως απεχθούς – δυστυχώς δεν υπάρχουν. Απέναντι στην παραφιλολογία χρειάζεται ξεκάθαρη επιχειρηματολογία, τουλάχιστον για όσους έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Είναι η προϋπόθεση για να περάσουμε από την αγανάκτηση στην παραγωγή λύσεων.

Τρίτον, και μακροπρόθεσμα σημαντικότερο, χρειάζεται μια συστηματική συζήτηση υπέρ της νομοκρατίας. Η νομοκρατία είναι η προϋπόθεση για ένα Σύνταγμα (κείμενο και πλατεία) που να χωρά ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι η προϋπόθεση για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορών, για τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας, για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδεών, των προτάσεων, των λύσεων, από τον οποίο προκύπτει αυτό που όταν το δούμε θα το θέλουμε. Επαναλαμβάνω από τις προηγούμενες αναρτήσεις μου: εφαρμογή των νόμων, σύνδεση πράξεων και συνεπειών, δραστικός περιορισμός της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας, της προσοδοθηρίας, των παιγνίων μηδενικού και αρνητικού αθροίσματος.

Σε μια κοινωνία που όσο και αν προσποιείται πως εξεπλάγη, εδώ και καιρό έβλεπε κάτω από την επιφάνεια της κατ’ επίφαση αρμονίας πως ό,τι κέρδιζε ο ένας το έπαιρνε από τον άλλο, αυτό που χρειάζεται είναι να καταδείξουμε, όσοι πιστεύουμε σ’ αυτό, ότι η επιδίωξη των επιμέρους ατομικών συμφερόντων είναι δυνατόν υπό όρους να παράγει αποτέλεσμα επωφελές για τους πολλούς. Και βεβαίως να μιλήσουμε όσο το δυνατόν πιο πολύ και πιο πειστικά για τους όρους αυτούς.


Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μέλετη

Το σημαντικό αυτό κείμενο έχει κυκλοφορήσει ευρύτατα. Έχει ιδιαίτερη αρμοδιότητα και επικαιρότητα αυτές τις μέρες. Αποτελεί προϊόν επισταμένης μελέτης από κορυφαίους επιστήμονες στο θέμα που πραγματεύονται. Θα υπάρξει η αναγκαία ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗΣΗ για να το υλοποιήσει;

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ: Δεκαεπτά προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή πολιτική.  (Κώστας Αζαριάδης, Γιάννης Μ. Ιωαννίδης, και Χριστόφορος Α. Πισσαρίδης)


Ο μάγκας: η σύγχρονη εκδοχή του Ηγεμόνα του φτωχού

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος, συνθέτουν την εικόνα του νεοέλληνα μάγκα. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των «ιδιοτήτων» είναι η προσοδοθηρία, η οποία και αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς

Για πολλούς η μετάφραση της λέξης «μάγκας» σε άλλη γλώσσα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Η δυσκολία δε συνίσταται, βέβαια, στην εκφραστική φτώχεια άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά στην πολυσημία του όρου στην ελληνική, η οποία αποτυπώνει μάλλον βιώματα και όχι μόνο ή κυρίως κάποιο νόημα. Το βίωμα που εκφράζει συνδέεται με το φαντασιακό του νεοέλληνα. Ο τύπος του «μάγκα» στη λαϊκή φαντασία των νεότερων Ελλήνων ενσαρκώνει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι προσαρμοσμένο στα βαλκανικά δεδομένα. Όπως είναι γνωστό, ο Niccolò Machiavelli (1469-1527) υποστήριξε ότι  ο ηγεμόνας πρέπει να έχει πριν απ’ όλα virtù, που στη γλώσσα του ιταλού στοχαστή σημαίνει δύναμη επιβολής[1]. Δεν είναι η αρετή με την ηθική έννοια, αλλά που χαρακτηρίζει τον μακιαβελικό Ηγεμόνα, αλλά ένα μείγμα δύναμης και δολιότητας, αδίστακτου θράσους και πονηριάς. Ο μάγκας είναι, λοιπόν, ο Ηγεμόνας του φτωχού, κατά κάποιο τρόπο, το ιδανικό του ανθρωπάκου που θέλοντας, αλλά μη μπορώντας να είναι Αλή Πασάς, δρα ως τέτοιος σε μικρή κλίμακα και επιβραβεύεται γι’ αυτό.

Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης συντηρούν και αναπαράγουν αυτό το δημιούργημα της λαϊκής φαντασίας. Βέβαια, ο υπερασπιστής (!) του «μάγκα» ως …υποδείγματος συμπεριφοράς, θα κάνει τη διάκριση μεταξύ «τζάμπα μαγκιάς» και αυθεντικής. Αλλά δεν υπάρχει διαφορά: ο μάγκας μπορεί, ακριβώς επειδή είναι μάγκας, να τη βγάζει τζάμπα! [2]

. Η αποδοχή αυτής της συλλογικής εικόνας του ιδανικού έλληνα survivor και ταυτόχρονα macho, εκτρέφει την εθνική αυταρέσκεια μας. Η ελληνική μαγκιά αντιπαρατίθεται στην ευρωπαϊκή τεχνοκρατία και στη δυτικόφρονη «ευπρέπεια» και όπου ο ανυπότακτος ελληνάρας βάζει γκολ στους λογιστές των Βρυξελλών. Αυτά, βέβαια, συνέβαιναν μέχρι πρότινος…

Ο μάγκας είναι αυτός που πιάνει οποιονδήποτε άλλο κορόιδο, χωρίς να πιάνεται αυτός. Και αυτό ισχύει κυρίως στον οικονομικό τομέα. Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο βολεψάκιας, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος είναι «μάγκες». Η προσοδοθηρία, που είναι ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών, αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς. Αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη έννοια στην οικονομική επιστήμη, η οποία συνδέεται με την ανάλυση της ορθολογικής επιλογής των οικονομικώς δρώντων υποκειμένων. Προσοδοθηρία αποκαλείται η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής εσόδου ή άλλου οικονομικού πλεονεκτήματος για τον φορέα, που να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει ­ οι οποίες κυμαίνονται από το λίγο ως το τίποτε. Το να αποκτήσω κάτι χωρίς να προσφέρω τίποτε ή έστω, να προσφέρω κάτι μικρότερης αξίας, είναι το ίδιον της προσοδοθηρίας, της μαγκιάς. Συνδέεται επομένως η προσοδοθηρία με τον κρατισμό, εφόσον ο κρατικός παρεμβατισμός διανέμει θέσεις, εγκρίνει προμήθειες, χορηγεί συντάξεις, δώρα και επιδόματα.

Γι’ αυτό και πολλοί «σοσιαλιστές» και άλλοι τόσοι «επιχειρηματίες» στον τόπο μας απεχθάνονται την αγορά και λατρεύουν το κράτος. Η αγοραφοβία τους και η κρατολατρία τους εξηγούν τη στάση τους και όχι η πίστη τους στον σοσιαλισμό ή στην ελεύθερη αγορά. Κρατικό προστατευτισμό επιθυμούν οι μεν όσο και οι δε. Φοβούνται την αγορά και ιδίως την παγκόσμια και στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης που τους απειλεί. Δεν λένε όμως όχι στα κέρδη που αποφέρει το παγκοσμιοποιημένο πλέον χρηματιστήριο, σε εποχές ευφορίας. Ούτε στην ενωμένη Ευρώπη λένε όχι, όσο οι επιδοτήσεις της εκτρέφουν την προσοδοθηρία τους.

Ο προσοδοθήρας στη χώρα μας, που επαίρεται ότι είναι μάγκας, κατορθώνει να «βολεύεται». Φυγόπονος από πεποίθηση και προκλητικός από χαρακτήρα, χλευάζει τα εργατικά και απονήρευτα κορόιδα στα οποία δεν ανήκει ως «ελεύθερος και ωραίος» που είναι. Περιφρονεί τους «κουτόφραγκους» που ευημερούν στους αριθμούς και υστερούν στο ζεϊμπέκικο. Οργίζεται όμως όταν οι «μη μάγκες» τον παραμερίζουν, υποτιμώντας τη σημασία που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του. Θεωρεί ότι χρήζει ειδικής μεταχείρισης, διότι είναι δικαιούχος μεγάλης και πανάρχαιης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η υφήλιος του οφείλει όχι απλώς μια θέση στον ήλιο αλλά προσόδους και προνόμια. Και όταν αυτά δεν του αποδίδονται αυτομάτως, τότε επιστρατεύεται η «μαγκιά»: είναι, υποτίθεται, η στάση του δυνητικά μεγάλου όταν εκείνοι που σήμερα υπερισχύουν και που σφετερίζονται την κληρονομιά του τον καταδικάζουν στη μικρότητα.

Εδώ προκύπτει ένα  εύλογο ερώτημα: γιατί τιμάται στον τόπο μας ο μάγκας; τι  είναι αυτό που τον κάνει τόσο δημοφιλή ή αξιοζήλευτο; Δεν είναι το θάρρος, διότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα θάρρους και αυταπάρνησης στην ελληνική ιστορία, όπως του Σωκράτη, ο οποίος βέβαια, δεν αποτελεί ιδεώδη μάγκα και λίγοι είναι οι έλληνες σήμερα που τον θεωρούν παράδειγμα προς μίμηση. Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται σε αταβιστικά κατάλοιπα που επιβιώνουν από την Τουρκοκρατία στην ψυχολογία του έλληνα. Δεν έχουν μοναδικές. Περιγράφονται, τόσο από ταξιδιώτες και μελετητές και των ηθών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και  στην Περσία στο 19ο αιώνα[3]. Αυτός που επιζητεί να επιβιώσει στις περιοχές αυτές, όπου η κοινωνία είναι κατακερματισμένη και δεν διασφαλίζεται η νομοκρατία (rule of law)  παίζει με τους κανόνες παιχνιδιού. Και οι κανόνες αυτοί είναι σύμφυτοι με την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ο επιβιώνων είναι δεξιοτέχνης στο να κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου και να την καταχράται στη συνέχεια, ενώ από τη δική του τη μεριά δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αρνείται τη συνεργασία ή τη δέχεται μόνο και μόνο για να μπορεί να θηρεύσει πλεονεκτήματα εις βάρος κάποιου άλλου. Είναι εκείνος που νομίζοντας,­ μαζί με όλο του το περιβάλλον, ­ ότι όλη η ζωή είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, θεωρεί ότι πάντα κερδίζει κανείς εις βάρος άλλου ή ότι χάνει συνεργαζόμενος με αυτόν, εφόσον υποψιάζεται ότι ο συνέταιρος μπορεί να αποκομίσει συγκριτικά μεγαλύτερο όφελος. Είναι «αλεπού», με την πρόθεση να γίνει «λιοντάρι»,  ο κλέφτης που επιδιώκει να πάρει αρματολίκι. Αυτός είναι, όμως, ο κόσμος του Ηγεμόνα του Μακιαβέλι σε διεθνή κλίμακα, από τη στιγμή που μπορεί να νοηθεί και η διεθνής κοινωνία ως μη (πλήρως) νομοκρατούμενη και που μόνο ως ένα σημείο και υπό όρους υφίστατνται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών, δηλαδή, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους, Ηγεμόνων.

Έτσι, ο μάγκας, ως κοινωνικός αρχέτυπος, αποτελεί μια ενσάρκωση του μακιαβελικού Ηγεμόνα, όχι λόγω επιλεκτικών συγγενειών μ’ αυτόν, αλλά λόγω της λογικής της κατάστασης που δημιουργεί τον ένα όσο και τον άλλον. Είναι η αξιοθρήνητη αναπαραγωγή του οθωμανικού Δοβλετιού σε κλίμακα καραγκιοζ- μπερντέ. Το κωμικό στην υπόθεση είναι ότι, τελικά, ο μάγκας αποβαίνει χαμένος, και αποδεικνύεται μικροφουκαρατζίκος. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι είναι μακιαβελικός Ηγεμόνας more balcanico δηλαδή συμπλεγματικός και χωρίς μπέσα. Αυτό τον οδηγεί να ηττηθεί, ακόμη και με τα δικά του κριτήρια επιτυχίας.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο εξής: αρνούμενος τη συνεργασία ο μάγκας ή μη αποδεχόμενος τους κανόνες της αποκομίζει «κέρδος» από τη μη συνεργασία. Η κλασική ανάλυση όμως του «διλήμματος του φυλακισμένου»[4] στη θεωρία των συγκρούσεων και στην ανάλυση της ορθολογικής συμπεριφοράς δείχνει ότι αυτή η στρατηγική είναι τελικά αυτοκαταστροφική.

Ο μη συνεργαζόμενος προσοδοθήρας μπορεί «να τη φέρει» σε καθέναν που θα προσπαθήσει να έχει συναλλαγές μαζί του. Δεν θα κρατήσει τη «μπέσα» και θα αντλήσει έτσι κάποιο πλεονέκτημα, ματαιώνοντας ταυτοχρόνως τη συνεργασία. Ο συνεργατικός «μη μάγκας» βρίσκει άλλους ομοίους του με τους οποίους προοδεύει συνεργαζόμενος, αγνοώντας τον μάγκα και τα κέρδη που αποκόμισε εφάπαξ εις βάρος άλλων.

Στο τέλος της ημέρας ο «μη μάγκας» έχει προκόψει, ενώ ο μάγκας κυριολεκτικά… μαγκώνεται από τη μαγκιά του. Οι επιτυχίες των άλλων που βασίζονται στην αμοιβαία και απονήρευτη συνεργασία, στο τάλαντο και στην εργατικότητα ­ με δύο λόγια σε όλες τις αρετές που είναι εντελώς άσχετες με τη μαγκιά ­ διαψεύδουν το ίνδαλμά του.

Τότε είναι που αναλογίζεται ο μάγκας τους λόγους της ήττας του. Και ανακαλύπτει τους «πραγματικούς φταίχτες». Φταίνε οι πολυεθνικές, ο ιμπεριαλισμός, οι ξένοι δάκτυλοι, η CIA και κάποιοι κακοί γείτονες: Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, το ισλαμικό τόξο και άλλες «σκοτεινές δυνάμεις» που τον εμποδίζουν να εισέλθει στη νόμιμη κληρονομιά του.

Και έτσι προχωρούμε μπροστά, όπως λέει και ο Καβάφης.


  • [1] Niccolò Machiavelli (1513)  Il Principe.Eλληνική μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη (1961) Ο Ηγεμόνας. Αθήνα: Γαλαξίας.
  • [2] Ας σημειωθεί ότι στην αρχαία Ελλάδα ο τύπος του «τζάμπα μάγκα» ήταν γνωστός και αξιοπεριφρόνητος. Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί για το θράσος εκ του ασφαλούς : «εκ του ακινδύνου ανδραγαθίζεσθαι» Θουκ. Ξυγγραφή 3, 40)
  • [4] Βλ. κυρίως Robert Axelrod, The Evolution of Cooperation (New York: Basic Books, 1984) για μια απλή παρουσίαση του μοντέλου αυτού και της χρησιμότητάς του στην λογική εξήγηση της επικράτησης του συνεργατικού ήθους στα βιολογικά είδη και τις ανθρώπινες ομάδες που επιβιώνουν –  αλλά και ζουν και καλύτερα.

Η αγενής τύφλωσις

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Από το 1897 μέχρι το 2011.

Μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη ιστορική μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου έχει τον περίεργο τίτλο  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’[1].  Αφορά η έκφραση το χαρακτηρισμό της εθνικής μας πολιτικήςστα τέλη του 19ου αιώνα, όπως τον αποτύπωνε η εφημερίδα Σάλπιγξ, η οποία θεωρούσε ότι οι επάρατοι ξένοι όφειλαν να μας προφυλάξουν από την αδιέξοδη εξωτερική μας πολιτική, εφόσον τα κίνητρά της ήσαν ευγενή[2]. Ο δεληγιαννισμός, δηλαδή ο λαϊκισμός στη χειρότερη του μορφή ευθύνεται για την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αλλά πρέπει να εννοήσουμε ευρύτερα τον δεληγιαννισμό, από την πολιτική του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης δεν πήγαινε πίσω σε δημοκοπία και πατριωτικές εξάρσεις χωρίς αντίκρισμα.

Παρόμοια και χειρότερη ήταν η εθνική καταστροφή του 1922.  Βέβαια,  δεν θα υποστηρίξω  ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει διάρκεια σε νοοτροπίες και πολιτικές πρακτικές που φέρνουν παραπλήσια αποτελέσματα, τηρουμένων των αναλογιών. ‎ Ο δεληγιαννισμός, ο αντιβενιζελισμός, ο αυριανισμός, η αποθέωση του λαϊκισμού εν γένει δημιουργούν συχνά ένα μπλοκ δυνάμεων ενάντια στην κοινή λογική. Ο Κώστας Μητσοτάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι «οι λαοί δεν αυτοκτονούν»[3]. Ορισμένες φορές, όμως, υφίστανται μεγάλες καταστροφές, στις οποίες οδηγούνται από  ανεύθυνες και αδιέξοδες πολιτικές.

Η ανευθυνότητα αυτή, που τη συνδέουμε με το λαϊκισμό, δεν συνίσταται μόνο στη δημαγωγία. Συνίσταται στην έλλειψη λογοδοσίας, θεσμική ή πολιτισμική. Και συνδέεται με την  αντίληψη της πολιτικής ως δυνατότητας εκμετάλλευσης της δυνατότητας  που της παρέχει η πολιτική κουλτούρα για φθηνή – ενίοτε πάμφθηνη– δημαγωγία, ακριβώς διότι δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει, δεν υπάρχουν κανόνες υποχρεωτικής λογοδοσίας. Η διασφάλιση της λογοδοτικότητας, για να αποδώσουμε στα ελληνικά την έννοια accountability, είναι όχι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά και χρηστής διοίκησης[4]. Ο λαϊκιστής, λοιπόν, είναι δεξιοτέχνης στη δημοκοπία, υπό συνθήκες λογοδοτικού ελλείμματος.  Αντί να λογοδοτεί στους πολίτες, χαϊδεύει τα αφτιά τους, όταν η πολιτική κουλτούρα θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού και αποκλείει ή υποβαθμίζει την υπεύθυνη επιχειρηματολογία. Στον πολιτικό ανταγωνισμό, προσφέρεται η δυνατότητα πλειοδοσίας αιτιάσεων και στόχων, ενώ ο τυχόν έλεγχός της είναι «επικοινωνιακά» αδόκιμος: επιφέρει πολιτικό κόστος. (Ειρήσθω εν παρόδω, η μονότονα επαναλαμβανόμενη δήλωση πολιτικών ότι θα αψηφήσουν το πολιτικό κόστος σε αποφάσεις που θα πάρουν αποτελεί  λαϊκίστικο bravado, που σκοπό έχει την άντληση πολιτικού οφέλους, από μια δήθεν αδιαπραγμάτευτη στάση).

Με τέτοια πολιτική κουλτούρα, εύλογο είναι να ευδοκιμεί ο τύπος του πολιτικού που επιβιώνει και προκόβει αναπαράγοντας την ίδια αυτή κουλτούρα. Ουαί και αλλοίμονο σε εκείνον που δεν προσαρμόζεται ή – χειρότερα – εναντιώνεται σ’ αυτήν. Η παραγωγή και αναπαραγωγή αυτής της πολιτικής κουλτούρας οδηγεί σε ένα τέρμα που είναι αδιέξοδο. Καλώς ή κακώς, όταν εμφανισθεί αυτό το αδιέξοδο, δεν είναι πάντα διασφαλισμένη για τον πολιτικό η πτώση στα μαλακά[5]. Το 1922, μάλιστα, η πτώση ήταν τραγικά σκληρή για ορισμένους από τους ιθύνοντες. Παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να πει κανείς ότι ήταν «ευγενής τύφλωσις». Το 2011 δεν ξέρουμε ακόμα πού μας οδηγεί. Αλλά αν υπήρξε τύφλωση του κοινού, δεν ήταν τόσο αθώα. Το κοινό εθίστηκε στο καθεστώς δημοσιονομικής ασωτείας που επέβαλαν ή επέτρεψαν οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και που εξελίχθηκε σε κυριολεκτική κραιπάλη. Πέρα από τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η ασυδοσία αυτή εξέθρεψε δυνάμεις που σήμερα αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση, όταν πλήττονται «κεκτημένα» τους.

Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός της κραιπάλης, οι δυνάμεις της αγενούς τυφλώσεως – συμμαχία ανάμεσα στον πολιτικό καιροσκοπισμό, νταϊλίδικο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον παραληρηματικό εθνικισμό, πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι μπορούν να αντλήσουν κάποια ωφελήματα πουλώντας τρέλα. Και σαν το Δηλιγιάννη το 1897, κάπου μέσα στο μυαλό τους (ή τη θολούρα που το υποκαθιστά) κάποιος άλλος από αυτούς θα πληρώσει το λογαριασμό.  Ο τελευταίος, όμως, είναι μεγάλος και διογκώνεται με τη στάση αυτή.

Όσο γι αυτούς που είναι σε θέση να αντιληφθούν τι γίνεται, είναι σαν πολλούς σώφρονες Πέρσες τους οποίους έσερνε  ο Ξέρξης στον όλεθρο, που έλεγαν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς ότανέχει πλήρη αντίληψη μιας κατάστασης, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη για να δράσει: «χθίστη δ δύνη στ τν ν νθρώποισι ατη, πολλ φρονέοντα μηδενς κρατέειν»[6].


  • [1] Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος (1998, 2003)  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’… Εξωτερική πολιτική και ‘εθνικά θέματα’ από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Αθήνα : Βιβλιόραμα
  • [2] ό.π. σ. 161
  • [3] Το είπε και πρόσφατα σε ομιλία του στις 19 Μαΐου 2011, στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου (2011) Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα;  Αθήνα: Παπαζήσης
  • [4] Όπως τονίζεται στην κλασική μελέτη του Giovanni Sartori (1987) The Theory of Democracy Revisited.  Chatham, N.J.: Chatham House σ. 233-34.
  • [5] Λέγεται ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτή η διαπίστωση είναι ορθή, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Αλλιώς, η δημοκρατία στην Ελλάδα γνώρισε κάμποσα αδιέξοδα: το 1909, το 1915, το 1922, το 1936, το 1967…
  • [6] Ηροδότου ΙΣΤΟΡΙΑ 9, 15.

Να κάνουμε την πλατεία Ταχρίρ, πλατεία Συντάγματος!


Η Ελλάδα περνάει μια παρατεταμένη κρίση που είναι οικονομική, πολιτική, αλλά και κοινωνική. Μία κρίση που ασφαλώς εγγίζει και τους θεσμούς και το Σύνταγμα – πράγμα που εξηγεί και την πρόσφατη κινητικότητα γύρω από αυτό. Η κρίση που περνάμε είναι ταυτόχρονα απειλή, αλλά και ευκαιρία για τη δημιουργία νέας συνταγματικής πραγματικότητας : είτε με αναθεώρηση του παρόντος Συντάγματος – που συζητείται ευρύτατα σήμερα – είτε χωρίς, αλλά με αλλαγή στάσης που να εξασφαλίζει τη νομοκρατία (rule of law). Αυτό είναι το ζητούμενο, αν θέλουμε να παραμείνουμε, όχι απλώς στη ζώνη του ευρώ και στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, αλλά στο χώρο των ανοιχτών κοινωνιών.  
Συχνά – και δικαιολογημένα – κατηγορείται η παρούσα κυβέρνηση ότι δεν δείχνει επαρκή βούληση, ότι φέρεται σαν να μην γνωρίζει τι θέλει. Το ζήτημα είναι να μπορέσουμε και εμείς οι υπόλοιποι να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε. Σε τελευταία ανάλυση το δίλημμα είναι θεσμικό αλλά και ιστορικό συνάμα, με την έννοια του προορισμού της ιστορικής μας πορείας.  Θέλουμε να έχουμε Ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τον οποίο επιλέξαμε εδώ και δύο αιώνες ή, αν αυτό αντίκειται στις δυνατότητές μας, να περιπέσουμε, αναγκαστικά στο «παράδειγμα» που αποτελεί η Αίγυπτος ή άλλα αντίστοιχα «παραδείγματα», κηδεμονευόμενων ή αναρχούμενων κρατών. : Πλατεία Συντάγματος ή Πλατεία Ταχρίρ; Το σημαντικό άρθρο του Γιώργου Αρχόντα δείχνει το ρόλο του Συντάγματος σε μια σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία
Δ. Δ..
 

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Στη προηγούμενη δημοσίευσή μου, συνέδεσα τη βία με την ανομία, την έλλειψη νομοκρατίας και την προσοδοθηρία. Ανάμεσα στα λίγα σχόλια που δέχθηκα ήταν και μια προτροπή να δω αλλιώς το θέμα, στην ιστορική του διάσταση, ως αποτέλεσμα της αποτυχίας να συγκροτηθεί στην Ελλάδα ένα νεωτερικό κράτος σε μια κοινωνία με προνεωτερικούς άτυπους κανόνες.

Δεν διαφωνώ με τη διάγνωση, η οποία άλλωστε είναι απολύτως συμβατή με τα όσα έγραψα. Όμως ο στόχος μου δεν ήταν και δεν είναι η ιστορικο-κοινωνιολογική ανάλυση – που συχνά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε σκέψη αλλαγής είναι μάταιη στον άδικο τούτο κόσμο – αλλά η προσπάθεια ιχνηλάτησης συγκεκριμένων προτάσεων για την αντιμετώπιση του περίπλοκου προβλήματος που αντιμετωπίζουμε. Και ως προς αυτό επιμένω ότι η λύση περιλαμβάνει και προϋποθέτει την επιβολή της νομοκρατίας – δίκαιων κανόνων που εφαρμόζονται καθολικά, χωρίς εξαιρέσεις και παραθυράκια.

Τι δέον γενέσθαι λοιπόν; Πρώτον, οι νόμοι να τηρούνται. Παραφράζοντας τη γνωστή όσο και ξύλινη αποστροφή, καμία ανοχή στην παρανομία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και βεβαίως καμία ανοχή σε φορείς της εξουσίας, εκλεγμένους ή διορισμένους που πιστεύουν ότι έχουν την ευχέρεια είτε «κοινωνικού ρεαλισμού στην εφαρμογή του νόμου» όπως διακήρυξε με στόμφο ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης, είτε, κατά το παράδειγμα του ανεκδιήγητου συναδέλφου του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, πότε να διατάζουν τα όργανα του νόμου να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην παρανομία, πότε να ανέχονται βαναυσότητες και πότε, όταν σφίγγουν τα πράγματα, να μιλούν για δημοκρατικά ελλείμματα.

Δεύτερον, οι νόμοι που αποδεδειγμένα είναι άδικοι, ή δεν μπορούν στην πράξη να εφαρμοστούν, προφανώς να αλλάζουν – κατά τις διαδικασίες όμως που προβλέπει το Σύνταγμα. Και βεβαίως να αλλάξει και το ίδιο το Σύνταγμα, ένα κείμενο πλέον χωρίς ειρμό και εσωτερική λογική, παραφορτωμένο και απαξιωμένο στην πράξη.

Απαξιωμένο όχι μόνο από τις λογικές και τις πρακτικές που αναφέρω παραπάνω, αλλά και από τη μακρόχρονη κακοποίησή του – από την ψήφο Αλευρά[1] , μέχρι την πρόσφατη στάση του νυν Πρωθυπουργού στην τελευταία αναθεώρηση[2], μέχρι το ισοζύγιο όλων των αναθεωρήσεων της μεταπολίτευσης, μέχρι ακόμα και την τελείως αστήριχτη σε οποιοδήποτε επιχείρημα περί δικαίου πρόβλεψη για την απαγόρευση ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ στο Σύνταγμα του 1975.

Σήμερα δεν υπάρχει – και εύλογα – ιδιαίτερη εμπιστοσύνη από πλευράς των πολιτών ότι ο εκάστοτε φορέας της εξουσίας ενδιαφέρεται να τηρήσει το Σύνταγμα, ούτε όμως και η πεποίθηση πως το Σύνταγμα, έτσι όπως είναι, ακόμα και αν τηρούνταν απαρεγκλίτως θα εξυπηρετούσε το συλλογικό καλό, στο οποίο θα επιχειρήσω να δώσω έναν ορισμό στη συνέχεια.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάσαμε στο σημείο να κολλάμε τη ρετσινιά του «αντισυνταγματικού» (κατά το «αντιλαϊκό» και το «νεοφιλελεύθερο») σε οτιδήποτε δεν μας αρέσει – μέχρι και την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ή τον υποβιβασμό του Ηρακλή – τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα του τι λέει το Σύνταγμα. Αρκεί η επίκληση στο πνεύμα του στην οποία, όπως φαίνεται, έχει κατά παράδοξο τρόπο πρόσβαση ο οποιοσδήποτε κατά δήλωσή του διακατέχεται από «δημοκρατικές ευαισθησίες». Μάλιστα, πολλοί χρησιμοποιούν την ταμπέλα της «αντισυνταγματικότητας», ενώ το ίδιο εύκολα υποτάσσουν το Σύνταγμα στις σκοπιμότητές τους κλείνοντας εθνικές οδούς, καταλαμβάνοντας δημόσια κτήρια και τα τοιαύτα. Ή ακόμα μερικοί, ακόμα και από τα έδρανα της Βουλής, διακηρύττουν ότι δεν τους δεσμεύει το «αστικό Σύνταγμα».

Απέναντι λοιπόν σε τυφλές διεκδικήσεις και σε καλέσματα για οργή και ξεσηκωμούς ενάντια σε δεν-ξέρω-γω-τι για να βγάλουμε το άχτι μας, ορίστε κάτι συγκεκριμένο. Ένα αίτημα για νομοκρατία, για νομιμότητα και δικαιοσύνη, για τη δημιουργία του κοινωνικού αγαθού που μόνο το Σύνταγμα, των φιλελεύθερων δημοκρατιών εννοείται, μπορεί να εγγυηθεί. Και ιδού το τι εννοώ ως συλλογικό καλό.

Πρώτα απ’ όλα, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει μια δραματική μείωση του κόστους συναλλαγής. Το γεγονός ότι μπορούμε το αργότερο κάθε τέσσερα χρόνια να αλλάζουμε Κυβερνήσεις μετρώντας ψήφους και όχι νεκρούς, καθώς και το ότι αυτή η διαδικασία είναι αδιαπραγμάτευτη, είναι μια τεράστια εξοικονόμηση δυνάμεων, που ο καθένας μπορεί να θέσει στην υπηρεσία των όποιων στόχων του. Εξοικονόμηση προσωπική μεν, που όμως αθροιζόμενη, υπό το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, παράγει οφέλη για τους πολλούς.

Άλλωστε, η συνταγματική διάκριση των εξουσιών αλλά και ο περιορισμός της ευχέρειας των εκάστοτε φορέων της εξουσίας να μοιράζουν πόρους στους δικούς τους, μετατρέπει κι άλλο ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος – και μόνο το ότι οι εκλογείς θα ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους κάνει ρουσφέτια, θα τους κάνει να χρησιμοποιήσουν άλλα κριτήρια επιλογής υποψηφίων. Κι αυτό δεν μπορώ να σκεφτώ υπό ποιο σύστημα αξιολόγησης θα μπορούσε να είναι αρνητικό.

Δεύτερον, το Σύνταγμα ιδανικά παρέχει διασφαλίσεις έναντι των ατελειών της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας. Η προστασία των δικαιωμάτων έναντι των όποιων πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, είναι ένα αγαθό που πρέπει επειγόντως να ξαναγαπήσουμε. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι στη χώρα όπου Υπουργοί Παιδείας το παίζουν έξυπνοι λέγοντας πως «οι καταλήψεις σχολείων δεν είναι νόμιμες γιατί δεν τις κάνουν οι πλειοψηφίες», μάλλον δεν καταλαβαίνουμε την αξία του.

Τρίτον, το Σύνταγμα ιδανικά εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι μια τέτοια πολύτιμη αρχή, όταν όμως διατυπώνεται με τρόπο εύλογο και εφαρμόσιμο. Η πρόβλεψη του Γερμανικού Συντάγματος που απαγορεύει τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς οι οποίοι δημιουργούν χρέος που, όπως αποδείχθηκε στην Ελλάδα, πληρώνουν έντοκα οι επόμενες γενιές, θα μας ήταν όμως ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως για τη δική μου γενιά και όσες ακολουθούν.

Τέταρτον, και κατ’ εμέ το σημαντικότερο μαζί με την αποφυγή της βίας για την εναλλαγή στην εξουσία, το Σύνταγμα ιδανικά ενσωματώνει τα διδάγματα από τη συνειδητοποίηση της καταστατικής μας άγνοιας. Χρειαζόμαστε την κατοχύρωση της ατομικής ελευθερίας κυρίως γιατί είναι γνωσιολογικά αδύνατο να σχεδιάσουμε το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας. Χρειαζόμαστε πολλές ταυτόχρονες και ανταγωνιστικές δοκιμές και λάθη, ώστε να προκύπτει αυτό που όταν το δούμε, θα το θέλουμε. Χρειαζόμαστε μετακανόνες για να αλλάζουμε όταν χρειάζεται συντεταγμένα τους κανόνες μας, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τις απρόθετες συνέπειες που θα έχει η εφαρμογή των σχεδιασμάτων μας.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, μια πολιτική κοινωνία μπορεί να εξυπηρετήσει και θετικούς στόχους, οι οποίοι έχουν κι αυτοί τη θέση τους στο Σύνταγμα, όπως την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλα τα μέλη της, αρκεί η επίτευξη των στόχων αυτών να μη δίνει ευχέρεια στους φορείς της εξουσίας για συναλλαγές και παίγνια μηδενικού αθροίσματος.

Ανακεφαλαιώνοντας: εφαρμογή των νόμων, Σύνταγμα απλό και ξεκάθαρο, με στόχευση την κατάργηση των παιγνίων μηδενικών αθροισμάτων που μας τυραννούν, την ελαχιστοποίηση του κόστους της κοινωνικής συναλλαγής και την κατοχύρωση έναντι των κινδύνων της ανεξέλεγκτης αρχής της πλειοψηφίας, αλλά και της επιβουλής των ισχυρών μειοψηφιών. Δημιουργία του κοινωνικού αγαθού, με τη συνεπειοκρατική προσέγγιση της εξασφάλισης των όρων παραγωγής προστιθέμενης κοινωνικής αξίας, που τόσο μας λείπει.

Θα μου πείτε: πώς θα γίνει αυτό; Κι όμως, τώρα είναι η ευκαιρία. Ο φαύλος κύκλος των free-riders έχει για αντικειμενικούς λόγους (βλέπε έλλειψη χρημάτων) σπάσει. Στην τραγωδία των κοινών πόρων που περιέγραψε πρώτος ο Hardin[3] έπεσε αυλαία λόγω της καταστροφής τους. Τώρα, που το παράδειγμα κατάρρευσε, είναι η ώρα των επιχειρημάτων. Ιδού λοιπόν πεδίο δράσης, αν όχι λαμπρό, τουλάχιστον αναγκαίο. Η σχετική συζήτηση έχει ήδη πάρει φωτιά. Το καταδεικνύει η πρόσφατη παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου, η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου, η προτροπή της ΣΠΙΘΑΣ του Μίκη Θεοδωράκη προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναλάβει δράση γιατί το «Σύνταγμα παραβιάζεται».

Αν όντως η κοινωνική επιστήμη των τελευταίων 50 χρόνων έχει δίκιο και οι περισσότεροι είναι όντως διατεθειμένοι να τηρούν τους νόμους αν και οι περισσότεροι γύρω τους έκαναν το ίδιο, ιδού η σπανιότατη ευκαιρία να φανεί με ποια συγκεκριμένα βήματα, με ποιους κανόνες, με ποιους νόμους, με ποιο Σύνταγμα, κάτι τέτοιο μπορεί και να’ ναι εφικτό.


  • [1] Στην πολιτική και συνταγματική κρίση που δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 1985, με την παραίτηση του Προέδρου Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή και την πρόταση του ΠΑΣΟΚ του ονόματος του Χρήστου Σαρτζετάκη χρησιμοποιήθηκαν η αμφίβολης εγκυρότητας ψήφος του εκτελούντα τότε χρέη ΠτΔ και χρωματιστά ψηφοδέλτια σε ημιδιάφανους φακέλους για την εξασφάλιση πλειοψηφίας και κομματικής πειθαρχίας αντίστοιχα.
  • [2] Ο Γ.Α. Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2006,  υπαναχώρησε από δημόσια διακηρυγμένες θέσεις του, όπως για την υπερψήφιση της αναθεώρησης του άρθρου 16 περί ιδιωτικών πανεπιστημίων, προκειμένου να εξυπηρετήσει μικροκομματικούς στόχους της τότε συγκυρίας .
  • [3] Garrett Hardin (1915 -2003). Περιέγραψε στο άρθρο του με τίτλο “The Tragedy of the Commons” (Science, Vol. 162, No. 3859 (December 13, 1968), pp. 1243-1248), το οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ , το δίλημμα που ανακύπτει όταν πολλά άτομα που δρουν ανεξάρτητα επιδιώκοντας ορθολογικά το συμφέρον τους καταλήγουν να καταστρέψουν μια κοινή δεξαμενή ενός περιορισμένου πόρου, παρά το γεγονός ότι κανέναν δε συμφέρει μια τέτοια εξέλιξη. Για μια αισιόδοξη απάντηση στο δίλημμα του Hardin, βλέπε το έργο της πρόσφατα βραβευθείσας με το Νόμπελ Οικονομίας Elinor Ostrom και ιδίως το δημοσιευμένο στα ελληνικά Η διαχείριση των κοινών πόρων, Καστανιώτης: 2002