Η αγενής τύφλωσις

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Από το 1897 μέχρι το 2011.

Μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη ιστορική μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου έχει τον περίεργο τίτλο  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’[1].  Αφορά η έκφραση το χαρακτηρισμό της εθνικής μας πολιτικήςστα τέλη του 19ου αιώνα, όπως τον αποτύπωνε η εφημερίδα Σάλπιγξ, η οποία θεωρούσε ότι οι επάρατοι ξένοι όφειλαν να μας προφυλάξουν από την αδιέξοδη εξωτερική μας πολιτική, εφόσον τα κίνητρά της ήσαν ευγενή[2]. Ο δεληγιαννισμός, δηλαδή ο λαϊκισμός στη χειρότερη του μορφή ευθύνεται για την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αλλά πρέπει να εννοήσουμε ευρύτερα τον δεληγιαννισμό, από την πολιτική του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης δεν πήγαινε πίσω σε δημοκοπία και πατριωτικές εξάρσεις χωρίς αντίκρισμα.

Παρόμοια και χειρότερη ήταν η εθνική καταστροφή του 1922.  Βέβαια,  δεν θα υποστηρίξω  ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει διάρκεια σε νοοτροπίες και πολιτικές πρακτικές που φέρνουν παραπλήσια αποτελέσματα, τηρουμένων των αναλογιών. ‎ Ο δεληγιαννισμός, ο αντιβενιζελισμός, ο αυριανισμός, η αποθέωση του λαϊκισμού εν γένει δημιουργούν συχνά ένα μπλοκ δυνάμεων ενάντια στην κοινή λογική. Ο Κώστας Μητσοτάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι «οι λαοί δεν αυτοκτονούν»[3]. Ορισμένες φορές, όμως, υφίστανται μεγάλες καταστροφές, στις οποίες οδηγούνται από  ανεύθυνες και αδιέξοδες πολιτικές.

Η ανευθυνότητα αυτή, που τη συνδέουμε με το λαϊκισμό, δεν συνίσταται μόνο στη δημαγωγία. Συνίσταται στην έλλειψη λογοδοσίας, θεσμική ή πολιτισμική. Και συνδέεται με την  αντίληψη της πολιτικής ως δυνατότητας εκμετάλλευσης της δυνατότητας  που της παρέχει η πολιτική κουλτούρα για φθηνή – ενίοτε πάμφθηνη– δημαγωγία, ακριβώς διότι δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει, δεν υπάρχουν κανόνες υποχρεωτικής λογοδοσίας. Η διασφάλιση της λογοδοτικότητας, για να αποδώσουμε στα ελληνικά την έννοια accountability, είναι όχι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά και χρηστής διοίκησης[4]. Ο λαϊκιστής, λοιπόν, είναι δεξιοτέχνης στη δημοκοπία, υπό συνθήκες λογοδοτικού ελλείμματος.  Αντί να λογοδοτεί στους πολίτες, χαϊδεύει τα αφτιά τους, όταν η πολιτική κουλτούρα θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού και αποκλείει ή υποβαθμίζει την υπεύθυνη επιχειρηματολογία. Στον πολιτικό ανταγωνισμό, προσφέρεται η δυνατότητα πλειοδοσίας αιτιάσεων και στόχων, ενώ ο τυχόν έλεγχός της είναι «επικοινωνιακά» αδόκιμος: επιφέρει πολιτικό κόστος. (Ειρήσθω εν παρόδω, η μονότονα επαναλαμβανόμενη δήλωση πολιτικών ότι θα αψηφήσουν το πολιτικό κόστος σε αποφάσεις που θα πάρουν αποτελεί  λαϊκίστικο bravado, που σκοπό έχει την άντληση πολιτικού οφέλους, από μια δήθεν αδιαπραγμάτευτη στάση).

Με τέτοια πολιτική κουλτούρα, εύλογο είναι να ευδοκιμεί ο τύπος του πολιτικού που επιβιώνει και προκόβει αναπαράγοντας την ίδια αυτή κουλτούρα. Ουαί και αλλοίμονο σε εκείνον που δεν προσαρμόζεται ή – χειρότερα – εναντιώνεται σ’ αυτήν. Η παραγωγή και αναπαραγωγή αυτής της πολιτικής κουλτούρας οδηγεί σε ένα τέρμα που είναι αδιέξοδο. Καλώς ή κακώς, όταν εμφανισθεί αυτό το αδιέξοδο, δεν είναι πάντα διασφαλισμένη για τον πολιτικό η πτώση στα μαλακά[5]. Το 1922, μάλιστα, η πτώση ήταν τραγικά σκληρή για ορισμένους από τους ιθύνοντες. Παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να πει κανείς ότι ήταν «ευγενής τύφλωσις». Το 2011 δεν ξέρουμε ακόμα πού μας οδηγεί. Αλλά αν υπήρξε τύφλωση του κοινού, δεν ήταν τόσο αθώα. Το κοινό εθίστηκε στο καθεστώς δημοσιονομικής ασωτείας που επέβαλαν ή επέτρεψαν οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και που εξελίχθηκε σε κυριολεκτική κραιπάλη. Πέρα από τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η ασυδοσία αυτή εξέθρεψε δυνάμεις που σήμερα αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση, όταν πλήττονται «κεκτημένα» τους.

Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός της κραιπάλης, οι δυνάμεις της αγενούς τυφλώσεως – συμμαχία ανάμεσα στον πολιτικό καιροσκοπισμό, νταϊλίδικο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον παραληρηματικό εθνικισμό, πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι μπορούν να αντλήσουν κάποια ωφελήματα πουλώντας τρέλα. Και σαν το Δηλιγιάννη το 1897, κάπου μέσα στο μυαλό τους (ή τη θολούρα που το υποκαθιστά) κάποιος άλλος από αυτούς θα πληρώσει το λογαριασμό.  Ο τελευταίος, όμως, είναι μεγάλος και διογκώνεται με τη στάση αυτή.

Όσο γι αυτούς που είναι σε θέση να αντιληφθούν τι γίνεται, είναι σαν πολλούς σώφρονες Πέρσες τους οποίους έσερνε  ο Ξέρξης στον όλεθρο, που έλεγαν ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς ότανέχει πλήρη αντίληψη μιας κατάστασης, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη για να δράσει: «χθίστη δ δύνη στ τν ν νθρώποισι ατη, πολλ φρονέοντα μηδενς κρατέειν»[6].


  • [1] Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος (1998, 2003)  ‘Η ευγενής μας τύφλωσις’… Εξωτερική πολιτική και ‘εθνικά θέματα’ από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Αθήνα : Βιβλιόραμα
  • [2] ό.π. σ. 161
  • [3] Το είπε και πρόσφατα σε ομιλία του στις 19 Μαΐου 2011, στην παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Διαμαντόπουλου (2011) Προεδρικό σύστημα στην Ελλάδα;  Αθήνα: Παπαζήσης
  • [4] Όπως τονίζεται στην κλασική μελέτη του Giovanni Sartori (1987) The Theory of Democracy Revisited.  Chatham, N.J.: Chatham House σ. 233-34.
  • [5] Λέγεται ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αυτή η διαπίστωση είναι ορθή, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Αλλιώς, η δημοκρατία στην Ελλάδα γνώρισε κάμποσα αδιέξοδα: το 1909, το 1915, το 1922, το 1936, το 1967…
  • [6] Ηροδότου ΙΣΤΟΡΙΑ 9, 15.

Βία στη βία για εξουσία

Γ.ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Photo: EPA/SIMELA PANTZARTZI

Τα κρούσματα βίας των τελευταίων ημερών – και η δολοφονία του Έλληνα, και η δολοφονία του μετανάστη, και οι συνήθεις πια τραυματισμοί διαδηλωτών από τα ΜΑΤ και οι εξίσου συνήθεις πια καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας από συγκεκριμένες υποομάδες διαδηλωτών – δεν έχουν ως αιτία την οικονομική κρίση. Αντίθετα! Τόσο η βία, όσο και η οικονομική κρίση, έχουν ρίζα κοινή: την απαξίωση της ισχύος του νόμου, την έλλειψη νομοκρατίας.

Η ελαστικότητα των νόμων για δεκαετίες θεωρούταν στην Ελλάδα περίπου δημοκρατική κατάκτηση. Η δυνατότητα της κατά περίπτωση ερμηνείας ή εφαρμογής των νόμων, φαινόταν στους περισσότερους, ανεξάρτητα από ιδεολογική στάση ή εκλογική συμπεριφορά, ένα χρήσιμο αντιστάθμισμα στον απρόσωπο χαρακτήρα των νομικών κειμένων. Χρήσιμο για πολλούς λόγους:

– ο πραγματικά ή κατά φαντασία αναξιοπαθής μπορούσε να επικαλεστεί την κατάστασή του ζητώντας εξαιρέσεις από το νόμο,

– ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, εκλεγμένος ή διορισμένος, μπορούσε να ανταλλάσσει την άσκηση της ευρείας ευχέρειας του με ψήφους ή χρήμα,

– κοινωνικές ομάδες, συνδικάτα, επιχειρηματικά συμφέροντα, γνωρίζοντας ότι η ευχέρεια αυτή υπάρχει, διεκδικούσαν προνόμια πέρα από το νόμο ή, πράγμα που ισοδυναμεί μ’ αυτό, τη ψήφιση νόμων ενάντια στο κοινό, συλλογικό συμφέρον.

Δημιουργήθηκε έτσι ένας φαύλος κύκλος. Αφ’ ενός ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των εκλογέων ψήφιζε εκείνους τους υποψηφίους που του εξασφάλιζαν άδικα, παράνομα ή παράτυπα, οφέλη. Ανταλλασσόταν δηλαδή η ψήφος με διορισμούς, ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Η εξυπηρέτηση επιμέρους συμφερόντων έναντι του συλλογικού έγινε έτσι για πολλούς πολιτικούς εξαιρετικά αποδοτική πρακτική.

Αφ’ ετέρου, τόσο πολιτικοί όσο και πολιτικές δυνάμεις, ανταγωνίζονταν στην υποστήριξη αιτημάτων και πρακτικών πέρα από το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Η παροχή υποστήριξης στο κλείσιμο δρόμων, στις καταλήψεις – συμβολικές ή μη – σε αιτήματα «υπέρβασης» του νόμου, «νομιμοποίησης» παρανομιών ή απαλλαγής παραβατών του νόμου από τις έννομες συνέπειες των παραβάσεών τους, έγιναν προνομιακά εργαλεία πολιτικής συναλλαγής. Και αν ένας πολιτικός έχει υποστηρίξει έστω και μια σχολική κατάληψη, δύσκολα αποκτά το ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο να εφαρμόσει το νόμο σε παρόμοιες, μεγαλύτερης έκτασης και συνέπειας καταστάσεις. Οι παράνομα διεκδικούντες ξέρουν καλά ότι παρόμοιες πρακτικές είχαν στο παρελθόν την υποστήριξη ή την ανοχή των φορέων της εξουσίας. Και ξέρουν εξίσου καλά ότι οι πρακτικές αυτές αποδίδουν.

Ταυτόχρονα, η ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων από αυτά τα αιτήματα, και άρα η εξαγορά της εξουσίας, μόνο με ένα τρόπο μπορούσε να επιτευχθεί, τουλάχιστον για όσα από αυτά τα αιτήματα συνεπαγόταν χρηματικό κόστος: με ολοένα και μεγαλύτερο δανεισμό (ή έστω φορολόγηση), κυρίως εφόσον η παραγωγή ως τρόπος προσπορισμού των αναγκαίων και επιθυμητών κατέστη λιγότερο ελκυστική από την προσοδοθηρία, την συναλλαγή ‘ψήφοι για προνόμια’. Αυτή είναι η πολιτική αιτία της οικονομικής κρίσης.

Έτσι όμως, το πεδίο της κοινωνικής διεκδίκησης ξεχείλωσε υπερβολικά και έχασε τους κανόνες του. Ο νόμος από έκφραση του δικαίου και θεματοφύλακας του κοινού συμφέροντος έγινε σε μεγάλο βαθμό η επίσημη δεσμευτική κατοχύρωση του αποτελέσματος των πολιτικών συναλλαγών. Ακόμα και το Σύνταγμα, που διακηρυκτικά οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα ατόμων και ομάδων από τον εξαναγκασμό πλειοψηφιών ή ισχυρών μειοψηφιών, υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον κατακερματισμό των επιμέρους συμφερόντων.

Όταν όμως οι νόμοι χάνουν το εχέγγυο της δικαιοσύνης, όταν εφαρμόζονται επιλεκτικά και όταν αλλάζουν προς όφελος των καλύτερα τοποθετημένων στο παιχνίδι της συναλλαγής, τότε μαζί τους χάνεται και ο μοναδικός τρόπος αρμονικής συνάρθρωσης των επιμέρους ατομικών και ομαδικών συμφερόντων.

Και βεβαίως ταυτόχρονα χάνει το νόημα της η θεσπισμένη πολιτική διαδικασία. Ιδανικά ο πολιτικός αγώνας για την κατίσχυση στη δημόσια σφαίρα και στην κάλπη γίνεται στο πεδίο των επιχειρημάτων και έχει ως τρόπαιο την – συνταγματικά περιορισμένη – δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Στην πράξη, διευρύνθηκαν τόσο τα όπλα του, με τη δυνατότητα της συναλλαγής αλλά και της καταφυγής σε έκνομες πράξεις, όσο και το ίδιο το τρόπαιο: η ευχέρεια του εκάστοτε φορέα της πολιτικής εξουσίας να διανέμει προσόδους έγινε τεράστια.

Σ’ αυτό το νοσηρό περιβάλλον, θαμπώνει ο λόγος της εκχώρησης του μονοπωλίου της βίας στο κράτος. Ο διαδηλωτής πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί ούτε τα δικά του συμφέροντα, ούτε το γενικό καλό. Ο αστυνόμος, των ΜΑΤ ή άλλων ομάδων, που παίρνει κατά περίπτωση εντολές να εφαρμόσει νόμους και κανονισμούς, δεν διαθέτει αυτόματα πρωτόκολλα σύννομης δράσης – όλο και πιο εύκολα εκτρέπεται. Οι εγκληματίες, εγχώριοι και αλλοδαποί, βλέπουν ότι οι νόμοι εφαρμόζονται στην καλύτερη περίπτωση με «κοινωνικό ρεαλισμό» και σίγουρα όχι σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας. Οι αγανακτισμένοι – εντός και εκτός εισαγωγικών -πολίτες βλέπουν ομοίως ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Το γενικό συμφέρον, ταυτόχρονα στόχος και προϋπόθεση της ευνομούμενης δημοκρατίας, εξαφανίζεται ως έννοια.

Συνεπώς, η καταφυγή στη βία, ως το ύστατο και εντέλει αποτελεσματικό μέσο για την επιδίωξη πολιτικών στόχων σε καθεστώς ανομίας, γίνεται η εύλογη επιλογή. Το πολιτικό παιχνίδι υποβαθμίζεται σε μηδενικού αθροίσματος – ότι κερδίσει κανείς, το αποσπά από κάποιον άλλο. Η ανομία φέρνει τη βία και όχι η βία την παρανομία.

Στο Σύνταγμα της Ελευθερίας, ο Friedrich Hayek προσδιορίζει τις αναγκαίες συνθήκες της νομοκρατίας: νόμοι με γενικό και αφηρημένο και όχι συγκεκριμένο και προνομιακό χαρακτήρα, σαφήνεια, καθολική εφαρμογή, βέβαιη σύνδεση πράξεων με τις συνέπειες τους. Μόνο έτσι μειώνεται το κοινωνικό κόστος συναλλαγής, μόνο έτσι εξαλείφεται η προσοδοθηρία και το καταλλακτικό παίγνιο γίνεται θετικού αθροίσματος, μόνο έτσι η καταφυγή στη βία χάνει τόσο τις αιτίες όσο και την αποτελεσματικότητά της.

Είναι προφανές ότι από αυτή τη συνθήκη απέχουμε υπερβολικά πολύ. Και το ζητούμενο είναι πώς η νομοκρατία, ή έστω το αίτημα γι’ αυτήν, μπορεί να εμπεδωθεί σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες έχει μάθει στην πράξη ότι νόμος είναι το δίκιο κάποιου ή κάποιων, όμως σε καμία περίπτωση όλων. Τουλάχιστον ας εκτεθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο στην ιδέα ότι, όντως, ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.


Ένα υστερόγραφο για την Πολυπολιτισμικότητα

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

We do not choose political freedom because it promises us this or that. We choose it because it makes possible the only dignified form of human coexistence, the only form in which we can be fully responsible for ourselves.

LibertyΗ απόρριψη της ιδέας της πολυπολιτισμικότητας υπέρ της «μονοπολιτισμικότητας» θα μας οδηγούσε σε μια ατέρμονη συζήτηση, ή – πιθανότερα – σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ πολιτιστικών ομάδων που ερίζουν για την επιβολή της τελευταίας. Ας δεχθούμε, επομένως, την πολυπολιτισμικότητα ως αρχή: αν μη τι άλλο είναι οικονομικότερη, από την «μονοπολιτισμικότητα», διότι δεν συνεπάγεται παρά μικρό κόστος: εκείνο της ανοχής. Υπάρχει, βέβαια, ανοχή και ανοχή: δεν είναι ανεκτή κάθε ανοχή, ακόμα και στους οίκους που φέρουν το όνομά της. Όμως, έχουμε να κάνουμε, ορισμένες φορές με κουλτούρες που είναι καταστατικά ασύμβατες με την πολυπολιτισμικότητα, με την έννοια ότι για τους φορείς της, το κόστος ανοχής άλλου έθους, άλλου συστήματος δοξασιών και άλλου τρόπου ζωής είναι δυσβάστακτο. Ενσωματώνουν, επομένως, την εναντίωση στη πολυπολιτισμικότητα μέσα στο έθος τους.Αν αυτή η στάση είναι αμετάλλακτη, τότε δύο και μόνο δύο εκβάσεις υπάρχουν για το σύνολο της κοινωνίας: η προσχώρηση στο φρόνημα και στο έθος που αντιπροσωπεύει, δηλαδή, να ολοκληρωθεί η μετάλλαξη της κοινωνίας ·  ή η στερέωση του θεσμικού πλαισίου και της αξιακής συγκρότησης, αλλά και αμυντικής θωράκισης της ανοιχτής, πολυπολιτσμικής κοινωνίας, που θα εξασφαλίζει τον πολιτισμικό πλουραλισμό με θεσπισμένους όρους συμβίωσης. Συχνά, όμως, η εκκένωση από το πολυπολιτισμικό πρότυπο οποιουδήποτε στοιχείου μπορεί να θίξει τους ακεραιόφρονες οπαδούς της «μονοπολιτισμικής» κοινωνίας, προβάλλεται ως το κατ΄εξοχήν νόημα της πολυπολιτισμικότητας.  Ο «αψογα πολυπολιτιστικός» Charles James Napier υπερασπιζόταν τη αρχή της πλουραλιστικής συμβίωσης, ακόμα και με τους εχθρούς της αρχής. Δεν υποχώρησε, όμως, σ’ αυτούς. Τους ανέχτηκε μόνο στο σημείο εκείνο, μετά από το οποίο οι συνέπειες της ανοχής του θα μετέτρεπαν σε εις άτοπον απαγωγή κάθε ιδέα ανοχής. Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τι έγραφε ο Karl Popper το 1943-5, έχοντας κατά νου τα ολοκληρωτικά καθεστώτα με τα οποία βρισκόταν σε πόλεμο ο ελεύθερος κόσμος:   «το παράδοξο της ανοχής: η απεριόριστη διαλλακτικότητα θα πρέπει να οδηγήσει στην εξαφάνιση της ανοχής. Αν επεκτείνουμε την απεριόριστη ανοχή ακόμα και σ’εκείνους που είναι αδιάλλακτοι, αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να υπερασπιστούμε μια ανεκτική κοινωνία από την απειλή των αδιάλλακτων, τότε οι  ανεκτικοί θα αφανιστούν μαζί μ’ αυτούς η ίδια η ανοχή. – Διατυπώνοντας έτσι το παράδοξο δεν υπονοώ, λόγου χάρη, ότι θα πρέπει πάντα να ασκούμε κατασταλτικό έλεγχο στη λειτουργία των αδιάλλακτων φιλοσοφιών · ενόσο μπορούμε να τους αντιταχθούμε με λογικά επιχειρήματα και να τις κρατήσουμε σε έλεγχο με την κοινή γνώμη, η απαγόρευση λειτουργίας τους θα ήταν πράξη μεγάλης αφροσύνης. Θα έπρεπε, ωστόσο, να αξιώσουμε το δικαίωμα να τις καταστέλλουμε, αν είναι ανάγκη, ακόμα και με δυναμικά μέτρα · γιατί εύκολα μπορεί να αποδειχθεί τελικά ότι δεν ήταν διατεθειμένες να επικοινωνήσουν μαζί μας στο επίπεδο του ορθολογικού επιχειρήματος».  Karl Popper (1945) The Open Society and Its Enemies. Ελλ. μετάφρ. Ειρήνης Παπαδάκη. Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της    Αθήνα, Εκδ. Παπαζήση , τ. Ι σ.436,

Όσοι αγνοούν ή παραθεωρούν την έκκληση του Karl Popper, δίνουν ένα εντελώς διαφορετικό νόημα στην πολυπολιτισμικότητα. Θεωρούν ότι εκφράζει μια ανυπαρξία φρονήματος και ουσίας στο δυτικό πολιτισμό, ότι είναι ένας κενός χώρος υποδοχής νέων γονιμοποιών στοιχείων στα οποία καλό είναι να υποχωρούν. Ίσως θα τους συνέτιζε η ανα΄γνωση του θετρτικού έργου του Max Frisch ‘O Mπίντερμαν και οι εμπρηστές’ .Ο Μπίντερμαν είναι υποκριτής, αφελής και ψοφοδεής αστός που φιλοξενεί, θέλοντας και μη θέλοντας, μια ομάδα εμπρηστών που του δηλώνουν ότι θα του κάψουν το σπίτι. Εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους προς κατάπληξη του Mπίντερμαν.[Biedermann und die Brandstifter ](1953). Η αλληγορία αυτή ήταν για τη Γερμανία της δεκαετίας ’30. μήπως ισχύει και για μας όλους σήμερα;

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ


Τα όρια της Πολυπολιτισμικότητας

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ


Mέσα στα πολλά καινούργια που έφερε η τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα είναι και η πολυπολιτισμικότητα ως αίτημα ή ως περιγραφή μιας κατάστασης. Η πολυπολιτισμικότητα (που θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί με τον όρο «πολιτισμική πολυμέρεια» αντί του πολυσύλλαβου γλωσσοδέτη που έχει επικρατήσει) σημαίνει συνύπαρξη διαφόρων πολιτισμικών στοιχείων σε μια κοινωνία που είναι σύμφυτη με την ιδέα της ανεκτικότητας, η οποία σημαίνει ότι τα μέλη μιας κοινωνίας δέχονται να συμβιώσουν με άλλα χωρίς αναγκαστικά να υιοθετούν τις ιδέες τους ή τις συνήθειές τους.

Δικαιώματα και ανεκτικότητα

Ανεκτικότητα με τη στοιχειώδη έννοια υπήρχε σε πολυεθνικές αυτοκρατορίες όπως ήταν η Οθωμανική ή των Αψβούργων. Στα αυταρχικά αυτά καθεστώτα όμως δεν είχαν θέση τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και ενώ κάτω από επίσης αυταρχικά καθεστώτα, όπως ήταν η απόλυτη μοναρχία στη Δύση από τις αρχές του 16ου αιώνα και έπειτα, μπόρεσε και αναπτύχθηκε μια κοινωνία πολιτών, καθώς επίσης και η ιδέα των ατομικών δικαιωμάτων, στην Ανατολή αυτό δεν ίσχυσε: υπήρχε ανεκτικότητα και πολυπολιτισμικότητα, όχι όμως ισονομία ή δικαιώματα, που είναι το σύγχρονο ζητούμενο.

Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι μόνο θεσμική. Μεταφέρει το βάρος της στον πολιτισμό που κουβαλάει ο μετανάστης, που προέρχεται από μη ανεκτικές κοινωνίες. Μεταφέρει συνήθειες που προέρχονται από τον τρόπο ζωής της κοιτίδας του στο νέο χώρο παραμονής που έχει επιλέξει. Όταν αυτές είναι ασύμβατες τα εκεί ήθη και έθιμα, διεκδικεί την άσκηση  «πολιτισμικών δικαιωμάτων».

Πρέπει να ενσκήψουμε σ’ αυτήν την έννοια, η οποία, όπως θα υποστηρίξω, είναι αντιφατική και παράλογη. Όταν μιλάμε για δικαίωμα κάποιου, σημαίνει ταυτόχρονα την υποχρέωση κάποιου άλλου να μην το παραβιάσει. Αν υφίσταται ένα δικαίωμα στη ζωή, αυτό μεταφράζεται σε απαγόρευση της αφαίρεσης ζωής. Αν υφίσταται ένα «πολιτιστικό δικαίωμα» μιας μειονότητας στο να μαθαίνουν π.χ. τα παιδιά που ανήκουν σ’ αυτήν τη μειονοτική γλώσσα είναι σεβαστό ως ατομική επιλογή. Δεν θα πρέπει να μεταφράζεται σε υποχρέωση που η ηγεσία μιας τέτοιας μειονότητας μπορεί να επιβάλλει στα μέλη της. Σε σύγχρονα δυτικά κράτη τέτοια ανοχή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, διότι προσκρούει στην άσκηση του θεμελιακού δικαιώματος στην ελευθερία. Γι αυτό και δεν είναι ανεκτή η ανισομεταχείρηση των γυναικών με πρόσχημα ότι αυτό απαιτεί μια μειονοτική κουλτούρα. Δεν είναι, έτσι ανεκτή η ανδρική πολυγαμία, η δουλοκτησία γυναικών (έστω και …εθελοντική), η κλειτοριδεκτομή, κλπ., με τον ίδιο τρόπο που απαγορεύονται πολλές άλλες πρακτικές που είναι ασύμβατες με το θεσμικό πλαίσιο των δυτικών δημοκρατιών.

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «πολιτιστικό πλαίσιο» εναντίον άλλου, όπου ο καθένας σέβεται και αποδέχεται τον άλλο μαζί με το «δικαίωμα» στη διαφορετικότητα. Οι πολιτισμοί δεν είναι συμμετρικά διαφορετικοί και καθολικά ισότιμοι. Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η ανεκτικότητα – και κυρίως η κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων – διαμορφώνει και μια κουλτούρα συμβατή με την ευεργετική ανεκτικότητα και που εκτείνεται στο σεβασμό, στην αναγνώριση της ετερότητας και της πολιτισμικής πολυφωνίας ως αξίας. Αυτή η στάση δεν έχει ανταπόκριση σε πολιτισμούς μη ανεκτικότητας. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αυτή η ανταπόκριση. Εδώ, μάλιστα, βρίσκεται το λάθος εκείνων που ζητούν να η ανεκτικότητα να παρέχεται «επ’ αμοιβαιότητι». [1]

 

Δικαιώματα, πολιτιστική ταυτότητα και πολυπολιτισμικότητα

Η ανεκτικότητα είναι συνυφασμένη με τους θεσμούς της δημοκρατίας και δεν παρέχεται με ανταλλάγματα. Επομένως, δεν ζητείται από ανελεύθερα ή αυταρχικά καθεστώτα ίση μεταχείριση με αυτήν που έχουν οι δικοί τους υπήκοοι σε δυτικές δημοκρατίες. Ζητείται, όμως, ομοιότητα στη συμπεριφορά  με τους αυτόχθονες, όσον αφορά τη στάση απέναντι στους θεσμούς: τους νόμους και τα συναλλακτικά ήθη. Ευλόγως κι εκείνοι ζητούν ισότητα στη μεταχείριση, αλλά και δυνατότητα διατήρησης της πολιτιστικής τους ταυτότητας, που μάλιστα προβάλλεται ως δικαίωμα. Και ναι μεν δικαίωμα με την πλήρη έννοια δεν μπορεί να είναι, διότι, όπως λέει ο αμερικανός φιλόσοφος του δικαίου Ronald Dworkin, τα δικαιώματα είναι «ατού» (trumps)  που κυριαρχούν έναντι οποιασδήποτε άλλης σκοπιμότητας ή απαίτησης[2].  Η απολυτότητα του ατομικού δικαιώματος σημαίνει ότι δεν μπορεί να αναγνωρισθεί η νομιμότητα ενός «συλλογικού» που η ηγεσία μιας μειονότητας θα επιβάλλει στα μέλη της. Δεν μπορεί να παραβιασθεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης- δηλαδή ατομικής ελευθερία – μιας κοπέλας με την επιβολή ενός γάμου από τους γονείς της με το αιτιολογικό ότι αυτό επιβάλλει το εθιμικό δίκαιο της κοινότητας στην οποία ανήκει και οπισθογραφείται από τον εξουσιοδοτημένο ηγέτη («μουφτή», «μανιτού» ή άλλου είδους «εθνάρχη»). Είναι, όμως, επιθυμητή η δυνατότητα πολυπολιτισμικής έκφρασης και διαβίωσης; Είναι θεμιτό το αίτημα διατήρησης ξεχωριστών πολιτιστικών ταυτοτήτων μέσα στο ενιαίο πολιτισμικό πλαίσιο που προσφέρει το εθνικό κράτος; Η απάντηση είναι καταφατική. Αλλά πρέπει να λυθούν ορισμένα προβλήματα, από τη στιγμή που η συγκρότηση εθνικών κρατών βασίστηκε ιστορικά στην επικράτηση μιας εθνικής ομάδας που στη συνέχεια  αφομοίωσε ή εξεδίωξε ή  και εξόντωσε  σ’ αυτή τη διαδικασία. Η κυριαρχία του εθνικισμού τους τελευταίους δύο αιώνες, η αρχή του οποίου συνοψίζεται στη δημιουργία εθνικά μονοσύστατου κράτους, δεν ανέχεται «υπολείμματα», όπως θεωρεί τα πολιτισμικά εκείνα στοιχεία που δεν αφομοιώθηκαν πλήρως με το κυρίαρχο έθνος στο πλαίσιο του σύγχρονου εθνικού κράτους ή που διατήρησαν ορισμένες ιδιαιτερότητες, γλωσσικές ή πολιτισμικές, παράλληλα με την ταύτισή τους με το έθνος-κράτος στο οποίο ανήκουν.

Η προσπάθεια εθνικής ομοιογενοποίησης πέτυχε, όχι όμως πλήρως. Έδωσε μια εθνικώς ενιαία, όχι όμως αμιγή, βάση στα περισσότερα από τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις στην Ανατολική Ευρώπη, όπου αυτή η ενότητα δεν επιτεύχθηκε ποτέ, επιβλήθηκε όμως κατ’ επίφασιν μέσα από αυταρχικότατες κρατικές δομές, η κατάρρευση των οποίων οδήγησε στην έξαρση των φυλετικών παθών και σε επιχειρήσεις «εθνοκάθαρσης».

Αυτό μας φέρνει κατευθείαν στη γένεση του προβλήματος της πολυπολιτισμικότητας στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η ιδέα αυτή γεννήθηκε πρόσφατα, όταν στις δυτικές δημοκρατίες χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην πρώην Σοβιετική Ενωση προβλήματα καταπίεσης εθνικών μειονοτήτων που έφθαναν ως τη διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στη Βοσνία, στο Κόσοβο και στην Τσετσενία. Η αρχή της πολυπολιτισμικότητας υιοθετήθηκε τότε ως όρος συνύπαρξης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών παραδόσεων. Η αρχή αυτή όμως πρέπει να συνοδεύεται από την αναγνώριση δικαιωμάτων, δηλαδή ακριβώς εκείνου του στοιχείου που απουσίαζε σε προδημοκρατικές, πολυεθνικές κρατικές οντότητες.

 

Περί εθνικής ταυτότητας και «συλλογικών δικαιωμάτων»

Αυτό το ζήτημα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας τίθεται και στις δυτικές δημοκρατίες, ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Στις χώρες αυτές, πέρα από τις παραδοσιακές γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, έχουν προστεθεί αρκετά εκατομμύρια μετανάστες αφρικανικής και ασιατικής προέλευσης, κυρίως στη Γαλλία και στη Γερμανία. Η αναγνώριση της αρχής της πολυπολιτισμικότητας σημαίνει ανεκτικότητα και για μια πολιτισμική παράδοση που είναι εντελώς διαφορετική από τη δυτική. Τίθεται επομένως το ζήτημα των «πολιτισμικών δικαιωμάτων» όχι πλέον ως ατομικών αλλά ως συλλογικών δικαιωμάτων. Και εκεί είναι που εστιάζεται η θεωρητική προβληματική στο πλαίσιο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Σύμφωνα με μια άποψη, αυτά τα δικαιώματα πρέπει να αναγνωριστούν ως συλλογικά και όχι ως απλώς ατομικά. Η αιτίαση αυτή συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής ταυτότητας ενός έθνους ή μιας εθνότητας, η οποία κινδυνεύει να χαθεί στο αφομοιωτικό χωνευτήρι που επιβάλλει το εθνικό κράτος στις διάφορες μειονότητες. Στο αίτημα για αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων προβάλλεται μια εθνοκεντρική αντίρρηση από τους υπέρμαχους της αδιαίρετης εθνικής υπόστασης του εθνικού κράτους.

Οι σύγχρονοι αυτοί «ιακωβίνοι», που επέμεναν στην ύπαρξη της «μιας και αδιαίρετης δημοκρατίας», δικαιολογώντας με τον τρόπο αυτόν τον αυταρχικό συγκεντρωτισμό που είχαν επιβάλει στη Γαλλία μετά το 1792, φοβούνται διάσπαση του εθνικού κράτους αν αναγνωριστούν τέτοια δικαιώματα, ακόμη και ως ατομικά.

Πίσω από αυτή τη στάση υποβόσκει ο φόβος ότι το εθνικό κράτος θα διαλυθεί αν παραδεχθεί την ύπαρξη μειονοτήτων και τους αναγνωρίσει ορισμένα δικαιώματα πολιτισμικής ή γλωσσικής έκφρασης. Αυτός ο φόβος όμως είναι ανυπόστατος από τη στιγμή που γίνει αντιληπτό ότι πολυπολιτισμικότητα δεν σημαίνει διάλυση αλλά ότι, αντιθέτως, η αναγνώριση της αρχής αυτής σημαίνει πως είναι πολιτισμικά πολυμερής η υπόσταση του εθνικού κράτους. Ακόμη και ξεχωριστές εθνότητες (όχι έθνη) μπορεί να αναγνωρίσει στο πλαίσιό του, χωρίς κίνδυνο διάλυσης ή εξωτερικών πιέσεων: απεναντίας, μια τέτοια αναγνώριση καθιστά άσκοπο και μάταιο το αίτημα πολιτικής (και όχι απλώς πολιτισμικής) αυτονομίας ή και ανεξαρτησίας. Διότι διαχωρίζεται έτσι εντελώς η πολιτισμική ιδιαιτερότητα και αυτονομία, από την αναγωγή μιας εθνοτικής ομάδας σε κρατική οντότητα.

Από την άλλη μεριά, η αναγνώριση συλλογικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κρατικής ενότητας μπορεί να λύνει το πρόβλημα της ανάγκης αυτοπροσδιορισμού διαφόρων κοινωνικών ομάδων που υφίστανται καταπίεση, δημιουργεί όμως ένα σοβαρότατο πρόβλημα στις σύγχρονες δημοκρατίες, αν αναγνωριστεί ως υπεράνω των ατομικών δικαιωμάτων. Τέτοια προβλήματα προκύπτουν στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας μέσα σε ένα σύγχρονο εθνικό κράτος· αναγνωρίζεται το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα» σε κοινότητες που δεν συμμερίζονται τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τα ατομικά δικαιώματα με τα οποία αυτή είναι συνυφασμένη. Το δικαίωμα κάθε ατόμου στη δωρεάν σχολική «α-θρησκευτική» παιδεία που αναγνωρίζει η Γαλλία δεν αναγνωρίζεται για τα κορίτσια από την ηγεσία της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας στη χώρα αυτή. Και είναι απαράδεκτο σε μια σύγχρονη δημοκρατία να μην μπορούν να ασκήσουν ορισμένοι πολίτες τα ατομικά τους δικαιώματα μόνο και μόνο επειδή έχουν γεννηθεί σε μια καθορισμένη πολιτισμική κοινότητα η οποία αναγνωρίζεται ως συλλογική προσωπικότητα και ως κράτος εν κράτει, με δικό της πλαίσιο κυριαρχίας, με πρόσχημα την πολυπολιτισμικότητα.

Στο δίλημμα αυτό υπάρχει ­ όπως συμβαίνει συχνά ­ μια φιλελεύθερη, δημοκρατική λύση, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση της αρχής της πολυπολιτισμικότητας και του αυτοπροσδιορισμού που να λειτουργεί ως ατομικό δικαίωμα. Τελικά, συγκεκριμένα άτομα αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετόνοι, Τσέχοι, Καθολικοί, Κεφαλλονίτες κτλ., αλλά και ως κομμουνιστές, αεκτζήδες, νεοημερολογίτες, κυνηγοί, συνδικαλιστές ή αφισιονάδος ραπ.  Από την εποχή του Διαφωτισμού και έπειτα δεν αναγνωρίζεται καμία αρχή που να καθοδηγεί το άτομο στις επιλογές του αυτοπροσδιορισμού του ή στην ιεράρχησή τους.

Η σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία είναι πλουραλιστική και ακηδεμόνευτη. Και ο πολίτης διατηρεί το ατομικό του δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο πλαίσιο του κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ελευθερία που απολαμβάνει. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό ότι με δικαιολογία την ταύτισή του με μια κουλτούρα που επιτρέπει τη δουλοκτησία ή την ανθρωποφαγία, πρέπει να του επιτραπεί, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, να στερεί την ελευθερία και τη ζωή των άλλων. Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων αιτιάσεων είναι αυτός που χρησιμοποίησε ο Charles James Napier (1782-1853) όταν του είπαν στην Ινδία ότι έπρεπε να σεβαστεί την ινδική συνήθεια να καίγεται στην πυρά η χήρα μαζί με το νεκρό σύζυγό της.Το έθος αυτό έπρεπε να συνυπάρξει με το αντίστοιχο βρετανικό έθος να καταδικάζονται σε θάνατο οι άντρες που καίνε γυναίκες. «Έχετε, λέτε, το έθιμο να καίτε τις χήρες. Άριστα. Κι εμείς έχουμε ένα έθιμο. Όταν άντρες καίνε μια γυναίκα ζωντανή, τοποθετούμε μια θηλιά γύρω από το λαιμό τους και τους κρεμάμε. Στήστε το ικρίωμα για την πυρά κι εμείς από δίπλα θα στήσουμε το ικρίωμα με την κρεμάλα. Ακολουθήστε το έθιμό σας, κι εμείς το δικό μας ». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Napier  έχει χαρακτηρισθεί πρόσφατα ως impeccably multicultural – άψογα πολυπολιτισμικός.[3]  Δεν είπε ποτέ ότι ο δικός του πολιτισμός ήταν ανώτερος. Υποστήριξε την αρχή της συνύπαρξης πολιτισμών μέσα σε ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο. Δεν βλέπω ποιο εμπόδιο υπάρχει στην αποδοχή της αρχής της πολυπολιτισμικότητας με την πλήρη αυτή έννοια, από οποιαδήποτε δυτική κοινωνία, εκτός από ένα: την έλλειψη πολιτιστικής αυτοπεποίθησης. Όποιος πάσχει από αυτήν δεν μπορεί ούτε καν να συζητάει υπέρ ή κατά της πολυπολιτισμικότητας.

Συνηθέστατα την επικαλείται, κυρίως για να εκφράσει πλαγίως την πίστη του στην ανυπαρξία ή τη μηδαμινότητα του δικού του πολιτισμού.


[1] Υπήρξε προ ετών το γελοίο αίτημα πολιτικού ανδρός να ζητήσει η Ελλάδα από την Τουρκία ανταλλάγματα (!) αν κτίσει μουσουλμανικό τέμενος στην Αττική. Δεδομένου ότι οι μουσουλμάνοι του Λεκανοπεδίου δεν είναι στην πλειονότητά τους τούρκοι, ίσως, όπως ελέχθη τότε προσφυώς, καλύτερα θα ήταν να απευθυνόμασταν στο Ιράν, που έχει πετρέλαιο να μας δώσει ως αντάλλαγμα.

[2] Dworkin, R., 1984, “Rights as Trumps”, στο:. Jeremy Waldron, , (1984), (ed.), Theories of Rights,Oxford:OxfordUniversity Press σ. 153–67

[3] Mark Steyn (2011) America Alone: The End of the World as We Know ItSteyn Regnery Publishing, Inc


Ο κρυμένος Ιμάμης της Ελληνικής δημοκρατίας

Το ΠαρασύνταγμαΑν πάει κανείς πίσω στην πρόσφατη ιστορία, στην εποχή 1965-66, γινόταν λόγος για μια πολιτική πρακτική που κυριαρχούσε, η οποία  δεν ήταν συνταγματική, αλλά «παρασυνταγματική». Συνίστατο στη σιωπηρή αναγνώριση ενός «δικαιώματος» του ρυθμιστή του πολιτεύματος να έχει λόγο στα θέματα άμυνας και στρατού. Το παρασύνταγμα αυτό φορούσε επιπροσθέτως και ένα ολόκληρο πλέγμα διατάξεων και νομοθετημάτων που αποτελούσαν τη νομική, πλην όμως μη συνταγματική, θωράκιση του αντικομμουνιστικού κράτους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο στήθηκε το παρακράτος και οι παραφυάδες του που οδήγησαν στη δικτατορία. Η γενιά μου έχει σημαδευθεί από την ανάμνηση αυτής της εποχής και τις απειλές για τη δημοκρατία μέσα από παραχωρλησεις που νοθεύουν το νόημα και το γράμμα του Συντάγματος.

 

Ο Κρυμμένος Ιμάμης


Πίσω από την αρχή του παρασυντάγματος βρίσκεται η ανάγκη ύπαρξης μιας εξουσίας που δεν υπόκειται σε έλεγχο, δεν λογοδοτεί σε κανέναν και αποτελεί μια παράλληλη εξουσία με άγραφο δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις της επίσημης κυβέρνησης. Η αρχή αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι η διαχείριση των δημοσίων δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, αλλά στους φύλακες μιας «ανώτερης νομιμότητας» την οποία εκφράζει κάποιο πρόσωπο ή κάποια ομάδα.

Αυτό το σύστημα διακυβέρνησης μπορεί υπό ορισμένους όρους να λειτουργεί αποτελεσματικά, δεν έχει όμως καμία σχέση με τη δημοκρατία, εφόσον η τελευταία σημαίνει πριν απ’ όλα ελεγξιμότητα της εξουσίας και αποκλείει τη λειτουργία παραεξουσιών. Εξομοιώνεται μάλλον με το πολιτικό σύστημα που επικρατεί στο Ιράν, όπου η θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ λειτουργεί παράλληλα με την κοσμική εξουσία και αντίθετα μ’ αυτή δεν λογοδοτεί σε κανέναν, παρά μόνο στον Κρυμμένο Ιμάμη, ο οποίος εξαφανίστηκε πριν από 1.100 χρόνια και που μόνο ορισμένοι επίλεκτοι έχουν πρόσβαση σ’ αυτόν και ερμηνεύουν ορθά τη βούλησή του. Εκεί όπου λειτουργεί οποιαδήποτε μορφή παρασυντάγματος επικρατεί ένας ατομικός ή συλλογικός Κρυμμένος Ιμάμης, τον οποίο όλοι σέβονται για ανεξήγητους λόγους ενώ κανένας δεν διαμφισβητεί το κύρος ή τη νομιμότητά του ή τους εμφανιζομένους ως εκφραστές του. Τέτοιος Κρυφός Ιμάμης επικρατεί σήμερα στην ελληνική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται παρασυνταγματικά από τους πολιτικούς και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης η νομιμότητα ορισμένων παρανομιών, ελέω «δημοκρατικής» επιτρεπτικότητας.

Οι εκάστοτε παρανομούντες καταληψίες σχολείων, δρόμων, δημοσίων κτιρίων κτλ. εκφράζουν, υποτίθεται, μια ανώτερη νομιμότητα που είναι συνυφασμένη με το πνεύμα της δημοκρατίας σε όλο του το αγωνιστικό σφρίγος. Η κατάφωρη αυτοδικία στην οποία προβαίνουν με τον τρόπο αυτόν ορισμένες κοινωνικές ομάδες που αυτοανακηρύσσονται ιδιαίτερα «ριγμένες», κατά την κοινή έκφραση, παραθεωρείται εντελώς από τους σχολιαστές των επαναλαμβανομένων επεισοδίων, οι οποίοι σχολιάζουν τα δίκαια ή τα άδικα αιτήματά τους, περιγράφουν τα συμβάντα και προαναγγέλλουν τις προγραμματισμένες παράνομες καταλήψεις των επομένων ημερών. Σπανιότατα αναφέρονται στο πραγματικό σκάνδαλο, που είναι η επιλογή της παράνομης δραστηριότητας για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους, και ουδέποτε γίνεται λόγος για την ανοχή που δείχνουν η πολιτεία και η κοινή γνώμη σ’ αυτή την παρανομία. Η Αστυνομία παρεμβαίνει υπέρ των καταληψιών που παρακωλύουν παράνομα την κυκλοφορία και εναντίον των οδηγών οχημάτων ΙΧ, φορτηγών ή ταξί, που προσπαθούν να ασκήσουν το νόμιμο δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία.

Η έννοια της νομιμότητας σχετικοποιείται με την αναγνώριση του μεταδικτατορικού παρασυντάγματος που ασυναίσθητα τοποθετήσαμε και ανεχθήκαμε στη θέση του παλαιού παρασυντάγματος των ανακτόρων. Αν οι «δημοκρατικές» πρωτοβουλίες των καταληψιών αντίκεινται στους κείμενους νόμους, τόσο το χειρότερο για τους κείμενους νόμους. Οι πρωτοβουλίες αυτές εκφράζουν την παρασυνταγματική νομιμότητα που είναι ανώτερη της συνταγματικής, η οποία βρίσκει την πιο σθεναρή έκφρασή της στον γνώριμο ρυθμικό κρωγμό: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Για κάποιον ανεπίγνωστο  λόγο, εκφραστές της «ανώτερης» δημοκρατικής βούλησης θεωρούνται από το νέο παρασύνταγμα ορισμένες κοινωνικές ομάδες που έχουν το «ελεύθερο» να παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας παρασυνταγματικής νομιμότητας αναιρεί οποιαδήποτε δυνατότητα εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανόρθωσης. Οποιαδήποτε απόπειρα μεταρρύθμισης ματαιώνεται εφόσον θα κινηθούν εναντίον της οι υπερασπιστές του στάτους κβο. Η εκάστοτε νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση είναι αιχμάλωτη εφόσον βρίσκεται υπό την αίρεση ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ακριβώς όπως ήταν παλαιότερα υπό βασιλική αίρεση.

Μπορούν και πρέπει να ασκούν βέτο οι κοινωνικές αυτές ομάδες στις αποφάσεις μιας νόμιμης κυβέρνησης, όπως οι αγιατολάχ μπορούν να ασκήσουν βέτο στο όνομα του Κρυμμένου Ιμάμη; Ολοι θα συμφωνήσουν ότι η δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με τον Κρυμμένο Ιμάμη, είτε αυτός είναι ο μονάρχης είτε οποιοσδήποτε άγραφος κανόνας που αναγνωρίζει παράλληλες και αδιαφανείς εξουσίες.

Βέβαια η κάθε κυβέρνηση – πλην της σημερινής- δεν ενδίδει τόσο εύκολα στις αξιώσεις των συντεχνιακών συμφερόντων όταν εκβιάζουν παραχωρήσεις με παράνομα μέσα. Το πολιτικό κόστος όμως της καταστολής των καταλήψεων με μέσα εξίσου βίαια με αυτά που μετέρχονται οι καταληψίες είναι, όπως φαίνεται, υπέρμετρο για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Και αυτό συμβαίνει διότι η κοινωνία αναγνωρίζει το παρασύνταγμα: την υπερκείμενη «νομιμότητα» των παρανομιών που διαπράττουν ορισμένες ομάδες υπεράνω δημοκρατικής κριτικής. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για παθητική κοινωνική ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα αυτή είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Ολες οι ομάδες δεν έχουν ίσα δικαιώματα παρανομίας. Δεν θα ήταν ανεκτή η κατάληψη του υπουργείου Οικονομικών από μικρούς και μεγάλους φοροφυγάδες διότι θίγονται τα συμφέροντά τους, ούτε η κατάληψη δρόμων από ιδιωτικούς γιατρούς που θα ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για το ΕΣΥ. Οι κοινωνικές αυτές κατηγορίες δεν εγγίζονται από τη χάρη του Κρυμμένου Ιμάμη που γονιμοποιεί το παρασύνταγμα και νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες. Η παρασυνταγματική κάλυψη αφορά τις πράξεις των «μη προνομιούχων» που αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τον φυσικό κορμό της δημοκρατίας. Η ιστορική εμπειρία,όμως, δείχνει ότι η υποχώρηση σε ανεύθυνες και μη λογοδοτούσες αρχές με το αιτιολογικό ότι ενεργούν στο όνομα της δημοκρατίας και της προόδου στρέφεται τελικά κατά της δημοκρατίας και κατά της προόδου.