Το 1821 και εμείς

Δ. ΓΟΥΣΕΤΗΣ

1821 - ΣΚΑΪΣτο βιβλίο του γνωστού φιλόσοφου Έρνεστ Γκέλλνερ «Conditions of Liberty» (ελληνική μετάφραση: «Η κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της», Παπαζήσης), υπάρχει η εξής σύντομη περιγραφή των μουσουλμανικών χωρών: «Εκεί η κοινωνία [δεν κυβερνιέται από τους πολίτες]. Κυβερνιέται από κυκλώματα, οιονεί φυλές, συμμαχίες σφυρηλατημένες σύμφωνα με τη συγγένεια ή/και τις ανταλλασσόμενες εκδουλεύσεις [δηλαδή ρουσφέτια] ή/και την κοινή θρησκευτική προέλευση και την κοινή θεσμική εμπειρία. Ωστόσο, εξακολουθεί σε γενικές γραμμές να βασίζεται, κυρίως, στην προσωπική εμπιστοσύνη, παρά στις επίσημες σχέσεις, που επικρατούν σε μία καθορισμένη γραφειοκρατική δομή. Το περίεργο, όμως, είναι ότι σε τούτες τις κοινωνίες, το σύστημα αυτό δεν προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια και είναι ευρέως αποδεκτό ως φυσιολογικό. Εκείνο που κάνει εντύπωση στους μελετητές είναι ο παράξενος συνδυασμός της [αυστηρής] θρησκευτικής ηθικής και των κυνικών πελατειακών σχέσεων».

 

Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, πολλοί θα σηκώσουν τους ώμους με αδιαφορία, θεωρώντας ότι δεν μας αφορά. Όμως οι οξυδερκέστεροι και όσοι ασχολήθηκαν λίγο με τη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι αυτή η περιγραφή μας ταιριάζει «γάντι». Όπως και οι μουσουλμανικές, είμαστε μια κοινωνία καθυστερημένη, που ο Γκέλλνερ αποκαλεί «κατακερματισμένη» (segmentary). Θα αναφερθώ σε τέσσερις εκδηλώσεις του κατακερματισμού μας:

 

Η οικογένεια. Τα πάντα δίνουμε για την οικογένεια, αλλά έξω απ’ αυτήν δε μας νοιάζει τίποτα. Θυσιαζόμαστε οικονομικά να έχουμε πολυτελές σπίτι ή διαμέρισμα, αλλά αδιαφορούμε πλήρως για το πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Είμαστε γνωστοί για την μέχρι υστερίας υπερπροστασία των παιδιών μας, αλλά είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε αιμοδότες και σε δωρητές σώματος.

 

Ο τοπικισμός. Η φράση «έχει μπάρμπα στην Κορώνη» προσιδιάζει εντελώς και αποκλειστικά στη χώρα μας. Σε ποια άλλη χώρα υπάρχει Σύλλογος των επαρχιωτών από κάθε σχεδόν πόλη ή χωριό που διαβιούν στην πρωτεύουσα; Φανταστήκατε Σύλλογο των Λιβερπουλιανών Λονδίνου ή των Σικαγιωτών Νέας Υόρκης; Αυτού του είδους η τοπικιστική «αλληλεγγύη» διαθέτει και βουλευτές που είναι οι κυρίως έμποροι των πελατειακών σχέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες ενδιαφέρονται μόνο για το τοπικό συμφέρον τους, αδιαφορώντας πλήρως για τη γενική εξυπηρέτηση και ευημερία.

 

Οι συντεχνίες. Η πρώτη, πρωτόγονη, επαγγελματική οργάνωση ήταν οι συντεχνίες. Το αφεντικό και ο εργάτης στην ίδια συντεχνία, ώστε να προωθήσουν μαζί τα συμφέροντα του επαγγέλματος, συνήθως ενάντια στα συμφέροντα των άλλων επαγγελμάτων. Στις προηγμένες χώρες οι συντεχνίες αντικαταστάθηκαν με ενώσεις σε ταξική βάση, τα συνδικάτα. Τα συνδικάτα υπεράσπιζαν και υπερασπίζουν τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών τους, όχι σε τυφλή αντιπαράθεση με άλλα συνδικάτα, όπως γίνεται με τις συντεχνίες (π.χ. εκβιαστικές απεργίες), αλλά με γνώμονα τα ουσιαστικά συμφέροντα των μελών τους, που συμβαδίζουν με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας.

 

Η ανασφάλεια. Είμαστε κοινωνία ανασφαλής και γι’ αυτό κλειστή. Είμαστε καχύποπτοι προς τον πλησίον μας, προς τον έμπορο που συναλλασσόμαστε (μήπως μας κλέβει), προς τους συμμάχους μας (ιμπεριαλιστές), προς τους Ευρωπαίους εταίρους μας (αιρετικοί), προς όλους χωρίς εξαίρεση τους γειτόνους μας (μας επιβουλεύονται).

*

 

Ποια είναι η ρίζα όλης αυτής της καθυστέρησης; Η σειρά «1821» που προβλήθηκε στο κανάλι ΣΚΑΪ, μας δίνει μια ιδέα. Μαθαίνουμε την κατάρρευση των μύθων που πλάστηκαν γύρω από την εθνική παλιγγενεσία, τόσο των δεξιών, όσο και των αριστερών. Των δεξιών μύθων για απέραντη σκλαβιά και πόνο 400 ετών κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, για την Αγία Λαύρα και το λάβαρό της, για την αντίσταση του Γρηγορίου Ε΄ και της εκκλησίας (που αφόρισε την επανάσταση!), για το κρυφό σχολειό. Των μαρξογενών μύθων, που έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψουν κάποια αστική τάξη και κάποιες λαϊκές δυνάμεις που ηγούνταν του αγώνα. Ανακάλυψε τις τελευταίες στους κλέφτες, που δήθεν ήσαν οργανικό τμήμα του λαού και υπερασπιστές του και όχι ληστές έτοιμοι να διαγουμίσουν όποιο καραβάνι τους γυάλιζε, τουρκικό ή ελληνικό αδιακρίτως. Ανακάλυψε πως όταν οι κλέφτες προσκυνούσαν, ήσαν δήθεν θύματα ισχυρών κοτζαμπάσηδων ή πολιτικών, με ξένη μάλιστα υποστήριξη (νάτος και ο ιμπεριαλισμός!), όπως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ή του Ιωάννη Κωλέττη και όχι άνθρωποι που το προσκύνημα ήταν μέσα στην κουλτούρα τους, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να πάρουν το ζηλευτό τίτλο του αμειβόμενου αρματωλού. Ανακάλυψε τους μεγαλεμπόρους που -για να ταιριάζει στα όσα διαπίστωσε ο Μαρξ στη δυτική Ευρώπη- βαφτίστηκαν «επαναστατική δύναμη» ελλείψει άλλης αστικής τάξης.

 

Μάθαμε τις ρίζες της σημερινής ταυτότητάς: ήδη από το 1.300 οι δυτικές κοινωνίες αναπτύσσουν την έννοια της ατομικής ευθύνης, ενώ η καθ’ ημάς ανατολή παραμένει καθηλωμένη στην αναμονή της θείας επέμβασης και χάρης. Το σχίσμα και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, βοήθησε στο μίσος που αναπτύχθηκε για τους δυτικούς. Και όταν ο Μωάμεθ ο κατακτητής βρισκόταν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ο Νοταράς αποφαίνονταν: «κάλιο τουρκικόν φακιόλιον παρά παπική τιάρα». Συνεπώς, η τουρκοκρατία ήταν επιλογή και όχι η υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Αυτό προκύπτει εξάλλου από την παρατήρηση των κατοίκων των νησιών του Ιονίου: δεν γνώρισαν οθωμανική κυριαρχία, όμως είναι όμοιοι με τους υπόλοιπους Έλληνες!

 

Μάθαμε ότι η κοινωνία του ’21 ήταν κοινωνία ανομική και ότι οι νόμοι της οικογένειας ήσαν υπέρτεροι των νόμων του κράτους. Το δε πρώτο Σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας, το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), συντάχτηκε χωρίς τους οπλαρχηγούς, που αποφάσισαν να μποϋκοτάρουν την εθνοσυνέλευση. Καμία πρόνοια δεν περιείχε το Σύνταγμα σχετικά με τις προσπάθειες των προκρίτων και των αρματωλών για επέκταση της εξουσίας τους. Τα ζητήματα αυτά τα άφησε στην τύχη τους και η τύχη τους ήταν ο εμφύλιος. Φτιάχτηκε αντιγράφοντας ευρωπαϊκά συντάγματα (κυρίως το γαλλικό), για να ξεγελάσει τους κουτόφραγκους, από τους οποίους είχε ανάγκη πρώτον την αναγνώριση του νέου κράτους και δεύτερον -τι άλλο;- δανεικά (Finley). Τα πέτυχε και τα δυο.

 

Μάθαμε να αμφισβητούμε αυτούς που μαϊμουδίζουν τις θεωρίες της Δύσης και προσπαθούν να τις μεταφέρουν μηχανιστικά στην Ελλάδα. Μάθαμε δηλαδή ότι ο αγώνας του 1821 δεν είχε χαρακτήρα ούτε αστικής επανάστασης, ούτε προλεταριακής. Το κύριο χαρακτηριστικό του δεν ήταν ταξικό. Επρόκειτο για μια σύγκρουση με τους Οθωμανούς, αλλά συγχρόνως για μια σύγκρουση μεταξύ των επαναστατημένων, με στόχο το πλιάτσικο ή -για τους άκληρους- ένα κλήρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συμπεριφορά του καπετάνιου Γώγου Μπακόλα στη μάχη του Πέτα. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αιτία της πτώσης του Μεσολογγίου.

 

Όλα αυτά εθεωρούντο περίπου φυσιολογικά, αφού ήσαν η προέκταση της προεπαναστατικής ζωής. Βασικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η άλλη αντίληψη, της ίδρυσης μιας κεντρικής εξουσίας και ενός σύγχρονου νεωτερικού κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, δεν υποστηριζόταν από την αστική τάξη, διότι αστική τάξη δεν υπήρχε. Την εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ένας πολιτικός εντελώς ανιδιοτελής. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο πολιτικός συκοφαντήθηκε όσο λίγοι.

 

Τα παραπάνω ψέματα διαμόρφωσαν την εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα και οι παραπάνω αλήθειες τη σύγχρονη κατακερματισμένη κοινωνία μας. Ο αριστερός διανοητής Φίλιππος Ηλιού αποφαίνεται ότι «η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που είχαν τεθεί στις αρχές το δέκατου ένατου αιώνα, με την πρώιμη εξαγγελία της αστικής επανάστασης, και τα οποία δεν ήταν σε θέση να λύσει».

 

Αστική τάξη δεν υπήρξε ούτε στη συνέχεια της ιστορίας μας, ούτε και σήμερα. Απλούστατα, διότι δεν υπάρχει παραγωγή, που είναι το αντικείμενο της αστικής τάξης. Και η κυβέρνηση -όλες οι κυβερνήσεις- δεν είναι υπηρέτης του «μεγάλου κεφαλαίου», όπως θέλει ο Μαρξ για τη δυτική Ευρώπη. Είναι υπηρέτης του κράτους μεσίτη ή αλλιώς μεσολαβητή μεταξύ των τμημάτων της κατακερματισμένης κοινωνίας. Για παράδειγμα, το κράτος αρνείται να επιβάλει την τάξη στους ποικίλους καταληψίες κτιρίων και οδών. Αντ’ αυτού μεσιτεύει: διαπραγματεύεται με τους παράνομους, για να βρεθεί τρόπος συνύπαρξης και να λειτουργήσει η χώρα. Αυτό όμως σημαίνει πολιτική διακρίσεων απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες. Συνεχίζεται η παράδοση του κλεφταρματωλισμού.

 

Το πραγματικό διακύβευμα, η πραγματική αμφισβήτηση στην Ελλάδα δεν είναι η αμφισβήτηση ούτε του «κεφαλαίου», ούτε του «κατεστημένου», ούτε του «ιμπεριαλισμού». Είναι η αμφισβήτηση της «καθ’ ημάς Ανατολής» και η ένταξη στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Είναι, δηλαδή η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός. Εκσυγχρονιστικές δυνάμεις υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αλλά είναι μειοψηφικές και γι’ αυτό ηττώνται. Ίσως αυτή η κρίση δώσει την ευκαιρία να αναδειχτούν και, ως άλλοι Μαυροκορδάτοι, να μας οδηγήσουν σε μια ευνομούμενη, σύγχρονη δυτική κοινωνία. Αλλιώς, η μόνη πιθανότητα εκσυγχρονισμού είναι η -τόσο απίθανη για την ώρα- ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η παραχώρηση δηλαδή και των υπόλοιπων εθνικών εξουσιών στους κουτόφραγκους των Βρυξελλών.


Διαχείριση θυμού

«Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόππερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό»

 

Ο Γιώργος Αρχόντας στο άρθρο του σχολιάζει τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.
Ίσως αυτό που ζητούν είναι ακριβώς αυτό που δεν τους δίνει το πολιτικό σύστημα: ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας δεν λογοδοτούν πραγματικά, όταν η μόνη «ευθύνη» που έχουν αποτιμάται στην εκλογή τους και επανεκλογή τους, καθιστά το πολιτικό μας σύστημα μη λειτουργικό. Κάθε μορφή διακυβέρνησης (governance) απαιτεί το συνδυασμό εξουσίας και υποχρέωσης λογοδοσίας(powerwith accountability). Η αγανάκτηση δεν στρέφεται μόνο κατά του καταντήματος της οικονομίας, τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που προκαλεί, αλλά κυρίως κατά του κενού λογοδοσίας που αφήνει το πολιτικό σύστημα.
Δ. Δημητράκος

Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Την προηγούμενη βδομάδα έγραψα για το Σύνταγμα-το-κείμενο. Σήμερα γράφω για το Σύνταγμα-την-πλατεία.

Στους Αγανακτισμένους δεν κατέβηκα και δεν σκοπεύω να το κάνω τις επόμενες μέρες. Η συμμετοχή / ανάδραση / αντίδρασή μου είναι αυτό το κείμενο – αλλά και τα δύο που προηγήθηκαν και όσα τυχόν ακολουθήσουν σ’ αυτή τη σειρά. Πιστεύω ότι είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω.

Πρώτα απ’ όλα, ξεκαθαρίζω ότι διαφωνώ με όσους σπεύδουν να κατακρίνουν τα όσα συμβαίνουν στο Σύνταγμα με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ανάμεσα στους Αγανακτισμένους ενιαία, συγκροτημένη ιδεολογία, συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα και τα σχετικά.

Όντως, πρόκειται για ένα αδιαμόρφωτο σύνολο ανθρώπων, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την κρίση, διαφορετικές προτάσεις και διαφορετικά συμφέροντα. Όντως πρόκειται για μια κυρίως θυμική αντίδραση. Όμως το γεγονός καθαυτό ότι ένα τέτοιο ετερόκλιτο σύνολο συστάθηκε και εκδηλώνεται, έστω με μόνο ενοποιητικό παράγοντα την αγανάκτηση, δεν είναι άνευ σημασίας. Και είναι πιστεύω χρέος, όποιου μπορεί, να προσπαθήσει να αναδείξει από αυτό το κοινωνικό φαινόμενο ένα περιεχόμενο που μπορεί ενδεχομένως να μας πάει παραπέρα.

Θα επιχειρήσω προς τούτο μια ίσως παρακινδυνευμένη ερμηνεία. Οι Αγανακτισμένοι διεκδικούν, έστω υπόρρητα, κάτι απολύτως συγκεκριμένο. Κάτι που μέχρι πρότινος πιστεύαμε, λανθασμένα, ότι είχαμε: τη δυνατότητα, παρά τις όποιες επιμέρους μας διαφορές, να συνυπάρχουμε και να δρούμε από κοινού ως πολίτες. Με διαφορετικούς όρους, μπορεί κανείς να πει ότι διεκδικούν αυτό που ο Πόπερ ονόμασε «Ανοιχτή» και ο Χάγιεκ «Μεγάλη Κοινωνία» – τους όρους που όχι μόνο επιτρέπουν την αρμονική συναρμογή διαφορετικών ιδεών, επιθυμιών και δράσεων σε μια κοινωνία, αλλά και διασφαλίζουν ότι το πρόσημο από αυτή τη συνύπαρξη είναι θετικό.

Επί δεκαετίες ζούσαμε με την ψευδαίσθηση ότι τα επιμέρους συμφέροντα, οι κοινωνικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις ήταν μεταξύ τους συμβατά. Η κοινωνική ειρήνη διασφαλιζόταν με δανεικά, μέσα από μια συγκυρία παγκόσμιας ανάπτυξης και ευρωπαϊκής πιστοληπτικής εγγύησης. Το πολιτικό σύστημα, στο οποίο οι πολίτες εμπιστεύθηκαν το έργο της συναρμογής των επιμέρους συμφερόντων, παρουσίαζε, με ελάχιστες εξαιρέσεις τη στρεβλή εικόνα ενός παιγνίου θετικού αθροίσματος – παραφορτώναμε το Δημόσιο με προσλήψεις, αλλά τα ποσοστά ανάπτυξης ήταν υψηλά. Παραφορτώναμε το κράτος με ελλείμματα και χρέη, αλλά η ανεργία διατηρούταν σε ιστορικά χαμηλά.

Κι όμως, πιστεύω πως το μένος εναντίον των πολιτικών δεν έχει να κάνει τόσο με τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής μιας λανθασμένης πολιτικής. Πολύ περισσότερο, εδώ που φτάσαμε, ο αποδιοπομπαίος τράγος των πολιτικών συλλήβδην είναι από τους ελάχιστους ενοποιητικούς κοινούς τόπους που διαθέτουμε.

Σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες πίστευε ότι η συναρμογή των επιμέρους συμφερόντων ήταν με μαγικό τρόπο εξασφαλισμένη, η συνειδητοποίηση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε φαίνεται κανιβαλλιστική. Και εξηγούμαι. Για να φτάσουμε πλέον να ξοδεύουμε όσα βγάζουμε δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι: ή μειώνουμε τις δαπάνες, που σημαίνει ότι κάποιοι θα χάσουν τη δουλειά τους, ή αυξάνουμε τη φορολογία, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη μείωση της αγοραστικής δύναμης, ή ένας συνδυασμός από τα δύο. Και δεν μπαίνω καν στις παράπλευρες αρνητικές συνέπειες κάθε επιλογής. Το παιχνίδι είναι πια καταφανώς αρνητικού αθροίσματος – όπως και να το μετρήσουμε το πράγμα, πρέπει να κόψουμε από δω για να γλιτώσουμε από κει. Για τέτοιες αποφάσεις όμως προφανώς καμία κοινωνία δεν είναι πρόθυμη.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι η μόνη που ενθαρρύνεται από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών. Όλα τα άλλα – ιδεολογικές πεποιθήσεις, κομματικές συγγένειες, ταξικές υπαγωγές και τα συναφή διασπαστικά – οι Αγανακτισμένοι καλούνται να τα αφήσουν πίσω στο όνομα μιας ενότητας στα απολύτως αναγκαία και σημαντικά. Ή, θα έλεγε κανείς, στα μόνα εφικτά. Στα μόνα που φαίνεται πια πως εγγυούνται τη συνέχιση της πολιτικής μας κοινωνίας ως ενιαίας.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές: Μπορούμε να συνυπάρχουμε με τις διαφορές μας και έξω από τη πλατεία Συντάγματος, χωρίς να χρειαζόμαστε για αυτό ούτε τις ψευδαισθήσεις που ακυρώθηκαν πια οριστικά, ούτε την αγανάκτηση και τους αποδιοπομπαίους τράγους της; Πιστεύω πως ναι. Υπό προϋποθέσεις:

Πρώτον, στο βαθμό που καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις στο πλαίσιο παιγνίων αρνητικού αθροίσματος, χρειάζεται αιτιολόγηση των όποιων αποφάσεων, σαφή ιεράρχηση στόχων και αναφορά σε κριτήρια δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας. Οι οριζόντιες περικοπές που θίγουν χαμηλοσυνταξιούχους την ώρα που, για παράδειγμα, η ΕΡΤ συνεχίζει να έχει τουλάχιστον 6 τηλεοπτικά και δεκάδες ραδιοφωνικά κανάλια είναι πρόκληση. Είναι απόδειξη ότι η προσοδοθηρία ζει και βασιλεύει.

Δεύτερον, οφείλουμε να καταρρίψουμε με επιχειρήματα τις μαγικές λύσεις. Ανιδιοτελείς σωτήρες, κοιτάσματα άμεσα εκμεταλλεύσιμα, λύσεις που θα μας έσωζαν αλλά κάποιοι κακοί δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσουμε – επιστροφή στη δραχμή, ή κήρυξη του χρέους ως απεχθούς – δυστυχώς δεν υπάρχουν. Απέναντι στην παραφιλολογία χρειάζεται ξεκάθαρη επιχειρηματολογία, τουλάχιστον για όσους έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Είναι η προϋπόθεση για να περάσουμε από την αγανάκτηση στην παραγωγή λύσεων.

Τρίτον, και μακροπρόθεσμα σημαντικότερο, χρειάζεται μια συστηματική συζήτηση υπέρ της νομοκρατίας. Η νομοκρατία είναι η προϋπόθεση για ένα Σύνταγμα (κείμενο και πλατεία) που να χωρά ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι η προϋπόθεση για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορών, για τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας, για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδεών, των προτάσεων, των λύσεων, από τον οποίο προκύπτει αυτό που όταν το δούμε θα το θέλουμε. Επαναλαμβάνω από τις προηγούμενες αναρτήσεις μου: εφαρμογή των νόμων, σύνδεση πράξεων και συνεπειών, δραστικός περιορισμός της ευχέρειας των φορέων της εξουσίας, της προσοδοθηρίας, των παιγνίων μηδενικού και αρνητικού αθροίσματος.

Σε μια κοινωνία που όσο και αν προσποιείται πως εξεπλάγη, εδώ και καιρό έβλεπε κάτω από την επιφάνεια της κατ’ επίφαση αρμονίας πως ό,τι κέρδιζε ο ένας το έπαιρνε από τον άλλο, αυτό που χρειάζεται είναι να καταδείξουμε, όσοι πιστεύουμε σ’ αυτό, ότι η επιδίωξη των επιμέρους ατομικών συμφερόντων είναι δυνατόν υπό όρους να παράγει αποτέλεσμα επωφελές για τους πολλούς. Και βεβαίως να μιλήσουμε όσο το δυνατόν πιο πολύ και πιο πειστικά για τους όρους αυτούς.


Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μέλετη

Το σημαντικό αυτό κείμενο έχει κυκλοφορήσει ευρύτατα. Έχει ιδιαίτερη αρμοδιότητα και επικαιρότητα αυτές τις μέρες. Αποτελεί προϊόν επισταμένης μελέτης από κορυφαίους επιστήμονες στο θέμα που πραγματεύονται. Θα υπάρξει η αναγκαία ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗΣΗ για να το υλοποιήσει;

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ: Δεκαεπτά προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή πολιτική.  (Κώστας Αζαριάδης, Γιάννης Μ. Ιωαννίδης, και Χριστόφορος Α. Πισσαρίδης)


Ο μάγκας: η σύγχρονη εκδοχή του Ηγεμόνα του φτωχού

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος, συνθέτουν την εικόνα του νεοέλληνα μάγκα. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των «ιδιοτήτων» είναι η προσοδοθηρία, η οποία και αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς

Για πολλούς η μετάφραση της λέξης «μάγκας» σε άλλη γλώσσα είναι κάτι πολύ δύσκολο. Η δυσκολία δε συνίσταται, βέβαια, στην εκφραστική φτώχεια άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά στην πολυσημία του όρου στην ελληνική, η οποία αποτυπώνει μάλλον βιώματα και όχι μόνο ή κυρίως κάποιο νόημα. Το βίωμα που εκφράζει συνδέεται με το φαντασιακό του νεοέλληνα. Ο τύπος του «μάγκα» στη λαϊκή φαντασία των νεότερων Ελλήνων ενσαρκώνει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι προσαρμοσμένο στα βαλκανικά δεδομένα. Όπως είναι γνωστό, ο Niccolò Machiavelli (1469-1527) υποστήριξε ότι  ο ηγεμόνας πρέπει να έχει πριν απ’ όλα virtù, που στη γλώσσα του ιταλού στοχαστή σημαίνει δύναμη επιβολής[1]. Δεν είναι η αρετή με την ηθική έννοια, αλλά που χαρακτηρίζει τον μακιαβελικό Ηγεμόνα, αλλά ένα μείγμα δύναμης και δολιότητας, αδίστακτου θράσους και πονηριάς. Ο μάγκας είναι, λοιπόν, ο Ηγεμόνας του φτωχού, κατά κάποιο τρόπο, το ιδανικό του ανθρωπάκου που θέλοντας, αλλά μη μπορώντας να είναι Αλή Πασάς, δρα ως τέτοιος σε μικρή κλίμακα και επιβραβεύεται γι’ αυτό.

Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης συντηρούν και αναπαράγουν αυτό το δημιούργημα της λαϊκής φαντασίας. Βέβαια, ο υπερασπιστής (!) του «μάγκα» ως …υποδείγματος συμπεριφοράς, θα κάνει τη διάκριση μεταξύ «τζάμπα μαγκιάς» και αυθεντικής. Αλλά δεν υπάρχει διαφορά: ο μάγκας μπορεί, ακριβώς επειδή είναι μάγκας, να τη βγάζει τζάμπα! [2]

. Η αποδοχή αυτής της συλλογικής εικόνας του ιδανικού έλληνα survivor και ταυτόχρονα macho, εκτρέφει την εθνική αυταρέσκεια μας. Η ελληνική μαγκιά αντιπαρατίθεται στην ευρωπαϊκή τεχνοκρατία και στη δυτικόφρονη «ευπρέπεια» και όπου ο ανυπότακτος ελληνάρας βάζει γκολ στους λογιστές των Βρυξελλών. Αυτά, βέβαια, συνέβαιναν μέχρι πρότινος…

Ο μάγκας είναι αυτός που πιάνει οποιονδήποτε άλλο κορόιδο, χωρίς να πιάνεται αυτός. Και αυτό ισχύει κυρίως στον οικονομικό τομέα. Ο μιζαδόρος, ο φοροφυγάς, ο παράσιτος, ο βολεψάκιας, ο τζαμπατζής και ο αργόμισθος είναι «μάγκες». Η προσοδοθηρία, που είναι ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών, αποτελεί την οικονομική έκφραση της μαγκιάς. Αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη έννοια στην οικονομική επιστήμη, η οποία συνδέεται με την ανάλυση της ορθολογικής επιλογής των οικονομικώς δρώντων υποκειμένων. Προσοδοθηρία αποκαλείται η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής εσόδου ή άλλου οικονομικού πλεονεκτήματος για τον φορέα, που να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει ­ οι οποίες κυμαίνονται από το λίγο ως το τίποτε. Το να αποκτήσω κάτι χωρίς να προσφέρω τίποτε ή έστω, να προσφέρω κάτι μικρότερης αξίας, είναι το ίδιον της προσοδοθηρίας, της μαγκιάς. Συνδέεται επομένως η προσοδοθηρία με τον κρατισμό, εφόσον ο κρατικός παρεμβατισμός διανέμει θέσεις, εγκρίνει προμήθειες, χορηγεί συντάξεις, δώρα και επιδόματα.

Γι’ αυτό και πολλοί «σοσιαλιστές» και άλλοι τόσοι «επιχειρηματίες» στον τόπο μας απεχθάνονται την αγορά και λατρεύουν το κράτος. Η αγοραφοβία τους και η κρατολατρία τους εξηγούν τη στάση τους και όχι η πίστη τους στον σοσιαλισμό ή στην ελεύθερη αγορά. Κρατικό προστατευτισμό επιθυμούν οι μεν όσο και οι δε. Φοβούνται την αγορά και ιδίως την παγκόσμια και στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης που τους απειλεί. Δεν λένε όμως όχι στα κέρδη που αποφέρει το παγκοσμιοποιημένο πλέον χρηματιστήριο, σε εποχές ευφορίας. Ούτε στην ενωμένη Ευρώπη λένε όχι, όσο οι επιδοτήσεις της εκτρέφουν την προσοδοθηρία τους.

Ο προσοδοθήρας στη χώρα μας, που επαίρεται ότι είναι μάγκας, κατορθώνει να «βολεύεται». Φυγόπονος από πεποίθηση και προκλητικός από χαρακτήρα, χλευάζει τα εργατικά και απονήρευτα κορόιδα στα οποία δεν ανήκει ως «ελεύθερος και ωραίος» που είναι. Περιφρονεί τους «κουτόφραγκους» που ευημερούν στους αριθμούς και υστερούν στο ζεϊμπέκικο. Οργίζεται όμως όταν οι «μη μάγκες» τον παραμερίζουν, υποτιμώντας τη σημασία που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του. Θεωρεί ότι χρήζει ειδικής μεταχείρισης, διότι είναι δικαιούχος μεγάλης και πανάρχαιης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η υφήλιος του οφείλει όχι απλώς μια θέση στον ήλιο αλλά προσόδους και προνόμια. Και όταν αυτά δεν του αποδίδονται αυτομάτως, τότε επιστρατεύεται η «μαγκιά»: είναι, υποτίθεται, η στάση του δυνητικά μεγάλου όταν εκείνοι που σήμερα υπερισχύουν και που σφετερίζονται την κληρονομιά του τον καταδικάζουν στη μικρότητα.

Εδώ προκύπτει ένα  εύλογο ερώτημα: γιατί τιμάται στον τόπο μας ο μάγκας; τι  είναι αυτό που τον κάνει τόσο δημοφιλή ή αξιοζήλευτο; Δεν είναι το θάρρος, διότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα θάρρους και αυταπάρνησης στην ελληνική ιστορία, όπως του Σωκράτη, ο οποίος βέβαια, δεν αποτελεί ιδεώδη μάγκα και λίγοι είναι οι έλληνες σήμερα που τον θεωρούν παράδειγμα προς μίμηση. Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται σε αταβιστικά κατάλοιπα που επιβιώνουν από την Τουρκοκρατία στην ψυχολογία του έλληνα. Δεν έχουν μοναδικές. Περιγράφονται, τόσο από ταξιδιώτες και μελετητές και των ηθών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και  στην Περσία στο 19ο αιώνα[3]. Αυτός που επιζητεί να επιβιώσει στις περιοχές αυτές, όπου η κοινωνία είναι κατακερματισμένη και δεν διασφαλίζεται η νομοκρατία (rule of law)  παίζει με τους κανόνες παιχνιδιού. Και οι κανόνες αυτοί είναι σύμφυτοι με την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ο επιβιώνων είναι δεξιοτέχνης στο να κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου και να την καταχράται στη συνέχεια, ενώ από τη δική του τη μεριά δεν εμπιστεύεται κανέναν. Αρνείται τη συνεργασία ή τη δέχεται μόνο και μόνο για να μπορεί να θηρεύσει πλεονεκτήματα εις βάρος κάποιου άλλου. Είναι εκείνος που νομίζοντας,­ μαζί με όλο του το περιβάλλον, ­ ότι όλη η ζωή είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, θεωρεί ότι πάντα κερδίζει κανείς εις βάρος άλλου ή ότι χάνει συνεργαζόμενος με αυτόν, εφόσον υποψιάζεται ότι ο συνέταιρος μπορεί να αποκομίσει συγκριτικά μεγαλύτερο όφελος. Είναι «αλεπού», με την πρόθεση να γίνει «λιοντάρι»,  ο κλέφτης που επιδιώκει να πάρει αρματολίκι. Αυτός είναι, όμως, ο κόσμος του Ηγεμόνα του Μακιαβέλι σε διεθνή κλίμακα, από τη στιγμή που μπορεί να νοηθεί και η διεθνής κοινωνία ως μη (πλήρως) νομοκρατούμενη και που μόνο ως ένα σημείο και υπό όρους υφίστατνται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών, δηλαδή, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους, Ηγεμόνων.

Έτσι, ο μάγκας, ως κοινωνικός αρχέτυπος, αποτελεί μια ενσάρκωση του μακιαβελικού Ηγεμόνα, όχι λόγω επιλεκτικών συγγενειών μ’ αυτόν, αλλά λόγω της λογικής της κατάστασης που δημιουργεί τον ένα όσο και τον άλλον. Είναι η αξιοθρήνητη αναπαραγωγή του οθωμανικού Δοβλετιού σε κλίμακα καραγκιοζ- μπερντέ. Το κωμικό στην υπόθεση είναι ότι, τελικά, ο μάγκας αποβαίνει χαμένος, και αποδεικνύεται μικροφουκαρατζίκος. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι είναι μακιαβελικός Ηγεμόνας more balcanico δηλαδή συμπλεγματικός και χωρίς μπέσα. Αυτό τον οδηγεί να ηττηθεί, ακόμη και με τα δικά του κριτήρια επιτυχίας.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο εξής: αρνούμενος τη συνεργασία ο μάγκας ή μη αποδεχόμενος τους κανόνες της αποκομίζει «κέρδος» από τη μη συνεργασία. Η κλασική ανάλυση όμως του «διλήμματος του φυλακισμένου»[4] στη θεωρία των συγκρούσεων και στην ανάλυση της ορθολογικής συμπεριφοράς δείχνει ότι αυτή η στρατηγική είναι τελικά αυτοκαταστροφική.

Ο μη συνεργαζόμενος προσοδοθήρας μπορεί «να τη φέρει» σε καθέναν που θα προσπαθήσει να έχει συναλλαγές μαζί του. Δεν θα κρατήσει τη «μπέσα» και θα αντλήσει έτσι κάποιο πλεονέκτημα, ματαιώνοντας ταυτοχρόνως τη συνεργασία. Ο συνεργατικός «μη μάγκας» βρίσκει άλλους ομοίους του με τους οποίους προοδεύει συνεργαζόμενος, αγνοώντας τον μάγκα και τα κέρδη που αποκόμισε εφάπαξ εις βάρος άλλων.

Στο τέλος της ημέρας ο «μη μάγκας» έχει προκόψει, ενώ ο μάγκας κυριολεκτικά… μαγκώνεται από τη μαγκιά του. Οι επιτυχίες των άλλων που βασίζονται στην αμοιβαία και απονήρευτη συνεργασία, στο τάλαντο και στην εργατικότητα ­ με δύο λόγια σε όλες τις αρετές που είναι εντελώς άσχετες με τη μαγκιά ­ διαψεύδουν το ίνδαλμά του.

Τότε είναι που αναλογίζεται ο μάγκας τους λόγους της ήττας του. Και ανακαλύπτει τους «πραγματικούς φταίχτες». Φταίνε οι πολυεθνικές, ο ιμπεριαλισμός, οι ξένοι δάκτυλοι, η CIA και κάποιοι κακοί γείτονες: Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί, το ισλαμικό τόξο και άλλες «σκοτεινές δυνάμεις» που τον εμποδίζουν να εισέλθει στη νόμιμη κληρονομιά του.

Και έτσι προχωρούμε μπροστά, όπως λέει και ο Καβάφης.


  • [1] Niccolò Machiavelli (1513)  Il Principe.Eλληνική μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη (1961) Ο Ηγεμόνας. Αθήνα: Γαλαξίας.
  • [2] Ας σημειωθεί ότι στην αρχαία Ελλάδα ο τύπος του «τζάμπα μάγκα» ήταν γνωστός και αξιοπεριφρόνητος. Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί για το θράσος εκ του ασφαλούς : «εκ του ακινδύνου ανδραγαθίζεσθαι» Θουκ. Ξυγγραφή 3, 40)
  • [4] Βλ. κυρίως Robert Axelrod, The Evolution of Cooperation (New York: Basic Books, 1984) για μια απλή παρουσίαση του μοντέλου αυτού και της χρησιμότητάς του στην λογική εξήγηση της επικράτησης του συνεργατικού ήθους στα βιολογικά είδη και τις ανθρώπινες ομάδες που επιβιώνουν –  αλλά και ζουν και καλύτερα.

Η αγενής τύφλωσις

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Από το 1897 μέχρι το 2011.

Μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη ιστορική μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου έχει τον περίεργο τίτλο  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’[1].  Αφορά η έκφραση το χαρακτηρισμό της εθνικής μας πολιτικήςστα τέλη του 19ου αιώνα, όπως τον αποτύπωνε η εφημερίδα Σάλπιγξ, η οποία θεωρούσε ότι οι επάρατοι ξένοι όφειλαν να μας προφυλάξουν από την αδιέξοδη εξωτερική μας πολιτική, εφόσον τα κίνητρά της ήσαν ευγενή[2]. Ο δεληγιαννισμός, δηλαδή ο λαϊκισμός στη χειρότερη του μορφή ευθύνεται για την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αλλά πρέπει να εννοήσουμε ευρύτερα τον δεληγιαννισμό, από την πολιτική του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης δεν πήγαινε πίσω σε δημοκοπία και πατριωτικές εξάρσεις χωρίς αντίκρισμα.

Παρόμοια και χειρότερη ήταν η εθνική καταστροφή του 1922.  Βέβαια,  δεν θα υποστηρίξω  ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει διάρκεια σε νοοτροπίες και πολιτικές πρακτικές που φέρνουν παραπλήσια αποτελέσματα, τηρουμένων των αναλογιών. ‎ Ο δεληγιαννισμός, ο αντιβενιζελισμός, ο αυριανισμός, η αποθέωση του λαϊκισμού εν γένει δημιουργούν συχνά ένα μπλοκ δυνάμεων ενάντια στην κοινή λογική. Ο Κώστας Μητσοτάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι «οι λαοί δεν αυτοκτονούν»[3]. Ορισμένες φορές, όμως, υφίστανται μεγάλες καταστροφές, στις οποίες οδηγούνται από  ανεύθυνες και αδιέξοδες πολιτικές.

Η ανευθυνότητα αυτή, που τη συνδέουμε με το λαϊκισμό, δεν συνίσταται μόνο στη δημαγωγία. Συνίσταται στην έλλειψη λογοδοσίας, θεσμική ή πολιτισμική. Και συνδέεται με την  αντίληψη της πολιτικής ως δυνατότητας εκμετάλλευσης της δυνατότητας  που της παρέχει η πολιτική κουλτούρα για φθηνή – ενίοτε πάμφθηνη– δημαγωγία, ακριβώς διότι δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει, δεν υπάρχουν κανόνες υποχρεωτικής λογοδοσίας. Η διασφάλιση της λογοδοτικότητας, για να αποδώσουμε στα ελληνικά την έννοια accountability, είναι όχι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά και χρηστής διοίκησης[4]. Ο λαϊκιστής, λοιπόν, είναι δεξιοτέχνης στη δημοκοπία, υπό συνθήκες λογοδοτικού ελλείμματος.  Αντί να λογοδοτεί στους πολίτες, χαϊδεύει τα αφτιά τους, όταν η πολιτική κουλτούρα θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού και αποκλείει ή υποβαθμίζει την υπεύθυνη επιχειρηματολογία. Στον πολιτικό ανταγωνισμό, προσφέρεται η δυνατότητα πλειοδοσίας αιτιάσεων και στόχων, ενώ ο τυχόν έλεγχός της είναι «επικοινωνιακά» αδόκιμος: επιφέρει πολιτικό κόστος. (Ειρήσθω εν παρόδω, η μονότονα επαναλαμβανόμενη δήλωση πολιτικών ότι θα αψηφήσουν το πολιτικό κόστος σε αποφάσεις που θα πάρουν αποτελεί  λαϊκίστικο bravado, που σκοπό έχει την άντληση πολιτικού οφέλους, από μια δήθεν αδιαπραγμάτευτη στάση).

Με τέτοια πολιτική κουλτούρα, εύλογο είναι να ευδοκιμεί ο τύπος του πολιτικού που επιβιώνει και προκόβει αναπαράγοντας την ίδια αυτή κουλτούρα. Ουαί και αλλοίμονο σε εκείνον που δεν προσαρμόζεται ή – χειρότερα – εναντιώνεται σ’ αυτήν. Η παραγωγή και αναπαραγωγή αυτής της πολιτικής κουλτούρας οδηγεί σε ένα τέρμα που είναι αδιέξοδο. Καλώς ή κακώς, όταν εμφανισθεί αυτό το αδιέξοδο, δεν είναι πάντα διασφαλισμένη για τον πολιτικό η πτώση στα μαλακά[5]. Το 1922, μάλιστα, η πτώση ήταν τραγικά σκληρή για ορισμένους από τους ιθύνοντες. Παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να πει κανείς ότι ήταν «ευγενής τύφλωσις». Το 2011 δεν ξέρουμε ακόμα πού μας οδηγεί. Αλλά αν υπήρξε τύφλωση του κοινού, δεν ήταν τόσο αθώα. Το κοινό εθίστηκε στο καθεστώς δημοσιονομικής ασωτείας που επέβαλαν ή επέτρεψαν οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και που εξελίχθηκε σε κυριολεκτική κραιπάλη. Πέρα από τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η ασυδοσία αυτή εξέθρεψε δυνάμεις που σήμερα αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση, όταν πλήττονται «κεκτημένα» τους.

Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός της κραιπάλης, οι δυνάμεις της αγενούς τυφλώσεως – συμμαχία ανάμεσα στον πολιτικό καιροσκοπισμό, νταϊλίδικο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον παραληρηματικό εθνικισμό, πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι μπορούν να αντλήσουν κάποια ωφελήματα πουλώντας τρέλα. Και σαν το Δηλιγιάννη το 1897, κάπου μέσα στο μυαλό τους (ή τη θολούρα που το υποκαθιστά) κάποιος άλλος από αυτούς θα πληρώσει το λογαριασμό.  Ο τελευταίος, όμως, είναι μεγάλος και διογκώνεται με τη στάση αυτή.

Όσο γι αυτούς που είναι σε θέση να αντιληφθούν τι γίνεται, είναι σαν πολλούς σώφρονες Πέρσες τους οποίους έσερνε  ο Ξέρξης στον όλεθρο, που έλεγαν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς ότανέχει πλήρη αντίληψη μιας κατάστασης, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη για να δράσει: «χθίστη δ δύνη στ τν ν νθρώποισι ατη, πολλ φρονέοντα μηδενς κρατέειν»[6].


  • [1] Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος (1998, 2003)  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’… Εξωτερική πολιτική και ‘εθνικά θέματα’ από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Αθήνα : Βιβλιόραμα
  • [2] ό.π. σ. 161
  • [3] Το είπε και πρόσφατα σε ομιλία του στις 19 Μαΐου 2011, στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου (2011) Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα;  Αθήνα: Παπαζήσης
  • [4] Όπως τονίζεται στην κλασική μελέτη του Giovanni Sartori (1987) The Theory of Democracy Revisited.  Chatham, N.J.: Chatham House σ. 233-34.
  • [5] Λέγεται ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτή η διαπίστωση είναι ορθή, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Αλλιώς, η δημοκρατία στην Ελλάδα γνώρισε κάμποσα αδιέξοδα: το 1909, το 1915, το 1922, το 1936, το 1967…
  • [6] Ηροδότου ΙΣΤΟΡΙΑ 9, 15.